Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Θερμιά’

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Η θερμιώτικη ντοπιολαλιά (συνεργασία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά, δηλαδή τη ντοπιολαλιά της Κύθνου.Έχω ξαναγράψει ότι κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες.

Ο Δημήτρης έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σχεδόν τέλεια (ίσως θα μπορούσε να δώσει παραδειγματικές φράσεις σε όλα τα λήμματα). Προτάσσει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά και ακολουθούν 22 λήμματα, πολλά από τα οποία τα έχει ήδη αναπτύξει εκτενέστερα στο slang.gr

Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο δημοσιεύεται σε πολυτονικό, όπως προτιμάει ο Δημήτρης αν και δεν βλέπω τι προσφέρει αυτό -μάλλον δυσκολεύει κάποιους που μας διαβάζουν από ταμπλέτες.

Εγώ δεν είχα να προσθέσω σχεδόν τίποτα, το κείμενο είναι πολύ καλογραμμένο. Ωστόσο, για τα τέσσερα πρώτα λήμματα προσθέτω τι αναφέρει σχετικά το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας (διότι το τμήμα που έχει εκδοθεί καλύπτει μόνο τα πρώτα λήμματα, από Α έως ΔΙ).Κάνω και καναδυό ακόμα παρατηρήσεις, πάντα σε αγκύλες. Και βέβαια, δεν χρησιμοποιώ πολυτονικό]

Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!

Η ΘΕΡΜΙΩΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναβίωση δύο παλαιότερων ἄρθρων γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῆς Ἀμοργοῦ (πρώτο και δεύτερο), σκέφτηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῶν Θερμιῶν ἤ τῆς Κύθνου, ὅπως εἶναι ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ νησιοῦ.

Ζητῶ, ἐκ προοιμίου, τὴν ἐπιείκειά σας, ἐπειδὴ δὲν ἔχω κάποιαν ἐπιστημονικὴ  γνώση τοῦ ἀντικειμένου. Παρουσιάζω κάποιες λέξεις τῆς ντοπιολαλιᾶς ποὺ, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔχουν ἐνδιαφέρον. Πρὲπει νὰ τονίσω πὼς δὲν ἔκανα κάποιαν ἐπιτόπια ἔρευνα. Ἔγραψα γιὰ κάποιες λέξεις, ὅπως τὶς θυμᾶμαι νὰ τὶς λένε πρόσωπα τοῦ οἰκογενειακοῦ μου περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὑρύτερου περιβάλλοντος τοῦ χωριοῦ μου, τῆς Δρυοπίδας ἤ Σύλλακα.

Τὸ νησί ἔχει δύο κύριους οἰκισμούς ποὺ παλιότερα, πρίν τὴν διοικητικὴ μεταρρύθμιση καὶ τὴν δημιουργία ἑνιαίου δήμου, ἦταν ἕδρες τῶν δύο κοινοτήτων τοῦ Νησιοῦ: Τὴ Χώρα, ἤ Μεσσαριὰ ποὺ ὀνομάστηκε Κύθνος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ τὸ Χωριὸ ἢ Σύλλακα ποὺ ὀνομάστηκε Δρυοπίδα.

Παλιότερα ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς ἀνάμεσα στὰ δυὸ χωριὰ ποὺ ἔφτανε στὰ ὅρια τῆς ἀντιπαλότητας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦταν πολλὲς οἱ ἐπαφὲς μεταξύ τους, πράγμα ποὺ φαίνεται καὶ στὴν ντοπιολαλιά, ὅπου ὑπάρχουν κοινὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις, ἀλλὰ καὶ διαφορές.

Θὰ παραθέσω λίγα ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε ἡ Θερμιώτικη ντοπιολαλιά. Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῶν Θερμιῶν, κατὰ τὴν τελευταία χιλιετία, ὁπότε διαμορφώθηκε ἡ ντοπιολαλιά, εἶναι πάνω κάτω ἡ ἴδια  μὲ αὐτὴν τῶν ὑπολοίπων νησιῶν τῶν Κυκλάδων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 123 Σχόλια »

Φάβα αποκριάτικα (του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2017

Καθώς βρίσκομαι εκτός έδρας αυτές τις μέρες, λογάριαζα για σήμερα να βάλω σε επανάληψη κάποιο παλιότερο άρθρο, μια βολική λύση στην οποία καταφεύγω αριά και πού, όταν δεν προφταίνω να γράψω φρέσκο άρθρο. Σαν από μηχανής θεός όμως, ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού έστειλε ένα αποκριάτικο αφήγημά του, μια παλιά ιστορία που συνέβη προπολεμικά στα Θερμιά, στην Κύθνο παναπεί.

Κατόπιν εορτής, θα πείτε, και θα’χετε δίκιο. Κι εγώ έτσι σκέφτηκα στην αρχή και είπα να αφήσω το διήγημα κατά μέρος και να το βάλω του χρόνου τέτοιον περίπου καιρό. Ωστόσο, άνθρωποι είμαστε -και ήταν μαθηματικά βέβαιο πως αν το ανέβαλλα για του χρόνου θα το ξεχνούσα ως τότε. Οπότε, το βάζω τώρα που ακόμα το αποκριάτικο κλίμα δεν έχει εντελώς ξεχαστεί, πολύ περισσότερο αφού μου λύνει το πρόβλημα του άρθρου που δεν είχα να ανεβάσω.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσουμε ότι η εναλλαγή φ και θ δεν είναι σπάνια σε διάφορα ιδιώματα. Έτσι, πέρα από το θυλάκι -> φυλάκι του διηγήματος, έχουμε το θηκάρι -> φηκάρι ή το θηλί -> φηλί (ιδίως στην έκφρ. «είναι φηλί κλειδί» δηλ. αχώριστοι σύντροφοι). Όσο για την εμμονική προσήλωση της χήρας στην απόλυτη καθαριότητα, μού θύμισε τη νοικοκυρά στο παπαδιαμαντικό «Για τα ονόματα».

Κατ’ εξαίρεση αφήνω την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πολυτονικού συμπεριλαμβανομένου.

ΦΑΒΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ

«Φάβα άποκριάτικα; Ποῦ ἀκούστηκε; Παλάβωσες καημένε;»

Ὅλα τά ‘χε δεῖ καὶ τά ‘χε ἀκούσει ἡ Ἁνεζιὼ*, εἴκοσι χρόνια τώρα παντρεμένη μὲ τὸν Πατέστο τὸν Τσαμπουνιάρη. Ἐτοῦτο δὲν τὸ περίμενε. Ἐκεῖνος, ἀτάραχος, ξετυλίγοντας τὸ σπάγγο ποὺ στερέωνε τὸ διπλὸ καλαμένιο αὐλὸ στὸ φυλάκι* τῆς τσαμπούνας, ἀποκρίθηκε:

«Γιατὶ, δὲν εἶν’ ἀποκριάτικο φαΐ ἡ φάβα; Τὸ λέει καὶ τὸ τραγοῦδι» κι ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ σ’ ἕνα δικό του σκοπό:

«Τὶ νά ‘χαμε, τὶ νά ‘χαμε ἕνα κουπάκι φάβα
κι ἕνα μουνάκι τρυφερὸ γιὰ νὰ μᾶς φεύγ’ ἡ καύλα».

Ἡ κουβέντα εἶχε ἀρχίσει μέρες, βδομάδες πρίν. Μόλις μπῆκε τὸ Τριώδιο. Ἀπὸ τότε ἡ Ἁνεζιὼ τὸν ἔψελνε, κάθε μέρα σχεδὸν, γιατὶ ἤξερε τὸ χούι του. Νὰ ντύνεται μούσκαρος* τὴν Τυρινὴ Κυριακὴ καὶ νὰ γελᾶ τὸ χωριὸ μὲ τὰ πονηρὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε καὶ τὰ καμώματά του.

«Τὸ νοῦ σου καημένε, μὴν ἀρχίσεις πάλι τὰ μασκαραλίκια σου ἀποκριάτικα γιατὶ ἔχουμε κόρες τσῆ παντρειᾶς!»

«Τί λὲς ρὲ γυναίκα; Ὁ γέρο-Νικολὸς ὁ Κακορίζικος, ποὺ δὲ μιλεῖ ἀθρώπου ὁλοχρονικῆς τοῦ χρόνου, τὴν Ἀποκριὰ βάνει τσὶ προβιές ξεβράκωτος καὶ  ξεσκεπάζεται σὲ κάθε γωνιὰ καὶ κάθε τρίστρατο» ἀπάντησ’ ὁ Πατέστος*.

«Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κόρες ἀνύπαντρες, τσὲ πάντρεψε» τὸν ἀποστόμωσε ἡ Ἁνεζιώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »