Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Θεσσαλία’

Τα σαράντα του καρεκλά (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2021

Ο φίλος μας ο Κώστας μού έστειλε ένα διήγημα γραμμένο από έναν φίλο του και συμπολίτη του (με την παλιά έννοια της λέξης), του Αλέξανδρου Υδάτη. Ο Υδάτης (είναι ψευδώνυμο βέβαια) κατοικεί στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης αλλά πρέπει, όπως και ο Κώστας, να έχει καταγωγή από τη Θεσσαλία -ή τουλάχιστον το διήγημα εκεί εκτυλίσσεται, σε ένα κεφαλοχώρι του νομού Λαρίσης.

Θα μπορούσαμε ίσως να προσδιορίσουμε ακριβέστερα τον τόπο, από την αναφορά στο «πλατάνι του Καραγάτση» που υπάρχει στο διήγημα, αν θεωρήσουμε ότι εννοείται το πλατάνι στην πλατεία της Ραψάνης με την προτομή του Μ. Καραγάτση. Ταιριάζει και το πολύ καλό κρασί του χωριού. Αλλά το όνομα της εκκλησίας είναι άλλο. Τέλος πάντων, πρόκειται για λεπτομέρεια. Στάθηκα στη λεπτομέρει αυτή, επειδή ο Κώστας μου είπε πως το διήγημα έχει κάποια πραγματικά στοιχεία, ανάμεσά τους και στην επιλογή του τόπου.

 

ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΕΚΛΑ

Περασμένα μεσάνυχτα, τι μεσάνυχτα – σκέφτηκε με κόπο – ποιος ξέρει τι ώρα είναι… δυο, τρεις ώρες πριν το ξημέρωμα… ο τραχανάς άχνιζε μπροστά του… κάποιος του γέμισε το ποτήρι με άλικο κόκκινο μπρούσκο κρασί… του ‘ρθε μιαν αηδία στη σκέψη να πιει κι άλλο… καλύτερα να ‘τρωγε τον ζεστό τραχανά… μπορεί να έστρωνε το στομάχι του, που ‘ταν σαν τσαρούχι. Λένε ο τραχανάς είναι σαν τον πατσά… άμα έχεις πιεί πολύ κι ανακατεύεσαι απ’ τη ζαλάδα, ο πατσάς είναι ό,τι πρέπει να σε στρώσει… έτσι κι ο τραχανάς. Η ζαλάδα κι η θολούρα στο κεφάλι του… πολλή ζαλάδα – πολλή θολούρα… έμοιαζε σαν να τον είχε πλακώσει το βαρύ μαύρο σύννεφο. Σαν εκείνο το ίδιο που χάζευε αρκετές ώρες νωρίτερα, βλέποντας απέναντι την κορυφή του Κίσσαβου… το βαρύ μαύρο σύννεφο είχε κάτσει ακίνητο σαν σομπρέρο πάνω στην κορυφή. Σαν εξωγήινο διαστημόπλοιο… ρε μπας και ήταν;

Έβαλε στο στόμα την πρώτη κουταλιά. Κι ένιωσε τον ζεστό καλοβουτυρωμένο τραχανά να κατεβαίνει στο ταραγμένο στομάχι, θερμαίνοντας καταπραϋντικά τον οισοφάγο και τα στήθια του. Σήκωσε το κεφάλι, έψαξε με το βλέμμα τριγύρω κι είδε απέναντι στην πόρτα της κουζίνας την Σούλα. Να στέκεται αμήχανη. Σκέφτηκε να την ευχαριστήσει και να της παινέψει, όχι μονάχα την ιδέα της, να τους έχει ετοιμάσει τον τραχανά με την επιστροφή τους, αλλά και το πόσο νόστιμο τον είχε φτιάξει. Όμως η Σούλα, έστεκε φανερά αγχωμένη, στεναχωρεμένη και μισοκλαμένη, με τα μεγάλα μάτια της γιομάτα αχρείαστη απόγνωση. Έχοντας φράξει με την παλάμη το στόμα της, κοίταγε τον άντρα της τον Νικόλα με απελπισία. Ολάκερη ήταν μεταμορφωμένη σ’ ένα αναπάντητο γιατί. Νευρίασε που την είδε έτσι. Στο θολωμένο του μυαλό δεν ήξευρε τι έπρεπε ν’ αποφασίσει. Να της δώσει συγχαρητήρια για τον θεραπευτικό τραχανά ή να της εξηγήσει ότι όλη η στάση της απόψε ήταν και παραήταν ανώφελα υπερβολική;.

Κοίταξε τους τριγύρω συνδαιτημόνες στο μεγάλο τραπέζι. Είχαν πέσει σιωπηλοί πάνω στα πιάτα τους. Μονάχα ο Δημητρός δεν έτρωγε και κάπνιζε σκυθρωπός, εξουθενωμένος απ’ το πιοτί. Οι δυο οργανοπαίχτες, το ούτι και το κλαρίνο – αλήθεια πώς είπαμε πως τους λένε…- έμοιαζαν πιο στέρεοι. Αριστερά στον καναπέ, πίσω απ’ τον ατάραχο Νικόλα είδε την Ελένη τη γυναίκα του. Καθιστή κι αμίλητη να τον παρατηρεί με τα χείλη νευρικά σφιγμένα. Είχε φορέσει το δωρικό ύφος του εισαγγελέα υπηρεσίας, που μαζεύει, υπομονετικά, στοιχεία, για να σε στείλει μια και καλή στο απόσπασμα.

—    Σούλα! Κατόρθωσε πνιχτά να φωνάξει.

—    Ναι, γιε μ’; απάντησε καλοσυνάτα, ξαφνιασμένη η νύφη του.

—    Ωραίος τραχανάς! της δήλωσε ικανοποιημένος… — και ό,τι πρέπει για τέτοια ώρα και τέτοιο στομάχι.

—    …και για τέτοια μυαλά! Πέταξε πικρόχολα, μη χάνοντας την ευκαιρία η οιονεί εισαγγελέας συμβία του.

Τότε ακριβώς και πριν προλάβει ν’ απαντήσει ακούστηκε κάποιος να χτυπά την οξώπορτα πίσω του.

—    Μη χειρότερα, ακούστηκε η φωνή του Νικόλα ξαφνιασμένη. —Ποιος είναι τέτοια ώρα; και συνέχισε προσπαθώντας να εγερθεί: —Εμπρός! Περάστε!

Η πόρτα άνοιξε, μιας και το κλειδί ήταν πάντα πάνω στην κλειδαριά. Όμως δεν γύρισε να ει, αδιαφορώντας. Αυτό του ’λειπε! Να παραταθεί κι άλλο τ’ αποψινό ξενύχτι! Συνέχισε να τρώει τον τραχανά, με σκοπό να βιαστεί να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Που τόσο πολύ το ’χε ανάγκη. Άλλωστε η πόρτα του δωματίου του ήταν δυο βήματα ακριβώς δίπλα κι εύκολα και χωρίς κόπο θα την έπεφτε για ύπνο.

Οι νιοφερμένοι επισκέπτες ήταν τρείς νεαροί. Δυο απ’ αυτούς ήταν χωροφύλακες. Φόραγαν τις στολές υπηρεσίας με τα πιστόλια να κρέμονται επιδεικτικά στις ζώνες. Ο τρίτος ήταν με πολιτικά και μάλλον ήταν ο επικεφαλής τους. Ένας φαλακρός νεαρός με κατάμαυρο παχύ μουστάκι. Μάλιστα ήταν κουστουμαρισμένος στην πένα. Τι περίεργο! Τέλειωσε το πιάτο του καθώς γίνονταν οι συστάσεις. Από ευγένεια, κάθισε και περίμενε για λίγο, πριν δραπετεύσει στο δωμάτιο. Ο φιλόξενος Νικόλας τους έβαλε να κάτσουν στο μεγάλο τραπέζι, δίνοντας εντολή στη Σούλα να φτιάξει κι άλλο τραχανά. Γιόμισε τα ποτήρια τους με κρασί απ’ τη νταμιτζάνα με το ψάθινο πλεκτό περίβλημα και τα σήκωσαν όλοι προς υγείαν όλων. Έφερε το ποτήρι μέχρι τα χείλη αλλά δεν δοκίμασε να πιεί. Επειδή ήταν βέβαιος πως αν έπινε άλλο ένα ποτήρι, τα μαλλιά της κεφαλής του κινδύνευαν ν’ αρπάξουν φωτιά! Να λαμπαδιάσουν, καθώς το αλκοόλ που εξατμίζονταν από πάνω του παραήταν αρκετό. Έτσι, σηκώθηκε με κόπο, καληνύχτισε την ομήγυρη και μπήκε στο δωμάτιο τρεκλίζοντας ανακουφισμένος κι ασφαλής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Θεσσαλία (διήγημα του Κων. Νταϊφά)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2019

Μέσα στην επόμενη βδομάδα έχουμε την επέτειο της 6ης Μαρτίου 1910, του αγροτικού ξεσηκωμού στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας. Επετειακά, το ιστολόγιο δημοσιεύει το διήγημα «Θεσσαλία» του Κώστα Νταϊφά, παρμένο από ανθολογια διηγηματογράφων που κυκλοφόρησε το 1923 σε επιμέλεια του Αδαμαντίου Παπαδήμα. Το διήγημα το παίρνω από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, στο οποίο προστέθηκε πρόσφατα -ο Γιάννης συνεχίζει ακαταπόνητος να προσθέτει υλικό από παλιές ανθολογίες.

Ο Κώστας Νταϊφάς στο βιογραφικό που υπάρχει στην ανθολογία εμφανίζεται να έχει γεννηθεί το 1893, αλλά σε άλλες πηγές βρίσκουμε και άλλες χρονολογίες από 1891 έως 1895. Ήταν δημοσιογράφος, ποιητής και πεζογράφος, ενταγμένος στο κίνημα του δημοτικισμού. Δημοσίευσε ποιήματά του στον «Νουμά» καθώς και τα βιβλία «Θεσσαλία» και «Οι Άνθρωποι του βάλτου». Ίδρυσε εφημερίδα Πρόοδος στη Λάρισα και στον Βόλο ενώ το 1926 ομότιτλη εφημερίδα στην Αθήνα (με την οποία συνεργάστηκε ο Βάρναλης στις ανταποκρίσεις που έχω συγκεντρώσει στον τόμο Γράμματα από το Παρίσι). Πέθανε το 1957 ή το 1958, ούτε σε αυτό ομοφωνούν οι πηγές.

 

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Πολλές φορές ο Στάθης ο Χαρούλης απόρεσε, αν έτσι θα περνούσε όλη του τη ζωή, αλέτρι, χωράφι, θέρος κι αλώνι. Πολλές φορές το σκέφτηκε, μα δεν αποζήτησε να βρει λύση, ούτε σκέση της ζωής και βίου. Κι έφτανε τα σαράντα ο Στάθης ο Χαρούλης. Όμως ούτε ο πατέρας του, ούτε ο παππούς του ποτές του δώσανε αφορμή να σκεφτεί παραπέρα απ’ ό,τι έβλεπε. Η ζωή του περνούσε ίδια κάθε χρόνο· ίδια και απαράλλαχτη.
Παντρέφτηκε ο παππούς του, όπως είχε παντρεφτεί και ο πατέρας του, όπως έπρεπε να παντρεφτεί κι ο γιος του κι άλλοι γιοί. Και θα πέθαινε μια μέρα, όπως πέθανε ο παππούς του, όπως θα πεθάνει κι ο πατέρας του, κι όπως πρέπει μια μέρα να πεθάνει κι ο γιος του— γιατί έτσι: όποιος ζει θα πεθάνει.
Όλα, μα όλα, γενικά, έπρεπε να γίνουνται, ακριβώς έτσι πως γίνουνται. Όπως η ζωή, έτσι και ο θάνατος, έτσι και η δουλειά: Να δουλεύουν επί ζωής στα ίδια χωράφια, να κάθουνται στα ίδια σπίτια, να τρώνε το ίδιο ψωμί.
Μόνο προ λίγα χρόνια γίνηκε μια μεταβολή —δυο μεταβολές· μια ο σ ι δ ε ρ ό δ ρ ο μ ο ς, και μια που αλλάξανε α φ έ ν τ η. Μα και αυτά τα συνήθισαν, ή κάλλιο δεν τα πολυσυνήθισαν. Με την ίδια περιέργεια που είδανε πρώτη φορά σιδερόδρομο, τονέ βλέπουν κάθε μέρα, που σκίζει ουρλιάζοντας τον κάμπο, εφτά ώρες μακριά ‘πό το χωριό· με την ίδια αδιαφορία δεχτήκανε το νέο αφεντικό. Ούτε με τον πρώτο μιλούσαν Τούρκικα, ούτε με τούτονε ρωμαίικα.
Όλα ίδια στη ζωή τους. Μια φορά το χρόνο σπορά —μια Χριστούεννα· μια Πασκαλιά— μια θέρος.
     Κάθε καλοκαίρι αλώνισμα και θέρμες…
Όλα ίδια στη ζωή του Στάθη του Χαρούλη, όχι μονάχα αυτουνού, μα και των άλλων συχωριανώ του κι αυτό δε γινότουν μόνο στου Χαρούλη το χωριό το Δεξοχώρι μα και σ’ όλα του Κάμπου τα χωριά. Κι ήτανε φχαριστημένοι απ’ τη ζωή τους όλοι οι Δεξοχωρίτες κι οι Καμπίσιοι· γιατί δεν είχανε με τίποτα δυσαρεστηθεί· γιατί δεν νιώθαν αν ειμπόρειε να είναι διαφορετικότερα· γιατί ακόμα φαντάζονται πως όλος ο κόσμος έτσι είναι — γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι…
Όλ’ οι Καμπίσιοι, όλ’ οι Δεξοχωρίτες και ο Στάθης ο Χαρούλης έτσι φαντάζονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγροτικά, Διηγήματα, Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2018

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε ταχτικά συνεργασίες φίλων με λεξιλογικό υλικό από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου, συνήθως από κάποιο νησί.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα. Ύστερα από μια ανάπαυλα, φέτος τον Μάη ο φίλος μας ο Raf μάς ταξίδεψε στην Πάτμο με 21 πατηνιώτικες λέξεις.

Το καλοκαίρι δεν είχαμε άλλη συνεργασία από φίλο, αλλά σήμερα παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω λέξεις από τον Τύρναβο, όπως περιέχονται στο γλωσσάρι που προσαρτάται στο τέλος του μυθιστορήματος «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα.

Ίσως αδικώ το Μαράν Αθά, με την έννοια ότι άξιζε να παρουσιαστεί καθαυτό και όχι μέσα από το γλωσσάρι του. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο ο μοναχός Νικόλαος, στο τέλος της ζωής του, αναθυμιέται τα όσα έζησε όταν νεαρός στάλθηκε από τον δεσπότη του με αποστολή να εξιχνιάσει τα περίεργα που συνέβαιναν σ’ ένα δυσπρόσιτο θεσσαλικό χωριό, το οποίο φαίνονταν να το κυβερνούν όχι οι άντρες, που οι περισσότεροι άλλωστε έλειπαν ολοχρονίς από το χωριό, μαστόροι στα ξένα, αλλά οι γυναίκες, και ιδίως εννιά γυναίκες προικισμένες με μαγικές ικανότητες, οι ταρσές.

Ο Νικόλαος καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ένα πολύ προσωπικό ιδίωμα, παρεμβάλλοντας και αρκετές ιδιωματικές λέξεις της περιοχής του Τυρνάβου. Ο συγγραφέας πολύ σωστά παραθέτει στο τέλος του βιβλίου γλωσσάρι, από το οποίο αντέγραψα τις περισσότερες λέξεις και τις παραθέτω εδώ.

Επειδή δεν προλαβαίνω, δεν σημειώνω ετυμολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Ίσως σε σχόλια.

A

αγκίδα, η: πάρα πολύ μικρό και λεπτό κομμάτι ξύλου μυτερό σαν καρφίτσα, σκλήθρα [από το αρχαίο ακίς, γεν. της ακίδος — βελόνα] π.χ. Μπήκε μια αγκίδα στο νύχι μου. Χρησιμοποιεί­ται όμως σε εκφράσεις για να δείξει την ελάχιστη ποσότητα: βάλε μου μια αγκίδα τσίπουρο στο ποτήρι = βάλε πολύ λίγο.

αγκούσα, η: η στεναχώρια, το άγχος, ο πνιγμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2017

Ενδιαφέρων ακούγεται ο τίτλος, θα μου πείτε, αλλά κομμάτι στεγνός δεν είναι για κυριακάτικο πρωινό και δη καλοκαιρινό; Ποιος έχει όρεξη να διαβάζει δοκίμια περί λαογραφίας μέσα στη ζέστη;

Δίκιο θα είχατε, μόνο που ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες, και που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για δοκίμιο, ο συγγραφέας δεν καταγράφει δοξασίες που όντως έχουν επιβιώσει στη θεσσαλική επαρχία: πρόκειται για μυθοπλασία, για σύντομα διηγήματα, που αν θέλαμε να τα κατατάξουμε σε κάποιο είδος θα τα ταξινομούσαμε στη λογοτεχνία τρόμου. Διηγήματα με υπερφυσικό στοιχείο, που όλα τους εκτυλίσσονται στη Θεσσαλία, κυρίως στην ύπαιθρο, και προσφέρουν με τον τρόπο αυτό μια μυθοπλαστική γεωγραφία της περιοχής.

Ο συγγραφέας, ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, είναι νέος, γεννημένος το 1984 στη Λάρισα (αλλά μεγάλωσε στην Καρδίτσα). Είναι το πρώτο του βιβλίο. Αν συχνάζετε στο Φέισμπουκ ίσως τον είχατε ακούσει, διότι διατηρούσε τη δημοφιλή σελίδα «Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχία», όπου δημοσιεύτηκαν, σε πρώτη μορφή, τα κείμενα του βιβλίου -η σελίδα συνεχίζει άλλωστε να εμπλουτίζεται με καινούργια διηγήματα. Κάποια από τα διηγήματα πρέπει να δημοσιεύτηκαν και στον ιστότοπο Σκρα-Πανκ. Έχουμε δηλαδή πάντρεμα πανάρχαιων πραγμάτων όπως είναι οι δοξασίες για ξωτικά και βρικόλακες με υπερσύγχρονα όπως το Διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα.

Ίσως επειδή πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο, που υποτίθεται ότι δεν ευνοεί τα πολλά λόγια, τα διηγήματα είναι πολύ μικρά, ανάμεσα 400 και 700 λέξεις θα έλεγα. Θαρρώ πως κανένα δεν ξεπερνάει τις 3 σελίδες, αν εξαιρέσουμε το προοίμιο και το διήγημα Αργιθέα, που μπαίνει τελευταίο, ως είδος επίμετρο, και που είναι μεγαλούτσικο, καμιά εικοσαριά σελίδες (δεν το έχω διαβάσει ακόμα). Όλα τα άλλα κείμενα του τόμου ικανοποιούν τις προδιαγραφές έκτασης για να θεωρηθούν «μπονζάι» κατά την ορολογία του Γιάννη Πατίλη, μικροδιηγήματα δηλαδή.

Τα διηγήματα είναι οργανωμένα σε τέσσερις ενότητες: 1. Βλαχοχώρια, 2. Καραγκουνοχώρια, 3. Δρακοχώρια, 4. Οι πόλεις του κάμπου. Συνολικά τα διηγήματα είναι 47 συν το επίμετρο. Παρολο που το θέμα είναι παλιακό, αρκετές διηγήσεις εκτυλίσσονται στα χρόνια μας ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Ο συγγραφέας ελάχιστους ιδιωματισμούς χρησιμοποιεί -και τους περισσότερους τους επεξηγεί με υποσημείωση.

Μερικά διηγήματα μού άρεσαν πολύ, άλλα όχι τόσο. Είναι όμως ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, δεν σηκώνει να το διαβάσεις μονορούφι, παρόλο που είναι λιγνό, 150 σελίδες. Επειδή είναι πολύ ζοφερό, μετά τις τρεις-τέσσερις ιστορίες γκώνεις και πρέπει να το αφήσεις -και αύριο πάλι. Και οι ιστορίες, αρχικά, μία-μία δημοσιεύτηκαν άλλωστε.

Για να πάρετε μιαν ιδέα, θα παρουσιάσω δύο από τα σύντομα διηγήματα, και πρώτα ένα που, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι μαύρο και σκότεινο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Το μπουχαρί μας βάζει σε μπελάδες

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2011

Κανονικά δεν είχα σκοπό να ανεβάσω άρθρο σήμερα, αλλά έπεσα πάνω σ’ ένα μπουχαρί και θέλω να σας ρωτήσω δυο πράγματα και να σας πω μερικά άλλα, οπότε σας φορτώνομαι. Οι απορίες που έχω είναι στο τέλος.

Η λέξη «μπουχαρί» δεν υπάρχει σχεδόν σε κανένα λεξικό. Δεν υπάρχει στον Μπαμπινιώτη, δεν υπάρχει στο ΛΚΝ, δεν υπάρχει στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, δεν υπάρχει στο λεξικό του Παπύρου  (τάχαμου όλης της ελληνικής), δεν υπάρχει στο Λεξικό του Δημητράκου το πολύτομο (ξανατάχαμου όλης της ελληνικής, που έχει όποια απίθανα άπαξ λεγόμενα  κατέγραψε ο Ησύχιος αλλά στα νεοελληνικά σφυρίζει αδιάφορα). Ωστόσο, αν γκουγκλίσετε, θα προσανατολιστείτε περίπου τι είναι.

Μπουχαρί είναι η καμινάδα. Συχνά, είναι ειδικώς η πετρόχτιστη καμινάδα,  όπως στη φωτογραφία, που τη βρήκα σ’ αυτό το ζαγορίσιο μπλογκ, σε άρθρο με τον ωραίο τίτλο «Η τέχνη του μάστορα στο μπουχαρί φαίνεται». Όπως βρήκα, είναι λέξη κυρίως της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, αλλά και της υπόλοιπης βόρειας Ελλάδας, Μακεδονίας και Θράκης, ενώ υπάρχει και στη Λέσβο. Σε πολλά μέρη, ας πούμε στο Πήλιο, το λένε επίσης «ο μπουχαρής», που κάπως με παραξενεύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Απορίες, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 207 Σχόλια »