Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Θ..Δηλιγιάννης’

Ο μπάρμπας μου ο μπαρμπέρης έφαγε μπαρμπούνια

Posted by sarant στο 4 Απριλίου, 2013

Στο χτεσινό άρθρο για τα φαιδρά πορτοκάλεια, εκεί που παρέθετα μερικές από τις εκατοντάδες ελληνικές λέξεις που είναι δάνεια από τα ιταλικά (ή τα βενετικά), ανέφερα και τη λέξη «μπάρμπας», επειδή όμως έχουμε κι άλλες δάνειες λέξεις στο λεξιλόγιό μας που αρχίζουν από μπαρμπ- σκέφτηκα να γράψω ένα αρθράκι για το φλέγον αυτό θέμα.

Μπάρμπας είναι βέβαια ο θείος, ο αδελφός του πατέρα ή της μητέρας, είναι όμως και προσφώνηση, άλλοτε οικεία και άλλοτε υποτιμητική, προς κάποιον άντρα μεγαλύτερης ηλικίας. Κατά το ΛΚΝ, η προσφώνηση είναι ένδειξη σεβασμού, αλλά νομίζω πως και υποτιμητικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί, π.χ. «Πρόσεχε λίγο, ρε μπάρμπα!» θα φωνάξει ο νεαρός μοτοσικλετιστής στον απρόσεχτο (και ηλικιωμένο) πεζό. Για κάποιον που έχει ισχυρά μέσα και γνωριμίες λέμε «Έχει μπάρμπα στην Κορώνη», φράση που είναι απομεινάρι της εποχής που η Μεθώνη και η Κορώνη, επί τουρκοκρατίας, βρίσκονταν στα χέρια των Βενετών, οπότε οι κάτοικοί τους μπορούσαν να ζητήσουν τη βενετική διπλωματική προστασία και, σε περίπτωση ανάγκης, να μεσολαβήσουν υπέρ συγγενών τους που κατοικούσαν στον υπόλοιπο Μοριά. Παρόλο που έχουν περάσει αιώνες από τότε, η έκφραση είναι ακόμα πολύ ζωντανή.

Λέμε επίσης «που τον Θεό μπάρμπα νάχεις», για κάτι που αποκλείεται να γίνει, π.χ. «αν σε πιάσω στα χέρια μου, δεν γλυτώνεις που τον Θεό μπάρμπα νάχεις». Επίσης, όταν κάποιος επικαλείται ένα αναξιόπιστο πρόσωπο για να στηρίξει τα λεγόμενά του, μπορούμε να του πούμε «Ρώτα και τον μπάρμπα μου τον ψεύτη», ενώ οι παλιοί πλανόδιοι μικροπωλητές συνήθιζαν να διαλαλούν την πραμάτεια τους φωνάζοντας «Δώσε κι εμένα μπάρμπα». Πολλά ακόμα θα μπορούσαμε να πούμε για τη λέξη αυτή, όσο κι αν έχει κάπως παλιώσει, ας πούμε για τον μπαρμπα-Γιώργο του Καραγκιόζη ή τον μπαρμπαΜυτούση του κουκλοθεάτρου (ή τον μπαρμπαΜπρίλιο που είχε έναν γάλο πολύ μεγάλο ή ακόμα τον μπαρμπα-Θωμά και την καλύβα του), αλλά λέω να περάσω στην ετυμολογία της λέξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 234 Σχόλια »

Από τους τρικουπικούς στους συριζαίους

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2012

Ο Σύριζα πρόκειται να μετεξελιχθεί σε ενιαίο κόμμα, διαβάζω, αλλά επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε δεν πρόκειται να σχολιάσουμε τα εσωκομματικά του αλλά μόνο να εξετάσουμε το λεξιλογικό θέμα, πώς λέγονται οι βουλευτές του, τα στελέχη του, τα μέλη του, οι ψηφοφόροι και οπαδοί του. Αν, ας πούμε, οι βουλευτές και οι οπαδοί του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας λέγονται νεοδημοκράτες (και νεοδημοκράτισσες οι γυναίκες), πώς λέγονται οι αντίστοιχοι του Σύριζα;

Συριζαίος και συριζαία είναι η πιο προφανής απάντηση, αλλά ίσως η λέξη αυτή να έχει μιαν ελαφρά αρνητική απόχρωση στα αυτιά ορισμένων. Πάντως το -αίος δίνει τοπωνυμικά συνήθως ονόματα (π.χ. Ναουσαίος, Λαρισαίος) και όχι, χμ, «κομματωνυμικά». Για τα κομματωνυμικά (παρακαλώ να μου πιστωθεί ο πρωτολογισμός, πώς αλλιώς θα πιάσουμε τα 5.000.000 λέξεις;) θα μπορούσαμε να σκεφτούμε την κατάληξη -ίτης, και πράγματι το συριζίτης (και -ίτισσα) υπάρχει και λέγεται, αλλά πολύ λιγότερο από το συριζαίος. Ακόμα κι αν περιορίσουμε την αναζήτηση στα κείμενα της Αυγής, της φιλικά προσκείμενης εφημερίδας, και πάλι το «συριζαίος» επικρατεί, αν και τις περισσότερες φορές σε χαλαρές χρήσεις (παραπολιτικά ή/και εύθυμα σχόλια). Συνήθως, η αναφορά γίνεται περιφραστικά «οπαδός/βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ). Ίσως τα έντυπα του κόμματος να ήθελαν να εξετάσουν αν είναι χρήσιμο να έχουν και έναν μονολεκτικόν όρο, κι αν ναι να προωθήσουν το «συριζίτης».

Όχι ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει «θετικός» και μονολεκτικός όρος για τους βουλευτές ή τους οπαδούς ενός κόμματος: για παράδειγμα, το ΠΑΣΟΚ, μπόρεσε να κυριαρχήσει στην ελληνική πολιτική ζωή χωρίς να έχει τέτοιον όρο. Το πασοκτζής είναι λαϊκό, ενώ το πασόκος είναι συχνά μειωτικό, το δε πασοκικός δεν αναφέρεται σε πρόσωπα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , | 215 Σχόλια »

Το μαύρισμα θέλει ηρεμίαν

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2012

Το άρθρο που θα διαβάσετε πρόκειται να δημοσιευτεί μεθαύριο στην Αυγή, ανήμερα των εκλογών, μια και η πρώτη Κυριακή του μήνα, που δημοσιεύω τη στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», είναι και μέρα των εκλογών, 6 Μαΐου. Συνήθως, τα άρθρα μου στην Αυγή τα αναδημοσιεύω στο ιστολόγιο μια-δυο μέρες μετά τη δημοσίευσή τους στην εφημερίδα -με μόνη εξαίρεση όταν τυχαίνει Κυριακή εκλογών (είχε ξανασυμβεί το 2009), οπότε τα προδημοσιεύω. Αρχικά μάλιστα λογάριαζα να το βάλω χτες, αλλά και σήμερα δεν πειράζει. Να σημειώσω ότι στη σημερινή δημοσίευση έχω κάνει μερικές προσθήκες σε σχέση με το άρθρο της εφημερίδας (όπου υπάρχει περιορισμός χώρου). Επίσης, αφού σας παρακινήσω μεθαύριο να μαυρίσετε τα δυο κόμματα που κυβερνούσαν τα προηγούμενα χρόνια (αλλά με προσοχή, δεν αρκεί το μαύρισμα γενικώς), σας θυμίζω ότι γίνονται (ως τις 14 του μήνα) και μια άλλη ψηφοφορία, για τα ελληνικά βραβεία Διαδικτύου, και το ιστολόγιό μας έχει προκριθεί στην τελική λίστα στην κατηγορία των ιστολογίων. Δείτε το μπανεράκι επάνω δεξιά και αν θέλετε μάς ψηφίζετε. Σας συνιστώ επίσης να ψηφίσετε το φόρουμ «Λεξιλογία», στην κατηγορία των φόρουμ. Και βέβαια να μαυρίσετε, με μέθοδο και προσοχή, το ΝΔΣΟΚ.

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύεται ανήμερα των εκλογών κι έτσι δεν θα μπορούσε να μην έχει εκλογικό χρώμα· ωστόσο, το ατύχημα είναι ότι η στήλη έχει γνωρίσει ήδη δύο άλλες εκλογικές διαδικασίες, τις ευρωπαϊκές και τις εθνικές εκλογές του 2009, κι έτσι την εκλογική ορολογία την έχουμε λίγο-πολύ εξαντλήσει. Σήμερα λοιπόν θα εστιάσουμε σε μια λέξη στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί επιτροχάδην, στο μαύρισμα.

Όταν ένας υποψήφιος ή ένα κόμμα ηττηθεί στις εκλογές, λέμε ότι «τον μαύρισαν» ή «έφαγε μαύρο» (ή και «έφαγε φούμο»). Στις μέρες μας, που ρίχνουμε στην κάλπη ψηφοδέλτια αφού πρώτα βάλουμε σταυρό σε κάποιους υποψήφιους, οι φράσεις αυτές μοιάζουν παράταιρες, κι όμως ακόμα και για τις σημερινές εκλογές θα έχετε πιθανότατα ακούσει προτροπές του τύπου «μαυρίστε τους». Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι η σημασία «μαύρισμα = καταψήφιση» είναι απομεινάρι από την παλιότερη μέθοδο ψηφοφορίας, που εφαρμόστηκε από το 1864 και μετά, όταν ο κάθε υποψήφιος είχε τη δική του κάλπη, χωρισμένη στα δύο: στα δεξιά, με άσπρο χρώμα, ήταν το Ναι· στα αριστερά, με χρώμα μαύρο, το Όχι. Μπροστά η κάλπη είχε έναν σωλήνα, που μέσα έβαζε ο ψηφοφόρος το χέρι του και έριχνε το σφαιρίδιο, δεξιά αν ήθελε να υπερψηφίσει τον υποψήφιο και αριστερά αν ήθελε να τον καταψηφίσει, χωρίς να φανερώνεται η προτίμησή του. Τελευταία φορά που ψηφίσαμε με σφαιρίδια ήταν οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920· κοντεύει να κλείσει αιώνας κι όμως η γλώσσα, αυτό το υπέροχα απρόβλεπτο πράγμα, συντηρητικό μαζί και κομμουνιστικό, διατηρεί τη σημασία της καταψήφισης για το μαύρισμα, ίσως επειδή η λέξη «μαύρος» έχει ένα σωρό αρνητικές συνδηλώσεις, οπότε το βρίσκουμε εύλογο πως μαυρίζεται το κόμμα που χάνει στις εκλογές, κι ας μην έχουμε γνωρίσει τα σφαιρίδια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 155 Σχόλια »