Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ιακώβ Σιμπή’

Μόνο βιβλία είχαμε μπόλικα (απόσπασμα από το βιβλίο του Άμος Οζ)

Posted by sarant στο 8 Αυγούστου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα απόσπασμα, και συγκεκριμένα το 3ο κεφάλαιο, από το βιβλίο «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ, ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που μπορεί να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αφού σε αυτό ο Οζ αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του και την παιδική και εφηβική του ηλικία -και ταυτόχρονα την ιστορία της Ιερουσαλήμ και του κράτους του Ισραήλ κατά τον 20ό αιώνα. Ο τίτλος που βάζω στο άρθρο είναι δικός μου, αν και είναι παρμένος από μια φράση του βιβλίου.

Ο Άμος Οζ (1939-2018) γεννήθηκε Άμος Κλάουσνερ στην Ιερουσαλήμ λίγους μήνες πριν αρχίσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η οικογένεια του πατέρα του κρατούσε από το Βίλνιους της σημερινής Λιθουανίας, αν και κάποιοι είχαν κάνει μια σκάλα στην Οδησσό πριν εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη της βρετανικής αγγλικής εντολής στη δεκαετία του 1920. Η οικογένεια της μητέρας του ερχόταν από το Ρίβνε, σήμερα στην Ουκρανία. Και οι δυο ήταν διανοούμενοι -ο πατέρας του είχε πάντοτε φιλοδοξία για πανεπιστημιακή καριέρα, αλλά έμεινε βιβλιοθηκάριος, αφού στο νεοπαγές εβραϊκό κράτος οι πτυχιούχοι και διδάκτορες πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων ήταν πάρα πολλοί. Ένα-δυο χρόνια μετά την αυτοκτονία της μητέρας του, το 1952, ο Άμος Κλάουσνερ πήγε εθελοντής στο κιμπούτς Χούλντα. Εκει πήρε το επώνυμο Οζ. Με τον τρόπο αυτό ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του, που ήταν δεξιοί, αφού στα κιμπούτς επικρατούσε πνεύμα κομμουνισμού.

Αλλά αυτά θα τα διαβάσετε στο βιβλίο, που αξίζει αν το επιχειρήσετε παρόλο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες. Εγώ διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλιοφιλικό κεφάλαιο, που δεν είναι το πρώτο βιβλιοφιλικό αυτοβιογραφικό απόσπασμα που έχουμε βάλει στο ιστολόγιο (θυμίζω, ας πούμε, ένα πρόσφατο αντίστοιχο της Ούρσουλας Λε Γκεν). Στην αρχή σκέφτηκα να παραθέσω μόνο το κομμάτι του κεφαλαίου που μιλάει ειδικώς για τα βιβλία αλλά τελικά αποφάσισα να βάλω όλο το κεφάλαιο.

Tο βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ιακώβ Σιμπή για τις εκδόσεις Καστανιώτη (2004). Βρήκα πολύ καλή τη μετάφραση, παρόλο που κάποια σημεία μού κίνησαν την περιέργεια (αλλά σε 700+ σελίδες και ποιος δεν θα είχε κάποιες παρατηρήσεις;).

Σημειώνω ότι τα «βιβλία με τελίτσες», που αναφέρει ο Οζ σε κάποιο σημείο, είναι τα βιβλία στα οποία δηλώνονται τα φωνήεντα με τελίτσες για να βοηθηθεί ο αναγνώστης, κάτι που γίνεται μόνο στα παιδικά βιβλία. Στα σημερινά εβραϊκά βιβλία για ενήλικες τα φωνήεντα δεν δηλώνονται.

Το βιβλίο έχει και ενδιαφέρον γλωσσικό, π.χ. σε κάποια σημεία όπου ο Οζ αναφέρει τις παρεξηγήσεις (συχνά ξεκαρδιστικές) που γίνονταν όταν μια λέξη της κλασικής εβραϊκής είχε πάρει άλλη σημασία στην αργκό ή τις λεπτομερείς εξηγήσεις που αγαπούσε να δίνει ο πατέρας του για την ετυμολογία διάφορων λέξεων και τη σχέση τους με άλλες λέξεις άλλων γλωσσών. Όμως τ’ αποσπάσματα αυτά είναι διάσπαρτα στο κείμενο οπότε δεν ήταν εύκολο να παρουσιαστούν εδώ.

Όσο για το παλαιστινιακό, ασφαλώς δεν θα λυθεί αύριο -απέφυγα να το θίξω στην εισαγωγή μου, αλλά σίγουρα θα αναφερθεί στα σχόλιά σας.

3

Μπορούσες να διακρίνεις παντού διάφορους μικρούς αγγελιαφόρους εκείνης της Ευρώπης, που ήταν η γη της επαγγελίας. Παραδείγματος χάρη, εκείνα τα ανθρωπάκια, εκείνα τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια που κρατούσαν τα παντζούρια ανοιχτά όλη τη διάρκεια της ημέρας, εννοώ εκείνα τα μεταλλικά μάντσαλαχ, τα α­νάγλυφα μάνταλα σε σχήμα ανθρώπου: όταν ήθελες να κλείσεις τα παντζούρια τα γύριζες έτσι ώστε όλο το βράδυ να μένουν κρεμασμέ­να με το κεφάλι προς τα κάτω. Όπως ακριβώς κρέμασαν τον Μουσολίνι και την παλλακίδα του, που λεγόταν Κλάρα Πετάτσι, στο τέ­λος του Παγκοσμίου Πολέμου. Και ήταν τρομερό, απαίσιο, όχι το ότι τους κρέμασαν, αυτό βέβαια τους άξιζε, αλλά το ότι τους κρέ­μασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Εγώ τους λυπήθηκα λίγο, παρό­λο που ήταν απαγορευμένο, αδιανόητο, τι, τρελάθηκες εντελώς; Έ­χασες τα λογικά σου; Να λυπάσαι τον Μουσολίνι; Είναι σαν να λυ­πάσαι τον Χίτλερ! Εγώ όμως το δοκίμασα, σε ένα σωλήνα στον τοί­χο, κρεμάστηκα από τα πόδια, με το κεφάλι κάτω: μετά από δυο λε­πτά όλο το αίμα μου κατέβηκε στο κεφάλι και ένιωθα να λιποθυ­μάω. Ο Μουσολίνι και η παλλακίδα του ήταν κρεμασμένοι έτσι, ό­χι δυο λεπτά αλλά τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ακόμα και μετά που τους σκότωσαν! Τη θεώρησα πολύ άγρια τιμωρία, ακόμα και για δολοφόνους. Ακόμα και για παλλακίδες.

Όχι πως είχα την παραμικρή ιδέα τι σήμαινε παλλακίδα. Σ’ όλη την Ιερουσαλήμ δεν υπήρχε εκείνες τις μέρες ούτε μία. Υπήρχε η «φί­λη», υπήρχε η «σύντροφος», υπήρχε η «φίλη με τις δυο σημασίες της λέξης». Μπορεί εδώ κι εκεί να υπήρχαν και κάποια ειδύλλια: πολύ επιφυλακτικά έλεγαν, λόγου χάρη, πως ο Τσερνιχόφσκι είχε κάποια νταραβέρια με τη φίλη τού Λουπάτιν, και εγώ υπέθετα καρδιοχτυπώντας ότι οι λέξεις «κάποια νταραβέρια» ήταν μια μυστήρια, μοι­ραία έκφραση, που έκρυβε πίσω της κάτι γλυκό και φοβερό, κάτι ε­παίσχυντο. Όμως παλλακίδα! Αυτό ήταν βιβλικό ζήτημα. Ένα ζή­τημα που ξεπερνούσε τη ζωή. Αδιανόητο. Ίσως στο Τελ-Αβίβ να υπάρχουν τέτοια πράγματα, σκεφτόμουν, εκεί πάντα υπάρχουν διά­φορα πράγματα που εδώ σε μας δεν υπάρχουν και απαγορεύονται.

Ο συγγραφέας το 1965

Άρχισα να διαβάζω σχεδόν μόνος από τότε που ήμουν τόσο δα μικρός. Μήπως είχαμε και τίποτε άλλο να κάνουμε; Οι νύχτες τότε ή­ταν πολύ πιο μακριές, επειδή η υδρόγειος σφαίρα γυρνούσε πολύ πιο σιγά, αφού και η βαρύτητα στην Ιερουσαλήμ ήταν πολύ πιο μεγά­λη από ό,τι είναι σήμερα. Το φως της λάμπας ήταν κίτρινο και χλο­μό, και έσβηνε κάθε τόσο με τις πολλές διακοπές ρεύματος. Μέχρι σήμερα συνδέονται μέσα μου η μυρωδιά των κεριών που κάπνιζαν και η μυρωδιά της μαυρισμένης από καπνιά λάμπας πετρελαίου με την επιθυμία μου να διαβάσω κάποιο βιβλίο. Από τις εφτά το από­γευμα κλεινόμασταν σπίτι εξαιτίας της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επέβαλλαν οι Άγγλοι στην Ιερουσαλήμ. Όμως ακόμα κι όταν δεν απαγόρευαν την κυκλοφορία, ποιος ήθελε να βρίσκεται έξω ε­κείνες τις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Όλα ήταν θεόκλειστα, δεν υπήρ­χε ψυχή στα πέτρινα δρομάκια. Κάθε σκιά που περνούσε σ’ αυτά τα σοκάκια έσερνε πίσω της στην άδεια άσφαλτο τρεις ή τέσσερις σιλουέτες σκιάς.

Ακόμα και όταν δεν υπήρχε διακοπή ρεύματος, ζούσαμε πάντα με το θολό φως επειδή έπρεπε να κάνουμε οικονομία: οι γονείς μου άλλαζαν τη λάμπα των σαράντα βατ με μια των είκοσι πέντε, όχι μό­νο εξαιτίας της τιμής αλλά και, κυρίως, από θέμα αρχής, επειδή το ζωηρό φως ήταν σπατάλη και η σπατάλη ήταν ανήθικο πράγμα. Στο μικρό μας διαμέρισμα συνωστιζόταν πάντα όλο το ταλαιπωρημένο ήμισυ του ανθρώπινου γένους: τα πεινασμένα παιδιά στις Ινδίες, που εξαιτίας τους έπρεπε να τελειώσω ό,τι μου έβαζαν στο πιάτο. Οι μααπιλίμ, οι επιζήσαντες από τη χιτλερική κόλαση, που οι Άγγλοι τους εξόριζαν στις τενεκεδένιες καλύβες των στρατοπέδων της Κύπρου. Τα ορφανά που περιπλανιόντουσαν ακόμα με τα κουρέλια τους στα χιονισμένα δάση της κατεστραμμένης Ευρώπης. Ο μπαμπάς καθό­ταν μέχρι τις δύο τη νύχτα και δούλευε μπροστά στο γραφείο του υπό το φως μιας αναιμικής λάμπας των είκοσι πέντε βατ, ζορίζοντας τα μάτια του, διότι δεν ήταν ωραίο να χρησιμοποιείς πιο δυνατή λά­μπα: οι πιονιέροι στα κιμπούτς της Γαλιλαίας κάθονται κάθε βρά­δυ στη σκηνή και γράφουν ποιητικές συλλογές ή φιλοσοφικές πραγ­ματείες υπό το φως του τρεμάμενου στον άνεμο κεριού, πώς μπορείς εσύ να τους αγνοήσεις και να κάθεσαι σαν Ρότσιλντ υπό το φως μιας ζωηρής λάμπας σαράντα βατ; Και τι θα πουν οι γείτονες αν δουν ξαφνικά στο σπίτι μας φώτα χοροεσπερίδας; Θεωρούσε λοι­πόν πιο σωστό να βγάζει τα μάτια του προκειμένου να μη βγάζει μάτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Βιβλία, Εβραϊσμός, Ισραήλ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »