Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ικέσιος Λάτρης’

Από πότε υπάρχουν ανθέλληνες;

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2020

Στο ερώτημα του τίτλου ίσως κάποιοι να απαντούσαν «Από πολύ παλιά», «Από πάντοτε» ή «Από τότε που υπάρχουν Έλληνες», αλλά επειδή κι άλλες φορές έχουμε διατυπώσει τέτοια ερωτήματα σε τίτλους άρθρων, οι τακτικοί φίλοι του ιστολογίου θα καταλάβουν πως εδώ δεν εννοούμε το πράγμα αλλά τη λέξη, όπως π.χ. και τότε που είχαμε ρωτήσει «από πότε υπάρχουν ρουφιάνοι«.

Η ερώτηση είναι ληξιαρχικού τύπου, και ενδιαφέρεται ν’ ανιχνεύσει από πότε μπήκε στην υπερτρισχιλιετή μας ο όρος «ανθέλληνας» ή, παλαιότερα, «ανθέλλην». Βέβαια, θα πούμε δυο (ή και περισσότερα) λόγια για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη λέξη.

Συμφωνα με το λεξικό (το ΛΚΝ), ανθέλληνας είναι «χαρακτηρισμός για κπ. (Έλληνα ή ξένο) που διάκειται ή που ενεργεί εχθρικά προς τους Έλληνες, που βλάπτει τα συμφέροντά τους» και το αντίθετο είναι φιλέλληνας.

Παρόλο που δεν έχω εποπτεία από πολλές ξένες γλώσσες, έχω την εντύπωση ότι συγκριτικά με τους περισσότερους λαούς, στη νεότερη Ελλάδα χρησιμοποιούμε μάλλον απλόχερα τον όρο «ανθέλληνες», πολύ εύκολα δηλαδή χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον.

Ή μάλλον, ακριβέστερα, πολύ εύκολα χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον άλλον Έλληνα. Στα κοινωνικά μέσα, η βρισιά αυτή δίνει και παίρνει -και μένα με έχουν χαρακτηρίσει ανθελληνα, ένας μάλιστα τις προάλλες έλεγε πως είμαι μεγάλος ανθέλληνας και το χειρότερο είναι ότι ζω από την ελληνική γλώσσα. Ας είναι. Πάντως δεν έχουμε το μονοπώλιο στο να κατηγορούμε συμπολίτες μας για εθνική μειοδοσία -να θυμίσω το self-hating Jew ή τη HUAC, την Επιτροπή (διερεύνησης) Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής των ΗΠΑ.

Αλλά είπαμε πως το άρθρο είναι κυρίως ληξιαρχικό, οπότε ας επιστρέψουμε στην ιστορία της λέξης «ανθέλλην».

Οι αρχαίοι δεν είχαν ανθελληνες -θέλω να πω, δεν είχαν τη λέξη. Είχαν τη λέξη «φιλέλλην», αλλά για τον εχθρό των Ελλήνων είχαν «μισέλλην».

Να πούμε εδώ ότι η λέξη «μισέλλην» σπάνια χρησιμοποιείται στην αρχαία γραμματεία. Στο TLG έχει όλες κι όλες οχτώ ανευρέσεις, με αρχαιότερη στον Ξενοφώντα, όπου ο Αγησίλαος βρισκόταν στην Αίγυπτο ενώ είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και δυο ηγεμόνες διεκδικούσαν τον θρόνο. Ο Αγησίλαος έμαθε ποιος φαινόταν περισσότερο φιλέλληνας και τάχθηκε με αυτόν, εξασφαλίζοντας έτσι, μετά τη νίκη, ότι θα πληρώνονταν οι στρατιώτες:

κρίνας ὁπότερος φιλέλλην μᾶλλον ἐδόκει εἶναι, στρατευσάμενος μετὰ τούτου τὸν μὲν μισέλληνα μάχῃ νικήσας
χειροῦται, τὸν δ’ ἕτερον συγκαθίστησι

Τρεις μόνο άνθρωποι έχουν χαρακτηριστεί «μισέλληνες» στην αρχαία γραμματεία: ο Αννίβας (όχι ο διάσημος, ένας προηγούμενος), ο Τισσαφέρνης και ο ιερέας Χρύσης σε σχόλια της Ιλιάδας. Υπάρχουν και κάποιες αναφορές, ακόμα πιο λίγες, σε «μισαθήναιο» και σε «μισολάκωνα» -πόλεις-κράτη γαρ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , | 227 Σχόλια »

Βρίζοντας και πολεμώντας πάλι

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2014

Συνηθίζω κάθε χρόνο, κοντά στην 25η Μαρτίου, να ανεβάζω ένα ή περισσότερα κείμενα σχετικά με την επανάσταση του 1821. Φέτος, κάπως το αμέλησα και ήδη φτάσαμε στην παραμονή. Ας διορθώσω λοιπόν την παράλειψη, αναδημοσιεύοντας ένα παλιό άρθρο, που δημοσιεύτηκε εδώ πριν από 4 χρόνια, στο οποίο έχω προσθέσει μερικά πράγματα με την ευκαιρία της επανάληψης. (Οι προσθήκες με γαλάζιο χρώμα).

Τις προάλλες θυμήθηκα ένα παλιό άρθρο που είχα διαβάσει στα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας. Δεν το είχα κρατήσει, όμως το βρήκα στο Διαδίκτυο. Είναι της Μαρίας Ευθυμίου, επ. καθηγήτριας του τομέα Ιστορίας Πανεπ. Αθηνών. Στο τέλος συμπληρώνω κι εγώ μερικά ηρωικά αθυρόστομα και μερικά με γλωσσικό ενδιαφέρον.

Η λαλιά, η καθημερινή ομιλία του ’21, δεν είναι εύκολο να μας είναι γνωστή στη φυσικότητα της. Οι αδροί και αμόρφωτοι χωρικοί που κράτησαν στους ώμους τους τον Αγώνα δεν είχαν τρόπο να αποτυπώσουν σε χαρτί την υφή και τη ροή του λόγου τους. Τα κείμενα και οι προκηρύξεις της Επανάστασης, τα Συντάγματα και οι αποφάσεις της συντάχθηκαν από άτομα υψηλής μόρφωσης, Φαναριώτες και προύχοντες, σε μια γλώσσα αποκαθαρμένη, πλούσια και επιμελημένη. Η αλληλογραφία των οπλαρχηγών, που θα μπορούσε, από την πλευρά αυτή, να μας μεταφέρει την υφή του απλού λόγου των αμόρφωτων η ελάχιστα μορφωμένων αυτών ανθρώπων, δεν Βοηθά, συχνά, ούτε κι αυτή, καθώς τη σύνταξη των μηνυμάτων και των επιστολών τους αναλάμβαναν οι «γραμματιζούμενοι» γραμματικοί τους. Αν το πρόβλημα αυτό για την ελληνική γλώσσα είναι μεγάλο, γίνεται αξεπέραστο και πελώριο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των πολυάριθμων εκείνων αγωνιστών που ήταν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, και μάλιστα σε γλώσσες προφορικές και όχι γραπτές, όπως συνέβαινε με τους Βλάχους και τους Αρβανίτες. Σπάνια από τα κείμενα-πηγές του Αγώνα μπορούμε να αντλήσουμε έστω μνεία γι’ αυτές: έτσι π.χ., ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, τα τόσο πολύτιμα και λεπτομερή, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι»). Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κ. Μεταξάς στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σε μια ομιλία του Μάρκου Μπότσαρη προς τους συμπολεμιστές του Σουλιώτες, αρκείται να σημειώσει: «τους ελάλησεν εις την γλώσσαν των, αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού…». Το ότι οι αγωνιστές του ’21 -είτε ελληνόφωνοι είτε αλλόφωνοι είτε δίγλωσσοι- βωμολοχούσαν και έβριζαν είναι περισσότερο από βέβαιο. Οι βωμολοχίες αυτές μόνο σε λίγες περιπτώσεις καταγράφτηκαν κι έφτασαν ως εμάς· η ευπρέπεια που υποβάλλει ο γραπτός λόγος, καθώς και η επιδίωξη λόγιου λόγου που επέλεξαν οι περισσότεροι από τους αγωνιστές όταν αργότερα, μετά τον Αγώνα, έγραφαν τα απομνημονεύματα τους, δεν επέτρεψαν να γνωρίζουμε πολλά για το θέμα αυτό. Γνωρίζουμε ότι πριν από τις μάχες οι αντίπαλοι συνομιλούσαν κατ’ αρχάς ήρεμα, για να καταλήξουν -συνήθως αλβανιστί- σε ύβρεις αισχρές ο ένας για τη θρησκεία του άλλου, ύβρεις που από μόνες τους έδιναν το σύνθημα της μάχης και περιέγραφαν το μίσος και το πάθος. «Τούρκε, γαμώ την πίστη σου και το συκώτι σου», κραύγαζαν οι Έλληνες της Νάουσας, όταν κατά την εξέγερση τους έσφαζαν τους παλιούς τους φίλους Τούρκους συντοπίτες τους, όπως με φρίκη καταγράφει ο Κασομούλης στα απομνημονεύματα του. Οι «φιλοφρονήσεις», όμως, δεν λείπουν και μεταξύ συναγωνιστών και ομοφύλων: «σκατόβλαχο» αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης τον Κολοκοτρώνη, «αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ιερωμένο Παπαφλέσσα ο επίσης ιερωμένος Π. Π. Γερμανός, «κερατοκαλόγερο» ο Μακρυγιάννης έναν καλόγερο, φίλο των Κολοκοτρωναίων.

Ο Μακρυγιάννης είναι στ’ αλήθεια πολύτιμη πηγή απτού, αμέσου και πηγαίου λόγου της εποχής, Ο πληθωρικός αυτός άνθρωπος γράφει ειλικρινά και παρορμητικά τα απομνημονεύματά του με τα λίγα γράμματα που μόλις έμαθε. Δεν γνωρίζει από ψευτοσυστολές και επιτηδεύσεις, γι’ αυτό κανείς μπορεί να βρει σ’ αυτόν λαγαρές φράσεις, όπως αυτές που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την ανυποχώρητη αντίσταση που συνάντησαν οι Έλληνες εκ μέρους των αμυνόμενων Τούρκων, όταν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο του Ακροκορίνθου, ένα κάστρο που λίγο πριν, από πανικό και φόβο, παρέδωσε στους επιτιθέμενους Τούρκους ο Έλληνας υπερασπιστής του Αχιλλέας, παρ’ ότι είχε επαρκή κάλυψη από άντρες, τρόφιμα και πολεμοφόδια, «…Οι Τούρκοι μας έβαλαν εις το κανόνι οπού δεν είδαμε πούθε να κάμωμε. Δεν ήταν ο Αχιλλέας, ο φρούραρχος της Διοίκησης, οπού τ’ αφήνει εφοδιασμένο και φεύγει· είναι Τούρκος, πολεμάγει δια την πίστη του. Ο Τούρκος έτρωγε ποντίκια και μας γάμησε το κέρατο με τα κανονιά και τις μπόμπες. Ο Αχιλλέας, αρνιά και κριάρια μέσα, τ’ αφήνει όλα και πάει ναύβρη τούς συντρόφους του οπού τον διορίσαν…».

Εκείνος, όμως, από τούς αρχηγούς του ’21 που χαρακτηριζόταν περισσότερο απ’ όλους για την ανεξέλεγκτη γλώσσα του ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ορεσίβιος και αδρός, άνθρωπος που έζησε μέχρι τέλους της ζωής του τη φτηνή ειρωνεία όσων ήθελαν να θυμούνται πως ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς», βρήκε διέξοδο, για να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ’ ένα δύσκολο γι’ αυτόν κοινωνικό περιβάλλον, στον παραληρηματικό Βωμολοχικό λόγο. Η Βωμολοχία του ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του αυτό ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Ιστορία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 147 Σχόλια »