Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ισίδωρος Ζουργός’

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 2

Posted by sarant στο 10 Οκτώβριος, 2019

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα ξέρετε. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία, όπως φαντάζομαι ότι θα φανεί.

Αν σας είναι κάπως γνώριμος αυτός ο πρόλογος, έχετε καλό μνημονικό: έτσι άρχιζε ένα άρθρο του ιστολογίου πριν από 7-8 μήνες, ένα άρθρο όπου αναδημοσίευσα σύντομα γλωσσικά σχόλιά μου από την ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε κανα χρόνο, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Χτες όμως, καθώς δημοσίευα ένα σχολιο στα Υπογλώσσια συνειδητοποίησα πως το σακούλι έχει γεμίσει κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Όλα τα επιμέρους σχόλια, τα σφηνάκια, δημοσιεύτηκαν κατά το εφτάμηνο από τον Μάρτιο έως σήμερα. Δεν τα παραθέτω ακριβώς με αλφαβητική σειρά. Καμποσα τα έχω επεκτείνει, προσθέτοντας (αρκετό) επιπλέον υλικό.

  • Ο καλαμπόρτζος

Στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Το φάλτσο μικρόφωνο» της Ελένης Φυσέκη, όπου ο αφηγητής είναι ηχολήπτης στο επάγγελμα, προσέχω την εξής φράση που έχει 3-4 λέξεις αλεξικογράφητες από τα μεγάλα λεξικά μας, που όμως καταγράφονται σε ηλεκτρονικούς γλωσσικούς πόρους:

(Μιλάει για ένα κλαμπ γειτονιάς με στοιχειώδη ηχητικό εξοπλισμό):

Λες και θα ακουγόταν ποτέ μπάσο και μπότα από αυτά τα ηχεία. Αν υποθέταμε πως είχε καμιά σοβαρή λούπα και δεν ήταν ένας από τους πολλούς καλαμπόρτζους που απλά βάζανε μπλιμπλίκια.

Καλαμπόρτζος είναι ο ατζαμής, ιδίως για μουσικό (έχει ήδη αναφερθεί και εξηγηθεί στο βιβλίο η λέξη). Από τα ρομανί, βρίσκω.

Τα άλλα θα τα ξέρετε: λούπα είναι το επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο, από αγγλ. loop, διαφορετικό από τη λούπα = μεγεθυντικός φακός (από γαλλ. loupe). Μπλιμπλίκια, εδώ, είναι οι έτοιμοι ήχοι, τα έτοιμα ηχητικά εφέ.

  • αποσυντ… κάτι τέτοιο τέλος πάντων

Στα Στοιχειώδη σωματίδια του Ουελμπέκ βρίσκω τη φράση:

Είχε την εντύπωση πως ανάμεσα στα πόδια του κρεμόταν ένα κομμάτι κρέας που έσταζε και αποσυντίθονταν’ το καταβρόχθιζαν σκουλήκια.

Ο καλός μεταφραστής, αφού έκανε την επιλογή να χρησιμοποιήσει αυτό το ρήμα και όχι μια περίφραση ή άλλο ρήμα (πχ που έσταζε και διαλυόταν) είχε να ξεπεράσει τον σκόπελο του τρίτου ενικού του παρατατικού.

Δεν μπορούσε βέβαια να βάλει το «γραμματικά σωστό» αποσυνετίθετο που συνιστά ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του. Οπότε παρουσίασε έναν αυτοσχέδιο τύπο, τυπικά σε τρίτο πληθυντικό, αλλά ευπρόσωπον.

Σκέφτομαι πως μπορεί να είχαν δίκιο οι παλιοί δημοτικιστές (όχι μάλιστα μαλλιαροί) που αυτόν τον σκόπελο τον απόφευγαν μαστόρικα, παίρνοντας το ρήμα «αποσυνθέτομαι»: ένα κομμάτι κρέας που έσταζε και αποσυνθετόταν.

  • Διέξοδοι με μουστάκια

Στη χτεσινή [20.3.2019] συνέντευξη στη Βίκη Φλεσσα, ο Γ. Μπαμπινιώτης, στο 21.32 της εκπομπής (για όποιον έχει το βίντεο) είπε:

«…στην ελληνική γλώσσα η διτυπία λόγω της διττής μας παράδοσης είναι ευλογία δεν είναι κατάρα· το να έχει περισσότερους τύπους είναι πάντοτε ευλογία διότι είναι διέξοδοι πολλαπλοί της σκέψης.»

Απροσεξία στον προφορικό λόγο, βέβαια -αλλά ίσως να είναι και μια ακόμα ένδειξη πως τα θηλυκά σε -ος είναι ξένο σώμα στην ελληνική.

  • Ακανές

Ένας συνάδελφος στο γραφείο έφερε το πρωί για κέρασμα ακανέδες, το γνωστό σερραϊκό γλύκισμα που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν διασταύρωση λουκουμιού και κουραμπιέ, και θυμήθηκα ότι την πρώτη φορά που είχα δει, έφηβος, ένα κουτί γλυκά με την επιγραφή ΑΚΑΝΕΣ ΛΑΪΛΙΑ, είχα αναρωτηθεί ποια είναι αυτή η άλλη γλώσσα που γράφεται με ελληνικό αλφάβητο.

Για τον ακανέ, στον ιστότοπο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προτείνεται μια ετυμολογία που θα έκανε περήφανο τον Γκας Πορτοκάλο:

Σήμερα κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά από που προήλθε η ονομασία ακανές. Η ιστορία του χάνεται στην εποχή της Τουρκοκρατίας και ίσως μαζί της χάθηκε και η ιστορία προέλευσης του ονόματός του. Βάσιμη ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει. Παρόλα αυτά όμως υπάρχει μία εκδοχή που ίσως να πλησιάζει περισσότερο την πραγματικότητα. Η λέξη «ακανές» προήλθε, όπως λένε, από την λέξη «ανακατεύω», γιατί το μίγμα χρειάζεται πολύωρο ανακάτεμα και από το κατάφαση «ναι», που έλεγαν πάντα οι δούλοι, οι οποίοι ήταν αυτοί που ανακάτευαν το μίγμα.

Ο ακανές, βέβαια, δεν μπορεί να προήλθε από το «ανακάτεμα» και το «ναι». Πιο πειστική η πρόταση στον ιστότοπο του ακανεδοπαρασκευαστηρίου Ρούμπου, από το hakane helva, το γλυκό του πρίγκιπα (χάνου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γενικά γλωσσικά, Θεσσαλονίκη, Λεξικογραφικά, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 177 Σχόλια »

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »