Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘ιταλικά’

Μια άρια από τον Τροβατόρε

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2017

Δίνεται σήμερα στο Ηρώδειο η πρεμιέρα του Τροβατόρε, της δημοφιλέστατης όπερας του Τζουζέπε Βέρντι, σκέφτηκα λοιπόν, μια που δεν μπορώ να πάω, να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην όπερα αυτή. Θα συζητήσουμε για τον τίτλο της όπερας και θα δούμε την υπόθεσή της και μια από τις πιο γνωστές της άριες.

Βέβαια, ο τσαγκάρης δεν έχει αρμοδιότητα παραπάνω απ’ τον αστράγαλο, οπότε τα δικά μου σχόλια δεν θα είναι μουσικολογικά, όσο λεξιλογικά. Δεν κρύβω πάντως ότι μου αρέσει πολύ η ιταλική όπερα μέχρι και τον Βέρντι. Στο ιστολόγιο δεν έχω φανερώσει τόσο πολύ αυτή την κλίση μου, αν και πριν από τρεις μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για μιαν άρια από τον Κουρέα της Σεβίλλης.

Η όπερα του Βέρντι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται στην πατρίδα μας με τον ιταλικό της τίτλο αμετάφραστο, Τροβατόρε (στα ιταλικά Il trovatore). Ο αντίστοιχος ελληνικός όρος είναι «τροβαδούρος», μεταφορά του γαλλ. troubadour.

Οι τροβαδούροι ήταν περιπλανώμενοι λυρικοί ποιητές και μουσικοί που έζησαν στην Προβηγκία και γενικά στη νότια Γαλλία από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα. Τραγουδούσαν κυρίως ερωτικά ιπποτικά θέματα στη λεγόμενη γλώσσα του οκ. Την ίδια εποχή στη Βόρεια Γαλλία άκμασαν οι τρουβέροι, που είχαν όμως πιο πολύ πολεμική θεματολογία.

Και οι δυο κατηγορίες τραγουδιστάδων έχουν παρεμφερή ετυμολογία και στην αρχή της αλυσίδας βρίσκεται η ελληνική λέξη τρόπος. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tropus, με πολλές σημασίες μεταξύ των οποίων «ρητορικό σχήμα». Από εκεί παράγεται το υστερολατινικό ρήμα contropare που σημαίνει «μιλώ μεταφορικά», «κάνω συγκρίσεις», καθώς και μια αμάρτυρη παραλλαγή του, το *tropare με σημασία «συνθέτω, εφευρίσκω».

Αυτό το *tropare πήρε λοιπόν δύο σημασίες που σιγά-σιγά χωρίστηκαν, αφενός τη «συνθέτω ένα ποίημα» και αφετέρου τη σημασία «ανακαλύπτω, εφευρίσκω». Από το παλαιοπροβηγκιανό ρήμα trobar, που παραδίδεται και με τις δύο παραπάνω σημασίες, γεννήθηκε η λέξη trobador που δήλωνε τους περιπλανώμενους αυτούς συνθέτες και τραγουδιστές. Η λέξη διαδόθηκε στις άλλες γλώσσες της περιοχής, και στα γαλλικά ως troubadour. Εν τω μεταξύ στα γαλλικά παράγωγο του *tropare ήταν το ρήμα trouver που σιγά-σιγά πήρε αποκλειστικά τη σημασία «βρίσκω» και είναι σήμερα ένα από τα κοινότερα ρήματα της γαλλικής γλώσσας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μεταφραστικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Η άρια της συκοφαντίας

Posted by sarant στο 4 Απριλίου, 2017

Ο τίτλος κυριολεκτεί. Δεν έχει μεταφορική σημασία, το σημερινό άρθρο δεν είναι αφιερωμένο στη συκοφαντία γενικώς αλλά, πολύ ειδικά, σε μια άρια -μια πολύ γνωστή άρια από μια πολύ γνωστή όπερα, από τον Κουρέα της Σεβίλλης του Τζοακίνο Ροσίνι. Οι άριες συνήθως αναφέρονται με τον πρώτο στίχο τους, οπότε κι αυτή λέγεται La calunnia è un venticello, αλλά συχνά θα τη δείτε να αναφέρεται και ως «άρια της συκοφαντίας». Calunnia είναι η συκοφαντία, calumny στα αγγλικά, λατινικής αρχής. Venticello είναι υποκοριστικό του vento, ο άνεμος, άρα «η συκοφαντία είναι ένα αεράκι».

Άλλες φορές έχουμε γράψει στο ιστολόγιο άρθρα για τραγούδια, οπότε γιατί όχι και για άριες; Τραγούδι είναι και η άρια και λαϊκό είδος ήταν η όπερα στην Ιταλία στη χρυσή εποχή της -μην κοιτάτε τώρα που πηγαίνουν με φράκο, τότε οι θεατές έτρωγαν, έπιναν και συζητούσαν, κι ο κάθε συνθέτης κανόνιζε να έχει και καναδυό άριες κάπως πιο δεύτερες και τότε ήταν η ώρα που θα περνούσε ο μικρός που πουλούσε τα παγωτά -αυτές τις λέγαν aria di sorbetto.

Στην αρχή είχα σκεφτεί να παρουσιάσω μιαν ολόκληρη όπερα αλλά μου έβγαινε πολύ μεγάλο το άρθρο, οπότε περιορίζομαι προς το παρόν σε μιαν άρια. Εννοείται ότι θα λεξιλογήσουμε κιόλας.

Στον Κουρέα της Σεβίλλης, το λιμπρέτο είναι του Στερμπίνι. Τα περισσότερα λιμπρέτα θεωρούνται παρακατιανά, όμως πολλά πατάνε πάνω σε αριστουργήματα του θεάτρου κι έτσι έχουν μια στέρεη βάση. Τούτο εδώ στηρίζεται στο θεατρικό έργο του Μπομαρσέ Le barbier de Séville, που ήδη το είχε κάνει όπερα ο βετεράνος Παϊζιέλο, και όταν ο Ροσίνι ανέβασε τη δική του όπερα, το 1816, στην πρεμιέρα είχαν έρθει κλακαδόροι του πρώτου διδάξαντος και έκραζαν με αποτέλεσμα να καταλήξει η παράσταση σε παταγώδες φιάσκο. Αλλά πλατειάζω.

Στο έργο λοιπόν, ο αυστηρός ντον Μπάρτολο είναι κηδεμόνας της όμορφης ορφανής Ροζίνας που την πολιορκεί ο κόμης Αλμαβίβα μεταμφιεσμένος σε φτωχό νεαρό με το όνομα Λιντόρο. Ο Φίγκαρο, κουρέας και άνθρωπος για όλες τις δουλειές, βοηθάει τον κόμη να μπει στο σπίτι της Ροζίνας. Ο Μπάρτολο, από τη μεριά του, θέλει να παντρευτεί την όμορφη προστατευόμενή του (και να τσεπώσει την παχυλή περιουσία της) και ζητάει τη βοήθεια του Ντον Μπαζίλιο, που διδάσκει μουσική στη μικρή. Ο Μπαζίλιο τον προειδοποιεί ότι φάνηκε στην πόλη ο κόμης Αλμαβίβα και του συνιστά να τον εξουδετερώσουν με τη μέθοδο της συκοφαντίας. Ο Μπάρτολο δεν καταλαβαίνει και τότε ο Μπαζίλιο του εξηγεί τι είναι η συκοφαντία, τραγουδώντας την περίφημη άρια.

Η άρια είναι γραμμένη για μπάσο, που είναι η πιο βαριά από τις αντρικές φωνές. Οι στίχοι θεωρούνται πολύ καλογραμμένοι, επειδή κάνουν ωραίες παρηχήσεις και δείχνουν πώς η συκοφαντία ξεκινάει απαλά απαλά και όλο και δυναμώνει, μέχρι που τελικά βροντάει σαν κανονιά.

Ακούμε τον Ρουτζέρο Ραϊμόντι, να τραγουδάει την άρια σε κοντσέρτο, όχι δηλαδή μέσα σε όπερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά δάνεια, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 149 Σχόλια »

Ο μπάρμπας μου ο μπαρμπέρης έφαγε μπαρμπούνια

Posted by sarant στο 4 Απριλίου, 2013

Στο χτεσινό άρθρο για τα φαιδρά πορτοκάλεια, εκεί που παρέθετα μερικές από τις εκατοντάδες ελληνικές λέξεις που είναι δάνεια από τα ιταλικά (ή τα βενετικά), ανέφερα και τη λέξη «μπάρμπας», επειδή όμως έχουμε κι άλλες δάνειες λέξεις στο λεξιλόγιό μας που αρχίζουν από μπαρμπ- σκέφτηκα να γράψω ένα αρθράκι για το φλέγον αυτό θέμα.

Μπάρμπας είναι βέβαια ο θείος, ο αδελφός του πατέρα ή της μητέρας, είναι όμως και προσφώνηση, άλλοτε οικεία και άλλοτε υποτιμητική, προς κάποιον άντρα μεγαλύτερης ηλικίας. Κατά το ΛΚΝ, η προσφώνηση είναι ένδειξη σεβασμού, αλλά νομίζω πως και υποτιμητικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί, π.χ. «Πρόσεχε λίγο, ρε μπάρμπα!» θα φωνάξει ο νεαρός μοτοσικλετιστής στον απρόσεχτο (και ηλικιωμένο) πεζό. Για κάποιον που έχει ισχυρά μέσα και γνωριμίες λέμε «Έχει μπάρμπα στην Κορώνη», φράση που είναι απομεινάρι της εποχής που η Μεθώνη και η Κορώνη, επί τουρκοκρατίας, βρίσκονταν στα χέρια των Βενετών, οπότε οι κάτοικοί τους μπορούσαν να ζητήσουν τη βενετική διπλωματική προστασία και, σε περίπτωση ανάγκης, να μεσολαβήσουν υπέρ συγγενών τους που κατοικούσαν στον υπόλοιπο Μοριά. Παρόλο που έχουν περάσει αιώνες από τότε, η έκφραση είναι ακόμα πολύ ζωντανή.

Λέμε επίσης «που τον Θεό μπάρμπα νάχεις», για κάτι που αποκλείεται να γίνει, π.χ. «αν σε πιάσω στα χέρια μου, δεν γλυτώνεις που τον Θεό μπάρμπα νάχεις». Επίσης, όταν κάποιος επικαλείται ένα αναξιόπιστο πρόσωπο για να στηρίξει τα λεγόμενά του, μπορούμε να του πούμε «Ρώτα και τον μπάρμπα μου τον ψεύτη», ενώ οι παλιοί πλανόδιοι μικροπωλητές συνήθιζαν να διαλαλούν την πραμάτεια τους φωνάζοντας «Δώσε κι εμένα μπάρμπα». Πολλά ακόμα θα μπορούσαμε να πούμε για τη λέξη αυτή, όσο κι αν έχει κάπως παλιώσει, ας πούμε για τον μπαρμπα-Γιώργο του Καραγκιόζη ή τον μπαρμπαΜυτούση του κουκλοθεάτρου (ή τον μπαρμπαΜπρίλιο που είχε έναν γάλο πολύ μεγάλο ή ακόμα τον μπαρμπα-Θωμά και την καλύβα του), αλλά λέω να περάσω στην ετυμολογία της λέξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 243 Σχόλια »