Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘ιώδιο’

Στον καιρό του κορονοϊού

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στη στήλη μου στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές.

Στον καιρό του κορονοϊού

Ποια άλλη θα μπορούσε να είναι η λέξη της επικαιρότητας -όχι του μήνα, μα και της χρονιάς τουλάχιστον; Ο μήνας που ανέτειλε βρίσκει τη χώρα αλλά και όλη την Ευρώπη, όπως και τον μισό πλανήτη σε πανδημία, σε καραντίνα, σε καθεστώς περιορισμού κινήσεων. Επιστήμονες απ’ όλον τον κόσμο προσπαθούν να βρουν εμβόλιο, εργοστάσια παράγουν με φρενήρη ρυθμό μάσκες και ιατρικά εφόδια, εμείς θα λεξιλογήσουμε για τον κορονοϊό.

Κορονοϊοί υπάρχουν πολλοί, αυτός που μας πολιορκεί είναι ο Covid-19. Κορονοϊός ήταν, ας πούμε, και ο ιός του SARS το 2003 ή του MERS το 2012, με κοινό στοιχείο ότι όλοι προκαλούν λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος.

Το αγγλικό του όνομα είναι coronavirus. Λέγεται έτσι επειδή, αν τον κοιτάξουμε στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, φαίνεται σαν να έχει στην επιφάνειά του μια σειρά εξογκώματα που σχηματίζουν ένα είδος στεφάνης ή στέμματος (που μοιάζει και με το αστρικό στέμμα του ήλιου και των πλανητών). Αυτό το corona του αγγλικού όρου είναι παρμένο από τα λατινικά όπου corona είναι, όχι απρόσμενα, το στέμμα, αυτό που εμείς λέμε κορόνα.

Από το 1976 γράφουμε «κορόνα» και όχι «κορώνα» όπως το γράφαμε παλιότερα, διότι πρόκειται για δάνειο, ή μάλλον για αντιδάνειο, αφού το λατινικό corona ανάγεται στο αρχαίο «κορώνη», που ήταν αφενός η κουρούνα και αφετέρου κάθε λογής κυρτά ή καμπύλα αντικείμενα, σαν το ράμφος της κουρούνας. Για παράδειγμα, στο α της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος θύρην δ᾿ ἐπέρυσσε κορώνῃ
ἀργυρέῃ
, δηλαδή «τράβηξε την πόρτα απ’ τ’ ασημένιο κρικέλι», που μεταφράζει ο Ζ. Σίδερης.

Η λέξη πέρασε στα λατινικά όπου corona σήμαινε στεφάνη και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες με τη σημασία «στέμμα». Από εκεί επέστρεψε ως αντιδάνειο μέσω ιταλικών στα ελληνικά, κορόνα, με τη σημασία καταρχάς του στέμματος.

Κορόνα φορούσαν οι εστεμμένοι, οι βασιλιάδες· οι κοινοί θνητοί έλεγαν, και ακόμα λένε, «σ’ έχω κορόνα στο κεφάλι μου» προς το έτερόν τους ήμισυ ιδίως, είτε ειλικρινά είτε χαριτολογώντας, για να δείξουν σε πόσο μεγάλη εκτίμηση το έχουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα | Με ετικέτα: , , | 464 Σχόλια »