Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Καθημερινή’

Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική (άρθρο του Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2020

Εθνική γιορτή σήμερα, 25η Μαρτίου, 199 χρόνια μετά, κι ενώ ο κορονοϊός όχι μόνο ματαίωσε γιορτές και παρελάσεις αλλά και μας έκανε να ξεχάσουμε τη σημαδιακή μέρα.

Είχα κατά νου να βάλω σήμερα κάτι σχετικό με την Επανάσταση, και είχα αρχίσει να το γράφω, είδα όμως προχτές την επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, και σταμάτησα -διότι ο Μπουκάλας έγραψε ένα εξαιρετικό κείμενο που μάλιστα ανήκει κατά 100% στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου.

Το αρθρο εξετάζει τη γλώσσα των αγωνιστών και, προχωρώντας σε ζολώτειο πνεύμα, συντάσσει ένα εξεγερτήριο μανιφέστο, όπου αν όχι όλες πάντως οι περισσότερες λέξεις είναι δάνειες.

Επειδή τον τελευταίο καιρό μελετάω κι εγώ ξανά τα κείμενα των αγωνιστών, σας διαβεβαιώνω πως ο Μπουκάλας δεν έψαξε στα πιο απίθανα γλωσσάρια για να αντλήσει λέξεις -τις λέξεις που χρησιμοποιεί θα τις βρείτε σε αρκετά κείμενα της εποχής.

Παραθέτω το άρθρο του (εδώ η αρχική δημοσίευση) και λέω μερικά πράγματα στο τέλος.

Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.

Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια | Με ετικέτα: , , | 152 Σχόλια »

Οι Αρβανίτες της Αττικής και το 1821 (άρθρο του Θ. Πάγκαλου)

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2020

Χτες είχα παρουσίαση, είχα και άλλα πολλά, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις συχνά καταφεύγω στην επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου του ιστολογίου, σήμερα όμως προτίμησα μιαν αναδημοσίευση ενός παλιότερου άρθρου κάποιου άλλου.

Συγκεκριμένα, αναδημοσιεύω το άρθρο του τ. υπουργού Θεόδωρου Πάγκαλου «Οι Αρβανίτες της Αττικής και η συμβολή τους στην εθνική παλιγγενεσία», που αρχικά είχε δημοσιευτεί στην Καθημερινή το 2007, την παραμονή της 25ης Μαρτίου. Το άρθρο αυτό το θυμήθηκα πρόσφατα επειδή έτυχε να συζητηθεί σε έναν φιλικό τοίχο στο Φέισμπουκ -και κατά σύμπτωση πρόσφατα σε κάποια σχόλια συζητήσαμε για τους Αρβανίτες.

Κι επειδή εγώ δεν μπορώ να γράψω για το θέμα, αφού δεν το κατέχω καλά, το άρθρο του Θ. Πάγκαλου είναι μια καλή βάση για συζήτηση, ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κανείς για τον αρθρογράφο ως πολιτικό πρόσωπο.

Στην ίδια συζήτηση που αναφέρω παραπάνω, ο Παναγιώτης Δημητράς επισήμανε ότι ο Πουκεβίλ κάνει λόγο για Σκιπετάρους -απ’ όσο είδα στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του, δεν φαίνεται να διαχωρίζει τους Αλβανούς από τους Αρβανίτες.

Το άρθρο του Θ. Πάγκαλου:

Λίγο πριν από την Επανάσταση, στα 1815, στην Αθήνα κατοικούσαν 7 χιλιάδες χριστιανοί και 3 χιλιάδες μουσουλμάνοι σύμφωνα με τον Pouqueville. Από τους 7 χιλιάδες χριστιανούς οι 4 χιλιάδες ήταν αρβανίτες και προέρχονταν από όλα τα χωριά της Αττικής. Είχαν εγκατασταθεί μεταξύ Πλάκας και Μακρυγιάννη.

Το 1821, δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι Τούρκοι της Αθήνας συνέλαβαν 12 Αθηναίους προκρίτους ως ομήρους επειδή υποψιάζονταν ότι οι ραγιάδες θα επαναστατούσαν. Η αρχική τους απόφαση ήταν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς αλλά η εναντίωση του Χαλήλ Εφέντη, κατή (δηλαδή δικαστή), το απέτρεψε.

Στις 25 Απριλίου 1821, σύμφωνα με τον Διονύσιο Σουρμελή, αγωνιστή και αυτόπτη μάρτυρα, συγκεντρώθηκαν στο Μενίδι (Αχαρνές) 1.200 χριστιανοί. Προέρχονταν από τη Χασιά (Φυλή) με αρχηγούς τον Μελέτη Βασιλείου και τον Μήτρο Σκευά, από το Μενίδι με αρχηγό τον Αναγνώστη Κιουρκατιώτη, από τα Μεσόγεια με αρχηγό τον Ιωάννη Δάβαρη και από την Αθήνα με αρχηγό τον Δήμο Αντωνίου.

Απελευθέρωσαν την Αθήνα

Υπό την ηγεσία του Μελέτη Βασιλείου οι επαναστάτες μπήκαν στην Αθήνα και την ελευθέρωσαν. Σήμερα έξω από το δημαρχείο της Φυλής μπορεί κάποιος να δει το άγαλμά του να ατενίζει ακόμα τους συγχωριανούς του, δείχνοντας τον δρόμο του χρέους και της περηφάνιας.

Τον Σεπτέμβριο του 1821 εβδομήντα παληκάρια από τη Χασιά υπό την ηγεσία του Μήτρου Σκευά και του Αναστασίου Λέκκα πολέμησαν εναντίον 500 Τούρκων (πεζών και ιππέων) υπό την ηγεσία του Ομέρ Βρυώνη. Σ’ αυτήν τη μάχη κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του ο τρομερός πασάς. Ετσι πήρε την απόφαση και εγκατέλειψε την Αθήνα λέγοντας «αν 70 άνθρωποι με ενίκησαν και με έκαμαν να κινδυνεύσω την ζωήν μου, τι θέλει γίνει, αν συσσωματωθώσιν εις 1.000».

Η μετέπειτα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους απελευθερώθηκε από τους Αρβανίτες της Αττικής, μια πολεμική φυλή ορθόδοξων χριστιανών με τα δικά της ήθη και έθιμα, τον δικό της πολιτισμό, τη δική της γλώσσα. Μια φυλή που ποτέ δεν προσκύνησε τους Τούρκους και ποτέ δεν έκανε ειρήνη μαζί τους. Εμαθαν να ζουν με το μαχαίρι στα δόντια για να υπερασπίζουν την τιμή και τη ζωή τους -και αυτή ήταν η σειρά προτεραιότητας- από τους Τούρκους κατακτητές που δεν γνώριζαν νόμο και δεν είχαν μπέσα.

Οι Αρβανίτες της Αττικής που άλλοι τους αποκαλούν «δωριείς του σύγχρονου ελληνισμού», άλλοι τους θεωρούν Ηπειρώτες και άλλοι Αλβανούς που εποίκησαν την Αττική τον 10ο-11ο αι. μ.Χ., ήταν εκείνοι που σήκωσαν τα όπλα τα ιερά για τον μεγάλο αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδας – τα αναφέρω με τη σειρά που τα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στον περίφημο λόγο του της Πνύκας.

Πιστοί στη μεγάλη ελληνική ιδέα, διψασμένοι για ελευθερία, οι Αρβανίτες της Αττικής όπως και όλων των ελληνικών χωρών, πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση, ανήκαν και εκείνοι στη μεγάλη γενιά των Ελλήνων που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του έθνους μας προσφέροντας στον Ελληνισμό, έπειτα από 4 αιώνες, ανεξάρτητη κρατική υπόσταση.

Ιστορία των οικογενειών

Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη ιστορικά άποψη. Είμαι όμως Αρβανίτης και γνωρίζω την ιστορία της δικής μου οικογένειας, όπως και οι περισσότεροι Αρβανίτες της Αττικής. Ας μην ξεχνούν οι αναγνώστες ότι σε αντίθεση με την Αθήνα, η περιφέρεια Αττικής κυριαρχούνταν ώς πρόσφατα -και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει να κυριαρχείται- από χωριά που οι ρίζες τους πάνε πολύ πίσω και εκεί οι οικογένειες γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.

Από την πλευρά του πατέρα μου, ο Γιαννάκης Μελέτης (Χατζημελέτης) είχε την ύψιστη τιμή να βρεθεί στο πλευρό του Γ. Καραϊσκάκη ως υπαρχηγός του. Για όποιον κάνει τον κόπο να ρωτήσει θα μάθει πολλές ιστορίες από όλα τα αρβανίτικα χωριά για τους τοπικούς καπετάνιους και τα παλικάρια που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας μας.

Ο Γ. Βλαχογιάννης στην ιστορική του ανθολογία διασώζει μια μικρή διήγηση όπου σε συνεδρίαση της Βουλής, όταν τα αίματα είχαν ανάψει, ένας παλιός αγωνιστής του ’21 απευθύνθηκε στους πρωταγωνιστές του επεισοδίου στα αρβανίτικα για να σταματήσει η διχόνοια. Και σταμάτησε.

Τα αρβανίτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο Κουντουριώτης, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Μπουμπουλίνα, ο Μπότσαρης, οι Σουλιώτες και πολλοί άλλοι. Ηταν η γλώσσα που ήξερε και καταλάβαινε ο Καραϊσκάκης, ο Αντρούτσος και πολλοί άλλοι αγωνιστές της Επανάστασης.

Στη μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922 οι Λιοσιώτες Αρβανίτες πολεμούσαν με δικό τους μπαϊράκι. Δεν υποχώρησαν ούτε βήμα, έπεσαν μέχρι τον τελευταίο. Μόνο όταν το ξέρουμε αυτό καταλαβαίνουμε εκείνο το σκοτεινό βλέμμα των Αρβανιτών της Αττικής που περιγράφει ο Τίτος Αθανασιάδης στα «Παιδιά της Νιόβης». Στα ηρώα των χωριών μας ο κατάλογος των νεκρών του 1922 είναι μεγαλύτερος από όλα τα άλλα χωριά της Ελλάδας σε σχέση με τον πληθυσμό μας.

Σημαντική παρουσία

Οι Αρβανίτες βέβαια δεν έχουν σημαντική παρουσία μόνο στο μεγάλο βιβλίο των τιμημένων νεκρών του έθνους μας. Εξίσου σημαντική παρουσία έχουν στα γράμματα, τις επιστήμες και στις δομές του νέου κράτους, ιδιαίτερα καταλαμβάνοντας υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα.

Η 25η Μαρτίου είναι η ημέρα ανάστασης του γένους μας. Είναι η ημέρα που το ελληνικό έθνος απέκτησε ξανά ένα δικό του ανεξάρτητο κράτος. Οπως περιγράφει και στη «Βαβυλωνία» του ο Βυζάντιος, αυτό το ελληνικό έθνος δεν μιλούσε την ίδια γλώσσα, δεν είχε τα ίδια έθιμα, αλλά είχε την ίδια πίστη, την ίδια αίσθηση ότι αποτελεί μια ξεχωριστή κοινότητα, την ίδια αντίληψη ότι έχει τη δική του ταυτότητα πέρα και πάνω από τις διαφορές και τις πολυποίκιλες επιμέρους γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες που το συναποτελούσαν. Αλλά περισσότερο απ’ όλα αυτό το έθνος ήθελε να είναι ένα, ενιαίο και αδιαίρετο, έθνος με δική του πολιτική υπόσταση και κυριαρχία. Και αυτή η πολιτική υπόσταση και κυριαρχία είναι θεμελιωμένη στην ιστορία, στη γλώσσα και κυρίως στο αίμα των ηρώων που θυσιάστηκαν στους αγώνες για την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία μας.

Posted in 1821, Αττική, Αθηναιογραφία, Αλβανία και Αλβανοί, Αναδημοσιεύσεις, αρβανίτες | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Ο σατιρικός Λαπαθιώτης

Posted by sarant στο 8 Ιανουαρίου, 2020

Σήμερα, 8 Ιανουαρίου, συμπληρώνονται 76 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Κάθε χρόνο, τη μέρα εκείνη ή την κοντινότερη Κυριακή, το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει ένα άρθρο σχετικό με τον ποιητή, παρουσιάζοντας είτε κάποιο άγνωστο κείμενό του είτε στοιχεία για τη ζωή του.

Στη φετινή δημοσίευση θα παρουσιάσω κάποια σατιρικά στιχουργήματα του Λαπαθιώτη, που δεν είναι άγνωστα σε όσους ξέρουν καλά το έργο του αλλά ίσως τα αγνοεί το ευρύτερο κοινό. Ο λόγος που με σπρώχνει σ’ αυτή την δημοσίευση είναι ότι πρόσφατα κυκλοφόρησε από το καλό περιοδικό Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, μαζί με το νέο τεύχος του περιοδικού, το τομίδιο «Μικροφιλολογικά τετράδια 28» το οποίο περιέχει το Α’ μέρος μιας Ανθολογίας νεοελληνικής σατιρικής ποίησης, σε επιμέλεια του φίλου Λευτέρη Παπαλεοντίου. Εκεί ανθολογείται και ο Λαπαθιώτης, με μερικά ποιήματα που θα τα αναδημοσιεύσω εδώ, προσθέτοντας και ένα άγνωστο μικροφιλολογικό εύρημα για ένα από τα ποιήματα αυτά.

Παράλληλα, δράττομαι της ευκαιρίας να αναφέρω ότι το καλό περιοδικό Φαρφουλάς, στο τελευταίο τεύχος του, περιλαμβάνει σε αναστατική επανέκδοση όλα τα τεύχη του περιοδικού Φραγκέλιο που το έβγαζε ο Νίκος Βέλμος (1928-30), ενω επίσης περιέχει άγνωστα χειρόγραφα του Ν. Λαπαθιώτη -επιστολές προς Βέλμο.

Ο Λαπαθιώτης στα δημοσιευμένα του ποιήματα δεν αφήνει χώρο για τη σάτιρα. Ωστόσο, είχε ισχυρή σατιρική φλέβα η οποία παρουσιάζεται στους διαξιφισμούς του με άλλους λογίους, είτε επιστολιμαίους είτε μέσω εντύπων, όπως και σε σατιρικά ποιήματα που έμειναν αδημοσίευτα (με δυο εξαιρέσεις που θα δούμε πιο κάτω) όσο ζούσε αλλά που κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι, σε στενό ή ευρύτερο φιλικό κύκλο.

Κάποια από τα ποιήματα αυτά είναι εξόχως αθυρόστομα, άλλα είναι έξοχες πολιτικές σάτιρες ή επιγράμματα. Θα σας απογοητεύσω, αλλά σήμερα θα παρουσιάσω ποιήματα της δεύτερης κατηγορίας -αλλά μπορείτε να πάρετε μια γεύση και από την πρώτη, στο τέλος, εδώ.


Επίγραμμα του Κώτσου

Κώτσος, ο ρήγας ο τρανός, λεβέντης και ντερβίσης,
καμάρι της Ανατολής και βδέλυγμα της Δύσης,
σκεφθείς ότι, μετ’ ου πολύ, μέλλει να μπει στην Πόλη,
(έτσι, τουλάχιστον, δηλούν οι χασικλήδες όλοι…)
κι ιδών την Πόλην Κών/πολιν να γράφουν στας ‘ειδήσεις’,
και προσπαθών και εις αυτό ν’ αρμονισθεί επίσης,
θέλησε συντομότερα να γράφεται κι εκείνος,
και τ’ όνομά του συνταμών, καλείται τώρα: Κ/τίνος…
14/2/1922

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Σατιρικά, Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , , | 143 Σχόλια »

Ο Σεφέρης, η καθαρεύουσα και ο κ. Θεοδωρόπουλος

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2019

Θα σχολιάσω σήμερα στο ιστολόγιο μια πρόσφατη επιφυλλίδα του  συγγραφέα κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το ιστολόγιο σχολιάζει τις συντηρητικότατες γλωσσικές απόψεις του κ. Τ.Θ. ή που επισημαίνει τα γλωσσικά του μαργαριτάρια («που σοβατίζει ρωγμές στους τοίχους των κειμένων» κατά την ορολογία του κυρίου Τάκη).

Εννοώ την επιφυλλίδα με τίτλο «Η ταπείνωση των ελληνικών» που δημοσιεύτηκε στο πασχαλινό φύλλο της Καθημερινής.

Ήδη από τον τίτλο ο αρθρογράφος δίνει τον τόνο -και το δηλώνει και απερίφραστα στο άρθρο του, ότι «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας». Θεωρεί δηλαδή ο αρθρογράφος ότι η μητρική του γλωσσική ποικιλία είναι κάτι το υποδεέστερο, ότι δεν φτάνει στο μεγαλείο των (εξιδανικευμένων βέβαια) αρχαίων ελληνικών.

Δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπη αυτή η άποψη. Θα έλεγα μάλιστα πως κοινός τόπος της παραγλωσσολογικής συζήτησης για τα ελληνικά είναι η συνεχής σύγκριση της νέας ελληνικής με την αρχαία ελληνική, η οποία προβάλλεται ως ένα ανέφικτο ιδεώδες. Όχι μόνο επιφυλλιδογράφοι, αλλά δυστυχώς και πολλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πολλά σχολικά βιβλία καλλιεργούν εμμέσως την άποψη ότι η σημερινή νεοελληνική δεν είναι παρά ωχρό είδωλο της αρχαίας, πράγμα που βέβαια αφενός δεν βοηθά τους μαθητές να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τη μητρική τους γλώσσα και αφετέρου αποτελεί εύφορο έδαφος όπου θάλλουν κάθε λογής απόψεις για γλωσσική παρακμή, ιδίως όταν αντιδιαστέλλεται η κυρίαρχη θέση της αρχαίας ελληνικής με τη θέση της σημερινής νεοελληνικής. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει η Άννα Φραγκουδάκη, «η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που… “θα” είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά».

Δεν είναι λοιπόν πρωτότυπος ο κ. Τ.Θ. αλλά θαρρώ πως είναι από τους λίγους που χρησιμοποιούν τον όρο «ταπεινωμένη» για να περιγράψουν τη μητρική τους γλώσσα.

Βέβαια, ο ίδιος ο Τ.Θ. ίσως δεν αισθάνεται τόσο μεγάλη ταπείνωση αφού μπορεί να νιώσει τη δύναμη της πανάρχαιης γλώσσας. Όπως γράφει: «… τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. … Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών» (τα πλάγια δικά μου).

Ο συντάκτης ολοφάνερα θεωρεί πως ο ίδιος ανήκει σε αυτούς τους λίγους και εκλεκτούς «σοβαρούς αναγνώστες», σε αυτή τη «μειονότητα» των αρίστων -και προσκαλεί τον αναγνώστη να ενστερνιστεί τις απόψεις του ώστε να ελπίζει πως στο μέλλον θα γίνει κι αυτός δεκτός σε τούτο το κλειστό κλαμπ. (Αναρωτιέμαι αν οι «σοβαροί αναγνώστες» του κ. Τάκη ταυτίζονται με τους «προσεκτικούς ομιλητές» του κ. Μπαμπινιώτη -αλλά γι’ αυτό το θέμα θα πω παρακάτω).

Δεν θα σχολιάσω όλα τα σημεία του άρθρου του κ. ΤΘ διότι θέλω να σταθώ σε ένα σημείο όπου θαρρώ πως χρειάζεται αναλυτική απάντηση. Ωστόσο, κρίνοντάς το γενικά, παρατηρώ ότι ο θρηνητικός τόνος του αρθρογράφου για τα δεινά της γλώσσας μας έχει ανέβει μιαν οκτάβα -ίσως τώρα που πέθανε ο Σαράντος Καργάκος, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσογκρινιάρηδες που είχαμε, ο κ. Τάκης φιλοδοξεί να καλύψει το κενό.

Και πράγματι, προσέξτε τι γράφει: Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αλλά αυτή την ανοησία για την ομιλία (των νέων) που θυμίζει άναρθρες κραυγές και γρυλλισμούς πρώτος την έχει γράψει ακριβώς ο μακαρίτης κ. Καργάκος. Σταχυολογώ από την περίφημη «Αλαλία» του, γραμμένη πριν από καμιά τριανταριά χρόνια:

«οι νέοι μας […] έχουν φτάσει στο σημείο να συνεννοούνται με γρυλισμούς και παντομίμες», «κάποιοι νέοι χρησιμοποιούν την ελληνική σαν να κλωτσούν καρφιά», «τον γλωσσικό χουλιγκανισμό που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων […] οι νέοι μας ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν τη γλώσσα μας»

Σαν να έπαθε Καργάκο ο κύριος Τάκης.

Και προχωρώ στο σημείο που με ενδιαφέρει. Θρηνεί ο κ. Τάκης σε ύφος Γιανναρά:

Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα.

Θέλω λοιπόν να εστιαστώ στην εξής θέση: «η δημοτική του Σεφέρη … είναι γεμάτη από καθαρεύουσα»

Θεωρώ ότι ο ατεκμηρίωτος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος και λαθεμένος. Ωστόσο, είναι και θέμα ορισμού: τι θα πει «δημοτική γεμάτη από καθαρεύουσα»; Να έχει λόγιες λέξεις; Αλλά δεν κάνουν οι λέξεις τη γλωσσική ποικιλία -χρειάζεται και η σύνταξη.

Ας δούμε ένα πεζό του Σεφέρη, την πολύ γνωστή δήλωσή του κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για καθαρή καλλιεργημένη δημοτική, δηλαδή για καθαρή κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ που λέμε) και δεν βρίσκω να είναι «γεμάτο από καθαρεύουσα». Πιστεύω ότι η χρήση λέξεων όπως «ελώδη» ή «αναπότρεπτη» δεν είναι στοιχείο καθαρεύουσας -αν μη τι άλλο, στην καθαρεύουσα θα ήταν «η αναπότρεπτος».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το κείμενο αυτό, του 1969, και να χαρούμε την κρουστή γλώσσα του και το περιεχόμενό του.

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Όταν συζητήσαμε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ το άρθρο του κ. Τάκη σε συνάρτηση με το κείμενο του Σεφέρη, ο γλωσσολόγος Θανάσης Μιχάλης έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο που το μεταφέρω εδώ:

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις εσωτερικής διγλωσσίας δεν υπάρχουν δίπολα αλλά continua. Δηλαδή, δεν υπάρχει μόνο η δημοτική ως χαμηλή ποικιλία και η καθαρεύουσα ως υψηλή, αλλά πλήθος ενδιάμεσων καταστάσεων (από τα άκρα του αρχαϊσμού και του μαλλιαρισμού, στην αστική δημοτική, την καθαρή διαλεκτική δημοτική, υπερτοπικές δημοτικές, απλή καθαρεύουσα, πλήθος ιδιολέκτων κλπ). Το πρόβλημα δεν το έχει ποτέ η μητρική γλώσσα, δηλαδή η χαμηλή ποικιλία, η οποία κατακτάται κιαι περιγράφεται εύκολα, το πρόβλημα το έχουν οι τεχνητής φύσης υψηλές ποικιλίες: τι σημαίνει καθαρεύουσα; π.χ. έχει δοτική; είναι δίδω τινί ή δίδω εις τινα, λέγω τινί ή εις τινα κλπ. Το κείμενο του Σεφέρη κατά τη γνώμη μου, είναι δείγμα αστικής δημοτικής με κατεύθυνση προς τον πόλο της δημοτικής (δημοσίεψαν). … Είναι άτοπο και παράλογο να λαμβάνει κανείς ως δεδομένο ότι τύποι του διαλεκτικού ή του ποιητικού λόγου (π.χ. πέλαγο) αποτελούν την καθαρή δημοτική και, θεωρώντας το πέλαγος καθαρεύουσα, να λέει ότι η τάδε ομιλία είναι γεμάτη καθαρεύουσα. Το κείμενο του Σεφέρη και μορφολογικά (δεν υπάρχει κανένα -ις, κανένα -ιν, κανένα -ον, κανένα -χθην ή -χθησαν) και συντακτικά είναι δημοτική.

Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η τελευταία παρατήρηση. Κάτι ανάλογο έκαναν οι καθαρευουσιάνοι του 1900 που έλεγαν: αν είστε συνεπείς δημοτικιστές, δεν μπορείτε να λέτε Τέχνη, πρέπει να λέτε Μαστοροσύνη. Αλλά και ο ανώνυμος συντάκτης του χουντικού πονήματος «Εθνική γλώσσα» με τα ίδια σοφίσματα προσπαθεί να κατατροπώσει τους δημοτικιστές.

Όπως σχολίασε στην ίδια συζήτηση ο φίλος μας ο Άγγελος: Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να μπορούσα να το χαρακτηρίσω «καθαρεύουσα» — ίσως το «καταποντισΘούν», που εξισορροπείται όμως με το παραπάνω από τα «δημοσίεΨα», τα «στεκάμενα νερά», το αμετάβατο «λογαριάζουν», γλωσσικούς τύπους που εγώ τουλάχιστον, μιλώντας αυθόρμητα, δεν θα χρησιμοποιούσα (θα έλεγα «δημοσίευσα», «στάσιμα», «υπολογίζονται» ή «μετρούν».) Το να λέμε ότι ο λόγος του Σεφέρη είναι «γεμάτος καθαρεύουσα» είναι εξωφρενικό — εκτός αν εννοούμε ότι δεν είναι ψυχαρική δημοτική, πράγμα που… δεν είναι και μεγάλη ανακάλυψη!

Πράγματι, όποιος διαβάσει τις Δοκιμές του Σεφέρη θα συναντήσει τύπους που σήμερα δεν τολμάμε και πολύ να τους γράψουμε, π.χ. τρομαΧΤικός ή τη χρήση του «σαν» εκεί όπου οι μπαμπινιωτιστές θεωρούν σωστό μόνο το «ως», ας πούμε: Η εργασία μου –βιάζομαι να το τονίσω– δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σ’ ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση.

Εννοώ ότι το κείμενο που διάλεξα, η αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη εννοώ, με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι δηλαδή «δημοτικότερο» από τα πεζά που περιλαμβάνονται στις Δοκιμές του Σεφέρη. Διάλεξα το κείμενο αυτό επειδή υπήρχε στο Διαδίκτυο, αλλά είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της γλωσσικής ποικιλίας του Σεφέρη.

Και θα κλείσω με ένα άλλο κείμενο από τις Δοκιμές του Σεφέρη, γραμμένο το 1946 όταν πέθανε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, μια τοποθέτηση του Σεφέρη που αποτελεί δριμύ κατηγορώ για τη γλωσσική πολιτική του ελληνικού κράτους τον καιρό που βασίλευε η καθαρεύουσα, που τόσο τη νοσταλγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος, που τολμά να επικαλείται τον Σεφέρη για να στηρίξει τις συντηρητικότατες γλωσσικές του θέσεις:

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τεχνικά την εργασία του Αχιλλέα Τζάρτζανου. Αλλά πως εχάσαμε έναν από τους λίγους εκλεκτούς φιλολόγους που πρόσφεραν μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω.

Θα έλεγα ακόμη ότι ο Τζάρτζανος έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη λογοτεχνική γενιά που ωρίμασε και άρχισε να γράφει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η επιστημονική του εργασία συγγενεύει, καθώς νομίζω, χαρακτηριστικά με τις γλωσσικές αναζητήσεις ορισμένων λογοτεχνών της γενιάς εκείνης.

Από την αρχή του γλωσσικού αγώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου η καλλιέργεια της κοινής δημοτικής στρέφεται, κατά πρώτο λόγο, προς τη γραμματική και το τυπικό. Το πρώτο ζήτημα ήταν ποιες λέξεις θα γράφουμε και με ποια φθογγολογική μορφή θα παρουσιάζουμε αυτές τις λέξεις. Η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τόσο μεγάλη, που τα ζητήματα του μηχανισμού της ελληνικής φράσης (χρησιμοποιώ σκόπιμα έναν όρο γενικό) δε μοιάζουν να απασχολούν πάρα πολύ τους λογίους. Στην ηρωική περίοδο του δημοτικισμού (ως τα τελευταία χρόνια του Ψυχάρη περίπου) οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ελληνική έκφραση, μοιάζουν μαγνητισμένοι από το χρώμα και τη ζωηράδα της λαϊκής γλώσσας. Ήτανε φυσικό, αφού μόλις είχαν αφήσει τα άχρωμα δωμάτια της καθαρεύουσας. Σαν τον άρρωστο, που ύστερα από χρόνια βγαίνει για πρώτη φορά στο ύπαιθρο, έβλεπαν παντού τη γραφικότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου αρχίζουν να γίνουνται αισθητές άλλες ανάγκες. Πολύ συνειδητά κάποτε, και κάποτε μισοσυνείδητα, παρουσιάζεται η ανάγκη της ακρίβειας. Σ’ αυτή την ανάγκη ήρθε νομίζω να ανταποκριθεί, με τον τρόπο του, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος. Μολονότι άλλης ηλικίας, ήταν, αισθάνομαι, ένας από τους δικούς μας ο άνθρωπος που έγραψε το πρώτο Συντακτικό της δημοτικής. Και συλλογίζομαι με αρκετή πίκρα πως αν δεν είχε την τύχη να γίνει φθισικός από υπερκόπωση και πως αν δε βρίσκονταν οι συγγενείς που τον έστειλαν να περάσει τις υποχρεωτικές διακοπές της θεραπείας του στην Ελβετία, ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί κι αυτή η ανεκτίμητη εργασία.

Έχω κάπου διαβάσει πως οι κάτοικοι, δε θυμούμαι ποιας χώρας, μισούν τόσο πολύ τη βλάστηση, που μόλις ξεμυτίσει το παραμικρό πράσινο φύλλο, τρέχουν αμέσως να το ξολοθρέψουν. Θυμούμαι πάντα αυτή την εικόνα όταν συλλογίζομαι τη σημερινή γλωσσική μας κατάσταση ή την αφοσίωση ανθρώπων σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο. Γιατί όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι “απωθήσεις” που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ποια είναι η γλώσσα ενός τόπου; Η ζωντανή γλώσσα που μιλά ο λαός, όπως τη διαμορφώνουν οι καλύτεροι συγγραφείς του. Από την εποχή του Αγίου Παύλου ως το Διονύσιο Σολωμό, ο ελληνικός λαός, μέσα από συνθήκες, που εύκολα θα καταντούσαν άγλωσσο οποιονδήποτε άλλο λαό, έσωσε τη γλώσσα του για να την παραδώσει στους μορφωμένους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Μια γλώσσα ανόθευτη, που συνεχίζει πιστά και χωρίς διακοπές τη χιλιόχρονη ελληνική παράδοση, με πρωτοφανή ευλυγισία, με άπειρες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Από το Σολωμό ως τις μέρες μας, τα καλύτερα πνεύματα που μπόρεσε ν’ αναδείξει η Ελλάδα, είναι μια πλειάδα συγγραφέων που μπορούν να αντιπαραβληθούν αδίσταχτα με τους καλύτερους ξένους της ίδιας εποχής. Κι’ όμως αυτή τη γλώσσα, σήμερα ακόμη, στα 1946, τη μαθαίνουμε όχι από διδασκαλία, αλλά μπορεί να πει κανείς από μύηση. Την έχουμε αφήσει χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη. Ο νέος που θέλει να τη μάθει πρέπει να καταφύγει σε φιλολογικές έρευνες που μόνο ειδικοί θα έκαναν σε τόπους πολύ πιο προοδευτικούς από το δικό μας. Δεν έχει λεξικό· το λεξικό της Ακαδημίας βρίσκεται ακόμη στο Α –εννοώ: το στοιχείο Α. Τα πνευματικά μας ιδρύματα την καταφρονούν. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς –για να μην απαριθμεί ατέλειωτα θλιβερά δείγματα της νοοτροπίας μας– πως η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να αποκλείει μοιραία έναν επιστήμονα της ολκής και του ήθους του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για να ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα του Σολωμού και του Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο. Ηχεί σαν τα ακόλουθα παραδείγματα που έτυχε να προσέξω αυτές τις μέρες. Στο δρόμο ένας μικροαστός λέει στο φίλο του: «Ολιγουδί να μη σε βρω». Μια υπηρεσιακή πινακίδα στην ακτή του Παλιού Φαλήρου (την αντιγράφω κατά λέξη) ειδοποιεί: «Όστις ευρεθή αναμιγνυόμενος με ιδιοκτησίαν επί της ακτής ταύτης θέλει διωχθεί αυστηρώς». Το «ολίγου δειν» μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά το «αναμιγνυόμενος»;

Αυτή είναι η κατάστασή μας, και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας έτσι.

Αύγουστος 1946

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσοδιορθωτές, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 227 Σχόλια »

Υπάρχουν πράγματι εφτά εκατομμύρια ελληνικές λέξεις;

Posted by sarant στο 2 Οκτωβρίου, 2018

Η είδηση δεν δημοσιεύτηκε σε κάποιο ελληνοκεντρικό ιστολόγιο, συνοδευόμενη από προτροπές του τύπου ΔΙΕΔΩΣΤΕ! ή Διαβάστε το πριν το κατεβάσουν! Όχι, πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα, στην Καθημερινή συγκεκριμένα: Επτά εκατομμύρια ελληνικές μοναδικές λέξεις.

Επιπλέον, πρόκειται για ρεπορτάζ με θέμα το έργο μιας επιστημονικής ομάδας, που μια ανακοίνωσή της βραβεύτηκε σε πρόσφατο επιστημονικό συνέδριο, το οποίο θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Το άρθρο δηλαδή είναι σοβαρό, έστω κι αν πάσχει στο θέμα της ορολογίας, ίσως επειδή ο επιστήμονας που δίνει τη συνέντευξη δεν είναι γλωσσολόγος κι έτσι δεν χρησιμοποιεί την καθιερωμένη ορολογία ενώ κι ο δημοσιογράφος. ο Γιάννης Ελαφρός, χειρίζεται το όλο θέμα με τρόπο μάλλον αντάξιο του ονόματός του -δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στο εύκολο χαριτολόγημα, συγγνώμη.

Πράγματι, αν δεν μείνουμε στον εντελώς παραπλανητικό τίτλο και διαβάσουμε το άρθρο, βλέπουμε ότι ο ισχυρισμός δεν είναι τόσο εξωφρενικός όσο φαίνεται.

Ας δούμε την πρώτη παράγραφο

Η ελληνική γλώσσα διαθέτει σήμερα περίπου επτά εκατομμύρια μοναδικές λέξεις! Πρόκειται για αποτέλεσμα «εξόρυξης», όχι βεβαίως με σκαπάνη ή εκρηκτικά, αλλά με τις εκρηκτικές τεχνολογικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και της εξόρυξης δεδομένων (data mining). Για να βρεθεί ο συγκεκριμένος αριθμός λέξεων χρησιμοποιήθηκαν καινοτόμες μέθοδοι τεχνητής νοημοσύνης, όπως για παράδειγμα βαθιά νευρωνικά δίκτυα (υπολογιστικά δίκτυα που μιμούνται τους βιολογικούς νευρώνες) πάνω σε κείμενα από 170 εκατ. ιστοσελίδες. Ο αριθμός των επτά εκατ. δεν αφορά ρίζες, αλλά διαφορετικές λέξεις (π.χ. «άνθρωπος» και «άνθρωποι» είναι δύο διαφορετικές λέξεις).

Τι μας λέει λοιπόν το κείμενο; Ότι αποδελτιώθηκαν 170.000.000 ιστοσελίδες και ότι ο αριθμός 7 εκατομμύρια αφορά «διαφορετικές λέξεις» αλλά… μισό λεπτό! Στην παρένθεση διευκρινίζεται ότι «π.χ. «άνθρωπος» και «άνθρωποι» είναι δύο διαφορετικές λέξεις».

Άρα, δεν μιλάμε για λέξεις (λήμματα λεξικού δηλαδή) αλλά για λεκτικούς τύπους. Για παράδειγμα, η λέξη «άνθρωπος» που ήδη αναφέρθηκε είναι μία λέξη, αλλά έχει, στα νέα ελληνικά, τους εξής κανονικούς λεκτικούς τύπους: άνθρωπος, ανθρώπου, άνθρωπο, άνθρωπε, άνθρωποι, ανθρώπων, ανθρώπους, εφτά λεκτικούς τύπους δηλαδή. (Στα αρχαία ελληνικά είχε δέκα-δώδεκα, αλλά τους άλλους τους… κατάργησαν ο Βερυβάκης και ο Γαβρόγλου). Θα πρέπει να προσθέσουμε μάλλον και τους τύπους με διπλό τόνο λόγω μεταφοράς του εγκλιτικού: άνθρωπός (μας), άνθρωποί (μας).

Φυσικά, υπάρχουν πάμπολλες λέξεις (σύνδεσμοι, επιρρήματα, μόρια κτλ.) που δεν κλίνονται και έτσι έχουν μόνο έναν κανονικό λεκτικό τύπο. Από την άλλη όμως, τα ρήματα έχουν πολύ περισσότερους λεκτικούς τύπους από τα ουσιαστικά. Ένα πλήρως αναπτυγμένο ρήμα πρέπει να έχει πάνω από 100 λεκτικούς τύπους (Ο Νίκος Νικολάου υπολογίζει ότι ένα ρήμα της αρχαίας, αν έχει και δεύτερο αόριστο, φτάνει στους 740 λεκτικούς τύπους).. Οπότε, αν και δεν είναι καθόλου εύκολο να βγάλουμε έναν μέσο όρο, βλέπουμε καθαρά ότι κατά μέσον όρο μια λέξη αντιστοιχεί σε περισσότερους από έναν λεκτικούς τύπους -ίσως 10:1, αν και μπορεί να πέφτω αρκετά έξω.

Εδώ ίσως θα προβάλετε μια ένσταση. Όσο μεγάλο κι αν είναι το σώμα κειμένων που αποδελτιώθηκε, οι σπανιότερες κλιτές λέξεις, ιδίως ρήματα, δεν θα αντιπροσωπεύονται με όλους τους λεκτικούς τους τύπους. Για παράδειγμα, για το ρήμα «ενταλματοποιώ» ή «ξαναξυπνάω» θα περίμενα να βρούμε 2-3 λεκτικούς τύπους μόνο ακόμα και σε ένα τεράστιο σώμα κειμένων, όχι 100. Αυτό το βλέπουμε και στα σώματα της αρχαίας ελληνικής, όπου πάρα πολλά ρήματα εμφανίζονται με ελάχιστους λεκτικούς τύπους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , | 386 Σχόλια »

Το «λυτρισμικό» και η αντοχή της γλώσσας (άρθρο του Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2017

Είχα πει ότι φέτος το καλοκαίρι, επειδή τρέχω και δεν φτάνω, θα βάζω αρκετά σύντομα άρθρα ή επαναλήψεις παλιότερων ή αναδημοσιεύσεις άρθρων από άλλα έντυπα. Ως τώρα αυτήν την… υπόσχεση δεν την έχω τηρήσει όσο θα έπρεπε, όμως το άρθρο που αναδημοσιεύω σήμερα θα το αναδημοσίευα έτσι κι αλλιώς, διότι είναι γραμμένο από έναν έξοχο μελετητή (και) της γλώσσας μας που ταυτόχρονα είναι και μάχιμος γραφιάς και εξετάζει θέματα με τα οποία κατεξοχήν ασχολείται το ιστολόγιο, όπως είναι τα γλωσσικά δάνεια και οι νεολογισμοί. Θέλω να πω, δεν το αναδημοσιεύω για να γλυτώσω τον κόπο να γράψω δικό μου άρθρο -άλλωστε θα σχολιάσω κι εγώ τα γραφόμενα του φίλου Παντελή.

Το «λυτρισμικό» του τίτλου είναι η απόδοση του νεολογισμού ransomware, όπως χαρακτηρίζεται το κακόβουλο λογισμικό που πρόσφατα χτύπησε υπολογιστές σε ολόκληρο τον κόσμο: σου κλειδώνει τα αρχεία και για να τα ξεκλειδώσεις και να μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις πρέπει να πληρώσεις ένα όχι εξωφρενικό ποσό, που συνήθως είναι εκφρασμένο στο ηλενόμισμα Bitcoin.

Όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε να πούμε ότι στην αργκό της πληροφορικής συνηθίζεται να κατασκευάζονται ευκαιριακοί όροι με κατάληξη σε -ware, πάνω στο πατρόν των software/hardware, και σε αυτό το μοτίβο εντάσσεται και το ransomware. Στην ελληνική οροδοσία στον τομέα της πληροφορικής, συνηθίζεται οι ευκαιριακοί αυτοί όροι να αποδίδονται με νεολογισμούς σε -ισμικό, ακριβώς πάνω στο πατρόν του «λογ-ισμικό» (software) ενώ και το hardware, που παλιότερα το είχαμε πει «υλικό» τώρα όλο και περισσότερο το λέμε «υλισμικό» μεταξύ άλλων για να αποφύγουμε την ασάφεια και το μπέρδεμα με το material κτλ.

Σε ένα λεξικό πληροφορικής που είχε βγει το 2008 βρίσκω τέτοιους όρους όπως nagware = ενοχλησμικό (πρόκειται για το δοκιμαστικό λογισμικό που για να σε σπρώξει να αγοράσεις την κανονική του έκδοση παρεμβάλλει διάφορες ενοχλητικές υπενθυμίσεις κατά τη λειτουργία του) ή hijackware = αιχμαλωτισμικό. Δεν μακροημέρευσαν αυτοί οι όροι, δεν γκουγκλίζονται καν (λάθος: τώρα γκουγκλίζονται) αλλά το λυτρισμικό μάλλον θα μείνει -η επιτυχία ενός όρου είναι σε ένα βαθμό συνάρτηση και της τριβής. Η ΕΛΕΤΟ πάντως χρησιμοποιεί, με μέτρο, την αντιστοιχία -ware = -ισμικό, και το ίδιο κάνω κι εγώ στις μεταφράσεις μου.

Αλλά είπα πολλά, οπότε θα δώσω τον λόγο στο άρθρο του Παντελή Μπουκάλα (η αρχική δημοσίευση εδώ). Παρεμβάλλω καναδυό δικά μου σχόλια που τα βάζω με πλάγια.

Το «λυτρισμικό» και η αντοχή της γλώσσας

Άλλες λέξεις τις μαθαίνουμε ακούγοντάς τες, από τη νηπιακή ηλικία κι ώς τα γεράματά μας, κι άλλες τις πρωτοσυναντάμε γραμμένες, τυπωμένες σε βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά ή ιστοσελίδες. Η γλωσσική μας εκπαίδευση δεν σταματάει ποτέ, και πάντα η ικανότητά μας να οικειοποιούμαστε και να απομνημονεύουμε υπολείπεται της όρεξής μας να μαθαίνουμε. Οσο για την αναλογία ανάμεσα στις λέξεις της ακοής και τις λέξεις της όρασης, εξαρτάται από την ηλικία του καθενός, τη δουλειά, τις παρέες, τις σχέσεις του με το διάβασμα· γενικότερα, εξαρτάται από τον τόπο όπου γεννιέται και τον χρόνο. Το τυχαίο καθορίζει ποια μοίρα θα διανύσει αυτό το μάτσο γονίδια που αποτελεί τον καθένα μας. Επίσης τυχαίο είναι, και τελικά αδιάφορο, αν έναν καινούργιο όρο τον πρωτογνωρίζεις διαβάζοντάς τον ή ακούγοντάς τον.

Τον όρο «λυτρισμικό» έτυχε να τον συναντήσω πρώτη φορά γραμμένο σε κάποιο σάιτ, όχι πολύ καιρό πριν. Τα συμφραζόμενα επέτρεψαν τη γρήγορη αποκωδικοποίησή του. Η λέξη ήταν ενταγμένη σε μια είδηση για τους μπελάδες που προκάλεσε οικουμενικώς κάποιος νέος ψηφιακός ιός, από αυτούς που κατασκευάζει κάθε κρατική μυστική υπηρεσία που σέβεται την παράδοσή της, κι ύστερα πέφτουν στα χέρια ιδιωτών κατεργαραίων, από τους αναρίθμητους που λυμαίνονται το Διαδίκτυο. Στο Διαδίκτυο βρήκα και τον ορισμό: «Το λυτρισμικό, γνωστό και ως ransomware, είναι λογισμικό κακόβουλης λειτουργίας υπολογιστή που περιορίζει την πρόσβαση στα αρχεία σας ή τα κρυπτογραφεί, ενώ μπορεί ακόμα και να σας εμποδίσει να χρησιμοποιείτε τον υπολογιστή σας εντελώς. Στη συνέχεια, προσπαθεί να σας εξαναγκάσει να πληρώσετε χρήματα (λύτρα), για να αποκτήσετε ξανά πρόσβαση σε αυτά».

Εχουμε λοιπόν παραγωγή μιας νέας λέξης, έστω με πρότυπο κάποια ξένη, αγγλική, το «ransomware», που πλάστηκε κατά το «software» και το «hardware» (με πρώτο συνθετικό το «ransom» = λύτρα ή εξαγορά διά λύτρων). Το «ransomware» δεν υπάρχει βέβαια σαν λήμμα στο σαραντάχρονο «Αγγλοελληνικόν λεξικόν» του οίκου «Penguin Books» που χρησιμοποιώ, αφού αποτελεί καρπό των υπερτεχνολογικών καιρών μας. Το δικό μας «λυτρισμικό» δεν μεταφράζει μηχανικά κάποιο «lytrismic», για παράδειγμα, ώστε να το μεταφέρει στα ελληνικά, και μάλιστα με την επηρμένη σιγουριά ότι πρόκειται για αντιδάνειο, «πάλι μας χρωστάνε» κ.τ.λ. Με την επινόηση της νέας ελληνικής λέξης αποδίδεται το νόημα της ξένης, η ουσία της. Στην περίπτωση αυτή συμβαίνει νομίζω κάτι ουσιωδέστερο και δημιουργικότερο απ’ ό,τι όταν εισάγονται στην ελληνική, σαν ήχος πρώτα, ο «hacktivism» και ο «hacktivist», ο «χακτιβισμός» και ο «χακτιβιστής», δηλαδή ο χάκερ-ακτιβιστής, ο πειρατής που διεισδύει στο Ιντερνετ για να προωθήσει κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό μήνυμα.
Ελληνική λέξη είναι και ο «χακτιβιστής», ή θα γίνει με τον καιρό και με τη χρήση. Ελληνική και ο χάκερ, έχει άλλωστε λεξικογραφηθεί. Λήμμα «χάκερ» υπάρχει τόσο στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη όσο και στο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών, τη σύνταξη και την επιμέλεια του οποίου υπογράφει ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, ως επικεφαλής συνεργατικής ομάδας. Στο Λεξικό της Ακαδημίας μάλιστα παρατίθενται και τα λήμματα «χακεριά» (και «χακιά», στην αργκό) και «χακεύω». Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τις λέξεις χακάρω (κατά το σερφάρω), χακεράς, χακερόνι και χακάρισμα, η ύπαρξη και η ευρεία χρήση των οποίων δείχνει πως ο μητρικός όρος είναι ήδη κατακτημένος. Οχι απλώς εξελληνισμένος αλλά ελληνικός.

Αν θα βρεθεί, και πότε, κάποιος αποφασισμένος να πάρει τη σκυτάλη από τον Στέφανο Κουμανούδη και να εκπονήσει και αυτός μια «Συναγωγή νέων λέξεων» υπό των λογίων αλλά και του δήμου πλασθεισών, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Και μάλλον ομάδα ασκητών θα ’πρεπε να αναλάβει αυτή τη δουλειά, όχι ένας. [Κάνει κάποια δουλειά προς αυτή την κατεύθυνση η Ακαδημία Αθηνών με το Δελτίο Νεολογισμών της -Ν.Σ.] Και τα λεξικά που ήδη κυκλοφορούν, πάντως, δείχνουν με τη συνεχώς διευρυνόμενη ύλη τους πως η γλώσσα μας δεν πνέει τα λοίσθια, όπως πεισματικά διατείνονται οι κήρυκες του θανάτου της και τελεστές των μνημοσύνων της. Το «λυτρισμικό» δεν το περιέχουν βέβαια, δεν έχουν προλάβει, άλλωστε ποτέ τα λεξικά δεν προλαβαίνουν τη γλωσσική δημιουργία. Το «λογισμικό» όμως το έχουν αποθησαυρίσει από χρόνια. Εχουν επίσης καταγράψει τις λέξεις που γέννησε η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του Διαδικτύου και η ανάγκη των ανθρώπων να συνεννοούνται μεταξύ τους για όσα τα αφορούν.

Το Λεξικό Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην επανεκτύπωση της α΄ έκδοσης του 1998 που κοιτάζω, δίνει τα λήμματα «κυβερνοπάνκ» και «κυβερνοχώρος». Νεότερο το Λεξικό Χαραλαμπάκη, του 2014, είναι φανερά πλουσιότερο στην καταγραφή σύνθετων λέξεων με α΄ συνθετικό το «κυβερνο-». Στο κυβερνοπάνκ και τον κυβερνοχώρο προσθέτει δεκαπέντε λέξεις ήδη συχνές και στην προφορική γλώσσα και στη γραπτή, τη δημοσιογραφική και τη συγγραφική: κυβερνοδιάστημα, κυβερνοέγκλημα, κυβερνοεπίθεση, κυβερνοκατασκοπεία, κυβερνοκόσμος, κυβερνοκουλτούρα, κυβερνολογοτεχνία, κυβερνοναύτης, κυβερνοπειρατής, κυβερνοπόλεμος, κυβερνοπολίτης, κυβερνοσέξ, κυβερνοσφετερισμός, κυβερνοτέχνη, κυβερνοτρομοκρατία. Παλαιότερη όλων η κυβερνοκουλτούρα, που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1963, σαν «cyberculture». [Στην 2η έκδοση – 2η ανατύπωσή του (2005) το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει προσθέσει άλλα δύο κυβερνολήμματα: κυβερνοναύτης και κυβερνοπειρατής (και -τεία). Το παλαιότερο ΛΚΝ (1998) έχει μόνο το λήμμα «κυβερνοχώρος». ]

Σε άλλους καιρούς η ελληνική δανειζόταν και υιοθετούσε ξένες λέξεις, προσαρμοσμένες μορφολογικά και κλιτικά στο σύστημά της ή όχι, για να ονομάσει λ.χ. στοιχεία της ενδυμασίας και της δίαιτας. Και δεν πάω στη βαθιά αρχαιότητα, στον χιτώνα, τη χλαίνη, το σάνδαλον ή τον σίτον, το σύκον, το σήσαμον και το ερέβινθον, δάνεια όλα, όπως συμφωνούν οι περισσότεροι γλωσσολόγοι, από γλώσσες της Μεσογείου ή της Μικράς Ασίας. [Θα άξιζε ίσως ειδικό άρθρο για τα δάνεια της ελληνικής από τη λατινική. Μιλάμε για λέξεις πολύ βαθιά ριζωμένες στη γλώσσα και τη ζωή μας: σπίτι, σκάλα, μαντάτο, κάμπος, καμπάνα, κάγκελο κτλ.]  Μιλάω για το παντελόνι («αντιδάνειο» από το «Πανταλέων» διά του Pantaleone, χαρακτήρα της ιταλικής κομέντια ντελ άρτε; έστω), την μπλούζα, τη φούστα και τη φουστανέλα, τη γραβάτα και την κάλτσα, και για το πουλόβερ βέβαια ή το φούτερ. Αλλά και για το σάμαλι και τη σαντιγί, το παντεσπάνι, τους κεφτέδες (που δεν υποχώρησαν μπροστά στα προταθέντα «κρεατοσφαιρίδια») και τη μακαρονάδα· που μάλλον δεν θα την απολαμβάναμε με τον ίδιο ενθουσιασμό αν μας είχε πείσει η υπόθεση ότι κατάγεται από τη μεσαιωνική «μακαρία», το νεκρόδειπνο. Με την εισαγωγή αυτοκινήτων εισήχθησαν και λέξεις του τομέα τους, από τον λεβιέ ώς το σασμάν. Σήμερα υιοθετούμε όρους των κομπιούτερ και του Ιντερνετ, αναπλασμένους ή μη, ατόφιους ή προσαρμοσμένους.

Δύναμη και πλούτος είναι για τις γλώσσες ο δανεισμός, όχι αδυναμία και φτώχεια. Μήπως δεν είναι παντοδύναμη η αγγλική, που λέμε ότι δανείστηκε από την ελληνική τη μία στις τρεις ή τέσσερις λέξεις της;

 

 

Posted in πληροφορική, Αναδημοσιεύσεις, Γλωσσικά δάνεια, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , | 161 Σχόλια »

Η ιδιοκατοίκηση είναι κακό πράγμα, περίπου σαν τον αντισημιτισμό ή την παχυσαρκία

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2017

Δεν το λέω εγώ αυτό -ο τίτλος ειρωνεύεται το περιεχόμενο ενός άρθρου του Διονύση Γουσέτη, που δημοσιεύτηκε χτες στην Καθημερινή, με τίτλο «Τα ευρωπαϊκά ρεκόρ των Ελλήνων«. Ο συγγραφέας δεν εννοεί ρεκόρ στον στίβο ή γενικότερα στον αθλητισμό (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι τόσο πολλά, αμφιβάλλω αν θα γέμιζαν άρθρο) αλλά διάφορα μεγέθη και κοινωνικούς δείκτες, στα οποία η Ελλάδα υποτίθεται ότι έχει μια σειρά από πρωτιές αλλά και από τελευταίες θέσεις.

Διάλεξα να σχολιάσω σήμερα το άρθρο αυτό αλλά θα ζητήσω και τη δική σας βοήθεια, όσοι έχετε ταλέντο σε αναζητήσεις διαδικτυακές, για να επιβεβαιωθούν ή να ανασκευαστούν οι ισχυρισμοί του Δ. Γουσέτη. Παρακινήθηκα να γράψω το σημερινό σημείωμα επειδή είδα ότι το άρθρο του Δ.Γ. περιέχει πολλές ανακρίβειες, σε τέτοιο βαθμό που να καταντά ανέντιμο, και επειδή με εκνευρίζουν οι αφορισμοί του τύπου «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό» (καλό ή κακό, δεν έχει σημασία).

Είναι βαριά κουβέντα να λες «ανέντιμο», αλλά ο αρθρογράφος διαβεβαιώνει ότι οι ισχυρισμοί του βασίζονται σε στατιστικές τις οποίες έχει συγκεντρώσει από διάφορες πηγές, έστω κι αν αιδημόνως αποφεύγει να δώσει έστω και μια παραπομπή, παρόλο που με την ηλεκτρονική δημοσίευση είναι πανεύκολο να προστεθούν υπερσύνδεσμοι στο κείμενο. Αλλά ας δούμε καλύτερα τους ισχυρισμούς.

Και πρώτα οι «ελληνικές πρωτιές»:

Είμαστε πρώτοι σε: γήρανση πληθυσμού, μέγεθος κράτους, διαφθορά, απεργίες, ανεργία, αρνησιδικία, καπνιστές, αλκοόλ, ναρκωτικά, παχυσαρκία, εκτρώσεις, τροχαία ατυχήματα, εξαγωγή φοιτητών, ατμοσφαιρική ρύπανση, τραγούδι και χορό, τηλεθέαση, αριθμό τηλεοράσεων ανά νοικοκυριό, ιδιωτικές δαπάνες για υγεία και παιδεία, γιατρούς, πλαστικές εγχειρήσεις, τοκετούς με καισαρική, ρατσισμό, ξενοφοβία, παραβιάσεις πολεοδομικής νομοθεσίας, περιβαλλοντικές παραβάσεις, βρωμιά πρωτεύουσας, ακρίβεια, φοροδιαφυγή, ιδιοκατοίκηση, παραοικονομία, στρατιωτικές δαπάνες, σπατάλη δημοσίου χρήματος, σπατάλη ενέργειας, αντιαμερικανισμό, ευρωσκεπτικισμό, ποσοστά νεοναζί, θρησκευτικότητα, παιδική θνησιμότητα, τζόγο, αντισημιτισμό, ισοβίτες.

Αν χάσατε τον λογαριασμό, 42 πρωτιές.

Και οι τελευταίες θέσεις:
Είμαστε τελευταίοι σε: ανάγνωση εφημερίδων, πωλήσεις, δανεισμό και ανάγνωση βιβλίων, χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, πολιτικές ελευθερίες, ελευθερία του Τύπου, διαχείριση σκουπιδιών, ανακύκλωση, δωρητές οργάνων, εκπροσώπηση των γυναικών στις δομές εξουσίας, συνθήκες διαβίωσης ηλικιωμένων, παροχή ασύλου, δίκτυο σιδηροδρόμων, μουσεία, βιβλιοθήκες, κινηματογράφο, ραδιόφωνο, θέατρο, μουσικές συναυλίες, δαπάνες για αναψυχή και πολιτιστικές δραστηριότητες, πράσινο στις πόλεις, ξένες επενδύσεις, πρόνοια, παιδεία, ποιότητα λαμβανόμενης γνώσης, ανταγωνιστικότητα, προστασία του περιβάλλοντος, ενσωμάτωση νομοθεσίας Ε.Ε., εφαρμογή κοινοτικών οδηγιών, απορρόφηση των κονδυλίων της Ε.Ε., γονιμότητα, κοινωνική δικαιοσύνη. Επίσης, είμαστε η μοναδική χώρα της Ε.Ε. που εικόνες παρελαύνουν με τιμές αρχηγού κράτους. Που δεν έχει καύση νεκρών. Που έχει αδέσποτα σκυλιά, δύο εκατ. αυθαίρετα ακίνητα και μαθητικές παρελάσεις. Που οι δημόσιοι υπάλληλοι αμείβονται περισσότερο από τους ιδιωτικούς.

Και η αιτία;

Αν προσέξει κανείς, διαπιστώνει ότι τα συντριπτικά περισσότερα από αυτά τα αρνητικά ρεκόρ δεν οφείλονται στο DNA μας, αλλά στο ότι δεν έχουμε ή δεν σεβόμαστε τους θεσμούς. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευρωπαϊκή Ένωση, Εφημεριδογραφικά, Μόνο στην Ελλάδα, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Με το νι και με το σίγμα (Παντελής Μπουκάλας)

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2017

Στις καθημερινές μας εφημερίδες δεν γράφονται πολύ συχνά επιφυλλίδες για γλωσσικά θέματα οπότε αξίζει να αναδημοσιεύονται οι εξαιρέσεις. Σήμερα θα αναδημοσιεύσω τη χτεσινή επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, που θίγει δυο-τρία θέματα σχετικά με τη γλώσσα και με τα ενδιαφέροντα του ιστολογίου. Για να μη μου πείτε όμως ότι τεμπελιάζω, προσθέτω κι εγώ κάμποσα δικά μου, προλογικά και επιλογικά, σχετικά και άσχετα με το άρθρο του Παντελή.

Το άρθρο του Μπουκάλα έχει τίτλο «Με το νι και με το σίγμα», επειδή ανάμεσα στα άλλα θέματά του θίγει το πώς γράφτηκε το όνομα της Αλοννήσου στα δελτία ειδήσεων τις περασμένες μέρες, που το νησί των Σποράδων βρέθηκε στην επικαιρότητα εξαιτίας του χιονιά. Με ένα ή δύο νι; Με ένα ή δύο σίγμα;

Ωστόσο, ο Παντελής εδώ κάνει και λογοπαίγνιο, αφού «κλείνει το μάτι» στη γνωστή έκφραση «με το νι και με το σίγμα». Όταν λέμε κάτι «με το νι και με το σίγμα», το λέμε με όλες τις λεπτομέρειες, χωρίς να παραλείψουμε τίποτα. Για παράδειγμα, στη Βέρα του Κεχαΐδη ένας ήρωας λέει: «Θα πάω και θα τα πω στον άντρα της! Όλα! Όλα! Με το νι και με το σίγμα!»

Όπως έχουμε γράψει κι άλλη φορά, η έκφραση πρέπει να γεννήθηκε από τη διαπίστωση της απόστασης ανάμεσα στους τύπους της καθαρεύουσας που διδάσκονταν στα σχολεία, όπως πόλις, πίστις, σχολείον, παιδίον, και στους δημοτικούς τύπους που χρησιμοποιούνταν στον προφορικό λόγο: πόλη, πίστη, σχολείο/σκολειό, παιδί. Οι καθαρεύοντες τύποι θεωρήθηκαν πληρέστεροι αφού είχαν τα τελικά νι και σίγμα που είχαν εκπέσει στους τύπους της καθομιλουμένης (χώρια που το τελικό σίγμα παραλείπεται πριν από τις αντωνυμίες σε κάποιες διαλέκτους, π.χ. ο Νίκο μας, ο πατέρα μου κτλ.) Ταυτόχρονα βέβαια, η παροιμία δείχνει ότι τα τελικά ν και ς θεωρούνταν επίσης λεπτομέρειες, που δεν χάθηκε κι ο κόσμος αν παραλειφθούν και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις προστίθενται.

Η Αλόννησος γράφεται αρκετές φορές και με ένα νι ενώ επίσης τη βλέπουμε κάποτε και με δύο σίγμα (*Αλόνησσος) κάτι που πρέπει να είναι επίδραση από τη γραφή Alonissos στο λατινικό αλφάβητο (όπου βέβαια το διπλό s χρειάζεται για να μην προφερθεί ζ). Ωστόσο, το ενδιαφέρον είναι ότι η ονομασία Αλόννησος δόθηκε στο νησί το 1838 και ότι κατά πάσα πιθανότητα το νησί δεν ταυτίζεται με την αρχαία Αλόννησο. Πριν από το 1838 το νησί ονομαζόταν Λιαδρόμια ή Λιοδρόμια ή Χιλιοδρόμια. Η Αλόννησος των αρχαίων μπορεί να είναι το (σχεδόν ακατοίκητο) νησί Κυρά Παναγιά που βρίσκεται βορειότερα απ’ τη σημερινήν Αλόννησο, η οποία στην αρχαιότητα λεγόταν Ίκος. Αν ξέρετε κάτι παραπάνω για το θέμα, το βάζετε στα σχόλια -εγώ δίνω τη σκυτάλη στον Παντελή Μπουκάλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 116 Σχόλια »

Το ΤΣΔΟ των ΚΕΠΛΗΝΕΤ του ΠΣΔΜΜΜΜ (της Λίνας Γιάνναρου)

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2016

Το άρθρο που ακολουθεί έχει, όπως θα το μαντέψατε, θέμα του τα ακρώνυμα που συναντάμε στην καθημερινότητά μας. Η κυρία Λίνα Γιάνναρου, πριν το γράψει, συζήτησε μαζί μου και παραθέτει αρκετά πράγματα από αυτά που είπαμε -με την ευκαιρία, να την ευχαριστήσω για τα καλά της λόγια. Θυμίζω ότι είχαμε ξανά «συνεργαστεί» σε ένα άρθρο περί γλωσσικών μύθων το μακρινό 2009 (βρε πώς περνάνε τα χρόνια!)

Δημοσιεύω εδώ το άρθρο της Λίνας Γιάνναρου όπως δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή και στο τέλος λέω κι εγώ μερικά ακόμα.

Το ΤΣΔΟ των ΚΕΠΛΗΝΕΤ του ΠΣΔΜΜΜΜ

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ήταν κατηγορηματικός στο συνέδριο του κόμματος: «Δεν μπορεί να χαράζεται στρατηγική σε ορισμένα υπουργεία αγνοώντας τις επεξεργασίες των αντίστοιχων τμημάτων και των ΕΠΕΚΕ». Το ακροατήριο κατάλαβε αμέσως σε τι αναφερόταν, όπως και οι κυβερνητικοί συντάκτες. Οι λιγότερο μυημένοι στη συγκεκριμένη αργκό ρωτήσαμε τον διπλανό μας (δηλαδή το google), που μας απάντησε ότι ΕΠΕΚΕ είναι οι Επιτροπές Παραγωγής και Ελέγχου Κυβερνητικού Εργου. Γενικά, η εν λόγω μηχανή αναζήτησης είναι η πιο χρήσιμη βοήθεια όταν παρακολουθείς ομιλίες δημόσιων λειτουργών ή όταν εισέρχεσαι βαθιά σε υπηρεσιακά έγγραφα και νόμους, όταν βουτάς στο κράτος. «Η πειθαρχικώς διωκόμενη υπάλληλος υπέβαλε στην Περιφερειακή Δ/νση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο πλαίσιο της αξιολόγησης υποψηφίων εκπαιδευτικών για τοποθέτηση υπευθύνων ΣΕΠ στα ΚΕΣΥΠ…», έγραφε το πόρισμα του γενικού επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο διάβαζα στο πλαίσιο ρεπορτάζ για τη διαφθορά. Το google με έβγαλε στη σελίδα του ΕΟΠΠΕΠ (Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού), όπου ξεκάθαρα αναφερόταν ότι ΚΕΣΥΠ είναι τα Κέντρα Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. (Το ΣΕΠ το θυμόμουν από το σχολείο.) Το καλοκαίρι, αντικαθιστώντας τον διαπιστευμένο συντάκτη στο ΥΠΕΝ (υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας), πρώην ΥΠΑΠΕΝ, πρώην ΥΠΕΚΑ, νυν και αεί ΥΠΕΧΩΔΕ (η σελίδα του υπουργείου παραμένει ypeka.gr, προφανώς επειδή ο υπεύθυνος διαχειριστής απείλησε με παραίτηση), γκούγκλαρα σε μία μόνο μέρα τα ακρώνυμα ΑΣΑ, ΣΔΙΤ, ΕΜΑΚ (όχι η γνωστή), ΠΕΣΔΑ, ΦΟΣΔΑ, ΚΑΕΔΙΣΠ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ακρώνυμα, Αναδημοσιεύσεις | Με ετικέτα: , , | 182 Σχόλια »

Οι αντιεξουσιαστές και η παραοικονομία

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2016

Μη σας τρομάζει ο τίτλος, το άρθρο δεν πρόκειται να εξετάσει την υπαρκτή ή υποτιθέμενη σχέση των αντιεξουσιαστών με την παραοικονομία. Δεν θα με απασχολήσουν τα δυο αυτά φαινόμενα, αλλά (εμείς εδώ λεξιλογούμε, γιά) οι δυο λέξεις που τα περιγράφουν.

Τι κοινό έχουν οι δυο λέξεις, αντιεξουσιαστές και παραοικονομία; Θα το δείτε στη συνέχεια του άρθρου.

Την αφορμή για το άρθρο μού την έδωσε μια «επιστολή αναγνώστη» στην προχτεσινή Καθημερινή. Να πω παρεμπιπτόντως ότι η στήλη της αλληλογραφίας αναγνωστών της Καθημερινής έχει αναδειχτεί σε προπύργιο (και) του γλωσσικού συντηρητισμού, αφού συστηματικά, με συχνότητα περίπου δισεβδομαδιαία, δημοσιεύονται σ’ αυτήν επιστολές γλωσσικώς ανησυχούντων πολιτών. Βέβαια, και η ίδια η ύλη της εφημερίδας προδιαθέτει για μια τέτοια στείρα ρυθμιστική και καταστροφολογική στάση περί τα γλωσσικά, αφού πλάι στον Χρήστο Γιανναρά, ο οποίος αρθρογραφεί για την αιωνίως θνήσκουσα ελληνική γλώσσα εδώ και μερικές δεκαετίες, προστέθηκε τελευταία ο ιδανικός εραστής της καθαρεύουσας Τάκης Θεοδωρόπουλος, που χαρίζει απλόχερα τα μαργαριτάρια του.

Έδωσα παραπάνω την παραπομπή, αλλά αφού η επιστολή είναι σύντομη την αναδημοσιεύω εδώ:

Το «ι» δεν έχει θέση στους… αντεξουσιαστές

Κύριε διευθυντά
Η γλώσσα μας είναι από τα λίγα που στέκονται ακόμη, μολονότι την έχουν κουρελιάσει τα ΜΜΕ. Μήνες τώρα παρακολουθώ τον όρο «αντιεξουσιαστές».  Τι μόρφωμα κι αυτό; Λέμε ποτέ αντιεπίθεση; αντιαμείβω; αντιαγωνισμός; αντιέλληνας; αντιωνυμία; (Βέβαια λένε όλοι «αντηλιακό» για το ΑΝΘΗΛΙΑΚΟ, άλλη κοτσάνα…).

Ντροπή σ’ όλα τα γραπτά μέσα και τους αρμόδιους. Αυτοί οι ακατανόμαστοι είναι αντεξουσιαστές. Ευτυχώς δεν είμαστε όλοι αναλφάβητοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Λαθολογία | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Ο κ. Θεοδωρόπουλος και το κάτεργο

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2016

Επειδή το όνομα του τίτλου είναι σχετικά κοινό, να διευκρινίσω πως εννοώ τον λογοτέχνη κ. Τάκη Θεοδωρόπουλο και την κυριακάτικη επιφυλλίδα του στην Καθημερινή, με τίτλο «Τα ελληνικά ως κάτεργο», έναν τίτλο που αποκτά εμμέσως επικαιρότητα διότι θυμίζει την επιφυλλίδα του αείμνηστου πλέον Ουμπέρτο Έκο «Τα λατινικά σαν τιμωρία», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή» και που μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Κάτεργο τα ελληνικά λοιπόν στην εκπαίδευση -αλλά ποια ελληνικά; Όπως άλλοι ξεκινούν με γκολ από τ’ αποδυτήρια, ο κ. Θεοδωρόπουλος αρχίζει με λαθροχειρία από τον τίτλο -διότι δεν εννοεί, βεβαίως, τα ελληνικά γενικώς, αλλά τα αρχαία ελληνικά. Δεν θέλω να χάσουμε χρόνο με το άγονο ερώτημα του αν τα ελληνικά είναι μία και ενιαία γλώσσα -ερώτημα βεβαίως που θα απαντιόταν πανεύκολα αν σας έδινα (ή αν μου δίνατε) μια σελίδα Θουκυδίδη. Το θέμα είναι ότι ακόμα και για έναν οπαδό του δόγματος της μίας και ενιαίας, ειδικά σε ένα άρθρο σαν κι αυτό, που αναλύει τη δυσκολία της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο, θα έπρεπε να γίνεται η διάκριση. Τη διάκριση άλλωστε την κάνει και ο ίδιος ο συντάκτης στην αρχή-αρχή της επιφυλλίδας του: Φ​​ίλη μού έλεγε προχθές πως τα εγγόνια της, πρώτη και τρίτη γυμνασίου, δυσκολεύονται πολύ με τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Τα αρχαία ελληνικά λοιπόν είναι (κατά Θεοδωρόπουλον) κάτεργο.

Όμως, στη συνέχεια της επιφυλλίδας του, και στο πιο καίριο ίσως σημείο της, ο κ. Θ. επιστρατεύει ξανά τη λαθροχειρία:

Απέναντι σ’ αυτόν τον τρόπο διδασκαλίας ο μαθητής (…) είναι απολύτως φυσιολογικό να μισήσει τα αρχαία ελληνικά. Ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ξένη γλώσσα η οποία, σε αντίθεση με τα αγγλικά, δεν του είναι χρήσιμη ούτε στα αεροδρόμια ούτε για να περιηγηθεί στο Διαδίκτυο. Οι ώρες που ξοδεύονται είναι σαν τις ώρες του καταδίκου που περιμένει την αποφυλάκισή του. Κάποια ποινή εκτίει. Και για ποιο έγκλημα έχει καταδικασθεί; Είναι απλό: γεννήθηκε Ελληνας, και επειδή γεννήθηκε Ελληνας πρέπει να μιλάει ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Εκπαίδευση, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 233 Σχόλια »

Ο κ. Γιανναράς και η Ανεξάρτητη Αρχή Γλωσσικής Προστασίας

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2016

Το ιστολόγιο κι άλλες φορές έχει σχολιάσει γλωσσικές απόψεις του κ. Χρήστου Γιανναρά, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει θρηνήσει κατ’ επανάληψη την «αιωνίως θνήσκουσα» γλώσσα μας. Θα θυμάστε, ας πούμε, ότι είχε χαρακτηρίσει τη θέσπιση του μονοτονικού συστήματος συμφορά ασύγκριτα χειρότερη από τη μικρασιατική καταστροφή (εδώ το απαντητικό μας άρθρο). Στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής, ο κ. Γιανναράς επανέρχεται στα γλωσσικά, με μια πρόταση που δεν θυμάμαι να έχει διατυπώσει άλλη φορά, και που ίσως αξίζει να σχολιαστεί.

Ο κ. Γιανναράς διατυπώνει την πρότασή του στην αρχή κιόλας της επιφυλλίδας του: Θα ήταν ίσως συνετό (αν θυμόμαστε ακόμα τι σημαίνει η λέξη «σύνεση») να αποκτούσαμε στο ελλαδικό μας (τάχα και) κράτος μια επιπλέον «ανεξάρτητη αρχή»: αρχή «γλωσσικής προστασίας».

Ποια θα είναι η αποστολή αυτής της ανεξάρτητης αρχής; Μας το αναπτύσσει παρακάτω:

Mια «ανεξάρτητη αρχή γλωσσικής προστασίας» θα έδινε συντεταγμένη μάχη με θεσμικά μέτρα για την ποιοτική καλλιέργεια της γλωσσικής εκφραστικής. Θα μπορούσε να παρεμβαίνει και προληπτικά για τη μείωση βαρβαρισμών (παραβίασης γραμματικών κανόνων και γλωσσικής αισθητικής) ή σολοικισμών (παραβίασης συντακτικών κανόνων και γλωσσικής λογικής) στον δημόσιο λόγο: Nα εξετάζει σε προφορική δοκιμασία τους υποψήφιους να εργαστούν ως εκφωνητές ή παρουσιαστές ειδήσεων, συντονιστές συζητήσεων, πολιτικοί αγορητές, συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες, σχολιαστές παρελάσεων, δημόσιων τελετών, εόρτιων επετείων κ.τ.ό.

Ο κ. Γιανναράς μπαίνει ακόμα και σε λεπτομέρειες, δίνει παραδείγματα των… θεμάτων των εξετάσεων γλωσσικής επάρκειας: Nα τους ζητάει να διακρίνουν, π.χ., το σωστό από το λάθος: Oκτώ-βριος ή Oκτώμ-βριος, Σεπ-τέμβριος ή Σεμ-πτέβριος; «Oσον αφορά» ή «ως αναφορά»; «Aφήνω μια πληροφορία-φήμη-είδηση να διαρρεύσει» ή «διαρρέω» μια πληροφορία-φήμη-είδηση; Ποια είναι η σωστή προστακτική: «Eπανάλαβε» ή «επανέλαβε», «απόδειξέ το» ή «απέδειξέ το», «ανάπνεε κανονικά» ή «ανέπνεε κανονικά»;

Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πώς θα λειτουργεί η Ανεξάρτητη Αρχή Γλωσσικής Προστασίας της πρότασης Γιανναρά. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η Αρχή δεν θα εξετάζει μόνο («προληπτικά») τους δημοσιογράφους της τηλεόρασης, αλλά και υποψήφιους να εργαστούν ως πολιτικοί αγορητές ή συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσική αλλαγή | Με ετικέτα: , , , | 226 Σχόλια »

Ο κ. Γιανναράς, η Μικρασιατική καταστροφή και το μονοτονικό

Posted by sarant στο 25 Νοεμβρίου, 2014

Δεν πολυχρησιμοποιώ τη λέξη «παραλήρημα» κι ούτε μ’ αρέσει που έχει γίνει της μόδας να εκτοξεύεται ο χαρακτηρισμός για οποιαδήποτε σχεδόν τοποθέτηση με την οποία διαφωνούμε (το έχω γράψει κιόλας), αλλά φοβάμαι πως δεν θα έπεφτε και πολύ έξω όποιος χαρακτήριζε έτσι την προχτεσινή επιφυλλίδα του κ. Χρήστου Γιανναρά που, παρά τον τίτλο της («Παγιδευμένοι στον εθνομηδενισμό» !), είχε θέμα της το μονοτονικό σύστημα.

Βέβαια, όταν λέμε παραλήρημα συνήθως εννοούμε ένα κείμενο χωρίς ειρμό και χωρίς συνοχή, με τυχαίες επαναλήψεις αποσπασμάτων κτλ. Τέτοια κουσούρια δεν έχει το άρθρο του κ. Γιανναρά, αλλά πώς αλλιώς από παραληρηματική να χαρακτηρίσει κανείς την πλήρη απώλεια του μέτρου;

Γιατί, τι άλλο από πλήρη απώλεια του μέτρου μαρτυρεί ο εξωφρενικός ισχυρισμός ότι «η επιβολή του μονοτονικού είναι στην ιστορία των Ελλήνων μια καταστροφή, ασύγκριτα ολεθριότερη από τη Μικρασιατική». Προσέξτε, η καθιέρωση (έχουν κι οι ανώδυνες λέξεις τη σημασία τους) του μονοτονικού δεν είναι απλώς μια καταστροφή, δεν είναι απλώς εθνική καταστροφη, δεν είναι απλώς καταστροφή που θα μπορούσε ενδεχομένως, με μια πολύ γενναία δόση ρητορικής αμετροέπειας, να παραβληθεί με τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά είναι, κρατηθείτε, καταστροφή ολεθριότερη από τη Μικρασιατική, και μάλιστα «ασύγκριτα ολεθριότερη» -και μόνο ένας από τους παραπάνω ισχυρισμούς θα αρκούσε για να στοιχειοθετήσουμε απώλεια του μέτρου (αυτής της κατεξοχήν ελληνικής αρετής, νιώθω τον πειρασμό να προσθέσω), όχι ολόκληρη αυτή η αρμαθιά.

Κι εκεί που καταντάει κωμικό το πράγμα, είναι όταν ο κ. Γιανναράς τονίζει ότι αυτόν τον εξωφρενικό ισχυρισμό θα μπορούσε να τον διατυπώσει κανείς όχι υπό το κράτος της συγκίνησης ή υπό την επήρεια ψυχότροπων ουσιών αλλά «πολύ ρεαλιστικά και ψύχραιμα, χωρίς συναισθηματισμούς ή ψυχολογικές εμμονές». Με ανατριχίλα αναλογίζομαι τι είναι σε θέση να γράψει ο κ. Γιανναράς αν τύχει ποτέ και χάσει την ψυχραιμία του: το λιγότερο, να ζητήσει την παραπομπή των Τριάντα προδοτών βουλευτών (βλ. παρακάτω) σε ειδικό δικαστήριο και την εκτέλεσή τους με συνοπτικές διαδικασίες. Έξι πλήρωσαν για τη Μικρασιατική καταστροφή; Τριάντα για τη Μονοτονική, που είναι και «ασύγκριτα ολεθριότερη»!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Μονοτονικό | Με ετικέτα: , , , , , | 236 Σχόλια »

Η παιδεία, η παιδιά και ο κ. Κασιμάτης

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2014

Ένα γουστόζικο λαθάκι έκανε στη χτεσινή στήλη του ένας από τους μεγαλοδημοσιογράφους μας, που μάλιστα του αρέσει συνεχώς να διορθώνει τα υπαρκτά ή όχι γλωσσικά λάθη των άλλων. Θα μπορούσα να το αφήσω για τα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά προτίμησα να το παρουσιάσω σε αυτόνομο άρθρο, αφενός επειδή έχουμε να (ξανα)πούμε κάμποσα ενδιαφέροντα για την ετυμολογία και την ιστορία των λέξεων και αφετέρου επειδή και το θέμα που θίγει ο δημοσιογράφος έχει ενδιαφέρον.

paidiaskΑλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά. Στη χτεσινή στήλη του στην Καθημερινή, ο κ. Στέφανος Κασιμάτης επικρίνει την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας διότι καθυστέρησε να εκδώσει διαπιστωτική πράξη για τη διαθεσιμότητα του προσωπικού των πανεπιστημίων (ή ίσως μόνο του ΕΜΠ), και όταν τελικά την εξέδωσε περιλάμβανε μικρότερο αριθμό υπαλλήλων από τον συμφωνημένο, με αποτέλεσμα να μην υπογράφεται η απόφαση και να κινδυνεύουν όλοι οι υπάλληλοι με απόλυση αφού σε ένα μήνα εκπνέει το οχτάμηνο της διαθεσιμότητας. Αυτή τη συμπεριφορά του υπουργείου, τη χαρακτηρίζει κουτοπόνηρη και παιδαριώδη.

Δεν ξέρω αν είναι ακριβής η περιγραφή της κατάστασης (αν και θα με ενδιέφερε να το μάθω). Στέκομαι ωστόσο στην κατακλείδα του σχολίου του κ. Κασιμάτη, που τη μεταφέρω κοπιπαστηδόν: Με τέτοια ανόητα, παιδαριώδη καμώματα, δεν έχει νόημα να ονομάζεται το υπουργείο της Παιδείας. Θα ήταν ακριβέστερο να λέγεται της Παιδίας. Και ας ανοίξουν (ο κ. Αρβανιτόπουλος, ο κ. Λάσκαρης, όποιος είναι ο υπουργός τέλος πάντων…) το λεξικό να δουν τι σημαίνει αυτό…  Μάλιστα, τόσο πολύ άρεσε το εύρημα, που το έβαλαν και στον τίτλο της στήλης.

Στάζει ειρωνεία το κείμενο για την αμάθεια του υπουργού ή όποιου άλλου υπεύθυνου, που χρειάζεται να ανοίξει λεξικό για να μάθει τι σημαίνει «της Παιδίας». Μόνο που εδώ έχουμε, για πολλοστή φορά, μιαν ακόμα επιβεβαίωση του πανίσχυρου Νόμου του Μπούμεραγκ: προσπαθώντας ο κ. Κασιμάτης να βγάλει αγράμματους τους άλλους, φανέρωσε τη δική του ημιμάθεια. Βλέπετε, αν ανοίξει κανείς το λεξικό και αναζητήσει λήμμα «παιδία» δεν θα το βρει  -παιδία είναι μόνο ο πληθυντικός της λ. «παιδίον», π.χ. «τα παιδία παίζει» που λέγαμε στο πασίγνωστο παράδειγμα για την αττική σύνταξη. Λέξη παιδία δεν υπάρχει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εφημεριδογραφικά, Ιστορίες λέξεων, Κοτσανολόγιο, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 97 Σχόλια »