Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Καιάδας’

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 6

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, βρίσκονται πάντοτε κρυμμένοι μέσα στη σπηλιά και ο Ηλίας εξερευνώντας την κάτι βρίσκει…

Πραγματικά σε μισή ώρα έφτασα σε ένα είδος θολωτό μπαλκόνι, όπου τέλειωνε ο διάδρομος.

Θαμπώθηκα πάλι από το φως της μέρας, μια που πάνω μου ήταν ο ανοιχτός ουρανός και από το χρώμα του κατάλαβα ότι σουρούπωνε. Πλήθος νυχτερίδες διασχίζανε τον αέρα μπροστά μου, ενώ ψηλότερα, κοράκια κι άλλα πουλιά φτεροκοπούσαν πάνω από τα βράχια για να κουρνιάσουν, όπως κάνουν όλα τα πουλιά πριν πέσει το σκοτάδι. Παρατηρούσα αχόρταγα γύρω μου, γιατί τόσες μέρες στο σκοτάδι είχα χάσει την αίσθηση του χώρου και τη χαρά να βλέπεις μακριά. Ήταν σα να βρισκόμουν στο θεωρείο ενός πέτρινου θεάτρου. Κάτω μου απλωνόταν μια σχεδόν επίπεδη έκταση, σαν να ήταν η πλατεία αυτού του θεάτρου, που την έκλειναν ολόγυρα πανύψηλοι κάθετοι βράχοι. Επιτέλους, σκέφτηκα, να λοιπόν που βγήκα έξω από τη σπηλιά.

Τρεις ώρες αργότερα έδινα αναφορά στον Γρηγόρη. Χάρηκε πολύ, που βρήκα μιαν έξοδο και ανακουφισμένοι, φάγαμε και  πέσαμε να κοιμηθούμε, για να πάρουμε δυνάμεις. Την επαύριο μας περίμεναν πάλι  μεταφορές και πολλά πηγαινέλα.

Όπως είχαμε καθιερώσει προχώρησα κουβαλώντας όσα μπορούσα να σηκώσω και τα απόθεσα στο «θεωρείο». Ο Γρηγόρης μόνο μια φορά έκανε τη διαδρομή, κουβαλώντας όσα μπορούσε να σηκώσει. Εγώ χρειάστηκε να την κάνω άλλες δυο φορές. Συνολικά η μεταφορά μας έφαγε εννιά ώρες και έτσι περιοριστήκαμε να φάμε για βράδυ και να κοιμηθούμε, για πρώτη φορά κάτω από έναστρο ουρανό. Για λόγους ασφαλείας δεν ανάψαμε φανάρια, αλλά είχαμε πια συνηθίσει να βλέπουμε στα σκοτεινά και μας βοηθούσε η λαμπρή αστροφεγγιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , | 92 Σχόλια »