Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κατερίνα Σχινά’

Ο Μικάδος στον Νιάρχο

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2017

Την Παρασκευή που μας πέρασε πήγα στο ΚΠΙΣΝ και παρακολούθησα την κωμική όπερα «Ο Μικάδος» των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν, και είπα να γράψω κάτι σύντομο, που μάλιστα σκέφτηκα να το βάλω εμβόλιμο προχτές.

Τελικά όμως έγραψα κάτι εκτενέστερο, το οποίο, αφού θα δοθούν παραστάσεις και τούτη την εβδομάδα (από αύριο) ταιριάζει να μπει και σήμερα, μέρα αργίας και ραστώνης έτσι κι αλλιώς, να κάνει και λίγη αντίστιξη, αφού χτες και προχτές είχαμε χριστουγεννιάτικη λογοτεχνική ύλη.

Είπα για κωμική όπερα, θα μπορούσα να πω και οπερέτα (όπως συνήθως χαρακτηρίζονται τα έργα του Όφενμπαχ ή του Στράους περίπου την ίδια εποχή). Πάντως είναι είδος διαφορετικό από την κλασική όπερα της χρυσής εποχής, αφού περιλαμβάνει εκτεταμένα διακριτά μέρη με διαλόγους, που εκφωνούνται θεατρικά και όχι τραγουδιστά όπως στα ρετσιτατίβα και που προωθούν σημαντικά την πλοκή -όχι όπως στο ζίνγκσπιλ όπου έχουν μάλλον συνδετικό ρόλο. Πρόδρομος του μιούζικαλ, ας πούμε. Βεβαια, ο Μικάδος και τα άλλα έργα της δυάδας είναι παιδιά της βικτοριανής εποχής, αφού όλα γράφτηκαν μεταξύ 1871 και 1896, στο απόγειο της δόξας και της δύναμης της αποικιακής αυτοκρατορίας. Ο Μικάδος είναι η πιο πολυπαιγμένη από τις κωμικές όπερες των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν.

Ενδεικτικό της σημασίας που έχει ο λόγος στο είδος αυτό είναι ακριβώς ότι το δημιουργικό δίδυμο στο οποίο οφείλουμε τον Μικάδο έχει καθιερωθεί να ονομάζεται «Γκίλμπερτ και Σάλιβαν», δηλαδή το όνομα του λιμπρετίστα (Γκίλμπερτ) προτάσσεται, ενώ θα ήταν αδιανόητο να πούμε π.χ. ότι ο Κουρέας της Σεβίλλης είναι έργο των Στερμπίνι-Ροσίνι. Στην κλασική όπερα το όνομα του λιμπρετίστα σπανίως αναφέρεται και, όταν αναφέρεται, έρχεται πάντοτε δεύτερο.

Η παράσταση δόθηκε στην Εναλλακτική Σκηνή του ΚΠΙΣΝ, όπου είναι εύκολο να βρεις σχετικά καλή θέση ακόμα και την τελευταία στιγμή, ενώ για την Κεντρική Σκηνή τα πράγματα είναι σαφώς πιο δύσκολα. Έτσι, είχα βρει μια θέση στην πρώτη σειρά, αν και πλάγια (που όμως το προτιμώ). Η παράσταση ετσι κι αλλιώς έχει διασκευαστεί για μικρή ορχήστρα 6 μουσικών ενώ ο διευθυντής, ο Μιχάλης Παπαπέτρου, παίζει επίσης και ένα από τα πρόσωπα του έργου, τον Πις-Τας.

Η υπόθεση του έργου: Στη φανταστική πόλη Τιτιπού της Ιαπωνίας καταφθάνει ο Νάνκι-Που, γιος του Μικάδου (του αυτοκράτορα) μεταμφιεσμένος σε περιπλανώμενο τροβαδούρο, αναζητώντας την αγαπημένη του Γιαμ-Γιαμ. Ταξιδεύει με ψεύτικο όνομα επειδή ήταν υποχρεωμένος να παντρευτεί με την Κάτισα, μια ώριμη αριστοκράτισα που τον ερωτεύτηκε σφόδρα, και για να την αποφύγει το έσκασε.

Η Γιαμ-Γιαμ είναι λογοδοσμένη με τον κηδεμόνα της, τον ράφτη Κο-Κο. Ωστόσο, συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που έχουν μπλέξει το κουβάρι. Πρώτα, ο Μικάδος θέσπισε νόμο που θεωρεί έγκλημα το φλερτ και το τιμωρεί με την ποινή του θανάτου. Μετά, ο Κο-Κο καταδικάστηκε σε θάνατο για φλερτ. Ταυτόχρονα όμως, με απόφαση του Μικαδου, ο θανατοποινίτης ορίστηκε Μέγας Εκτελεστής της πόλης -οπότε, βέβαια, είναι αδύνατον να αποκεφαλίσει τον εαυτό του.

Έτσι, δεν γίνεται καμιά εκτελεση και ετοιμάζεται ο γάμος του Κο-Κο με τη Γιαμ-Γιαμ προς μεγάλη απογοήτευση του Νανκι-Που. Ωστόσο, ο Μικάδος με γράμμα του εκφράζει τη δυσφορία του που δεν έχει γίνει καμιά εκτέλεση τόσον καιρό, και διατάζει να γίνει η επόμενη εκτέλεση μέσα σε ένα μήνα -και επισκέπτεται την πόλη μαζί με την ακολουθία του και με την Κάτισα.

Ύστερα από διάφορες παλινωδίες που τις αφήνω για έκπληξη, και επειδή ο Κο-Κο δεν είναι καλός στους αποκεφαλισμούς, παρουσιάζουν στον Μικάδο ένα πλαστό πιστοποιητικό εκτέλεσης του Νάνκι-Που -αλλά ο Μικάδος εξοργίζεται όταν συνειδητοποιεί ότι εκτέλεσαν τον μονάκριβο γιο του, οπότε τελικά του φανερώνουν ότι ο γιος του ζει. Ο Κο-Κο παντρεύεται την Κάτισα κι έτσι απαλλάσσει τον Νανκι-Που ο οποίος παίρνει τη Γιαμ-Γιαμ και ζουν αυτοί καλά κι εμεις καλύτερα.

Πρόκειται δηλαδή για μια εντελώς σουρεάλ υπόθεση, ένα παιχνίδι παραλόγου. Ο σκηνοθέτης, Ακύλλας Καραζήσης, επέλεξε μια πολιτική ματιά, κι έτσι αντί για μια άχρονη στιλιζαρισμένη Ιαπωνία όπως συνήθως στις παραστάσεις του Μικάδου, διανθίζει την παράστασή του με σύμβολα που παραπέμπουν ολοφάνερα στην Κίνα του Μάο, με κόκκινα αστέρια στο πηλήκιο και κομσομόλικα μαντίλια στο λαιμό, και για όποιον δεν το κατάλαβε το αναφέρει και στο πρόγραμμα: «οι συνειρμοί που γεννάει η παράλογη απαγόρευση … θα έλεγα ότι δεν είναι γιαπωνέζικης αλλά κινέζικης και μάλιστα μαοϊκής απόχρωσης». Προσωπικά, βρήκα εκβιασμένη την ερμηνεία του. Στο έργο γίνεται παράλογο χιούμορ, δεν καταγγέλλεται καμιά… φονική γραφειοκρατία -και πώς να είναι φονική αφού κατάφερε την απόλυτη συνθήκη ώστε να μην αποκεφαλιστεί ποτέ κανείς, διορίζοντας Αρχιεκτελεστή έναν θανατοποινίτη, που μάλιστα είναι αλλεργικός στα αίματα.

Μου άρεσαν πολύ οι τραγουδιστές, ιδίως ο μπασοβαρύτονος Μάριος Σαραντίδης στον ρόλο του Μικάδου, που με εντυπωσίασε καθώς με πολύ μεγάλη άνεση τραγουδούσε πάνω στην κίνηση. Όλοι έδειξαν πέρα από φωνητικά προσόντα και υποκριτικό ταλέντο όχι ευκαταφρόνητο, κάτι απαραίτητο για το είδος αυτό.

Επειδή, όπως είπα πιο πάνω, ο λόγος παίζει καίριο ρόλο, ο Μικάδος, όπως και όλες θαρρώ οι κωμικές όπερες των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν, παιζεται μεταφρασμένος -κάτι που γίνεται σπάνια πλέον με τις κλασικές όπερες. Η μετάφραση των κειμένων της παράστασης έγινε από τον Γιωργο Τσακνιά, ενώ οι στίχοι των τραγουδιών ανατέθηκαν στην Κατερίνα Σχινά.

Μου άρεσε η δουλειά και των δυο. Η μετάφραση του πεζου ειναι σαφώς πιο απλή υπόθεση, αλλά έγινε με κέφι, με καλή αξιοποίηση των επιπέδων ύφους, χωρίς πολλές επικαιροποιήσεις, με λελογισμένες δόσεις καθαρεύουσας και με μερικές καλές ατάκες, από τις οποίες συγκράτησα μόνο μία -εκεί που συζητούν για διάφορους τρόπους θανάτωσης, «το να θάβεσαι ζωντανός είναι χάλια τρόπος να πεθάνεις -πιο χάλια πεθαίνεις».

Η Κατερίνα Σχινά είχε σαφώς πιο δύσκολο έργο, διότι έπρεπε να δώσει στίχους που να τραγουδιούνται κι αυτό δεν είναι απλό. Ξέρουμε ότι στη μετάφραση απο τ’ αγγλικά οι συλλαβές αυξάνονται πολύ (το sad γίνεται ‘λυπημένος’) αλλά από την άλλη δεν υπάρχει η υποχρέωση να είναι ακριβής η μετάφραση, αρκεί να είναι στρωτή και ευρηματική.

Στα τραγούδια υπήρχε προβολή των (ελληνικών) στίχων με υπερτίτλους στο πάνω μέρος της σκηνής -αλλιώς δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τα λόγια μόνο με το αυτί. Νομίζω ότι η Σχινά τα κατάφερε πολύ καλά με τη μετάφραση, ιδίως στα χιουμοριστικά κομμάτια (που είναι και τα περισσότερα) -στα αισθηματικά μέρη μού φάνηκε ότι αφέθηκε σε εύκολες λύσεις. Και για να τολμήσω μια γενική παρατήρηση, νομίζω πως όταν μεταφράζει κανείς κωμική όπερα πρέπει να προσπαθήσει να δώσει και μερικές απρόσμενες πλούσιες ρίμες (πλούσιες είναι οι ρίμες όπου ριμάρουν δύο ή περισσότερες συλλαβές, αλλά βέβαια όχι «χέρια-μαχαίρια») διότι έτσι ξαφνιάζεται ευχάριστα ο ακροατής. Επίσης χρειάζονται ρίμες με λέξεις που ανήκουν σε διαφορετικά μέρη του λόγου, κάτι που αυξάνει την πρωτοτυπία και το ξάφνιασμα -η Σχινά είχε μερικές πετυχημένες π.χ. «αν το πεις – απρεπής» αλλά θα ήθελα περισσότερες.

Βρήκα πολύ πετυχημένη τη μετάφραση των στίχων της Λίστας (I’ve got a little list) που ειναι και το «σουξέ» του έργου. Εδώ ο Κο-Κο διαβάζει έναν μακρύ κατάλογο ανθρώπων που με χαρά θα αποκεφάλιζε.

Μπορείτε να το ακούσετε εδώ στα αγγλικά, αλλά οι στίχοι διαφέρουν από τους αρχικούς του Γκίλμπερτ επειδή είναι έθιμο να επικαιροποιούνται με κάθε νέα παράσταση του Μικάδου:

Παρακάλεσα την Κατερίνα Σχινά να μου στείλει την ελληνική μετάφραση των στίχων της και την παρουσιάζω εδώ πλάι στο αγγλικό πρωτότυπο.

As some day it may happen that a victim must be found2

 

Βρίσκω ότι η μεταφράστρια έκανε εδώ καλή δουλειά, κράτησε κάποια σημεία του πρωτοτύπου κι έδωσε ένα κείμενο που τραγουδήθηκε πολύ καλά.

Σε άλλα κομμάτια, η Σχινά δεν απέφυγε στη μετάφρασή της τις υπαινικτικές ή ευθείες αναφορές στην τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα της Ελλάδας -και πολύ καλά έκανε, κατά τη γνώμη μου, με μια εξαίρεση που θα αναφέρω πιο κάτω.

Ετσι, γέλασα με την αναφορά στον πρωθυπουργό που περνάει Συμπληγάδες (ή κάτι τέτοιο) ή στον υπουργό που σηκώνει αεροπλάνα. Κάπου άκουσα ένα «πλεονέκτημα ηθικό» αλλά δεν συγκράτησα τα συμφραζόμενα, και υπήρχαν και αναφορές σε τροπολογίες. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα -είπαμε ότι και οι ίδιοι οι Άγγλοι διασκευάζουν τα λόγια του Γκίλμπερτ όταν ανεβάζουν σήμερα τις οπερέτες αυτές- και άλλωστε η σάτιρα είναι για τις κυβερνήσεις.

Με ενόχλησε πολύ όμως η ταύτιση της αυστηρής, ηλικιωμένης και δυσκολοαγάπητης αριστοκράτισσας Κάτισα με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, ταύτιση που έγινε αφού στα λόγια της προστέθηκαν στη μετάφραση οι φράσεις «επονείδιστο και επαχθές» και «παράνομο και απεχθές». Αυτό και σεξιστικό το βρίσκω και όχι έντιμο πολιτικά, το θεωρώ στραβοπάτημα της παράστασης.

Κι ένα άλλο γλωσσικό, με το οποίο θα κλείσω. Αν είχα κάτι να προσάψω στη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά θα ήταν ότι χρησιμοποιούσε λόγιες λέξεις λιγάκι συχνότερα απ’ όσο συνηθίζω εγώ. Μη φανταστείτε όμως τρομερές υπερβολές -υπάρχουν πολύ χειρότερα, και τα είχαμε δει σε μερικές όπερες που παίχτηκαν πρόσφατα από το κανάλι της Βουλής όπου ο υποτιτλιστής μετέφραζε βυθισμένος στο Λίντελ Σκοτ και χρησιμοποιούσε λέξεις όπως… ριγεδανός.

Όχι, η Σχινά απέφυγε τέτοιες ακρότητες. Και δεν θα έγραφα τίποτα αν δεν συνέβαινε το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ.

Ο διπλανός μου στο θέατρο, νεότερος από εμένα, με χαιρέτισε πριν αρχίσει η παράσταση και δήλωσε αναγνώστης του ιστολογίου. Στο πρώτο μέρος του έργου, λίγο μετά το τραγούδι που είδαμε πιο πάνω, υπάρχει το τρίο των μαθητριών, όπου σε ένα ρεφρέν τραγουδούν όλες μαζί:

Three, little maids who, all unwary,
Come from a ladies’ seminary,
Freed from its genius tutelary –
Three little maids from school!

Η ελληνική μετάφραση:

Τρεις κοπελιές κι οι τρεις αθώες
Απ’ το σχολειό βγήκαμε σώες
Απαλλαγμένες απ’ τους νόες
Απ’ το σχολειό κι οι τρεις!

Αυτό το ρεφρέν ακούστηκε δύο φορές και το είδαμε να προβάλλεται στους υπέρτιτλους. Μου έκανε εντύπωση ο πληθυντικός «νόες», τον βρήκα άκομψο, βεβιασμένη επιλογή για χατίρι της ρίμας -και σημείωσα στη μέσα σελίδα του προγράμματος: νόες! (Το έχω συνήθεια να κρατάω σημειώσεις όταν παρακολουθώ παραστάσεις).

Στο διάλειμμα, βγήκα έξω μαζί με τον διπλανό μου και, όπως είχε αναπτυχθεί οικειότητα, είπαμε δυο λόγια για την παράσταση. Οπότε, κάποια στιγμή με ρωτάει.

— Συγνώμη, τι θα πει «νόες»;

Ανοιξα το πρόγραμμα, τού έδειξα τη σημείωση που είχα κάνει, του είπα ότι είναι ο πληθυντικός του «νους», που βέβαια είναι δύσχρηστος και σπάνιος διότι σχεδόν πάντα λέμε «μυαλά» (πχ είναι λαμπρός νους – αλλά: είναι από τα πιο λαμπρά μυαλά της γενιάς του) και συμφωνήσαμε ότι ήταν λάθος αυτή η επιλογή της μεταφράστριας.

Ζητησα την άδεια από τον συνομιλητή μου να αναφέρω εδώ ότι είναι λίγο κάτω από 40 χρονών και με μεταπτυχιακές σπουδές, φίλος του μουσικού θεάτρου. Οπότε, αν η λέξη είναι άγνωστη στον συνομιλητή μου που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά σαφώς ήταν κακή επιλογή.

Αλλά δεν είναι πρέπον να κατακρίνεις μια επιλογή χωρίς να προτείνεις εναλλακτική. Μια λύση που θα μπορούσε να σταθεί χωρίς τους ασυμπάθιστους νόες θα ήταν:

Τρεις κοπελιές, κορίτσια αθώα
Απ’ το σχολειό βγήκαμε σώα
Γλιτώσαμε κι απ’ τα μητρώα
Απ’ το σχολειό κι οι τρεις!

Βέβαια, κάπως σκαμπανεβάζει στις εναλλαγες του γένους. Ισως υπάρχουν λύσεις με -όες, αλλά χωρίς νόες και πλόες.

Κάντε κάτι κι εσείς! (Μη μου φέρετε όμως τις Φερόες!)

 

Advertisements

Posted in όπερα, Θεατρικά, Κριτική μεταφράσεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Στα πλοκάμια της διαπλοκής

Posted by sarant στο 16 Μαρτίου, 2015

Πολλή συζήτηση γίνεται τα τελευταία χρόνια, και ακόμα περισσότερο τις τελευταίες εβδομάδες, για το χρέος, την απομείωσή του και τις δυνατότητες εξόφλησής του. Ωστόσο, δεν χρωστάνε μόνο οι χώρες και τα νοικοκυριά, χρωστάνε και τα ιστολόγια. Όχι χρήματα, αλλά άρθρα, και το δικό μας το χρέος, επειδή έχω το κουσούρι να τάζω εύκολα ότι «χρωστάω άρθρο» για το ένα ή το άλλο θέμα, έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη -δεν είναι εδώ κι ο φίλος μας ο Αρκεσινέας να μου το θυμίζει.

Οπότε, καθώς διάβαζα τις προάλλες κάτι για τη διαπλοκή, θυμήθηκα ότι κάτι χρωστάω, και είπα να το ξεπληρώσω σήμερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναγνωρίζω το σύνολο του χρέους μου ή ότι δεσμεύομαι για την πλήρη αποπληρωμή του.

Όπως ίσως θα καταλάβατε, ο τίτλος του άρθρου είναι κάπως παραπλανητικός, αφού δεν θα μιλήσουμε για τη διαπλοκή καθαυτή, αλλά μόνο για τη λέξη αυτή και την οικογένειά της. Χρωστάω ένα τέτοιο άρθρο, γιατί το είχα υποσχεθεί ρητά πριν από μερικούς μήνες, όταν έκανα την παρουσίαση του βιβλίου Καλή και ανάποδη, της Κατερίνας Σχινά. Είχα πει τότε ότι θα ήθελα να προσθέσω και τα λεξιλογικά του πλεκτού, αλλά δεν ταίριαζε να τα συνδυάσω με την παρουσίαση του βιβλίου κι είχα υποσχεθεί να αφιερώσω επόμενο άρθρο -πράγμα που γίνεται σήμερα.

Η Κατερίνα Σχινά είχε δώσει στο βιβλίο της τον υπότιτλο «Ο πολιτισμός του πλεκτού», που είναι ρηματικό επίθετο του «πλέκω», που στέκει και ουσιαστικοποιημένο δηλώνοντας, ακριβώς, το εργόχειρο. Το πλεχτό είναι επίσης αθλητικογραφικό συνώνυμο για τα δίχτυα των γηπέδων (έστειλε τη μπάλα στο πλεχτό), ενώ ως επίθετο εκτός από το πλεκτό πουλόβερ έχουμε και την πλεκτή ομοιοκαταληξία, δηλαδή όταν ο πρώτος στίχος ριμάρει με τον τρίτο, ο δεύτερος με τον τέταρτο κτλ.

Όσο για το ρήμα «πλέκω», αυτό είναι ήδη ομηρικό -στην Ιλιάδα (Ξ176) βρίσκουμε «πλοκάμους έπλεξε φαεινούς» (έπλεξε λαμπερές πλεξίδες)- με την ίδια όπως και σήμερα βασική σημασία. Προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pel- (διπλώνω, πτυχώνω), και έχει ανάλογά του στο λατινικό *pleco που έχει δώσει τα σύνθετα implico, explico κτλ. ή το γερμανικό flechten.

Στα ελληνικά, το «πλέκω» είναι ο γενάρχης, θα λέγαμε, μιας μεγάλης οικογένειας λέξεων που αρχικά αναφέρονταν σε πράγματα που μπορούν να τυλιχτούν ή να διπλωθούν, αλλά και που έχουν πάρει ενδιαφέρουσες μεταφορικές σημασίες. Έτσι έχουμε

* την πλοκή, η οποία στην αρχή είχε τη σημασία της πράξης του πλεξίματος, αλλά πολύ γρήγορα, ήδη από τον Αριστοτέλη, πήρε μεταφορικές σημασίες πολύ παρόμοιες με τη σημερινή, ενώ έδωσε σύνθετα που θα τα δούμε πιο κάτω,

* την πλεκτάνη, που αρχικά σήμαινε οτιδήποτε πλεγμένο και συνεστραμμένο, τη σπείρα, το κουβάρι, αλλά και τον ιστό της αράχνης, όπως και τα πλοκάμια του χταποδιού, και τελικά, ήδη από την ύστερη αρχαιότητα πήρε τη σημασία της μηχανορραφίας, της δολοπλοκίας,

* το πλοκάμι, από το πλοκάμιον, υποκοριστικό της αρχαίας λ. πλόκαμος, που σήμαινε, όπως είδαμε στο παράθεμα της Ιλιάδας, την πλεξούδα, αλλά και την κόμη (πλόκαμος Βερενίκης λεγόταν επίσης εκείνος ο αστερισμός), και που διατηρείται και σήμερα σε λόγιο ύφος,

* το πλέγμα, με τις πολλές μεταφορικές και τις τεχνικές του σημασίες (Συνηθισμένο αστείο στα εργαστήρια Χημείας την εποχή του πατέρα μου: — Έχεις κανένα πλέγμα; ζητούσε κάποιος από τον διπλανό του για να βάλει το πυρίμαχο δικτυωτό στον λύχνο που ήδη έκαιγε. — Κατωτερότητας; απαντούσε ο άλλος).

Μια αρχαία λέξη της ίδιας οικογένειας είναι η «πλοκάς», που σήμαινε επίσης την πλεξούδα. Τη λέξη αυτή θέλησε να την αναστήσει η ΕΛΕΤΟ για να αποδώσει τον αγγλικό όρο block στην πληροφορική, αλλά δεν νομίζω να έχει κερδίσει ευρύτερη (ή ούτε και στενότερη) απήχηση η πρόταση αυτή, που πάντως εκμεταλλεύεται τη συμπτωματική ηχητική ομοιότητα του μπλοκ με την πλοκάδα. Ετυμολογικά δεν έχουν καμιά σχέση, το μπλοκ είναι άλλωστε δάνεια λέξη. Βέβαια, στην αργκό των κοινωνικών μέσων, το μπλοκάρισμα του ενοχλητικού χρήστη λέγεται, συχνά, «πλοκ», ίσως επειδή ακούγεται πιο πρόστυχο, όπως είχε πει κάποιος στο slang.gr.

Πάντως, ενώ με το μπλοκ δεν υπάρχει σχέση, δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι από το «πλέκω» προέκυψε στα νεότερα χρόνια και το πολυσήμαντο ρήμα «μπλέκω» (εμπλέκω) και το μπλέξιμο. Θα το ξέρετε βέβαια ότι η ενδεκάτη εντολή είναι «ου μπλέξεις».

Ένα παρακλάδι της οικογένειας είναι και οι σύνθετες λέξεις, που σχεδόν όλες τους έχουν το κοινό στοιχείο ότι δηλώνουν κάτι μπερδεμένο, απειλητικό ή επικίνδυνο: η πολύπλοκη υπόθεση, οι επιπλοκές της ασθένειας, η απροσδόκητη περιπλοκή της κατάστασης, η εμπλοκή και η συμπλοκή, και βέβαια, βασίλισσα όλων στη νεότερη Ελλάδα, η σκοτεινή διαπλοκή,  αυτό το αξεδιάλυτο κουβάρι συμφερόντων από διάφορους κλάδους, που αποκρυσταλλώνεται ιδίως στα (διαπλεκόμενα, όπως τα λέμε) μέσα ενημέρωσης.

Στο λεξικό Μπαμπινιώτη βρίσκω την πληροφορία ότι ο όρος «διαπλεκόμενα συμφέροντα» (και μονολεκτικά «διαπλεκόμενα») πλάστηκε «τη δεκαετία του ’80 από τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη», που μου φαίνεται κάπως οξύμωρο, διότι ο Κ. Μητσοτάκης πρωθυπούργευσε μόνο στο τέλος-τέλος της δεκαετίας του ’80, από τον Απρίλιο του 1990 και μετά (άλλωστε στην κοινή χρήση η δεκαετία του ’80 δεν περιλαμβάνει το 199ο), και το «πρωθυπουργός» δεν είναι ισόβιος τίτλος, επομένως νομίζω ότι η διατύπωση πάσχει. Αν όντως τον όρο τον έπλασε ο Μητσοτάκης όταν ήταν πρωθυπουργός, θα τον έπλασε στην αρχή της δεκαετίας του ’90 -αν είναι παλιότερος, μπορεί να πλάστηκε από άλλον. Δεν έχω τον καιρό να ψάξω περισσότερο όμως.

Το βέβαιο είναι ότι η χρήση της λέξης έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι ότι το ΛΚΝ, που εκδόθηκε το 1998, δεν περιλαμβάνει καν λήμμα «διαπλοκή», πράγμα που είναι βέβαια λεξικογραφική αμέλεια, αλλά δείχνει και ότι η λέξη χρησιμοποιόταν πολύ λιγότερο τότε απ’ ό,τι σήμερα.

Μιαι απρόσμενη παραφυάδα της οικογένειας λέξεων του «πλέκω», που δεν φαίνεται με πρώτη ματιά, είναι η περικοκλάδα, το αναρριχώμενο φυτό (ή, η φραστική υπεκφυγή), που προέκυψε από την περιπλοκάδα με αντιμετάθεση (και ίσως με την επίδρ. της λέξης «κλαδί»).

Μια στερεότυπη φράση με το «πλέκω» είναι το πλέκω εγκώμια, ενώ στα παροιμιακά-φρασεολογικά πρέπει να αναφέρουμε τα τρία πουλάκια, που κάθονταν και έπλεκαν πουλόβερ.

Μπορεί το πλέξιμο να θεωρείται γυναικεία ενασχόληση και μάλιστα εντελώς ειρηνική και ανώδυνη, και κάπως παλιομοδίτικη (αυτά βέβαια, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, έχουν πάμπολλες εξαιρέσεις), αλλά, ήδη από την αρχαιότητα, το ρήμα «πλέκω» (όπως και το υφαίνω) πήρε τη σημασία της κατάστρωσης ενός περίπλοκου σχεδίου, μιας σκευωρίας -μιας μηχανορραφίας για να χρησιμοποιήσουμε μια παρεμφερή ενασχόληση: για παράδειγμα, «δόλον τινά, ω ξένε, αμφί μοι πλέκεις» στις Χοηφόρες του Αισχύλου ή έπλεκεν πλοκάς στον Ευριπίδη, μια χρήση που οδήγησε στο να πάρει τη σημερινή σημασία της η λέξη «πλεκτάνη» όπως είδαμε πιο πάνω.

Επιβίωση αυτής της αντίληψης αποτελεί η μισοξεχασμένη σήμερα παροιμιακή φράση «πλέκει γαϊτάνι» που την καταγράφει ο Ν. Πολίτης για όποιον μηχανορραφεί εναντίον κάποιου άλλου. Ο Πολίτης σημειώνει ότι η φράση ήταν κοινή στην εποχή του, αλλά σήμερα αμφιβάλλω αν λέγεται. Για την έκφραση αυτή αλλά και για την κυριολεξία του γαϊτανιού και του πλεξίματός του είχαμε συζητήσει παλιότερα (δείτε τα σχόλια του άρθρου, π.χ. τα 48, 50, 68, 69).

Μια επίσης ξεχασμένη παραλλαγή της («πλέκω σκοινί») βρίσκω στα Λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα, στο διήγημα «Σφουγγαράδες» και με το σχετικό παράθεμα θα κλείσω το σημερινό άρθρο:

… Το είπε κρυφά του μηχανικού και κείνος διάταξε να τραβήξουν ανοιχτά, για να πλανέψουν τις άλλες μηχανές. Ανοίχτηκαν κάπου είκοσι μίλια. Οι άλλοι άρχισαν να υποψιάζονται. «Κάτι σχοινί θα μας πλέξει το αιγινήτικο κουρούπι», έλεγαν.

Κουρούπι είναι πήλινο αγγείο, αλλά και υποτιμητικό συλλογικό παρατσούκλι («ακλήρημα») για τους Αιγινήτες (που μάλιστα λείπει από τον σχετικό κατάλογο) επειδή στην Αίγινα άκμαζε η αγγειοπλαστική.

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 128 Σχόλια »

Καλή και ανάποδη: Ο πολιτισμός του πλεκτού

Posted by sarant στο 19 Δεκέμβριος, 2014

b193565Καλή και ανάποδη είναι ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της Κατερίνας Σχινά, της γνωστής και λαμπρής μεταφράστριας και βιβλιοκριτικού. Πρώτο δικό της, ύστερα από τόσες χιλιάδες λέξεις που αφιέρωσε για να μεταφέρει ή να αναδείχνει βιβλία άλλων -και ακόμα κι αυτό ξεκίνησε να γράφεται υπό μορφή επιφυλλίδων σε βιβλιοφιλικό περιοδικό και μόνο εκ των υστέρων πήρε μορφή ενιαίου βιβλίου με εφτά κεφάλαια, έναν επίλογο και ένα ποιητικό επίμετρο, συν έξι παρένθετα αφηγηματικά πεζά.

Καλή και ανάποδη όψη έχουν τα υφάσματα, και από εκεί προκύπτει και η λαϊκή έκφραση «τον ξέρω από την καλή και την ανάποδη», που τη λέμε για να δείξουμε ότι ξέρουμε πολύ καλά κάποιον: όχι μόνο τη φανερή του όψη (την καλή) αλλά και αυτήν που δεν φαίνεται, την ανάποδη, ξέρουμε παναπεί και τα κρυφά του χαρακτηριστικά και ελαττώματα. Λέμε ακόμα «του τα είπα από την καλή και την ανάποδη» για να δείξουμε ότι τα ψάλαμε σε κάποιον για πολλή ώρα, χωρίς να παραλείψουμε τίποτα.

Αλλά παρασύρθηκα με τις δικές μου εμμονές, που επιπλέον εδώ λειτούργησαν και παραπλανητικά, διότι η καλή και η ανάποδη του τίτλου δεν αναφέρονται σε όψεις υφάσματος αλλά στη φορά κίνησης της βελόνας του πλεξίματος (μου το εξήγησε η Νικοκυρά, αλλά τα υπόλοιπα δεν τα συγκράτησα). Του πλεξίματος, διότι το βιβλίο της Κατερίνας Σχινά δεν ασχολείται και τόσο με τη γλώσσα και τις λέξεις, αλλά με το πλέξιμο, πράγμα που φαίνεται και από τον υπότιτλό του: ο πολιτισμός του πλεκτού.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε την άνοιξη από τον καλό εκδοτικό οίκο Κίχλη, και το έχω πάρει εδώ και καιρό, καθώς έτυχε να βρεθώ στην Αθήνα τη μέρα που γινόταν η παρουσίασή του στο βιβλιοπωλείο Επί λέξει κι έτσι το έχω με αφιέρωση της συγγραφέα. Το πρώτο κεφάλαιο που διάβασα μού άρεσε πάρα πολύ κι έτσι το διάβασα ολόκληρο παρόλο που το αντικείμενο μού είναι εντελώς ξένο -και εδώ και καιρό λογάριαζα να γράψω κάτι στο ιστολόγιο αλλά δίσταζα για λόγους, θα έλεγα, μεθοδολογικούς που θα τους εξηγήσω πιο κάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »