Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κεντροαφρικανική Δημοκρατία’

Βασίλης Αλεξάκης, Μια γλώσσα για να γελάω και μια γλώσσα για να κλαίω

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2021

Πριν από μερικές μέρες έφυγε από τη ζωή ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, στα 77 του χρόνια (γεννημένος Χριστούγεννα του 1943).

Ο Αλεξάκης κατέχει μοναδική θέση στα γράμματά μας επειδή όχι μόνο έζησε σε δυο χώρες, Ελλάδα και Γαλλία, αλλά και έγραψε σε δυο γλώσσες, ελληνικά και γαλλικά, και μάλιστα από ένα σημείο και μετά έγραφε τα βιβλία του άλλοτε στα γαλλικά και άλλοτε στα ελληνικά (ανάλογα με τους ήρωες, όπως έχει πει) και στη συνέχεια τα ξανάγραφε στην άλλη γλώσσα. Τα μετέφραζε, αλλά επειδή, όπως έχει πει, η μετάφραση είναι «μια πολύ αυστηρή ανάγνωση», ξαναγράφοντας το κάθε βιβλίο το βελτίωνε.

Επιπλέον, στα περισσότερα βιβλία της ωριμότητάς του παίζουν κεντρικό ρόλο η γλώσσα, οι γλωσσικές αναζητήσεις και οι γλωσσικές συζητήσεις, δηλαδή οι ήρωές του πολύ συχνά συζητούν για τη γλώσσα, αναφέρουν ετυμολογικές πληροφορίες ή συγκρίνουν πώς λέγεται μια λέξη ή μια έκφραση στα ελληνικά, στα γαλλικά και σε άλλες γλώσσες. Aκόμα και οι τίτλοι αρκετών από τα βιβλία του έχουν γλωσσικό θέμα: Η πρώτη λέξη, Οι ξένες λέξεις, Η μητρική γλώσσα.

Βέβαια, ίσως το πιο γνωστό βιβλίο του να είναι το Τάλγκο, το πρώτο που έγραψε απευθείας στα ελληνικά (1980). Είναι το πιο γνωστό, επειδή έγινε ταινία, Ξαφνικός έρωτας. Θυμάμαι που το διαβάσαμε όντας φοιτητες και οι κοπέλες της παρέας μας απορούσαν πόσο καλά ο συγγραφέας εξέφραζε τον γυναικείο τρόπο σκέψης -γιατί η αφηγήτρια είναι γυναίκα.

Γυρω στο 2008-9 με είχε αναζητήσει μέσω κοινών γνωστών και κάναμε από το τηλέφωνο μια συζήτηση για διάφορους γλωσσικούς μύθους που κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Γράφω ένα βιβλίο, μου είχε πει. Το βιβλίο αυτό ήταν Η πρώτη λέξη -το έγραψε πρώτα στα γαλλικά, αφού εκτυλίσσεται στο Παρίσι, έστω κι αν η αφηγήτρια είναι Ελληνίδα. Οι ήρωες είναι οι περισσότεροι Γάλλοι ή Έλληνες της Γαλλίας. Σε ένα σημείο του βιβλίου, κάποιος αναφέρει τους ελληναράδικους γλωσσικούς μύθους -ας πούμε για τα εκατομμύρια των ελληνικών λέξεων- που είχαμε συζητήσει στο τηλέφωνο με τον Αλεξάκη.

Στο βιβλίο αυτό ο Μιλτιάδης, αδελφός της αφηγήτριας, δικαιολογώντας την προτίμηση της κόρης του να μιλάει γαλλικά, παρόλο που και οι δυο γονείς της είναι Έλληνες, λέει ότι «Τη μητρική γλώσσα δεν τη δίνει η μάνα, τη δίνει η γειτονιά». Αυτό το είχε εκφράσει και ο ίδιος ο Αλεξάκης σε πολλές συνεντεύξεις.

Σε κάποια άλλη συνέντευξη είχε πει κάτι που το έχω επαληθεύσει και με άλλους που ζουν στα ξένα. Όταν, λέει, ζεις πολλά χρόνια στα ξένα χωρίς ευκαιρία να χρησιμοποιείς τη γλώσσα σου, αρχίζεις πια να σκέφτεσαι στην ξένη γλώσσα που τη μιλάς καθημερινά, ωστόσο υπάρχουν τρία πράγματα που παραμενουν στη μητρική γλώσσα:  οι αριθμοί τηλεφώνου, οι λογαριασμοί που κάνεις με το μυαλό σου και οι βλαστήμιες.

Βέβαια, από ένα σημείο και μετά ο Αλεξάκης άρχισε να έρχεται συχνότερα στην Ελλάδα, κατάκτησε ξανά τη μητρική του γλώσσα, όπως θα δείτε παρακάτω, συνέχισε όμως να μοιράζεται ανάμεσα στις δυο χώρες, έως τα τελευταία χρόνια που αγκυροβόλησε μόνιμα στην Αθήνα. Η δεύτερη πατριδα του πάντως τον τίμησε με περισσότερα βραβεία από την πρώτη, αν και έχει τιμηθεί και στην Ελλάδα με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

Το 2013 μου είχε αναθέσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διοργανώσω μια σειρά σεμινάρια για ελληνομαθείς μεταφραστές, που μετέφραζαν από άλλες γλώσσες προς την ελληνική, οπότε ζήτησα από τον Αλεξάκη να μας κάνει μια ομιλία, ακριβως για τη μοναδική του θέση ανάμεσα στις δυο γλώσσες και για τη μοναδική του ιδιότητα να είναι μεταφραστής του εαυτού του. Η ομιλία αυτή είχε τίτλο «Μια γλώσσα για να γελάω και μια γλώσσα για να κλαίω», που τον έχει χρησιμοποιήσει και άλλες φορές σε ομιλίες του. Ηχογράφησα την ομιλία, με ερασιτεχνικά όμως μέσα κι έτσι με πολύ κακή ποιότητα ήχου. Την παραθέτω στα επόμενα, μαζί με την αρχή των ερωτήσεων -παραλείπω άλλη μια ώρα ηχογράφησης επειδή γίνεται συζήτηση που ακούγεται πολύ δύσκολα. Οι πολλές ερωτήσεις που έγιναν βέβαια δείχνουν ότι το θέμα μας είχε γοητεύσει.

Επειδή ακριβώς ο ήχος είναι πολύ κακός, έχω απομαγνητοφωνήσει με μεγάλη, αλλά όχι απόλυτη, πιστότητα τα όσα είπε εκείνη τη μέρα, στις 7 Νοεμβρίου 2013, ο Αλεξάκης, Αν περιοριστείτε στο γραπτό δεν θα χάσετε σχεδόν τίποτε, αλλά ακούστε λίγο και το ηχητικό αν δεν έχετε άλλη φορά ακούσει τον γλυκύτατο αυτόν άνθρωπο να μιλάει. Ή, μπορείτε να τον δείτε εδώ, στη γαλλική τηλεόραση, στη θρυλική εκπομπή Apostrophes του Μπερνάρ Πιβό, το 1989, μετά την έκδοση του βιβλίου του Παρίσι-Αθήνα -ή μάλλον Paris-Athènes.

Μια γλώσσα για να γελάω και μια γλώσσα για να κλαίω (ομιλία του Βασίλη Αλεξάκη)
Πήγα πολύ νέος στη Γαλλία και εκεί έμαθα τη γλώσσα, γιατί τα γαλλικά που ήξερα ήταν τα γαλλικά του σχολείου. Λοιπόν, δεν ήξερα καλά τη γλώσσα όταν πήγα στη Γαλλία, ένα σωρό πράγματα δεν τα καταλάβαινα, παρακολουθούσα με δυσκολία τα μαθήματα, στη σχολή δημοσιογραφίας στη Λιλ. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, όταν έφτασα στο σταθμό της Λυών στο Παρίσι, διότι εκείνη την εποχή δεν ταξιδεύαμε με αεροπλάνα, όταν έφτασα λοιπόν στον σταθμό κάποιος με ρώτησε τι ώρα είναι, που είναι κάτι πολύ εντυπωσιακό διότι στους σιδηροδρομικούς σταθμούς έχει παντού πολλά μεγάλα ρολόγια. Και εγώ είπα ότι είναι minuit (μεσάνυχτα) και ο Γάλλος που με είχε ρωτήσει με διόρθωσε αμέσως, διότι ήταν μέρα. Όχι minuit μου λέει, midi. Minuit c’est l’heure du crime. Και για μένα, που ήθελα να γράψω μυθιστορήματα, διότι αυτή ήταν ανέκαθεν η επιθυμία μου, η δημοσιογραφία δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα, αυτή η φράση ήταν μια πολύ καλή αρχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρίσι, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , | 127 Σχόλια »