Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘κοινωνικά μέσα’

Μέσα στα νέα μέσα

Posted by sarant στο 30 Νοέμβριος, 2018

Σε δυόμισι μήνες, καλά να’μαστε, το ιστολόγιο θα συμπληρώσει δέκα χρόνια ζωής. Κάθε μέρα (τα τελευταία πέντε χρόνια αδιάλειπτα) δημοσιεύεται ένα άρθρο κι εσείς το σχολιάζετε -τις περισσότερες φορές τα σχόλιά σας ξεπερνούν τα εκατό. Με αρκετούς έχω γνωριστεί -ή έχουν γνωριστεί μεταξύ τους- και έχουμε συναντηθεί πολλές φορές. Άλλοι μάς διαβάζουν, μπορεί και καθημερινά, χωρίς να σχολιάζουν ή σχολιάζοντας πολύ σπάνια.

Τα άρθρα του ιστολογίου αναδημοσιεύονται στο Φέισμπουκ, αν και όχι αυτόματα όπως γινόταν παλιότερα. Από τότε που μια φίλη με παρακίνησε να δοκιμάσω την αναδημοσίευση στο Φέισμπουκ, κάπου το 2011-12, οι επισκέπτες του ιστολογίου έχουν αυξηθεί κατακόρυφα (αν και η εξέλιξη αυτή δεν είχε μονο καλά). Ως τότε, το Φέισμπουκ λίγο το χρησιμοποιούσα, κυρίως για να έρχομαι σε επαφή με παλιούς συμμαθητές. Τώρα συμμετέχω και εκεί πολύ ενεργά, ίσως αφιερώνοντας υπερβολικά πολύ χρόνο.

Τα άρθρα του ιστολογίου αναδημοσιεύονται αυτόματα και στο Τουίτερ, αλλά με το Τουίτερ δεν έχω άλλες παρτίδες και μπαίνω σπανιότατα -είμαι φύσει φλύαρος οπότε δεν μπορώ να περιοριστώ σε 140 χαρακτήρες. Ποτε πότε με ρωτάνε κάτι εκεί και το βλέπω μια βδομάδα ή δέκα μέρες μετά, αν τύχει και μπω. Ωστόσο, παρακολουθώ τα τιτιβίσματα επωνύμων, πολιτικών κυρίως, αν τύχει και αναδημοσιευτούν στο Φέισμπουκ ή σε κάποιον ιστότοπο.

Όλα αυτά δεν τα λέω για να περιαυτολογήσω (ή να περιαυτομπλογκήσω) αλλά για να περιγράψω μια κατάσταση που ήταν πολύ διαφορετική πριν από 10-20 χρόνια και ανύπαρκτη πριν από 30 χρόνια: εννοώ τη διαπροσωπική επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων μέσω Διαδικτύου, που γίνεται στα λεγόμενα «κοινωνικά δίκτυα» ή στα «νέα μέσα» ή στα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» -καθώς το φαινόμενο είναι σχετικά καινούργιο, η ορολογία δεν έχει αποκρυσταλλωθεί εντελώς. Άλλωστε, και τα ίδια τα μέσα μεταβάλλονται με μεγάλη ταχύτητα: πριν από δέκα χρόνια, ας πούμε, τα ιστολόγια μεσουρανούσαν, ενώ σήμερα έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Το Φέισμπουκ, που μεσουράνησε στη συνέχεια και ακόμα διατηρεί τεράστια απήχηση, δεν έχει παρά 12 ετών ηλικία.

Πριν από μερικές μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη, στο οποίο ο συγγραφέας επισήμαινε πως οι άνθρωποι της γενιάς του, όσοι γεννήθηκαν στο χωριό, είδαν μέσα σε λίγες δεκαετίες την ελληνική ύπαιθρο να περνάει από τις αγροτικές μεθόδους της εποχής του Ησιόδου στη σύγχρονη εποχή. Με την ίδια λογική, οι άνθρωποι της γενιάς μας, όσοι είχαν κάποια επαφή με υπολογιστές, έχουν ζήσει όλες τις μορφές επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων μέσω Διαδικτύου, από τις πιο «πρωτόγονες» έως τις σημερινές -και θα γνωρίσουν και πολλές ακόμα.

Διότι βέβαια, όπως έχουμε ξανασυζητήσει, στα πρώτα βήματα του Διαδικτύου, ήταν άλλες οι μορφές επικοινωνίας. Τα περισσότερα σημερινά «κοινωνικα μέσα ήταν ανύπαρκτα στην αρχή του αιώνα μας. Το Φέισμπουκ άνοιξε στο διεθνές κοινό το 2006 (υπάρχει από το 2004) ενώ το Τουίτερ έγινε δημοφιλές από το 2008-9. Τα ιστολόγια και τα φόρουμ ήταν λίγο παλιότερα, υπήρχαν από τον προηγούμενο αιώνα, αν και τη δημοτικότητά τους την απέκτησαν στις αρχές του αιώνα μας. Όλα αυτά τα μέσα έχουν πολλές διαφορές, αλλά ένα κοινό χαρακτηριστικό, ότι είναι… ιστοπαγή, όπως αποδίδουμε το web-based, δηλαδή έχουν μια διεύθυνση στον Παγκόσμιο Ιστό και οι επισκέπτες/αναγνώστες/μέλη την επισκέπτονται, συνδέονται, διαλέγουν τι θα διαβάσουν και πού θα σχολιάσουν.

Παλιότερα, δεν ήταν έτσι. Τον καιρό που οι περισσότεροι μπαίναμε στο Διαδίκτυο με αργές τηλεφωνικές συνδέσεις (dial-up) οι ψηφιακές κοινότητες δεν ήταν ιστοπαγείς. Υπήρχαν οι ομάδες συζήτησης του Usenet, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, υπήρχαν και οι λίστες συζήτησης (mailing lists αγγλικά), που συνήθως τις λέγαμε σκέτα «λίστες». Ακόμα υπάρχουν, και οι μεν και οι δε, αν και έχουν περάσει στο περιθώριο.

Το χαρακτηριστικό στις λίστες ήταν ότι η συζήτηση γινόταν με ηλεμηνύματα (τα ημέιλ που λέμε) και ότι στη λίστα έπρεπε να γραφτείς «μέλος». Από τη στιγμή που γραφόσουν, ό,τι μήνυμα έστελνες στη λίστα το έπαιρναν ως μέιλ όλα τα μέλη της, αλλά κι εσύ έπαιρνες σε ηλεμηνύματα όλα τα σχόλια που έκαναν τα άλλα μέλη της λίστας, είτε απαντούσαν σε σένα είτε (το συνηθέστερο) όχι. Αυτό σημαίνει ότι μια δραστήρια λίστα με αρκετά μέλη είχε ίσως και εκατοντάδες μηνύματα κάθε μέρα, και δεν ήταν σπάνιο, όταν κάποιος έφευγε π.χ. διακοπές, να επιστρέφει και να βρίσκει καμιά χιλιάδα αδιάβαστα μηνύματα να μπουκώνουν το ηλεγραμματοκιβώτιό του. (Γι’ αυτό υπήρχε η δυνατότητα να διακόπτεις την αποστολή μηνυμάτων, χωρίς να διαγράφεσαι από τη λίστα). Αλλά και λίγα σχετικώς μέλη να είχε μια λίστα, αν ήταν φλύαρα (ή αν ξεσπούσε κανένας καβγάς) τα μηνύματα ήταν πολλά -και έρχονταν όλα στο γραμματοκιβώτιο όλων των μελών, ενώ σε ένα φόρουμ το κάθε μέλος διαλέγει ποιο θρεντ θα διαβάσει. Βέβαια, αν έβλεπες ότι κάποιο ηλεμήνυμα είχε θέμα που δεν σε ενδιέφερε μπορούσες να μην το ανοίξεις, ενώ υπήρχε και το πλοκ για να μη βλέπεις καθόλου τους ενοχλητικούς.

Οι λίστες φιλοξενούνταν σε διακομιστές (σέρβερ), κυρίως πανεπιστημιακούς, και είχαν έναν ή περισσότερους διαχειριστές, που τους λέγαμε κοινώς «λίσταρχους». Η επικοινωνία με τον σέρβερ γινόταν με μέιλ, με τυποποιημένες εντολές του Unix. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το Διαδίκτυο, γύρω στα 1995 πρέπει να ήταν, έγινα σιγά σιγά μέλος σε καμιά εικοσαριά λίστες, και ακόμα είμαι μέλος σε δυο-τρεις, πανεπιστημιακές (π.χ. μία λίστα βυζαντινολόγων και άλλη μία νεοελληνιστών). Αλλά βέβαια το περισσότερο (από μιαν άλλη άποψη, το λιγότερο) ενδιαφέρον το είχαν οι λίστες γενικής συζήτησης. Μια τέτοια ήταν η Hellas List, που μέλη της είχε κυρίως Έλληνες φοιτητές (και μεταπτυχιακούς, κτλ.) που σπούδαζαν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, κυρίως αμερικάνικα. Λιγότερες ήταν οι ελληνικές λίστες που να εδρεύουν στην Ελλάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διαδίκτυο, Μεταμπλόγκειν, Φέικ νιουζ | Με ετικέτα: , , , | 228 Σχόλια »

Ο υπουργός που με έκανε να ντρέπομαι

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2015

Όπως θα δείτε στην εισαγωγή του άρθρου, όταν το έγραφα εξέφραζα την ελπίδα ότι πριν το διαβάσετε θα έχει χάσει το αντικείμενό του, δηλαδή ότι ο Δ. Καμμένος δεν θα ήταν πια μέλος της κυβέρνησης.  Τελικά η ελπίδα μου πραγματώθηκε ακόμα νωρίτερα, αφού περί τις 11 το βράδυ έμαθα πως ο υφυπουργός παραιτήθηκε, πριν συμπληρώσει μία ημέρα στον θώκο. Χαίρομαι πολύ που έπιασαν τόπο οι διαμαρτυρίες μας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -αλλά βέβαια βρίσκομαι μπροστά σε ένα ευχάριστο πρόβλημα, διότι τώρα το άρθρο μου μένει ελαφρώς ξεκρέμαστο. Αφού το σκέφτηκα, αποφάσισα να μην το αντικαταστήσω με άλλο (δεν είχα και κανένα στο συρτάρι) και να το αφήσω όπως ηταν, αλλάζοντας μόνο τον τίτλο -αντί «με κάνει να ντρέπομαι» το άλλαξα σε «με έκανε να ντρέπομαι».

Τα άρθρα που ανεβαίνουν κάθε πρωί στο ιστολόγιο γράφονται από την προηγούμενη μέρα, οπότε έχουν υστέρηση ως προς την επικαιρότητα, ιδίως όταν αυτή τρέχει με λεπτά και ώρες και όχι με μέρες. Καμιά φορά, όταν δημοσιεύονται τα άρθρα έχουν χάσει την επικαιρότητά τους, κι αυτό δεν μου αρέσει βέβαια, γι’ αυτό και (κατά βάθος) προτιμώ να γράφω για θέματα ανεπίκαιρα, αν και πάλι μπορείς να βρεις τον μπελά σου (εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με την ετυμολογία του μόρτη).

Παρ’ όλ’ αυτά, ελπίζω το σημερινό άρθρο, όταν θα έρθει η ώρα να το διαβάσετε, να έχει γίνει ανεπίκαιρο, δηλαδή «ο υπουργός που με κάνει να ντρέπομαι» να μην είναι πια υπουργός -διότι τώρα που το γράφω είναι ακόμα.

Εννοώ τον κ. Δημήτρη Καμμένο, βουλευτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων, ο οποίος χτες το πρωί ορκίστηκε υφυπουργός Μεταφορών και Δικτύων στη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ορκίστηκε και η υπόλοιπη κυβέρνηση, αλλά την επικαιρότητα σχεδόν τη μονοπώλησε η τοποθέτηση αυτή -και όχι επειδή η θέση του υφυπουργού Δικτύων είναι τόσο νευραλγική, αλλά εξαιτίας μιας σειράς από απαράδεκτες τοποθετήσεις του Δημήτρη Καμμένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Κατά τα άλλα, η σύνθεση της νέας κυβέρνησης δεν επεφύλασσε κάποια μεγάλη έκπληξη και προσωπικά μου φάνηκε καλή. Βέβαια, κάποιοι διαπίστωσαν ότι περιέχει πολλούς υπουργούς που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ -αλλά η ένταξη πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ χρονολογείται από το 2010, δεν είναι κάτι που έγινε χτες. Το πιο κωμικό είναι οταν την κριτική αυτή την κάνουν φίλοι που έχουν αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ και ανήκουν τώρα στη ΛΑΕ, διότι και η προηγούμενη κυβέρνηση, του Γενάρη, περιείχε περίπου τον ίδιο αριθμό πασοκογενών στελεχών, αλλά τότε την είχαν χειροκροτήσει και είχαν συμμετάσχει και οι ίδιοι σ’ αυτήν -αν συνειδητοποίησαν μόνο τώρα τον μεγάλο αριθμό πασοκογενών, θυμίζουν την ταχύτητα αντίληψης του Ραν Ταν Πλαν. Άλλοι εξέφρασαν επιφυλάξεις για τον υπουργό Παιδείας Νίκο Φίλη -ίσως φοβούνται ότι δεν θα καταφέρει να αντεπεξέλθει σε έναν θώκο που τον λάμπρυναν τιτάνες της σκέψης όπως ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Το πόστο του είναι πολύ δύσκολο, αλλά θα περιμένουμε να τον κρίνουμε από το έργο του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Διαδίκτυο, Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Πολιτική | Με ετικέτα: , , | 194 Σχόλια »

Τρολ και κατσαπλιάδες

Posted by sarant στο 10 Απρίλιος, 2014

Πολλά θέματα έχει η επικαιρότητα, αλλά θα προσπεράσω τον εθνικό θρίαμβο της Εξόδου στις Αγορές επειδή ένα άλλο θέμα της επικαιρότητας έχει και λεξιλογικό και ιντερνετικό ενδιαφέρον -στο κάτω-κάτω, τον θρίαμβο μπορούμε να τον συζητήσουμε και αύριο, και μεθαύριο, έτσι κι αλλιώς θα τον πληρώνουμε αρκετά χρόνια.

Αυτό το «άλλο» θέμα με το λεξιλογικό ενδιαφέρον είναι το αγανακτισμένο άρθρο που έγραψε προχτές στον ιστότοπο του κόμματός του ο αρχηγός του Ποταμιού κ. Σταύρος Θεοδωράκης, ένα άρθρο με τίτλο «Game of Trolls: Ρομαντικοί ναι, αφελείς όχι«, στο οποίο ο Ποταμάρχης ξιφουλκεί εναντίον των ψευδώνυμων «κατσαπλιάδων του διαδικτύου, που επιτίθενται στο κόμμα του στα κοινωνικά μέσα. Όπως λέει ο ίδιος: «Από τη μέρα που ξεκινήσαμε το Ποτάμι, στις 26 Φεβρουαρίου, κομματικά τρολλ δουλεύουν υπερωρίες. Καθημερινά στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης εκατοντάδες κατσαπλιάδες του διαδικτύου με ψευδώνυμα βάζουν στο στόχαστρο τους επίσημους λογαριασμούς μας σε Facebook και Twitter και επιτίθενται με ανυπόστατες κατηγορίες, βρισιές, ακόμη και με ευθείες απειλές. «Ασπίδα» του ενός κόμματος, «ανάχωμα» του άλλου κόμματος, ό,τι θέλει λέει ο καθένας ανάλογα από πού βγαίνει το μεροκάματο. Κάποιοι έφτασαν μέχρι να μοντάρουν χοντροκομμένα άλλες ερωτήσεις με άλλες απαντήσεις από συνεντεύξεις δικές μου ή από παρεμβάσεις ανθρώπων που στηρίζουν το Ποτάμι«.

Ομολογώ ότι μου προκάλεσε έκπληξη το ξέσπασμα του κ. Θεοδωράκη. Επειδή τριγυρνάω αρκετά (κάποιοι θα έλεγαν πολύ) στις ρούγες και στα σοκάκια του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων, δεν έχω σχηματίσει την ίδια εικόνα. Οι χρήστες που ειρωνεύονται το Ποτάμι ή του κάνουν κριτική δεν είναι ούτε «κομματικά τρολ» ούτε δουλεύουν «με δελτίο παροχής», όπως λέει πιο κάτω στο άρθρο του ο νεόκοπος πολιτικός αρχηγός: είναι χρήστες που υπογράφουν οι περισσότεροι με ονοματεπώνυμο ή με κάποιο σταθερό και αναγνωρίσιμο ψευδώνυμο και, το κυριότερο, δεν εμφανίστηκαν στη μπλογκόσφαιρα στις 26 Φεβρουαρίου, όπως νομίζει ο κ. Θεοδωράκης, αντίθετα πρόκειται για παλιούς σχολιαστές των κοινωνικών μέσων, γνωστούς σε όσους παροικούν τη διαδικτυακή Ιερουσαλήμ.

Έπειτα, ο κ. Θεοδωράκης τσουβαλιάζει πολλά πράγματα, ισοπεδώνοντας τις μεταξύ τους διαφορές: άλλο είναι η πολιτική κριτική, άλλο είναι οι βρισιές, άλλο είναι η κοροϊδία, άλλο είναι τα μονταρισμένα στιγμιότυπα, αν υπάρχουν, και άλλο είναι το τρολάρισμα. Η εκτίμηση ότι το Ποτάμι θα λειτουργήσει σαν ανάχωμα για να συγκρατήσει τη μετακίνηση μιας μερίδας ψηφοφόρων προς τα αριστερά, μια εκτίμηση που την έκανα κι εγώ τις προάλλες, (ενυπόγραφα όμως, οπότε θα θεωρηθώ επώνυμος κατσαπλιάς και όχι ψευδώνυμος), δεν είναι ούτε βρισιά, ούτε χάλκευση, ούτε τρολάρισμα, είναι πολιτική εκτίμηση. Μπορεί να είναι άδικη, μπορεί να αποδειχτεί λαθεμένη, αλλά είναι εκτίμηση. Η κριτική ότι το Ποτάμι δεν έχει θέσεις για μια σειρά θέματα, είναι πολιτική κριτική’ ανάλογες κριτικές, συχνά πολύ πιο βίαιες, διατυπώνονται για όλα τα πολιτικά κόμματα, μια που η πολιτική αντιπαράθεση έχει οξυνθεί, αναπόφευκτα μάλλον, στα χρόνια της κρίσης. Δεν θα μπορούσε το Ποτάμι να προσδοκά ή να απαιτεί διαφορετική μεταχείριση απ’ ό,τι τα άλλα κόμματα. Κόμμα (θέλει να) είναι. Στο κάτω-κάτω, ένα νέο κόμμα που εξάπτει την περιέργεια είναι λογικό, για ένα διάστημα, να προσελκύει πάνω του τους προβολείς. Ε, δεν μπορεί η δημοσιότητα να είναι μόνο θετική -ακόμα και οι σταρ του σινεμά δέχονται και υβριστικές επιστολές καμιά φορά.

Και άλλα νέα κόμματα παρουσιάστηκαν τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα κόμματα που έχουν δυσανάλογα μεγάλη παρουσία στο Διαδίκτυο και δέχτηκαν δριμύτατη κριτική και επιθέσεις -ας πούμε η Δημιουργία Ξανά του Θ. Τζήμερου. Ωστόσο, δεν θυμάμαι άλλον αρχηγό κόμματος να χάνει τόσο γρήγορα την ψυχραιμία του, σαράντα μόλις μέρες αφότου ανακοίνωσε με τυμπανοκρουσίες το εγχείρημά του. Τουλάχιστον ο κ. Τζήμερος το αντίστοιχο άρθρο (εκείνο που έλεγε πως είναι μικροτσούτσουνος) το έγραψε ύστερα από την εκλογική αποτυχία του κόμματός του, όχι πριν. Η πολιτική θέλει χοντρό πετσί -αν είναι να παθαίνεις έκρηξη επειδή κυκλοφόρησαν πέντε ανέκδοτα για σένα, δεν κάνεις για πολιτικός.

Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θέλω να ασχοληθώ με τις δυο λέξεις που ξεχωρίζουν από τον φιλιππικό του κ. Θεοδωράκη: κατσαπλιάδες και τρολ. Περισσότερο με τη δεύτερη από αυτές, γιατί με την πρώτη έχω ήδη ασχοληθεί, σε άρθρο στο οποίο εξετάζω τη λέξη όπως χρησιμοποιόταν στον Εμφύλιο (δείτε και τα σχόλια).

Ο κατσαπλιάς, λοιπόν, κανονικά είναι ο κλέφτης, που κάνει πλιάτσικο, αλλά κυρίως είναι μειωτικός χαρακτηρισμός που χρησιμοποιήθηκε για τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού κατά τον Εμφύλιο. (Κατά τον ορισμό του Στρ. Μυριβήλη: «Τι είναι ο κατσαπλιάς; Είναι αυτό το ον το άθλιο και άπατρι, το βρωμερό, το αιμοβόρο, το χωρίς συνείδηση και ανθρωπιά δίπουν, που χτυπά όταν σε βρει άοπλον και το βάζει στα πόδια»). Θ.Στη νεότερη χρήση, βέβαια, η λέξη σπάνια χρησιμοποιείται με την εμφυλιοπολεμική σημασία. Εικάζω ότι ο κ. Θ. τη χρησιμοποίησε σαν ασαφή μειωτικό χαρακτηρισμό, αλλά και πάλι με ενοχλεί το γεγονός ότι διάλεξε να χρησιμοποιήσει έναν διχαστικό χαρακτηρισμό, μια λέξη ιστορικά φορτισμένη, γεμάτη μίσος. (Ούτε είναι καθιερωμένος ή έστω συχνός ο όρος ΄κατσαπλιάδες του Διαδικτύου’. Εκτός από την αναφορά του κ. Θ. βρίσκω μόνο μία, σε ένα δύσοσμο δημοσιογραφικό ιστολόγιο, όπου γίνεται λόγος για ανώνυμους κατσαπλιάδες του Διαδικτύου.).

Ο κατσαπλιάς είναι λέξη που προβληματίζει τους λεξικογράφους, αφού είναι από τις δυσετυμολόγητες της γλώσσας μας (άγνωστης ετυμολογίας τη δίνει το ΛΚΝ). Κατά μία πειστική εκδοχή (που τη διατύπωσε ο γλωσσολόγος Θεόδωρος Μωυσιάδης στο επιστημονικό περιοδικό Γλωσσολογία) στην αρχή της λέξης πρέπει να βρίσκεται η λέξη πλιάτσικο (αλβανικής προέλευσης, plaçkë) και από τον τ. πλιάτσικας (που επιβιώνει ως επώνυμο) να έγινε εκφραστική αντιμετάθεση υπό την επίδραση των πολλών λέξεων και επωνύμων που αρχίζουν από κατσ- στην ελληνική γλώσσα (με έναν ενδιάμεσο τύπο όπως *κατσαπλιάτσικας). Μπορεί στο σχηματισμό να έχει επιδράσει και το τουρκικό kacak (φυγόδικος, δραπέτης), απ’ όπου και το κατσάκης.

Το τρολ, πάλι, είναι λέξη που μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πασίγνωστη τουλάχιστον σε όσους κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο. Θα περίμενε κανείς να μην υπάρχει αμφιβολία για την προέλευση και τις πρώτες εμφανίσεις μιας τέτοιας λέξης, που γεννήθηκε σε περιβάλλον αποκλειστικά γραπτής και μάλιστα καταγραμμένης επικοινωνίας, όπως ήταν το Διαδίκτυο στην εποχή των πιονιέρων της δεκαετίας του 80, όμως στη Βικιπαίδεια διαβάζω ότι δεν υπάρχει μία κοινώς αποδεκτή θεωρία για την εμφάνιση του όρου στην ιντερνετική σλανγκ.

Βέβαια, η λέξη τρολ μας φέρνει στη σκανδιναβική μυθολογία, όπου τα τρολ ήταν μυθολογικά όντα. Στην αρχή ήταν γίγαντες, ύστερα η λέξη έφτασε να δηλώνει όντα μικρόσωμα, ανάλογα με τα ξωτικά ή τους καλικαντζάρους τους δικούς μας, κάποτε χαζά, κάποτε πονηρά, πάντοτε ενοχλητικά. Η λέξη πέρασε και στα αγγλικά όπου συνέπεσε με το ρήμα to troll, γαλλικής μάλλον ετυμολογίας, που έχει ποικίλες σημασίες (από εκεί, ας πούμε, είναι και το τρόλεϊ-trolley), μία από τις οποίες είναι ένα συγκεκριμένο είδος ψαρέματος, ίσως το ψάρεμα με συρτή.

Σύμφωνα με μια πειστική θεωρία, αρχή του ιντερνετικού τρολ είναι εκφράσεις όπως η trolling for newbies / for suckers, ψαρεύω για νιούμπηδες / για κορόιδα, που χρησιμοποιήθηκαν στις ομάδες του Usenet το 1990 για τις πονηρές ερωτήσεις παλιών μελών της ομάδας, για θέματα πολυσυζητημένα, που είχαν σκοπό να κάνουν τους νέους χρήστες να εκδηλώσουν ενδιαφέρον (να «τσιμπήσουν»), αφού οι άλλοι παλιοί ήξεραν ότι το θέμα έχει συζητηθεί μέχρι τελικής πτώσεως στην ομάδα. Αν είναι έτσι, αρχικά το τρολάρισμα ήταν μια μάλλον θετική συνεισφορά, όμως με την αύξηση των συζητήσεων η δραστηριότητα αυτή άρχισε να ενοχλεί άλλους χρήστες, ώσπου τελικά πήρε ολοφάνερα αρνητική απόχρωση.

Πράγματι, σήμερα το τρολ είναι ο χρήστης που συμμετέχει σε μια ιντερνετική κοινότητα «με πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις …  με πρωταρχική πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους χρήστες ή με κάθε τρόπο να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση» -αντιγράφω τον ορισμό της Βικιπαίδειας. Σκοπός του τρολ είναι λοιπόν να προκαλέσει τα άλλα μέλη της κοινότητας και να αποπροσανατολίσει τη συζήτηση και τελικά να κάνει κακό στην κοινότητα -γι’ αυτό και η αποτελεσματικότερη αντίδραση στα τρολ είναι να μην τους απαντάμε, ή, όπως λέει και η παροιμιώδης ιντερνετική εντολή: Don’t feed the trolls, μην ταΐζετε τα τρολ, όπου βεβαίως τάισμα είναι να πάρεις μέρος σε συζήτηση μαζί του. Αυτό βέβαια ευκολότερα λέγεται παρά γίνεται, αφού οι τοποθετήσεις του τρολ είναι εσκεμμένα προκλητικές -κι έπειτα, το αν κάποιος είναι τρολ ή όχι είναι θέμα υποκειμενικής εκτίμησης.

Πάντως, στα κοινωνικά μέσα υπάρχει και μια πιο θετική χρήση αν όχι της λέξης τρολ, πάντως του τρολαρίσματος: τρολάρισμα εννοείται η έξυπνη απομίμηση του ύφους κάποιου προσώπου ή εντύπου, με σκοπό τη σάτιρα και την παρωδία. Παράδειγμα έξοχης τρολιάς ήταν οι σατιρικοί ψευτολογαριασμοί του Λευτέρη Παπαδόπουλου και εκείνου του ευσεβούς τραγουδιστή. Τρολιά, και μάλιστα ιστορική, ή ίσως ιστρολική, ήταν βέβαια και η σατιρική σελίδα για τον γέροντα Παστίτσιο ή, για να έρθουμε στα δικά μας, η φάρσα του Σοφοκλή Καλλιμάνη (για την οποία είχα γράψει πριν ανοίξω το ιστολόγιο, οπότε σκέφτομαι ότι δεν είναι ίσως περιττό να την παρουσιάσω κι εδώ κάποια στιγμή, ίσως και αύριο-μεθαύριο).

Έξυπνα ανέκδοτα, αν και όχι τρολιές, κυκλοφόρησαν και για το Ποτάμι του κ. Θεοδωράκη, όπως για παράδειγμα τις μέρες του δημοψηφίσματος στην Κριμαία, ότι τάχα έγιναν δημοσκοπήσεις που έδιναν, έστω, 5% στην παραμονή της περιοχής στην Ουκρανία, 25% στην ένωση με τη Ρωσία και 70% στο Ποτάμι -ειρωνεία για τα μεγάλα δημοσκοπικά ποσοστά του νεοπαγούς κόμματος. Αλλά ελπίζω να μην ενόχλησαν αυτά τον κ. Θεοδωράκη. Θα του δώσω δίκιο στο σημείο όπου διαμαρτύρεται για την παραπλανητική χρήση αποσπασμάτων από συνεντεύξεις -σε μία περίπτωση, η φράση του Ν. Δήμου «θα βρούμε χρηματοδότες από το εξωτερικό» πράγματι παρουσιάστηκε κακόβουλα και παραπλανητικά, αλλά αυτό δεν έγινε από ψευδώνυμους χρήστες, έγινε από επώνυμους ιστότοπους. Άλλωστε, αν ο κ. Θεοδωράκης δεν είχε κατεβεί από άλλον πλανήτη, θα ήξερε ότι στην οξυμένη πολιτική αντιπαράθεση των τελευταίων ετών έχουν σημειωθεί πάμπολλα ‘χτυπήματα κάτω από τη ζώνη’ με χαλκευμένα ντοκουμέντα και ψέματα -να θυμίσω το παραπλανητικό μοντάρισμα των δηλώσεων του βουλευτή Διαμαντόπουλου από τη «γαλάζια μονταζιέρα» ή, για να πάμε πολύ πιο πίσω, τη φωτογραφία του Μητσοτάκη με τους ναζί στη δεκαετία του 1980, ή το «Γαργάλατα» που δήθεν έγραψε ο αποστάτης Νόβας το 1965. Και πάλι όμως, αυτές οι ενέργειες δεν γίνονται από ψευδώνυμους σχολιαστές.

Οπότε, νομίζω ότι ο εκνευρισμός του κ. Θεοδωράκη έχει αιτία του την κριτική που δέχεται στα κοινωνικά μέσα. Επειδή έχει γαλουχηθεί στο αποστειρωμένο περιβάλλον της μονοφωνικής τηλεόρασης, όπου κάθε αντίθετη άποψη απλώς αγνοείται, θα πρέπει πράγματι να του είναι αφόρητη η έκθεση στην ανελέητη κριτική των πολλών, σε σχετικά ισότιμη βάση. Στον δικό του ιστότοπο, το protagon.gr, είχε τη δυνατότητα να λογοκρίνει τις ενοχλητικές τοποθετήσεις σχολιαστών -και το έκανε πολύ συχνά: είμαι παθών πάνω από μία φορά (παρόλο που σχολίαζα επώνυμα). Δυστυχώς γι’ αυτόν, στο ανοιχτό πέλαγος της μπλογκόσφαιρας δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα φίμωσης -μακάρι νάσαι και ο σουλτάνος Ερντογάν.

Δεν είναι όλα καλά και άγια στην κριτική και στις επιθέσεις των κοινωνικών μέσων. Πλάι στο πηγαίο χιούμορ βρίσκουμε τη χυδαιότητα και την κακογουστιά, άλλοτε το μίσος ή τον κοινωνικό αυτοματισμό· λιγότερες είναι οι νηφάλιες τοποθετήσεις και οι οξυδερκείς αναλύσεις από τις υστερικές κραυγές και τις χονδροειδείς υπερβολές -όμως είναι πολύ γελασμένος όποιος πιστεύει πως η κριτική αυτή γίνεται από αμειβόμενους νεαρούς με «δελτίο παροχής». Άλλωστε, τουλάχιστον στο Φέισμπουκ, είναι πολύ εύκολο με ένα κλικ να μάθεις πάρα πολλά για όποιον χρήστη σε επικρίνει, να δεις τι του αρέσει και τι δεν του αρέσει, ποιους έχει φίλους, από πότε συχνάζει στη μπλογκόσφαιρα. Και υπάρχουν πολλοί που έχουν πάθος με την πολιτική, που συζητούν με τις ώρες χωρίς να πληρώνονται γι’ αυτό -τόσο εξωπραγματικό φαίνεται στον κ. Θεοδωράκη κάτι τέτοιο;

Ωστόσο, πρέπει να ομολογήσω ότι τον λυπήθηκα τον κ. Θεοδωράκη, διότι το προχτεσινό άρθρο του αποδείχτηκε γρουσούζικο. Ενώ προσπάθησε να ξορκίσει τα τρολ, έπεσε θύμα μιας αριστουργηματικής τρολιάς, που έχει επιπλέον το πλεονέκτημα πως είναι πέρα για πέρα αληθινή: εννοώ τη δήλωση του Θ. Πάγκαλου ότι είναι πολύ πιθανό να ψηφίσει το Ποτάμι.

Τέτοιοι υποστηρικτές, κυρ Σταύρο μου, κάνουν περισσότερη ζημιά κι από δέκα λόχους «ψευδώνυμους κατσαπλιάδες» και «διαδικτυακά τρολ»!

 

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 186 Σχόλια »