Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κολοκοτρώνης’

Η μπουγάτσα και τα όρνια

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2013

Πλησιάζει η 25η Μαρτίου, η επέτειος της επανάστασης του 1821, του ιδρυτικού γεγονότος του νεοελληνικού κράτους, οπότε σκέφτηκα να ανεβάσω δυο-τρία αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Φωτάκου, από τις πρώτες μέρες του ξεσηκωμού (όπως είχα κάνει και πέρυσι). Ο Φωτάκος (Φώτης Χρυσανθόπουλος, 1798-1878) ήταν ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη και άφησε αξιόλογο συγγραφικό έργο. Βέβαια, επειδή είναι γραμμένο σε (ευτυχώς) απλή καθαρεύουσα, δεν αποτυπώνει παρά σπάνια τη γλώσσα που μιλούσαν οι μαχητές του ξεσηκωμού. Να σημειωθεί ότι ο Φωτάκος, ενώ είναι γεμάτος εγκώμια για τον «αρχηγό» (τον Κολοκοτρώνη), που τον λάτρευε, δεν διστάζει να αποκαλύψει περιστατικά που τον εμφανίζουν να τρομάζει ή να κάνει γκάφες. Θαρρώ πως θέλει αρκετό θάρρος αυτό.

Το πρώτο απόσπασμα αφηγείται την καθοριστική στιγμή που έκρινε τη (δεύτερη) μάχη του Βαλτετσίου, το πρωί της 13ης Μαΐου 1821, όταν η προσπάθεια των Τούρκων να υποχωρήσουν συντεταγμένοι μετατράπηκε σε άτακτη φυγή και συντριβή. Εδώ παραλίγο να παίξει μοιραίο ρόλο ένα κομμάτι μπουγάτσα -που δεν πρέπει να είναι το γνωστό μας γλύκισμα αλλά μάλλον τυρόπιτα.

Επειδή και εις τα βουνά αυτά κάμνει ψύχρα πολλή την νύκτα και μάλιστα την άνοιξιν, είχαν από μικρά τσάχαλα και από χαμόκλαδα φωτιά, αλλά δεν εζεσταινόμεθα και αυτήν την νύκτα την επεράσαμεν κακά από το κρύο. Ο Κολοκοτρώνης, ο Κωνσταντίνος Πετρόπουλος καπετάνιος από Μαγουλίανα και εγώ, οι τρεις μας είχαμεν μόνον μίαν κοντοκαπόταν τσοπάνικην, αλλά ποίος να πρωτοσκεπασθεί, μάλιστα εγώ εκρύωσα, έγιναν μαύρος σαν το συκώτι και μου επήραν έπειτα αίμα και εγίανα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Αναδημοσιεύσεις | Με ετικέτα: , , , , , | 116 Σχόλια »

Περσιάνοι και φραγκοφορεμένοι

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2012

Πλησιάζει η 25η Μαρτίου, η επέτειος της επανάστασης του 1821, του ιδρυτικού γεγονότος του νεοελληνικού κράτους, οπότε σκέφτηκα να ανεβάσω ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτάκου, από τις πρώτες μέρες του ξεσηκωμού, τότε που οι εξεγερμένοι ακόμα κιτρίνιζαν βλέποντας σκοτωμένους. Τα αποσπάσματα που διάλεξα προέρχονται από την έκδοση που υπάρχει ονλάιν (σελ. 44-48) στα Google books, με προσαρμογή της ορθογραφίας στα σημερινά.

Βρισκόμαστε στο Βαλτέτσι, κοντά στην πολιορκημένη Τριπολιτσά,τον Απρίλη του 1821. Τα αποσπάσματα περιγράφουν την πρώτη, αμφίβολη μάχη που έγινε στο Βαλτέτσι στις 24 Απριλίου. Η δεύτερη μάχη έγινε στις 12-13 Μαΐου και η ελληνική νίκη ήταν καθοριστική για το πάρσιμο της Τριπολιτσάς αργότερα. Αφηγείται ο Φωτάκος:

Την περασμένην ημέραν εμετρήθησαν όλοι οι ευρεθέντες εκεί και είμεθα υπέρ τας δύο ήμισυ χιλιάδες στρατιώται. Εις αυτήν μάλιστα την καταμέτρησιν εναντιώθησαν οι απλοί Μανιάται στρατιώται, δεν ήθελαν να μετρηθούν, διότι το είχαν κακόν, αλλ’ εβιάσθησαν να δεχθούν την καταμέτρησιν, διότι δεν ήθελεν ο Κολοκοτρώνης να τους δώσει ταΐνι.

(…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Αναδημοσιεύσεις | Με ετικέτα: , , , , | 67 Σχόλια »

Φονικά τσεκούρια και γύφτικα σκεπάρνια

Posted by sarant στο 5 Δεκεμβρίου, 2011

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, 4.12.2011, στην εφημερίδα Αυγή. Εδώ έχω κάνει μερικές προσθήκες.

Τις περισσότερες φορές, κάτι που συνέβη πριν από μερικές εβδομάδες επισκιάζεται από τα πιο πρόσφατα γεγονότα, αλλά κατά τη γνώμη μου η συμμετοχή της άκρας δεξιάς στην κυβέρνηση είναι αναμφίβολα το γεγονός που σημάδεψε (και στιγμάτισε, αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με τη σωστή της σημασία) το μήνα που μας πέρασε, ιδίως με την ανάδειξη δυο προβεβλημένων στελεχών του ακροδεξιού κόμματος σε υπουργικούς θώκους — δυο στελεχών, από τα οποία ο ένας στα νιάτα του συμμετείχε σε ακροδεξιές ομάδες κρούσης κραδαίνοντας τσεκούρι και μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ομοτράπεζος του Λεπέν, ενώ ο άλλος, ο εκπρόσωπος του εμπρόθετου και επιδεικτικού καραγκιοζισμού (κατά την εύστοχη έκφραση του Γιάννη Χάρη), καμαρώνει στα υπουργικά έδρανα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Από εκεί και ο τίτλος λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Σπουδή επί του γήρατος

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2010

Άρθρο του πατέρα μου, Δημ. Σαραντάκου, από τη σημερινή εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης.
 
Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πολύ κακό πράγμα τα γηρατειά και με το δίκιο τους εδώ που τα λέμε. Σκεφτείτε τι τραβούσαν οι άνθρωποι όταν τους παίρνανε τα χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν ούτε γυαλιά πρεσβυωπίας, ούτε τεχνητές μασέλες, ούτε ακουστικά βαρηκοΐας. Αφού σε μερικούς τόπους, όπως η Κέα, επιχωριάζανε πρακτικές «ευθανασίας» των γέρων, κατάλοιπο της προϊστορικής εποχής, όταν ο ανήμπορος άνθρωπος αποτελούσε δυσβάστακτο βάρος για την κοινότητα, ιδίως σε νομαδικούς πληθυσμούς.

Αν νικούσε ο Χίτλερ, αυτή η πολιτική θα είχε γίνει προ πολλού νόμος στην Ενωμένη Εθνικοσοσιαλιστική Ευρώπη. Ήδη τον καιρό του πολέμου είχαν εφαρμόσει δοκιμαστικά τέτοιαν ευθανασία σε «άτομα με ειδικές ανάγκες». Τι θα τους εμπόδιζε να την εφαρμόσουν και σε γέρους; Το κακό είναι πως ο ίδιος αυτοκτόνησε στο «άνθος» της ηλικίας του, μόλις 56 χρονών.

Βέβαια, τότε «γέρους» λέγανε τους 40άρηδες και 50άρηδες. «Δεν ήτο όλως διόλου γέρων, τεσσαράκοντα ετών άνθρωπος…» γράφει στα «Φραγκλέικα» ο Παπαδιαμάντης και ο Κολοκοτρώνης όταν πολιορκούσε την Τριπολιτσά ή όταν κατάστρεφε τα στρατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια, ήταν 50άρης κι όμως τον λέγανε ο «γέρος του Μωριά».

Τώρα όμως με την παράταση του προσδόκιμου ορίου ζωής, γέμισε ο κόσμος με γερόντια. Ποτέ ίσως στα περασμένα χρόνια δεν υπήρχαν τόσοι 80άρηδες και βάλε. Για όσους βάζουν το χρήμα και το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, αυτό είναι σκέτη συμφορά. Και δυστυχώς τέτοιοι τύποι καθορίζουν την κοινωνική πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων, οι οποίες απλώς εξαγγέλλουν και υπόσχονται.

Για τους τύπους αυτούς (οι οποίοι, σημειωτέον, αμείβονται πλουσιοπαρόχως) είναι σχεδόν απαράδεκτο να συνταξιοδοτούν τα ταμεία ασφαλισμένους, επί 20 και πάνω χρόνια, από τότε δηλαδή που τους πήρε το όριο ηλικίας, και να επιβαρύνονται με τις αναπόφευκτες δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων, που μετά τα 60 αυξάνονται κατακόρυφα.

Κάνουν πως ξεχνούν πως τα λεφτά που δίνουν τα ταμεία σε συντάξεις και περίθαλψη είναι λεφτά των ίδιων των ασφαλισμένων, που επί 35 χρόνια τους τα παρακρατούσαν από την αμοιβή τους. Και τα οποία λεφτά κατασπατάλησαν και διασπάθισαν οι διοικήσεις των ταμείων.

Μια που δεν είναι λοιπόν εφικτή η λύση της αναγκαστικής ευθανασίας, θα πρέπει να βρεθούν άλλες, πιο ήπιες και πολιτισμένες, λύσεις αξιοποίησης των γέρων. Να τους ανατεθούν κάποια καθήκοντα, που θα μπορούσαν να τα αναλάβουν ικανοποιητικά: να φυλάνε και να απασχολούν τα εγγόνια τους, να αποδελτιώνουν και να αρχειοθετούν έγγραφα και άλλα παρόμοια. Βέβαια θα έπρεπε να υπάρχει κάποια «σχολή» που να προετοιμάζει τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν δημιουργικά την τρίτη (και τέταρτη) περίοδο της ηλικίας τους. Να τους μπάζει στον μαγικό κόσμο της Πληροφορικής, να τους ενθαρρύνει να κάνουν παρέες, να τους πείθει με ένα λόγο, πως δεν είναι καταδικασμένοι να περνούν τις μέρες τους άπρακτοι στα καφενεία, σαν τον γέρο εκείνον του Καβάφη.

Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος

Σκυμμένος στο τραπέζι κάθεται ένας γέρος

Με μιαν εφημερίδα μπρός του, χωρίς συντροφιά…

Ο Δημόκριτος, που πέρασε τα 100, τέτοιου είδους «εκπαίδευση» ήθελε για τους γέρους, όταν έλεγε πως ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος πρέπει γερνώντας να γίνει «γέρων αιμύλος και σπουδαιόμυθος» ήγουν να είναι καλοσυνάτος και να λέει ενδιαφέροντα πράγματα. Γιατί κακά τα ψέματα. Οι περισσότεροι γέροι λένε ή βλακείες ή κακίες. Ο ίδιος ο Δημόκριτος άλλωστε λέει κάπου: «νεκρόν ιατρεύειν ή γέροντα νουθετείν, ταυτόν εστί».

Και έρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος της «σπουδής για το γήρας» που επιχειρώ. Νομίζω πως όπως υπάρχει όριο ηλικίας, μέχρι το οποίο μπορεί κανείς να εργάζεται σε μιαν υπηρεσία, θα έπρεπε να μπει ανάλογο όριο ηλικίας, πέρα από το οποίο δε θα μπορεί κανείς να ασχολείται με την πολιτική και άλλο, ακόμα πιο περιορισμένο όριο, πέρα από το οποίο δε θα μπορεί κανείς να διοικεί οτιδήποτε: από Κοινότητα ή Δήμο μέχρι Οργανισμό και Υπουργείο.

Γιατί είναι τουλάχιστον παράλογο, για να μην το χαρακτηρίσω ανήθικο, να μη σ’ αφήνουν μετά τα 65 σου χρόνια να δουλέψεις σαν υπάλληλος σε ένα Δήμο ή σε ένα Υπουργείο, αλλά να μπορείς να το διοικείς σαν Δήμαρχος ή σαν Υπουργός 70 και πάνω χρονών. Για να μη μιλήσω για τους υπέργηρους δεσποτάδες που θέλουν στα 70 και στα 80 τους να διοικούν μητροπόλεις.

Ο γέρος των 70 και των 80 έχει συσσωρεύσει πολύτιμη πείρα και πάμπολλες γνώσεις, που θα μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμες στην κοινότητα. Δεν μπορεί όμως να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της διοίκησης. Αυτές χρειάζονται 40άρηδες και 50άρηδες. Μόνο σ’ αυτή την ηλικία οι άνθρωποι αποδίδουν.

Όπως προαναφέρω, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης ήταν 52 χρονώ στα Δερβενάκια. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης έγινε αυτοκράτορας στα 30 του χρόνια και πέθανε 51. Ο Λένιν πέθανε στα 54 χρόνια του, αφού στο μεταξύ πρόλαβε να κάνει την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αλλά και ο Μάο, μπορεί να πέθανε 83 χρονών, στη Μεγάλη Πορεία όμως ήταν 35άρης και στο Πεκίνο μπήκε θριαμβευτής 55 χρονών. Για να μη μιλήσω για τους Ροβεσπιέρους, τους Δαντών, τους Σαιν Ζυστ, αλλά και για τον Γκεβάρα, τον Σιενφουέγκος και τον Κάστρο, που όλοι τους, στην ακμή της δράσης τους ήταν 30άρηδες.

Ας περιοριστούμε λοιπόν οι γέροι στο τιμητικό καθήκον του συμβούλου και του αφηγητή και ας αφήσουμε τη διοίκηση στους νεώτερους, οπωσδήποτε κάτω των 60. Μεταχειρίζομαι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο γιατί, για όσους δεν το ξέρουν, έχω περάσει τα 80.

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , | 8 Σχόλια »