Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘κομοντόρια’

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ (αφήγημα της Άννας Ρόδη)

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2020

Δημοσιεύω σήμερα ένα αφήγημα δικού μου ανθρώπου, γραμμένο για έναν δικό του άνθρωπο. Η εξαδέλφη μου Άννα Ρόδη, από τη μεριά της μητέρας μου στην Αίγινα, μου έστειλε ένα αφήγημα που έγραψε για τον πατέρα της, που έφυγε φέτος από τη ζωή. Με συγκίνησε, κι επειδή πολύ λίγα αιγινήτικα έχω βάλει στο ιστολόγιο (ενώ μυτιληνιά ή μανιάτικα περισσότερα) το δημοσιεύω σήμερα.  Τη φωτογραφία της βυσσινιάς την πρόσθεσα εγώ. Μακάρι να είχα και κονιακοβύσσινο (ή βυσσινοκονιάκ;) αλλά έχει τελειώσει.

Διατηρώ τις υποσημειώσεις της Άννας -μου αρέσουν παρόλο που είναι ασυνήθιστες σε αφηγήματα. Για τα πομοντόρια και κομοντόρια δείτε και παλιότερο άρθρο.

Η Άννα Ρόδη γεννήθηκε το 1966, είναι δασκάλα και ζει με την οικογένειά της στην Αίγινα. Αρθρογραφεί εδώ και χρόνια σε περιοδικά όπως η Εκπαιδευτική Κοινότητα, τα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, η Αιγιναία, στο διαδίκτυο και αλλού. Τα θέματα που την απασχολούν αφορούν κυρίως την εκπαίδευση, την ιστορία της εκπαίδευσης, την τοπική ιστορία και λαογραφία του νησιού της, κτλ.

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, τα περιβόλια και 18 βυσσινιές να… βρίσκονται

 

                                                                                       Στον πατέρα μου

 

                                                                              «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε[1]»

 

   Ο πατέρας έφυγε νωρίς εκείνο το καλοκαίρι. Βρήκε καλό μπάρκο και δεν θέλησε να το χάσει. Τα γκαζάδικα δεν ήταν παίξε – γέλασε, τον περίμενε κι εκεί σκληρή δουλειά, να ψήνεται στις κουζίνες τους[2] και να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας[3].

Φέτος ήταν ένα… καλό καλοκαίρι κι εκείνος όπως πάντα δυνατός, δραστήριος, εργατικός. Από το προηγούμενο πλοίο είχε ξεμπαρκάρει την άνοιξη και οι αγροτικές δουλειές είχαν προχωρήσει καλά. Η τεράστια ρόδα του πηγαδιού με τους μεταλλικούς κουβάδες δεν σταματούσε να γυρίζει και να δροσίζει τα αχόρταγα περιβόλια, που ποτίζονταν όχι μόνο από το κρυστάλλινο νερό του αλλά και από τον ιδρώτα, που έρεε ποτάμι από την κάψα του ήλιου και τον σκληρό μόχθο του ίδιου και των ανθρώπων του. Πίσω από τους στάβλους έβοσκαν μακάρια δύο ήμερες λευκές φοράδες και ένα ατίθασο μαύρο άλογο, ενώ πιο πέρα μια γαϊδουρίτσα, η Πιτσίκα, κι ένα τζαναμπέτικο μουλάρι επιδίδονταν στην ίδια απολαυστική ασχολία. Η μια λευκή φοράδα και το μουλάρι την περίοδο αυτή έδειχναν πιο κουρασμένα και λιγότερο ζωηρά από τα υπόλοιπα, γιατί είχαν αναλάβει εκ περιτροπής την ασταμάτητη διαδικασία του γυρίσματος του μαγκανοπήγαδου σχεδόν μέρα – νύχτα με σκοπό να είναι πάντα γεμάτη η στέρνα και να μη σταματά για κανέναν λόγο το πότισμα. Η εκκλησούλα μας, η Παναγία Ελεούσα (η Σισίκα όπως την έλεγαν χαϊδευτικά οι Ρόδηδες), συμπαραστεκόταν με συγκαταβατική αυστηρότητα και τις ευλογίες της σε ανθρώπους και ζωντανά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »