Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κοντοβάζαινα’

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 10 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του. Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Είχαμε σταματήσει στο σημείο όπου ο Ηλίας διηγείται πώς ο πατέρας του τού είχε δείξει τη σπηλιά που «μπορεί να μας φανεί χρήσιμη».

Εδώ ο Ηλίας σταμάτησε για πολλήν ώρα και το πρόσωπό του συννέφιασε. Ποιος ξέρει τι συλλογιζόταν. Κατόπιν αναστέναξε αδιόρατα και συνέχισε:

Και δεν άργησε να φανεί χρήσιμη. Όχι στην Κατοχή. Τότε τα πράγματα ήταν εύκολα. Είχαμε τον κόσμο μαζί μας, και στην ύπαιθρο, που από το καλοκαίρι του ’43 ήταν ολόκληρη ελεύθερη, κυριαρχούσαμε απόλυτα. Είχαμε εξασφαλίσει πραγματική τάξη. Όπως έλεγε ο πατέρας μου «έχανες το ζωντανό σου και δεν ανησυχούσες. Όπου να το βρίσκανε θα σου το στέλνανε, από οργάνωση σε οργάνωση, πίσω». Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί ήταν κλεισμένοι στις πόλεις και οι συνεργάτες τους είχαν λουφάξει. Τι να σου τα λέω τώρα, τα έζησες και τα ξέρεις. Αφού τον Μάρτη του ’44 έγιναν και εδώ, όπως σ’ όλη την Ελεύθερη Ελλάδα, εκλογές. Από την επαρχία μας βγήκαν δυο εθνοσύμβουλοι, βουλευτές δηλαδή στο Εθνικό Συμβούλιο, τη Βουλή των Βουνών. Μόλις είχα κλείσει τα δεκαοχτώ και ψήφισα. Τότε για πρώτη φορά ψήφισαν οι γυναίκες και οι νέοι πάνω από τα δεκαοχτώ. Η ελληνική πολιτεία μόλις το 1956 έδωσε και πάλι αυτό το εκλογικό δικαίωμα στις γυναίκες, που τους είχε δώσει τότε η λαϊκή εξουσία.

Τα δύσκολα άρχισαν σαν παραδώσαμε τα όπλα, ενώ οι ταγματασφαλίτες, εξοπλισμένοι από τους Άγγλους, από προδότες και διωκόμενοι που ήτανε, γίνανε εθνικόφρονες και διώκτες μας. Εγώ αυτά δεν τα έζησα από κοντά, γιατί μόλις τέλειωσα το γυμνάσιο ανέβηκα στην Αθήνα να σπουδάσω. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο στη Φιλοσοφική Σχολή και σκόπευα να γίνω αρχαιολόγος. Δεν ξέρω αν βρέθηκες στην Αθήνα εκείνον τον καιρό, ’46 με ’47 και πώς σου φάνηκε. Εμένα πάντως με μάγεψε. Και η πόλη και οι άνθρωποι. Γίνονταν τότε, πριν το νόθο δημοψήφισμα, τεράστιες συγκεντρώσεις για τη Δημοκρατία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Μ’ όλο που στις βουλευτικές εκλογές κάναμε αποχή, δε θέλαμε εμφύλιο πόλεμο, θέλαμε να δουλέψουμε και να ανοικοδομήσουμε τον τόπο μας.

Όταν έφτασα στην Αθήνα ήρθα αμέσως σ’ επαφή με την Οργάνωση. Στην αρχή σύχναζα απλώς στην κεντρική λέσχη της, στην οδό Ακαδημίας 15. Μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια και το κέφι αυτών των παιδιών. Εμείς στον τόπο μου ήμασταν μάλλον κοιμισμένοι. Μου έκανε επίσης εντύπωση μια έκδηλα ευνοϊκή στάση όχι μόνο προς τους Σοβιετικούς αλλά και προς τους Αμερικάνους, ενώ στα μέρη μου η προτίμησή μας έκλινε αποκλειστικά προς τους Ρώσους. Στη λέσχη έμαθα ένα καινούργιο επονίτικο τραγούδι: «ΕΠΟΝ ΕΠΟΝ είσαι ο εχθρός των φασιστών», που η μελωδία του ήταν παρμένη από μια αμερικάνικη οπερέτα, καθώς και τον «Ύμνο του λόχου σπουδαστών Λόρδος Μπάυρον», το «Γεια χαρά σπουδάζουσα νέα γενιά», που η μελωδία του ήταν ένα αμερικάνικο εμβατήριο. Γενικά, μετά τους Γερμανούς, που εξακολουθούσαμε όλοι οι Έλληνες να αποστρεφόμαστε, οι τωρινοί εχθροί μας ήταν οι Άγγλοι. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Οι Αμερικάνοι ήταν ακόμα πολύ μακριά.

«Κυκλοφορούσε τότε το περιοδικό μας η Νέα Γενιά, θα το θυμάσαι βέβαια. Πολύ ωραίο, με ζωντανή ύλη και πολλά ποιήματα. Θυμάμαι ακόμα ένα ποίημα που διάβασα στο περιοδικό και που μ’ άρεσε πολύ, καθώς ήμουνα τότε ερωτευμένος με μια συναγωνίστρια. Το θυμάμαι ακόμα απέξω, άκου το», μου λέει κι άρχισε να απαγγέλλει:

Σε γνώρισα αδερφοποιτή στη μάχη
της λευτεριάς, ακλόνητη κολόνα,
Σουλιώτισσα καινούργια κι Αμαζόνα
κι είπα η Ελλάδα την ψυχή σου θα ’χει.

Έτσι στο νου μου, ένα εσύ μ’ Εκείνη,
θα σου το πω το αγνό μου μυστικό,
υψώθηκες πανώριο ιδανικό
κι έδωσες φως και νόημα στην Ειρήνη.

Τώρα που το ντουφέκι έχουμ’ αφήσει
στο πρόσταγμα της μάνας λευτεριάς
και σ’ άλλο στίβο αγώνα έχουμ’ αρχίσει
στρατιώτες της δουλειάς και της χαράς.

έλα ακριβή στον ήχο της καρδιάς μας
να κάνουμε τραγούδι τη ζωή,
κι από την άγια φλόγα της γενιάς μας
σε νέα γενιά να δώσουμε πνοή.

Ακούγοντάς τον να απαγγέλλει, θυμήθηκα το ποίημα. Θυμήθηκα και το ωραίο εκείνο περιοδικό μας και την πρώτη μας νιότη και συγκινήθηκα.

 «Ωραίο ποίημα, το είχα κι εγώ διαβάσει στη Νέα Γενιά. Εσύ όμως το θυμάσαι ακόμα απέξω. Ξέρεις ποιανού ποιητή είναι;»

«Να σου πω δε θυμάμαι πια».

«Θυμάσαι όμως το ποίημα. Πρέπει να έχεις γερή μνήμη».

«Από μνήμη άλλο τίποτα. Είναι το μόνο που πάντα διέθετα σε επάρκεια. Πάντως το ποίημα αυτό, πέρα από το ρομαντισμό του, εξέφραζε και το πώς σκεφτόμασταν τότε. Να γίνουμε στρατιώτες της δουλειάς σε έργα ειρηνικά. Μόνο που δε μας άφησαν.

Από τον τόπο μου έρχονταν ανατριχιαστικές ειδήσεις. Σκοτωμοί, ξυλοδαρμοί, πυρπολήσεις σπιτιών. Τα ξέρεις τώρα, τι να στα λέω. Τις αδερφές μου, που πήγαιναν στο γυμνάσιο της Καλαμάτας και ήταν φυσικά Επονίτισσες, μια μέρα οι Μαγκανάδες τις κούρεψαν και παραλίγο να τις βιάσουν. Καταλαβαίνεις; Αυτά που κάνανε οι Γάλλοι μακί στις συνεργάτισσες των Γερμανών τα κάνανε εδώ οι συνεργάτες των Γερμανών στις κοπέλες της Αντίστασης! Έγραψα τότε στους δικούς μου να έρθουν στην Αθήνα. Είχαμε συγγενείς στον Πειραιά και θα τη βολεύαμε. Η μάνα μου με τα κορίτσια ήρθανε και έτσι γλίτωσαν, ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει το σπίτι και το χτήμα.

“Δεν τα φοβάμαι εγώ αυτά τα ψοφίμια. Υπεράσπισα τον τόπο μου όταν μας χτύπησαν οι Ιταλοί, τον υπεράσπισα σαν μας καταχτήσανε, θα τον υπερασπίσω και τώρα” μου ’γραψε».

Εμένα όπως καταλαβαίνεις με είχανε ζώσει μαύρα φίδια. Τώρα δεν ήταν όπως τότε. Τώρα θα ήταν ολομόναχος. Όλοι οι δικοί μας ή σκοτώθηκαν ή είχαν ανεβεί στην Αθήνα. Ήξερα βέβαια πως δεν είχε παραδώσει το ντουφέκι του, που το είχε φέρει μαζί του στην οπισθοχώρηση από την Αλβανία και το είχε σε όλη τη διάρκεια που πολεμούσε στον ΕΛΑΣ, αλλά τι μπορούσε να κάνει μονάχος του, μόνο αν έβγαινε πάλι στο βουνό.

Τελικά δε σώθηκε. Αυτό το έμαθα δυο μήνες μετά, όταν ένας συγχωριανός μας που ανέβηκε στην Αθήνα, μας τα είπε.Πήγαν να τον πιάσουν κάπου είκοσι ένοπλοι χίτες. Αντιστάθηκε ώσπου του τέλειωσαν οι σφαίρες και τότε τον σκότωσαν, ανατινάξανε τις στέρνες, κόψανε όλες τις ελιές, σκότωσαν όλα τα ζωντανά, κάψανε το σπίτι και στη σπασμένη πόρτα του κάρφωσαν το κομμένο κεφάλι του πατέρα μου. Όπως έλεγαν κατόπιν καμαρώνοντας «ξεκλήρισαν μια κόκκινη φωλιά στη Μάνη».

Δεν μπόρεσα ποτέ να συνέλθω από την είδηση. Τον αγαπούσα βλέπεις πολύ τον γέρο μου. Μια βδομάδα έκανα σαν τρελός. Μ’ έπιασε αληθινή μανία. Δε με χώραγε το σπίτι. Η μάνα μου κι οι αδερφάδες μου δεν ήξεραν πώς να με συνεφέρουν, οι συμφοιτητές μου τα είχαν χάσει έτσι που με βλέπανε.

Τελικά αποφάσισα να πάρω το αίμα του πίσω. Χωρίς να πω τίποτα στη μάνα μου και στις αδερφές μου, πήρα το καράβι και πήγα στην Καλαμάτα. Βρήκα κάποιους συναγωνιστές, που μ’ έφεραν σ’ επαφή με τους αντάρτες και την άνοιξη του ’47 βγήκα στο βουνό. Κατατάχτηκα στο αρχηγείο Μαίναλου με αρχηγό τον Σαρηγιάννη. Με βάλανε στην ομάδα του Πέρδικα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σπουδαίος άνθρωπος ήταν!

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιαννακούρας, το Πέρδικας ήταν ψευδώνυμό του, αλλά πολλοί τον φώναζαν και Τσαπάγεφ, από τον ήρωα μιας σοβιετικής ταινίας, από τις πρώτες που είχαν έρθει μετά την απελευθέρωση και που είχαμε προλάβει να δούμε. Απλός, αμόρφωτος χωριάτης, όμως με μυαλό μεγάλου στρατιωτικού, με κύρος μεγάλου πολιτικού και με την έμφυτη σοφία του απλού ανθρώπου. Αν καθίσω και σας διηγούμαι για τον Πέρδικα, θα ξημερωθούμε και δε θα προφτάσω να σας πω την περιπέτεια που έζησα.

Ένα μόνο θα σας πω, για να καταλάβετε γιατί τον είπα σοφό: Σε μας, στο αντάρτικο, ένα σοβαρό πρόβλημα ήταν οι ψείρες. Ανυπόφορο βάσανο, που δεν ξέραμε πώς να το αντιμετωπίσουμε. Είχαμε μάθει πως στις πόλεις τελευταία τις αντιμετώπιζαν με ένα θαυματουργό αμερικάνικο εντομοκτόνο, το ΝτιΝτιΤί, εμείς όμως πού να το βρούμε στο βουνό. Λοιπόν ο Πέρδικας βρήκε μια καταπληκτική λύση. Είχε επισημάνει κάποια δέντρα ή θάμνους όπου ανεβοκατέβαιναν συνεχώς μερμήγκια. Λοιπόν κρεμάγαμε ή ακουμπάγαμε τα ψειριασμένα ρούχα μας σ’ αυτά τα δέντρα και σε λίγο γέμιζαν με μερμήγκια που άρπαζαν τις ψείρες και τις πήγαιναν στη φωλιά τους. Σε δυο ώρες και το πιο ψειριασμένο ρούχο ήταν καθαρό από ψείρες και κόνιδες. Καταπληκτικό έ;

Σπουδαία παλικάρια ήταν και τα αδέρφια Δουμουλάκη, που τα γνώρισα, ιδίως ο Ετεοκλής, που όπως θα έμαθες, πέθανε το ’52 από την πείνα και τα τραύματά του, κλεισμένος, ποιος ξέρει πόσον καιρό, σε μια σπηλιά. Εγώ όμως ήθελα να πάω στο αρχηγείο του Ταΰγετου, κοντά στους δικούς μου. Ήξερα άλλωστε και τον Καμαρινό και τον Κονταλώνη και τον Πρεκεζέ, που ήταν μαζί με τον πατέρα μου στον ΕΛΑΣ.

Αυτό το πέτυχα στις αρχές του ’48, όταν ήρθε από την Πίνδο ο στρατηγός, ο Στέφανος Γκιουζέλης με το επιτελείο του και αναδιοργανώθηκε όλο το αντάρτικο του Μοριά. Έγινε η Τρίτη Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού και συγκροτήθηκαν δύο Ταξιαρχίες, ενώ τα παλιά αρχηγεία γίνανε Δυνάμεις Χώρου. Την άνοιξη του ’48 με στείλανε στο δεύτερο Τάγμα της 55ης Ταξιαρχίας. Τότε κυριαρχούσαμε σ’ όλο τον Μοριά, εκτός από τις πόλεις και τα κεφαλοχώρια. Είχαμε φτιάξει κανονικό κράτος, με λαϊκή αυτοδιοίκηση και λαϊκά δικαστήρια. Βγάζαμε και εφημερίδα, τον Μωριά, τυπωμένη σε κανονικό τυπογραφείο, όχι σε πολύγραφο. Λειτουργούσανε δημοτικά σχολεία σε όλα τα ελεύθερα χωριά και σε ορισμένα, όπως στα Τρόπαια και σ’ άλλα, λειτούργησε και γυμνάσιο. Μέχρι και παιδαγωγική ακαδημία δημιουργήθηκε στην Κοντοβάζαινα, για να βγάζει δασκάλους.

Γενικά στην ύπαιθρο επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός και είχαν προσχωρήσει σε μας πολλοί νέοι, εκτός του ότι πολλοί στρατιώτες που πιάσαμε αιχμαλώτους στις μάχες, ήταν παλιοί αριστεροί και αυτομολήσανε σε μας. Ο μεγάλος αριθμός των ανταρτών όμως χρειαζόταν και αξιωματικούς που εμείς δεν είχαμε. Τότε, το φθινόπωρο του ’48, ιδρύθηκε Σχολή Αξιωματικών του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοναστήρι, κοντά στη Δίβρη. Με πρόταση του Πρεκεζέ, με στείλανε εκεί. Διοικητής της Σχολής ήταν ο Κώστας ο Κανελλόπουλος. Εκπληκτικός άνθρωπος. Πολύπλευρα μορφωμένος και ταυτόχρονα άνθρωπος της δράσης, και με διοικητικά χαρίσματα. Ήταν αξιωματικός του αστικού στρατού, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και ήταν αξιωματικός στον ΕΛΑΣ. Μετά τη Βάρκιζα πέρασε από το Μπούλκες και στο Μοριά ήρθε με τον Γκιουζέλη και το άλλο επιτελείο.

Μη θαρρείς πως κάναμε μόνο μαθήματα σε αίθουσες. Τα πιο πολλά γίνονταν στις ασκήσεις και στις μάχες. Η φοίτηση ήταν τρίμηνη και μόλις αποφοίτησα με ξαναστείλανε, ανθυπολοχαγό πια, στο Τάγμα μου. Εκεί συνάντησα τον Επίτροπο του Τάγματος. Ήταν Μανιάτης, παλιός κομμουνιστής, που είχε κάνει στην Ακροναυπλία, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει, όταν τους παραδώσανε στους Γερμανούς κι αυτοί τους κλείσανε στο Χαϊδάρι. Στην αρχή, να σου πω, δε μου γέμιζε το μάτι. Έκανε σα να τα ’ξερε όλα. Ύστερα, ενώ εκείνον τον καιρό ήμασταν όλοι αισιόδοξοι, πως όπου να ’ναι θα καταρρεύσει ο μοναρχοφασισμός, αυτός ήταν συγκρατημένος. Όχι πως ήταν απαισιόδοξος ή ηττοπαθής, αλλά νά, μας προσγείωνε στην πραγματικότητα, καμιά φορά άγαρμπα.

Θυμάμαι μια συζήτηση, στην έδρα του τάγματός μας. Ήτανε αρχές Δεκεμβρίου θυμάμαι και μόλις είχα γυρίσει από τη Σχολή στο Τάγμα. Είχαμε τότε πολύ κουράγιο και μεγάλον ενθουσιασμό και σχεδιάζαμε να προχωρήσουμε σε καταλήψεις πόλεων για να διευρύνουμε την απελευθερωμένη περιοχή μας. Ο επίτροπος όμως μας προσγείωσε.

«Να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα» μας λέει. «Δεν έχουμε λύσει δυο βασικά προβλήματα: τον ανεφοδιασμό μας με πολεμικό υλικό και τις εφεδρείες. Ώς τώρα οι μοναρχοφασίστες έχουν ρίξει όλο το βάρος τους στο Γράμμο κι εδώ έχουν αφήσει τη Χωροφυλακή, τους μάυδες και κάτι μικρές μονάδες του Στρατού για να μας συγκρατούν, αλλά ώς πού θα πάει αυτό; Η κυριαρχία του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοριά διαψεύδει το κυριότερο επιχείρημά τους περί “έξωθεν επιβουλής”. Δε θα μας αφήσουν ήσυχους. Πρέπει λοιπόν από τώρα να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουμε κάποια μεγάλη μονάδα του μοναρχοφασιστικού στρατού. Ανεξάρτητα από το πώς θα λύσουμε το πρόβλημα του ανεφοδιασμού μας, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε μερικά σίγουρα, απρόσιτα στον εχθρό καταφύγια, για τους τραυματίες και τα εφόδιά μας».

Τότε τον πήρα παράμερα και του μίλησα για τη σπηλιά.

Είδα πως ενδιαφέρθηκε ζωηρά.

«Την άλλη βδομάδα, που θα κάνουμε μιαν επιθετική κρούση προς την Καστανιά, θα έρθεις μαζί και στο γυρισμό θα μου τη δείξεις» μου λέει.

Πράγματι, γυρνώντας από την επιχείρηση, που ήταν πολύ εύκολη και αναίμακτη, πήγαμε οι δυο μας κι ένας ακόμα έμπιστος αντάρτης, ο Αποστόλακας και τους έδειξα τη σπηλιά.Μπήκαμε μέσα και προχωρήσαμε ώς τον «υπόγειο ναό». Ο επίτροπος εντυπωσιάστηκε. Όταν γυρίσαμε στο Τάγμα το κουβέντιασε με τον Θόδωρο Πρεκεζέ, τον διοικητή μας.

«Μπορούμε να την κάνουμε νοσοκομείο για τους τραυματίες μας, βάση εφοδιασμού και εν ανάγκη κρησφύγετο» του έλεγε.

Ο Αποστόλακας όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις.

«Δεν κάνει για νοσοκομείο και για βάση ανεφοδιασμού. Και ξέδρομα είναι και εύκολα κλείνεται. Ύστερα, δεν είδατε πως από μέσα της βγαίνει νερό; Αν φράξουνε τη μπασιά της, που εύκολα χτίζεται, έτσι στενή που είναι, θα πλημμυρίσει κι όσοι βρεθούνε μέσα θα πνιγούν σαν τα ποντίκια, όπως πάθανε οι Καλλιαζιώτες».

Και μας εξήγησε πως τον καιρό της Επανάστασης, ο Μπραήμης, αφού αποκρούστηκε στη Βέργα του Αρμυρού και στον Δυρό, προσπάθησε, για τρίτη φορά, να μπει στη Μάνη, από τα ανατολικά τώρα. Τότε τα γυναικόπαιδα και οι γέροι ενός χωριού, της Κάλλιαζης, που βρισκόταν πάνω στο δρόμο του, καταφύγανε σε μια σπηλιά, όπου μέσα υπήρχε και πηγή.

Μετά τη νίλα που έπαθαν στον Πολυάραβο, οι στρατιώτες του Μπραήμη, περνώντας απέξω από τη σπηλιά άκουσαν κλάματα μωρών και κουβέντες μεγάλων. Δοκίμασαν να μπουν μέσα αλλά από τις ντουφεκιές που τους τράβηξαν οι κλεισμένοι, κατάλαβαν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.

Σοφίστηκαν τότε να κλείσουν τη μπασιά της σπηλιάς μ’ έναν βράχο που τον κύλησαν ώς εκεί και τον έχτισαν κανονικά. Κανείς δεν έμαθε τι απογίνανε τα γυναικόπαιδα της Κάλλιαζης. Φαντάστηκαν πως τα τράβηξε ο Μπραήμης στην Αραπιά. Μονάχα ύστερα από εκατό χρόνια, όταν ένας χωριάτης έβαλε φουρνέλο και ξεκόλλησε ο βράχος και μαζί με το νερό που ξεχύθηκε κύλησαν στο λόγγο ένα σωρό κόκαλα και κρανία, μαθεύτηκε η αλήθεια.

Ο επίτροπος όμως δεν παραδέχτηκε αυτόν τον κίνδυνο.

«Η σπηλιά αυτή έχει κι άλλες μπασιές, απ’ όπου θα φύγει το νερό» είπε με σιγουριά, σα να την είχε φτιάξει ο ίδιος.

«Εμένα μια φορά δε μ’ αρέσει. Σαν ποντικοπαγίδα είναι» επέμεινε ο Αποστόλακας.

Τελικά ο Πρεκεζές έδωσε τη λύση: Η σπηλιά θα χρησίμευε μόνο σαν βάση ανεφοδιασμού. Ούτε νοσοκομείο, ούτε καταφύγιο.

Έτσι σιγά σιγά, εγώ με τον Αποστόλακα και δυο άλλους αντάρτες συγχωριανούς του, κάτι πανύψηλους και πολύ χειροδύναμους Μαυρομανιάτες, κουβαλήσαμε και κρύψαμε στον  «υπόγειο ναό» μερικές κάσες με πυρομαχικά, κονσέρβες με κορνμπήφ και γάλα εβαπορέ, κουτιά με επιδέσμους και φάρμακα, κάμποσες στολές και ασπρόρουχα, έναν τενεκέ με φωτιστικό πετρέλαιο και τρία φανάρια πετρελαίου, από αυτά που τα λένε «φανούς θυέλλης». Την ύπαρξη της σπηλιάς την κρατήσαμε τελείως μυστική. Την ξέραμε μονάχα πέντε άτομα.

Ύστερα, όλα άλλαξαν απότομα και ραγδαία. Τα Χριστούγεννα του ’48 γίνανε σε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου ομαδικές συλλήψεις, όχι μόνο όσων αριστερών είχαν απομείνει άπιαστοι, αλλά και βενιζελικών και οπαδών άλλων κομμάτων. Κάπου είκοσι χιλιάδες άνθρωποι πιάστηκαν και στάλθηκαν αμέσως στο Μακρονήσι και το Τρίκερι. Μπορεί να μη μας έβλαψαν άμεσα αυτές οι συλλήψεις. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πια καμιά πρόσβαση στις πόλεις, αλλά δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα φοβίας. Μας φάνηκε πως όλα πάγωσαν. Κατόπιν, αρχές του ’49 ήρθε στο Μοριά από το Γράμμο η Ένατη Μεραρχία και άρχισε η διάλυση των τμημάτων μας. Μέσα σε πέντε μήνες όλα είχαν τελειώσει. Βλέπεις δεν είχαμε καθόλου πυρομαχικά. Όπως θα έχεις μάθει, το Γενικό Στρατηγείο μάς είχε στείλει σημαντικά εφόδια με ένα καΐκι, που ξεκινώντας από την Αλβανία, έφερε γύρα την Πελοπόννησο και άραξε στο Κυπαρίσσι, έναν απόμερο κόλπο στην Κυνουρία, κοντά στο Λεωνίδιο. Θυμάμαι πώς γιορτάσαμε αυτή την επιτυχία. Μόνο που στην επόμενη αποστολή το καΐκι το εντοπίσανε τα περιπολικά του στόλου και το βούλιαξαν λίγο πριν φτάσει στον Φωκιανό. Κι όχι μόνο χάσαμε τα πολύτιμα εφόδια, αλλά έπεσε στα χέρια τους το ημερολόγιο που κρατούσε ο καπετάνιος του, όπου τα έλεγε όλα χαρτί και καλαμάρι. Το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύτηκαν οι κυβερνητικοί. Το δημοσίευσαν όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες. Βρήκαν βλέπεις μιαν απόδειξη για την ενίσχυσή μας από το εξωτερικό. Άλλες δυο προσπάθειες που έγιναν από τότε, να μας στείλουν εφόδια με καΐκια, αποτύχανε. Έτσι αναγκαστικά παίρναμε όπλα και πυρομαχικά από τους αντιπάλους. Έπρεπε όμως οι επιθέσεις που κάναμε να τελειώνουν γρήγορα, πριν μας σωθούν οι σφαίρες. Για όλες τις άλλες ενέργειές μας αυτοσχεδιάζαμε. Αφού για να κόψουμε μια φορά τη σιδηροδρομική γραμμή Τρίπολης-Καλαμάτας, παλεύαμε με αξίνες και κασμάδες να ξεκολλήσουμε τις ράγες από τα ξύλα! Πού να βρεθεί δυναμίτης;

Καταλαβαίνεις λοιπόν πόσο άνισος ήταν ο αγώνας. Δεν ήταν μονάχα ο στρατός ή έστω η χωροφυλακή, που ήταν εκατονταπλάσιοι από μας. Είχαμε και το χιταριό, τους μάυδες και τους παρακρατικούς. Όχι πως αυτοί μας πολεμούσαν. Δεν κοτούσαν, τσακάλια ήταν, που όσον καιρό επικρατούσαμε εμείς στην ύπαιθρο είχαν λουφάξει στις πόλεις. Τώρα όμως έρχονταν πίσω από το στρατό, ρημάζανε τον κόσμο και δε μας άφηναν να ανασυγκροτηθούμε όταν ξεφεύγαμε διασπώντας τους κλοιούς και τις ενέδρες. Παρ’ όλα αυτά δεν το βάλαμε κάτω. Πολεμήσαμε ώς το τέλος.

(συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 69 Σχόλια »