Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κοσμάς Πολίτης’

Τα τσερκένια (αφήγημα του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2021

Χρονιάρα μέρα σήμερα κι ας ήρθε μέσα στον μουντό καιρό και στο λοκντάουν. Κούλουμα είναι αυτά ή κορονοκούλουμα; Αλλά ίσως δεν έχει νόημα να εντείνουμε τη δυσθυμία, που βέβαια δεν είναι υποχρεωτικό να την αισθάνονται όλοι. Οπότε αποφάσισα να μη βάλω κάτι το καθημερινό, αλλά να τιμήσω την περίσταση με ένα ανάγνωσμα ταιριαστό. Και αφού υπάρχουν περιορισμοί και στις μετακινήσεις αλλά και στο πέταγμα του χαρταετού, λέω να πάμε μια μακρινή εκδρομή και να πετάξουμε ανεμπόδιστοι χίλιω λογιώ χαρταετούς -με τη δύναμη της αφήγησης.

Θα παραθέσω λοιπόν ένα (γνωστό βέβαια και πολυδιαβασμένο) απόσπασμα από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη «Στου Χατζηφράγκου». Ο Κοσμάς Πολίτης (Πάρις Ταβελούδης. 1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (πρόσφατα δημοσιεύσαμε δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη. Σήμερα θα δημοσιεύσω ένα απόσπασμα που επιβάλλεται λόγω της ημέρας, εκεί όπου ο Πολίτης αφηγείται πώς πετούσαν τους χαρταετούς στη Σμύρνη -ή μάλλον τα τσερκένια, διότι έτσι τα έλεγαν. Το απόσπασμα έχει αυτοτέλεια, οπότε ταιριάζει να παρατεθεί.

Με την ευκαιρία, πρόσφατα με ρώτησαν αν έχω στοιχεία για το πότε ήρθε στην Ελλάδα το έθιμο του χαρταετού. Ο φίλος που με ρώτησε είχε ερευνήσει λιγάκι το θέμα και μου είπε ότι πριν το 1922 δεν βρήκε αναφορές στη λογοτεχνία (ας πούμε, ο Παπαδιαμάντης δεν γράφει για χαρταετούς). Για τη Σμύρνη ξέρουμε από πολλές πηγές ότι οι χαρταετοί -ή μάλλον τα τσερκένια- ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία μικρών και μεγάλων: το τσερκένι, το ψάρεμα και το κυνήγι, θυμόταν καποιος, ήταν οι τρεις αγάπες των Σμυρνιών. Όποιος ξέρει κάτι για τον ελλαδικό χώρο ας μας πει στα σχόλια.

Μιαν άλλη φορά θα βάλουμε ένα δοκιμιακό άρθρο για τα τσερκένια στη Σμύρνη που έχω βρει -δεν πρόφταινα να το πληκτρολογήσω φέτος. Οπότε προς το παρόν ας χαρούμε την αφήγηση του Πολίτη. Στο τέλος εξηγούνται κάποιες λέξεις.

(Τα τσερκένια)

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι —όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά — συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες —να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα— και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία | Με ετικέτα: , , , , | 139 Σχόλια »

Ο Τζον Στάινμπεκ στο δρόμο με τις φάμπρικες

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2020

Άρχισα να διαβάζω τον «Δρόμο με τις φάμπρικες» του Τζον Στάινμπεκ, ή πιο σωστά άρχισα να το ξαναδιαβάζω. Το είχα διαβάσει πριν από πολλά πολλά χρόνια, σε μιαν άλλη, παλιά έκδοση που είχε ο παππούς μου, αφού πρώτα είχα ακούσει τον παππού μου ή τον πατέρα μου να αφηγούνται διάφορες ιστορίες με τον Μακ και τον Δόκτορα -ήταν από τ’ αγαπημένα τους βιβλία, μαζί με τον Σβέικ ή τις 12 Καρέκλες.

Τώρα άρχισα να το διαβάζω στην έκδοση που κυκλοφορεί στο εμπόριο, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη -έκδοση 1989 το αντίτυπό μου, αλλά η αρχική πρέπει να είναι πολύ παλιότερη αφού ο Πολίτης πέθανε το 1974. Εδώ που τα λέμε, δεν αποκλείεται και το παλιό βιβλίο του παππού να είχε την ίδια μετάφραση, αφού το κείμενο μού φαίνεται οικείο. Έτσι κι αλλιώς, ο Στάινμπεκ έγραψε το μυθιστόρημά του το 1945, κι αν το μεταφράζανε σήμερα πιθανώς θα κρατούσαν τον αγγλικό τίτλο, ίσως γραμμένον στ’ αγγλικά: Cannery Row, που κατά λέξη θα πει «Οδός Κονσερβοποιείων» ή «Οδός Κονσερβάδικων». Πείτε με μαλλιαρό, προτιμώ την απόδοση του Πολίτη έστω κι αν δεν υπάρχουν πλέον φάμπρικες σήμερα παρά μόνο στο τραγούδι του Τσιτσάνη.

Ο Στάινμπεκ τοποθετεί το έργο του στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και παρακολουθεί τη ζωή σε μια γειτονιά του Μόντρεϊ, στην Καλιφόρνια, όπου η ζωή στον μεγάλο δρόμο με τις φάμπρικες περιστρέφεται ακριβώς γύρω από τα κονσερβάδικα. Εκεί υπάρχει και το μαγαζί του Λη Τσογκ, και το Βιολογικό Εργαστήριο του Δόκτορα και το πορνείο της Ντόρας -για να αναφέρουμε τρία από τα μέρη που πρωταγωνιστούν στο μυθιστόρημα μαζί με τα αντίστοιχα πρόσωπα.

Γράφει ο Στάινμπεκ στην αρχή του έργου:

«Ο δρόμος με τις φάμπρικες» στο Μόντρεϋ στην Καλιφόρνια, είν’ ένα ποίημα, μια βρομισιά, έχει ένα δικό του φως, ένα έντονο χρώμα, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι ένα όνειρο μαζί, μια νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, τενεκέδες, σκουριά, και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σκοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα, μικρομάγαζα, παλιοξενοδοχεία. Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούνε «πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι» εννοούσε, δηλαδή, πως κατοικούνε άνθρωποι λογής – λογής. Αν τους κοίταζε όμως από μια άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να ‘χε πει, πως κατοικούνε «άγγελοι, άγιοι και οσιομάρτυρες» – και πάλι θα εννοούσε το ίδιο.

Η μυθιστορηματική Cannery Row ήταν πλασμένη με πρότυπο την Ocean View Avenue, μια λεωφόρο του Μόντρεϊ. To όνομα Cannery Row ήδη το χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι, σαν ανεπίσημη ονομασία του δρόμου. Το 1958, μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, οι αρχές του Μόντρεϊ μετονόμασαν τον δρόμο σε Cannery Row. Φυσικά, προ πολλού δεν υπάρχουν πια κονσερβάδικα εκεί, το τελευταίο έκλεισε το 1973. Υπάρχει όμως το κτίριο που στέγαζε, ως το 1948, το βιολογικό εργαστήριο του Εντ Ρίκετς, που ήταν φίλος του Στάινμπεκ και χρησίμεψε σαν πρότυπο για τον Δόκτορα. Να το:

Το μυθιστόρημα του Στάινμπεκ αρθρώνεται σε 32 μικρά κεφάλαια, πολλά από τα οποία μπορούν να σταθούν λίγο-πολύ αυτόνομα, αφού σκιτσάρουν ένα επεισόδιο από τη ζωή γύρω από το δρόμο με τις φάμπρικες. Θα παρουσιάσω σήμερα δυο κεφάλαια από το βιβλίο, το 3ο κεφάλαιο (για το πορνείο της Ντόρας) και το 5ο (για τον Δόκτορα και το εργαστήριό του). Δεν επεμβαίνω στην ορθογραφία παρά μόνο για να κάνω «κι» το «κ'». Η αναφορά σε «Παλιοπάπουτσα του Τέννις» έχει εξηγηθεί στο πρώτο κεφάλαιο -είναι μια μάρκα φτηνό ουίσκι, που λέγεται κανονικά Παλιό Τενεσή (Old Tennessee) και όλοι το λένε Old Tennis Shoes.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ΗΠΑ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , | 177 Σχόλια »

Ο κατεργάρης στον πάγκο του, αλλιώτικα

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2015

Η 11η Σεπτεμβρίου είναι ημερομηνία πολυσήμαντη. Στον πολύ κόσμο, διεθνώς, θυμίζει τις τρομοκρατικές επιθέσεις της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους, που επειδή έγινε στις ΗΠΑ, που έχουν διαφορετικό τρόπο γραφής των ημερομηνιών, βλέπουμε συχνά να αναφέρεται ως 9/11 (π.χ. before and after 9/11) όσο κι αν αυτό, στο ευρωπαϊκό μάτι παραπέμπει στις 9 Νοεμβρίου. Σε πολύ κόσμο, από πρωτύτερα κιόλας, θυμίζει το πραξικόπημα στη Χιλή και την ανατροπή και εξαναγκασμό σε αυτοκτονία (ή δολοφονία, το ίδιο είναι) του σοσιαλιστή προέδρου Σαλβατόρ Αλιέντε, από τον στρατηγό Πινοσέτ, υπό την αιγίδα της CIA. Αλλά στην Ελλάδα, και στη σφαίρα της καθημερινής ζωής, η 11η Σεπτεμβρίου σημαίνει κάτι το εντελώς διαφορετικό, χαρούμενο, φασαριόζικο, αλλά και λίγο γκρινιάρικο και λίγο αγχωτικό: το ξεκίνημα της σχολικής χρονιάς.

Πράγματι, εδώ και αρκετά χρόνια τα σχολεία (της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) ανοίγουν κάθε χρόνο στις 11 Σεπτεμβρίου, εννοείται όταν η 11η του Σεπτέμβρη δεν πέφτει Σάββατο ή Κυριακή (όπως του χρόνου). Φέτος, η… μοιραία μέρα πέφτει Παρασκευή, που είναι λίγο άβολο. Ίσα-ίσα θα πάνε τα παιδιά για την πρώτη μέρα και μετά θα διακόψουν για το σαββατοκύριακο και μόνο οτη Δευτέρα θα αρχίσει με το καλό η χρονιά στα σοβαρά.

Η αυριανή μέρα λοιπόν είναι ξεχωριστή για εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές -όμως είναι, με έναν τρόπο, σημαδιακή και για μένα και γι’ αυτό θέλησα να την τιμήσω με άρθρο, έστω κι αν πρόκειται για επανάληψη από πρόπερσι. Σημαδιακή βέβαια είναι με έναν ιδιαίτερο τρόπο, που θυμίζει, από μιαν άποψη, τον τρόπο που ήταν αξιοσημείωτο αυτό που έκανε ο σκύλος τη νύχτα του εγκλήματος σε ένα διήγημα του Κόναν Ντόιλ. «Μα, ο σκύλος δεν έκανε τίποτα τη νύχτα», απαντά ο έκπληκτος αστυνομικός. «Αυτό είναι το αξιοσημείωτο», απάντησε αγέρωχα ο Σέρλοκ Χολμς.

Τι θέλω να πω; Εδώ και πολλά χρόνια, δεκατέσσερα για την ακρίβεια, η 11η του Σεπτέμβρη ήταν σημαδιακή για την οικογένειά μας, αφού είχαμε τα παιδιά που ξεκινούσαν για την πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς τους. Ε, αύριο δεν θα έχουμε αυτή την ευχάριστη φούρια. Ξεπαιδιάσαμε πια (νομίζεις, σα ν’ ακούω τη φωνή της μητέρας μου από το βάθος).

Και μια καθιερωμένη φράση, ένα κλισέ που λέγεται για την αυριανή μέρα, είναι η «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», που τη λέμε για τους μαθητές που επιστρέφουν στα θρανία ύστερα από την καλοκαιρινή ανάπαυλα. Γιατί όμως κατεργάρης, και γιατί πάγκος;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων, Προσωπικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 113 Σχόλια »

Ο πάγκος του κατεργάρη

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2013

Το σημερινό άρθρο, αρθράκι πιο σωστά, αρχικά το προγραμμάτιζα για τις 11 του Σεπτέμβρη, που ανοίγουν τα σχολεία και γυρίζει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, είπα όμως να το μεταθέσω για την Παρασκευή, μια και δεν θα ήταν πολύ μεγάλο -κι ύστερα αρρώστησα κι ήρθε ο πυρετός και πήρε το. Η σημερινή δημοσίευση δεν σημαίνει πάντως την επάνοδο στην πρότερη κατάσταση λειτουργίας του ιστολογίου, ούτε άλλωστε την οριστικήν ανάρρωση του ιστολόγου, περισσότερο ένα τεστ αντοχής είναι. Για τις επόμενες εβδομάδες δεν βλέπω περισσότερα από 2-3 άρθρα, σε καθημερινό άρθρο θα αργήσουμε να γυρίσουμε -αν και οι προβλέψεις είναι για να διαψεύδονται και το αγώι έχει την τάση να ξυπνάει τον αγωγιάτη.

Κατεργάρης είναι βέβαια ο πονηρός, που χρησιμοποιεί τεχνάσματα για να πετύχει τους σκοπούς του, όμως συνήθως η λέξη κρύβει μιαν υπόρρητη συμπάθεια, επιδοκιμασία, ακόμα και θαυμασμό –βρε τον κατεργάρη, τι σκαρφίστηκε πάλι! λέμε συχνά. Δεν είναι παράξενο αυτό σε έναν πολιτισμό που την πρώτη του μνημειωμένη κατάχτηση την πέτυχε με πονηριά. Ιδίως το θηλυκό, κατεργάρα, ή το υποκοριστικό, κατεργαράκος, σπάνια χρησιμοποιούνται αρνητικά -και βέβαια δεν είναι σπάνια αυτή η βελτίωση της σημασίας, συμβαίνει και σε άλλες λέξεις που ξεκίνησαν αρνητικές, ο μπαγάσας ας πούμε, ο κερατούκλης, ο αφιλότιμος ή ο αθεόφοβος -ενώ άλλες λέξεις όπως π.χ. ο απατεώνας ή ο πανούργος μένουν μόνιμα αρνητικές.

Επιπλέον, η λέξη ‘κατεργάρης’ ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ουσιαστικών που σχηματίζουν δεύτερο πληθυντικό σε -αίοι (νοικοκυραίοι, νοματαίοι κτλ.), ο οποίος χρησιμοποιείται π.χ. στην παροιμία «μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια».

Γιατί όμως κάθεται στον πάγκο του ο κατεργάρης; Καταρχάς, η φράση «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» είναι ναυτικό πρόσταγμα, που λεγόταν ιδίως σε ώρα κινδύνου. All hands on deck, θα έλεγαν οι Άγγλοι. Οι κατεργάρηδες ήταν οι κωπηλάτες που επάνδρωναν τα κάτεργα, τα βαριά πολεμικά πλοία του Μεσαίωνα, τις γαλέρες. Βαριά δουλειά, συχνά δεν έβρισκαν να τσουρμάρουν οι κατεργοκύριοι, έπαιρναν κατάδικους στο τσούρμο. Αλλά έτσι κι αλλιώς, για να κάνεις τη δουλειά του κατεργάρη έπρεπε να είσαι σκληρός, οι πιο πολλοί θα είχαν κάνει καναδυό παραπτώματα, οπότε κάποια στιγμή η λέξη, από «κωπηλάτης στα κάτεργα» (συνήθως κατάδικος) πήρε τη σημασία «πανούργος». Στα μεσαιωνικά κειμενα βρίσκουμε τη λέξη συνήθως με τη σημασία του κωπηλάτη: «οι κατεργάροι ελάμνασι δίχως να φοβηθούσι» στον Κρητικό Πόλεμο του Μπουνιαλή. Στο λεξικό του Κριαρά μία μόνο αναφορά βρίσκω με σημασία ‘πανούργος’, στον Πουλολόγο, όπου λένε προς τον γλάρο, «οι πάντες όσοι οίδαν σε, λέγουν σε κατεργάρην». Είναι βέβαια ο γλάρος ναυτικό πουλί, αλλά εδώ νομίζω πως έχουμε τη μεταφορική σημασία στην παλιότερη εμφάνισή της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 87 Σχόλια »