Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘κουρσούμι’

Μάρκος Μέσκος: Σφεντόνα – Κουρσιούμια

Posted by sarant στο 9 Νοέμβριος, 2014

Πήγα ν΄ αγοράσω για δώρο το Μουχαρέμ του Μάρκου Μέσκου (1935), και μου είπε ο βιβλιοπώλης πως πέρσι βγήκε συγκεντρωτική έκδοση των πεζογραφημάτων του Εδεσσαίου (κυρίως) ποιητή, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη -οπότε πήρα δυο αντίτυπα, ένα για δώρο κι ένα για μένα. Από την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Μέσκου, τα «Παιχνίδια στον Παράδεισο» (1978), στην οποία αφηγείται παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας, αντιγράφω εδώ δύο διηγήματα, δύο παιχνίδια: Σφεντόνα και Κουρσιούμια (που είναι το βόλι και η σιδερένια μπίλια, τη λέξη τη λένε και στη Μυτιλήνη, ίσως κι αλλού). Να θυμίσω πως από την ίδια συλλογή του Μέσκου είχα παρουσιάσει παλιότερα (προσφορά της Μαρίας πρέπει νάταν) ένα ακόμα διήγημα, το Τζαμί.

Διατηρώ την ορθογραφία, αλλά μονοτονίζω. Στο τέλος εξηγώ κάποιες λίγες λέξεις (όσες δεν εξηγεί ο ίδιος στη ρύμη της αφήγησης).

ΣΦΕΝΤΟΝΑ

Ήταν σοβαρό το παιχνίδι, παίξε-γέλασε δεν είχε, το πιάναμε στα χέρια γύρω στα δέκα μας χρόνια. Έπρεπε να ’μαστε προσεκτικοί στο σημάδι για να μην πληρώσει τη ζημιά η γκλάβα κάποιου συνομήλικού μας, μακριά δεν ήσαν μήτε τα τζάμια των σπιτιών μή­τε τα φρούτα μήτε τα πουλιά κι ήταν πιο δίκαιο, του­λάχιστον, να κατευθύνονται εδώ τα βλήματά σου. Προ­τού κρεμάσεις τη σφεντόνα στον λαιμό ή στην κωλοτσέπη, κάτι από αυτά επιβάλλονταν να γνωρίζεις. Μη γίνεις δακτυλοδεικτούμενος, δηλαδή μπελαλής, και γρήγορα σου την κατασχέσουν. Τότε πού να κρυφτείς;

Η σφεντόνα, ή σαΐτα, ή φράσκα (μην απορείτε, στα Βοδενά είχαμε εμείς το προνόμιο, με δυο-τρεις γλώσσες και βάλε, να λέμε τα πράγματα και να τα ονομάζουμε συνεννοούμενοι θαυμάσια), η σφεντόνα λοιπόν είχε τρία κύρια μέρη: το πετσί, τα λάστιχα και το ξύλο της, την τσιπαρόσκα ή τσατάλα. Το πετσί ήταν ένα ορθογώνιο πράμα, το διπλώναμε όσο να χωράει την πέτρα, κατσικίσιο ή από αρνί, όμως ντούρο. Το ψαλιδίζαμε στις τέσ­σερις γωνιές και του ανοίγαμε τρύπες στο πλάι για να περάσουμε τα λάστιχα από κει, τα γυρίζαμε λίγο και μεταξύ τους τα σφιχτοδέναμε — προσοχή, να ’ναι γερός ο σπάγκος. Τα λάστιχα τα καλά (μαύρο, γκρίζο και κόκκινο χρώμα) τα παίρναμε από την αγορά και τα λέγαμε «τετράγωνα». Σέ αντίθεση με τ’ άλλα, τα πλα­τιά, από σαμπρέλες αυτοκινήτων, κόκκινα και μαύρα, μα τούτα λίγο τα προτιμούσαμε γιατί είχανε πολλές ρα­γισματιές, είχαν «τσιακίς». Σπάζανε εύκολα και μας άφηναν στους πέντε δρόμους.

Αυτά λοιπόν, κάπου είκοσι πόντους μήκος, τα δένα­με στην τσιπαρόσκα (κι εδώ προσοχή μεγάλη), στα στρογγυλά τόξα του ύψιλον, αφού τα σκάβαμε λίγο με το μαχαίρι να στεριώσουν καλύτερα, με σπάγκο ή ψιλό σύρμα. (Μερικοί φτιάχνανε την τσιπαρόσκα και από σίδερο, την ντύνανε μάλιστα με χρωματιστό σύρμα, πάγκαλη σαν στολίδι φυλακισμένων και τη χαιρόσουν.) Το ξύλο το παίρναμε από κάθε χαμηλό κλωνί, αρκεί να είχε το σχήμα που θέλαμε, ακριβώς όπως το γκραν επίσημο ποτήρι του κρασιού. Το πετυχαίναμε κι αυτό κυρίως, με το ξύλο της κρανιάς, δέναμε τ’ άκρα τής τσατάλας ώστε να ’ναι συμμετρικά στο λύγισμα και κατόπιν το βάζαμε στη φωτιά, να φύγει η υγρασία και να κοκαλώσει όπως το επιθυμούσαμε. Μετά, με το μα­χαίρι το ξύναμε καλά, χαμηλώναμε τελείως τούς κό­μπους και τη γυαλίζαμε στο τέλος ωραία-ωραία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Παιχνίδια | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »