Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘κρασί’

Υποθήκες για το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη)

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2020

Καθώς έχουμε χαλαρώσει τους περιορισμούς έχουν πια ανοίξει εστιατόρια και ταβέρνες, που τα τιμήσαμε στο ιστολόγιο με το άρθρο της περασμένης Δευτέρας. Συνεχίζουμε λοιπόν σήμερα στο ίδιο κλίμα. Για κυριακάτικο λογοτεχνικό ανάγνωσμα σάς προτείνω δυο χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένα στην περίοδο της Κατοχής, που τώρα τα συμπεριέλαβα στον τόμο «Συμποσιακά», και είναι κατεξοχήν συμποσιακά, αφού ο Βάρναλης παρουσιάζει δυο αντικρουόμενες απόψεις για το πώς πρέπει να πίνει κανείς κρασί.

Παραξενεύεται κανείς λίγο όταν διαπιστώνει ότι στην πιο βαθιά στιγμή της Κατοχής, τον Σεπτέμβρη του 1942, θα μπορούσαν οι υπόδουλοι να προβληματίζονται για την καλύτερη οργάνωση των κρασοκατανύξεων -αλλά ο πεινασμένος παρηγοριέται καρβέλια ονειρεύοντας (σικ, ρε).

Το πρώτο χρονογράφημα (Πρωία, 17 Σεπτεμβρίου 1942)

Υποθήκαι

—Το να πιεις ένα καλό κρασί δεν είναι απλή δουλειά. Πρέπει πρώτα να «ανακαλύψεις» το κρασί. Και για να το ανακαλύψεις δεν αρκεί να είσαι μονάχα μερακλής, που δεν μπορείς να υποφέρεις τα «δεύτερα» πράματα παρά και να μη λυπάσαι τους κόπους. Ρωτώντας πας στην Πόλη, κρασί όμως δεν βρίσκεις. Οι περισσότεροι δεν το μολογάνε, για να μην τελειώσει ή γιατί ο κάπελας δε θέλει πελατεία. Θα βάλεις αυτί στην διπλανή παρέα των κρασοπατέρων στο καφενείο και είναι αδύνατο κάποιος απ’ αυτούς σε μια στιγμή να μη φέρει τη κουβέντα στο ενδιαφέρο θέμα. Απ’ αυτούς θ’ ακούσεις πού πηγαίνουν τα βράδια ή αν δεν τ’ ακούσεις, θα τους παρακολουθήσεις μόλις σηκωθούν. Ή θα ιδείς πρωί πρωί τον μπάρμπα-Σκουρά να κατεβαίνει τρεκλίζοντας τα σκαλιά της οδού Πλουτάρχου (από τα ύψη του Λυκαβηττού): «πού τα έπινε»; Απάνω στο μεθύσι του θα σου πει την αλήθεια (από τρελό κι από μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια).

Αλλ’ άμα το βρεις, δεν τελείωσε η υπόθεσις. Πρέπει να ξέρεις και πώς θα το πιεις. Πολλά προβλήματα υπάρχουν προς λύσιν, που οι ατζαμήδες του ποτηριού δεν τα υποψιαστήκανε ποτές. Μακάριοι άνθρωποι! Είναι τα προβλήματα του μεζέ, της ώρας και της παρέας.

Πολλές πλάνες επικρατούν και σ’ αυτόν τον τομέα της ανθρώπινης γνώσης. Οι πλάνες είναι γενικά αμέτρητες—και τις πιστεύουν όλοι από γενιά σε γενιά. Οι αλήθειες είναι λίγες —και λίγοι τις ξέρουν. Η επιστήμη λέει, πως καμιά τροφή κατ’ αρχήν δε βλάπτει. Βλάπτει ο συνδυασμός των τροφών. Με ποια λοιπόν τροφή θα συνδυάσεις το κρασί; Πολλοί νομίζουν πως ο μεζές πρέπει να είναι αρμυρός, για να προκαλεί δίψα: σαρδέλες, ρέγγες! Μα τη δίψα πρέπει να την έχεις από πριν. Και δεν είσαι ποτέ διψασμένος για κρασί, αν δεν πεινάς αβάσταγα. Η πρώτη λοιπόν προπαρασκευή για τον αγώνα του ποτηριού είναι να δημιουργήσεις πείνα. Είτε να δουλέψεις πολύ στο ύπαιθρο είτε ν’ ανεβείς στο βουνό, είτε να κολυμπήσεις πρωί στη θάλασσα. Και να μη βάλεις τίποτα στο στόμα σου. Όποιος από την παρέα σου τρώγει σταφύλια ή παξιμάδι ή πασατέμπο πριν κάτσει στο τραπέζι, είναι απόβλητος. Αυτός δε θα έχει όρεξη και θα σκοτώσει με την ακεφιά του το ζήλο των αλλωνών. Λοιπόν ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα. Σούπα ρωμαλέα είτε μοσκαριού είτε γαλοπούλας είτε ψαριού, πηχτή πηχτή με μπόλικη ντομάτα και μανέστρα ή πατσάς. «Μετά τη σούπα κούπου»(*) λέει ο λαός. Ύστερα από τη σούπα έρχονται στην πρώτη γραμμή οι σκάρες, ύστερα οι γκιουβετσάδες και τελευταία τα τηγάνια —όχι συκωτάκια ή σουπιές. Δεν τα έχεις όλα αυτά; Θα αρκεσθείς στα κριθαρένια παξιμάδια, στα στραγάλια και στο τυρί. Όχι ωμές σαλάτες ή μαγιονέζες ή σκορδαλιές —δεν συνδυάζονται με το κρασί και με την μπίρα. Χαλούνε το στομάχι.

Άλλο πρόβλημα είναι της ώρας. Κι εδώ κυριαρχεί η πλάνη, πως οι καλύτερες ώρες για κρασί είναι οι βραδινές. Όχι. Είναι οι μεσημεριανές. Ο οργανισμός πρέπει να είναι ξεκούραστος, να μην έχει προηγηθεί άλλο γεύμα εντός της ημέρας. Έτσι η όρεξη για φαγί είναι μεγαλύτερη, άρα και η όρεξη για κρασί μεγαλύτερη. Καλύτερα να πίνεις από το μεσημέρι ως το βράδυ παρά από το βράδυ ως το πρωί. Στην πρώτη περίπτωση η ζωτικότητα του ανθρώπου όλο και μεγαλώνει, στη δεύτερη όλο κι ελαττώνεται.

Το τρίτο πρόβλημα είναι της παρέας. Κρασί χωρίς παρέα δεν έχει γούστο. Και γι’ αυτό δεν έχει διάρκεια. Αλλά ποια είναι η καλύτερη παρέα; Οι φίλοι —λέει η πλάνη. Μα φίλοι δεν υπάρχουν. Κι απάνου στο κρασί δείχνουν όλοι τα κρυμμένα τους πάθη ο ένας εναντίον του άλλου. Οι λεγόμενες «παρεξηγήσεις» είναι απλώς απότομες εκδηλώσεις παλιών μυχίων αντιπαθειών. Ούτε οι φιλενάδες κάνουνε για παρέα. Δεν ξέρουν να πίνουν, κουράζονται γρήγορα και σε απασχολούν από το κύριο θέμα. Την καλύτερη παρέα την κάνουν οι άγνωστοι άνθρωποι του λαού που τους βρίσκεις στην ταβέρνα, κάθεσαι στο διπλανό τραπέζι κι από κουβέντα σε κουβέντα σε καλούνε να κάτσεις στο τραπέζι τους. Δεν τους ξέρεις, δε σε ξέρουν—αυτό είναι το μέγα «άλλοθι». Κι αυτό ζητάς, όταν πηγαίνεις να πιεις: να λησμονήσεις και να λησμονηθείς!

Σημείωσέ τα αυτά γιατί δε θέλω άμα πεθάνω, να περπατάει η ανθρωπότητα στο σκότος!

(*) Έτσι είναι τυπωμένο. Πιθανώς τυπογραφικό λάθος αντί για “κούπα”.

Πέντε μέρες αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε το δεύτερο χρονογράφημα, που είναι βασισμένο κυρίως στην επιστολή αναγνώστη, ο οποίος διαφωνεί με τον «υποθηκοφύλακα» του πρώτου χρονογραφήματος.

«Ένας που πίνει»

Η ένωση κάνει τη δύναμη, μα η διαίρεση αποδεικνύει τη ζωτικότητα της δυνάμεως. Όσο περισσότερες «αιρέσεις» παρουσιάζονται σ’ ένα κίνημα (δογματικό, επιστημονικό, κοινωνικό), τόσο σπουδαιότερη και γενικότερη η σημασία του και τόσο πιο επίκαιρη η γέννησή του.

Ένα τέτοιο ζήτημα είναι και του κρασιού. Όχι γιατί τώρα είναι η εποχή, που πατιούνται τα σταφύλια και βαρελιάζονται οι μούστοι. Αυτό είναι απλό επεισόδιο στην όλην υπόθεση. Το κρασί είναι επίκαιρο και ζωτικότατο εδώ κι αμέτρητους αιώνες, από τότε που ο άνθρωπος εστάθηκε κάπου κι οργάνωσε την πρώτη αγροτική κοινωνία.

Λοιπόν. Αμέτρητους αιώνες πίνει ο άνθρωπος το αίμα του αμπελιού, για να «ευφρανθεί η καρδία του» —όπως εντέλλεται η Γραφή. Αλλά ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να ευφρανθεί; Δεν πρέπει να ξεχνούμε και την κοινωνική πλευρά του ζητήματος. Κάθε εποχή «ευφραίνεται» με το δικό της τρόπο. Θα μπορούσε κανείς να γράψει την ιστορία των λαών γράφοντας την ιστορία της κρασοποσίας των. Αλλά και κάθε άτομο «ευφραίνεται» με το δικό του τρόπο. Αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια της ομαδικής «συνήθειας».

Λοιπόν. Ένας που πιστεύει πως ξέρει να πίνει, ή μάλλον που χαριτολογεί απάνου σ’ αυτό το θέμα, μας έδωσε τις «υποθήκες» του πριν από λίγες μέρες σ’ αυτήν τη στήλη για το ποιος είναι ο καλύτερος μεζές, η καλύτερη ώρα κι η καλύτερη παρέα για το κρασί. Και μας είπε πως ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα· οι καλύτερες ώρες το μεσημέρι (ως το βράδυ) κι η καλύτερη παρέα οι απλοί άνθρωποι του λαού, που κατά τύχην σε προσκαλούν να καθίσεις στο τραπέζι τους, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Αλλά κάποιος αναγνώστης, που υπογράφεται «ένας που πίνει», δεν συμφωνεί μ’ αυτές τις «υποθήκες» του χαριτολόγου φίλου μας. Είναι οπαδός της κλασικής παράδοσης και δε φαίνεται να έχει αντιρρήσεις απλώς «για να γίνεται κουβέντα», παρά γιατί έχει και πείρα και γνώση του ζητήματος. Είμαστε υποχρεωμένοι να φιλοξενήσουμε τις γνώμες του —κι ας κάνει καλά μαζί του ο «υποθηκοφύλαξ» των νέων ιδεών.

«Ούτε με σαρδέλες, ούτε με ρέγγες πίνεται το κρασί. Ούτε και με σούπα και νερά. Η σούπα τρώγεται μετά το γλέντι και μάλιστα τα ξημερώματα της άλλης μέρας, όταν σφάζεται ο κόκορας και μπαίνει στο τέντζερη. Και τότε τρώγεται με λίγο κρασάκι μονάχα.

Βέβαια στην πρώτη γραμμή έρχονται οι σκάρες —όχι ψάρι, γιατί το κρασί δεν πίνεται με ψάρι— παρά με κρέας: παϊδάκια, μπριζόλα χοιρινή με μπόλικο λεμόνι ή βραστό χωρίς ζουμί.

Το γκιουβέτσι δεν είναι μεζές, αλλά φαγί. Το γκιουβέτσι είναι καλό για μεγάλη παρέα. Αλλ’ η μεγάλη παρέα είναι εχθρός του κρασιού. Ένας, που θέλει να πιει σε ταβέρνα, ποτές δεν πάει με περισσότερους από τρεις.

Επίσης έχετε λάθος, πως οι ωμές σαλάτες κι η σκορδαλιά δεν συνδυάζονται με το κρασί. Γιατί ειδικά το σκόρδο, είναι ωραίος μεζές.

Όσον αφορά για την ώρα, νομίζω πως οι καλύτερες ώρες είναι οι βραδινές. Γιατί το βράδυ ο άνθρωπος είναι κουρασμένος από τις δουλειές της ημέρας και ζητάει ξεκούραση στην ταβέρνα.

Έχω επίσης τη γνώμη, πως το κρασί πρέπει να το πίνεις μόνος όταν ξέρεις να κάνεις παρέα  με τον εαυτό σου. Τότε όλες οι ώρες είναι καλές κι όλοι οι μεζέδες περίφημοι…»

Δεν πιστεύω να έχει σπουδαίες αντιρρήσεις σ’ όλα αυτά ο «υποθηκοφύλαξ των νέων ιδεών». Για έναν που έχει κέφι και σεκλέτια, όλες οι ώρες κι όλοι οι μεζέδες είναι καλοί —και μάλιστα όταν δεν βρίσκει κι εκείνο κι αυτούς όποτε και όπως τα θέλει. Ο «υποθηκοφύλαξ» μίλησε για τους καλύτερους όρους να πίνουν κρασί οι «αριστοθήραι», οι μερακλήδες κι όχι απλώς να το πίνουν, παρά να το γλεντάνε.

Απ’ όλες τις γνώμες του επιστολογράφου μας η τελευταία του είναι η πιο αξιοσημείωτη: πως την καλύτερη παρέα την κάνει ο εαυτός μας. «Ο ένας που πίνει» είναι άνθρωπος «που πίνει ένας» δηλαδή μοναχός του. Κι ο ένας είναι ο «δυνατός», που λέει ο Ίψεν ο ατομικιστής. Είναι δυνατός όμως όχι γιατί είναι ένας, παρά γιατί μπορεί να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε φοβάται τίποτε και δεν πελαγώνει ποτέ. Αλλά πόσοι είναι οι τέτοιοι; Οι περισσότεροι πίνουν για να ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Είναι άρα οι άνθρωποι που δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους. Αυτοί ξεχνούνε και ξεχνιούνται μονάχα με παρέα αγνώστων· και κάθε φορά σε άλλη ταβέρνα, με άλλους αγνώστους.

Δεν ξέρουμε αν ο πρώτος βαρελόφρων εκφράζει την άποψη του Βάρναλη ή αν ο Βάρναλης είναι απλός διαιτητής ανάμεσα στους δύο, όπως φαίνεται στο δεύτερο χρονογράφημα. Πάντως ο Βάρναλης το τιμούσε δεόντως το κρασί!

 

Posted in Βάρναλης, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »