Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘κρυπτεία’

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 7

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, περιπλανιώνται μέσα στη σπηλιά και βρίσκουν τον πυθμένα του αρχαίου Καιάδα.

Μείναμε κάμποσο στο νέο στέκι μας, αλλά τα τρόφιμά μας είχαν λιγοστέψει πολύ. Μας έμεναν δέκα κονσέρβες κρέας, πέντε γάλα και ένα σακούλι γαλέτες. Μόνο νερό είχαμε άφθονο. Τέλειωσαν και οι λάμες της ξυριστικής μηχανής και αναγκαστικά πάψαμε να ξυριζόμαστε. Κάποτε αποφασίσαμε να συνεχίσουμε. Η πορεία μας στη φάση αυτή, ήταν πραγματικός εφιάλτης. Δε βρήκαμε πουθενά κανένα φωτεινό άνοιγμα. Στο τέλος σώθηκε το πετρέλαιο και περπατούσαμε στα τυφλά, ανάβοντας μόνο σε αραιά διαστήματα ένα κερί. Από τα σπερματσέτα μας είχανε μείνει τρία και τα σπίρτα ήταν λιγοστά. Πραγματικά, τότε ένιωσα πως τα ψωμιά μας σώθηκαν, πως θα μέναμε για πάντα θαμμένοι στα έγκατα της γης. Ούτε μπορώ να υπολογίσω πόσα μερόνυχτα περπατούσαμε στα σκοτάδια, όταν φτάσαμε πάλι σε μια λίμνη. Στο φέγγος του κεριού κατάλαβα πως ήταν πολύ μεγάλη. Πολύ μεγαλύτερη από τις άλλες δύο που είχαμε βρει στο δρόμο μας.

«Νερό βρε Ηλία» άκουσα το Γρηγόρη να ψιθυρίζει. Καθώς το παγούρι μου είχε αδειάσει έσκυψα και το γέμισα από το νερό της λίμνης. Παραξενεμένος τον είδα να το φτύνει αμέσως

«Θάλασσα» μου λέει.

Δοκίμασα κι εγώ και είδα πως το νερό ήταν αλμυρό! Πού βρέθηκε θάλασσα τόσο βαθιά μέσα στο βουνό; Ή μήπως δεν ήμασταν τόσο βαθιά; Πήρα κουράγιο.

«Γρηγόρη» του λέω, «μου φαίνεται πως γλιτώσαμε. Φτάσαμε στη θάλασσα. Ξεκουράσου εδώ και θα προχωρήσω να δω πού είναι η έξοδος».

«Μην αργήσεις Ηλία, μη μ’ αφήσεις μονάχο» μου λέει, τόσο παρακλητικά, που τόνε λυπήθηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , | 73 Σχόλια »