Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κωνσταντίνος Χριστοφορίδης’

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 18 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά τούτη τη φορά τη μεταθέσαμε για μία μέρα επειδή χτες είχαμε το πεντοχίλιαρο (άρθρων) του ιστολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε. Σήμερα μπαίνουμε στο δέκατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980.

10 – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις του, ο δεσμός του με τη Φανή πήγαινε καλά, γιατί δεν ήταν μόνο το κρεβάτι στη μέση. Ταίριασαν και στο τραπέζι, δεν είχαν δηλαδή μόνο σωματική αλλά και πνευματική επαφή. Βέβαια δεν ήταν πολύ διαβασμένη, ούτε είχε πνευματικούς προβληματισμούς και ανησυχίες. Στο σημείο αυτό του φαινόταν λίγο απλοϊκή, είχε όμως αντίληψη και ευθυκρισία και από καιρό είχε εγκαταλείψει τις συντηρητικές της απόψεις.. Οπωσδήποτε το αίσθημα που τους ένωνε δεν ήταν η φλόγα του έρωτα, που πυρπόλησε κι αυτόν και εκείνη στα νιάτα τους, ήταν όμως κάτι πολύ περισσότερο από μιαν επιδερμική επαφή.

Τόσο στο Γυμνάσιο, όπου συνυπηρετούσαν, όσο και στον κύκλο των γνωστών και φίλων, ο δεσμός τους έγινε γρήγορα γνωστός και αποδεκτός.

Αν το καλοκαίρι καθιερώθηκε, γι΄αυτόν και τους φίλους του, να αρχίζει με την πορεία Ειρήνης, τέλειωνε με το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, που από το 4ο και μετά γινόταν μόνιμα στο Περιστέρι, σε έναν απέραντο χώρο, που τα παιδιά της ΚΝΕ είχαν μεταμορφώσει σε αληθινό πάρκο. Πήγε μαζί με τη Φανή και αρκετούς συναδέλφους στο Γυμνάσιο, αλλά κατάφερε να έρθουν και ο Αλέκος με την Κατερίνα, που ως τότε σνομπάρανε τις εκδηλώσεις του κουκουέ και αποφεύγανε να πηγαίνουν. Η κοσμοσυρροή, ο ενθουσιασμός που επικρατούσε, αλλά και το πλούσιο καλλιτεχνικό περιεχόμενο του Φεστιβάλ, τους εντυπωσίασαν όλους. Ιδίως τους συνάρπασε η ομιλία του Αμερικανού κομμουνιστή ηγέτη, του Γκας Χωλ.

Αμέσως μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, πήγε άλλη μια φορά [το 1986] στη Μακεδονία, αυτή τη φορά όχι για να δει τον Αντρέα, την Αναστασία, τον Βλάση (τον βαφτιστικό του, που τέλειωνε πια το Δημοτικό) και τα άλλα δυο παιδιά που είχαν κάνει στο μεταξύ, αλλά για την Ντίνα. Μαζί της στα είκοσι χρόνια της γνωριμίας τους δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ γράμματα και σπανίως είχανε τηλεφωνικές επαφές. Αλλά και οι άμεσες προσωπικές επαφές τους είχαν αραιώσει πολύ. Μετά από εκείνη τη φορά, το καλοκαίρι του ΄78 που πήγανε “σα ζευγαράκι” για τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη, είχαν ακόμα μία γλυκιά επαφή το Πάσχα του ΄79 σαν πήγε να βαφτίσει τον Βλάση, αλλά στα εφτά χρόνια που ακολούθησαν δε συναντήθηκαν ξανά.  Να όμως που πήρε γράμμα της, στο οποίο του ανάγγειλε πως παντρευόταν και του έδινε με συντομία το ιστορικό. Στο νοσοκομείο την είχε προσέξει ένας συνομήλικός της γιατρός, χήρος, με δυο παιδιά, μεγάλα πια. Δεν την πρόσεξε μόνο, παρά τη συμπάθησε και της ζήτησε να ενώσουν τις ζωές τους, για να έχουν μια συντροφιά στα γεράματα. Αποφάσισε να δεχτεί, «γιατί είναι καλός άνθρωπος και γιατί η μοναξιά στην ηλικία μας είναι πολύ βαριά» όπως κατέληγε.

Όταν διάβασε το γράμμα, στην αρχή ένιωσε κάτι σαν πίκρα, καθώς σκέφτηκε πως για κείνον η μοναξιά θα ολοκληρωνόταν απόλυτα, αφού άλλος ένας δικός του άνθρωπος, που, τελείως εγωιστικά είναι η αλήθεια, πίστευε πως θα τον περίμενε πάντα στην άλλη άκρη της Ελλάδας, δε θα ήταν πια διαθέσιμος. Όταν κατόπιν το σκέφτηκε πιο νηφάλια, χάρηκε γιατί η καλή αυτή γυναίκα, που στάθηκε τόσο εντάξει απέναντί του, θα μοιραζόταν με κάποιον τη μοναξιά και τα βάσανα των γηρατειών. Της έγραψε αμέσως, προσφωνώντας την «Ντίνα μου» και τη βεβαίωσε πως θα πήγαινε οπωσδήποτε στο γάμο της.

Πρότεινε στη Φανή να πάνε μαζί, αλλά εκείνη ήταν υποχρεωμένη να μείνει στην Αθήνα, γιατί η Σχολή μπαλέτου, όπου δούλευε συμπληρωματικά, θα οργάνωνε κάτι εκδηλώσεις. Έτσι, πήρε το αεροπλάνο και πήγε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη και από κει με το λεωφορείο έφτασε στην πόλη της. Επισκέφθηκε πρώτα τους κουμπάρους του, συνεννοήθηκε με την Αναστασία και της αγόρασε ένα πολύ ωραίο και ακριβό δώρο.

Στο γάμο πήγαν όλοι μαζί και στο γαμήλιο γλέντι γνώρισε από κοντά και τον άντρα της Ντίνας. Ήταν ένας εξηντάρης, καλοσυνάτος άνθρωπος, γιατρός παθολόγος, αφιερωμένος στη δουλειά του.

«Ξέρετε, χαίρομαι ιδιαίτερα που σας γνωρίζω από κοντά, γιατί η Ντίνα μου έχει μιλήσει πολύ για σας. Πιστεύει πως χάρη σε σας, την επιμονή σας και τη συμπαράστασή σας, σπούδασε και αυτό άλλαξε ριζικά τη ζωή της.. Σας θεωρούμε λοιπόν δικό μας άνθρωπο και το σπίτι μας θα είναι πάντα ανοιχτό σε σας»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »