Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κωνσταντινούπολη’

Ισίδωρος Ζουργός: Περί της εαυτού ψυχής, τρία αποσπάσματα

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2022

Άλλη μια φορά έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο αποσπάσματα από μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού -από το Λίγες και μία νύχτες.

Τότε, είχαμε παρουσιάσει ένα κεφάλαιο, που είχε κάποιαν αυτοτέλεια. Σήμερα, θα δούμε όχι ένα κεφάλαιο αλλά τρία μικρότερα αποσπάσματα, από το τελευταίο βιβλίο του Ζουργού, Περί της εαυτού ψυχής (Πατάκης, 2021).

Θέμα του μυθιστορήματος, το Βυζάντιο, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την εποχή της δυναστείας των Κομνηνών, τον 11ο-12ο αιώνα.

Ήρωάς του ο Σταυράκιος Κλαδάς, γεννημένος το 1064, τρίτος γιος μιας αρχοντικής οικογένειας του Δορυλαίου, που ξεκληρίζεται από επιδρομές Σελτζούκων. Τα τρία ορφανά αγόρια καταφεύγουν στην Πόλη, όπου ο Σταυράκιος θα μπει στη μονή Στουδίου για να σπουδάσει αντιγραφέας. Θα του δοθεί η ευκαιρία να μαθητεύσει για λίγο κοντά στον Μιχαήλ Ψελλό, κι όταν ο Ψελλός πεθάνει θα φύγει από το μοναστήρι και θα περιπλανηθεί στη Μακεδονία, θα καταταγεί στον στρατό και θα καταλήξει στην Καστοριά, όπου, επειδή είναι καλός γραφέας, θα αναλάβει βοηθός και ευνοούμενος του πολιτικού διοικητή της πόλης. Εκεί γνωρίζει την αγαπημένη του, οπότε εγκαταλείπει τη θέση του και ξεκινάει μια ακόμα περιπλάνηση που τον φέρνει για λίγο στα Σέρβια και μετά στο Κίτρος, στις αλυκές, όπου θα περάσει μερικά χρόνια. Τελικά θα φύγει και από εκεί για τη Θεσσαλονίκη και μετά για την Πόλη, όπου ο παλιός του προστάτης έχει αναλάβει πρωτοασικρήτης, ανώτερο αξίωμα. Για μερικά χρόνια ζει την άνετη ζωη του παλατιανού, ώσπου πέφτει θύμα μιας σκευωρίας, φυλακίζεται για λίγο και εγκαταλείπει το παλάτι. Βιοπορίζεται ανοίγοντας αντιγραφείο, μέχρι που τον καλούν και πάλι να αναλάβει βοηθός ανώτερου αξιωματούχου, κάτι που το αποδέχεται κυρίως επειδή τον πιέζουν τα παιδιά του, που έχουν πια φτιάξει δική τους οικογένεια -ο ίδιος είναι εντελώς αφιλόδοξος. Τελειώνει τις μέρες του σε ένα ξεροχώραφο στη Σήλυβρία, όπου ξαναβρίσκει τα δυο του αδέρφια -και τότε, σε ηλικία 80 χρονών, γράφει τα όσα διαβάζουμε στο μυθιστόρημα.

Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος του Ζουργού βρισκεται στο ότι παρακολουθούμε τη ζωή όχι ενός στρατιωτικού ή πολιτικού αλλά ενός ανθρώπου των γραμμάτων, κάτι που μου κίνησε το ενδιαφέρον, κι έτσι διάλεξα να παρουσιάσω τρία αποσπάσματα σχετικά με την τέχνη και την τεχνολογία της γραφής και τη ζωή των γραφιάδων. Έχει ενδιαφέρον, πιστεύω, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας περνάει τις διάφορες πραγματολογικές πληροφορίες στο μυθιστόρημά του.

Στο πρώτο απόσπασμα, ο μεγαλύτερος αδελφός του Σταυράκιου, ο Θεοφύλακτος, 21 χρονών και δέκαρχος στον στρατό, επισκέπτεται τη μονή Στουδίου όπου είναι μαθητής ο 13χρονος Σταυράκιος.

Σταμάτησαν έξω από ένα επιβλητικό διώροφο κτίριο, φτιαγ­μένο όλο από πέτρα. Αν είχε τρούλο και κωδωνοστάσιο, θα ’λεγες πως ήταν ένας άλλος μεγάλος ναός και θα σου έμπαιναν ιδέες πως το μοναστήρι έχει τελικά δύο καθολικά, δύο μεγά­λες εκκλησίες.

«Αγαπάτε, όπως βλέπω, την πέτρα, αδελφέ Ιγνάτιε», σχο­λίασε ο Θεοφύλακτος θαυμάζοντας τους ψηλούς καλοβαλμέ­νους τοίχους και τα μαρμάρινα περβάζια των παραθύρων.

«Είναι γιατί την πέτρα δεν την αγαπάει η φωτιά, δέκαρχε. Οι πατέρες της μονής, πριν από έτη πολλά, έχτισαν το αντιγραφείο χωρίς να χρησιμοποιήσουν ξύλα ή άλλη καύσιμη ύλη, όσο ήταν βέβαια δυνατόν. Ξύλα υπάρχουν μόνο στα μαδέρια της οροφής και στα μεσοπατώματα. Οι πόρτες είναι κατά ένα μέρος σιδερένιες, πυρεστίες και μαγκάλια απαγορεύονται. Μο­ναδική μας παραχώρηση στον κίνδυνο είναι οι λύχνοι που κρέ­μονται απ’ την οροφή κι ανάβουν μόνο τις συννεφιασμένες μέ­ρες. Όλα λειτουργούν με τάξη, αυστηρούς κανονισμούς και πει­θαρχία. Η φωτιά είναι πιο ύπουλος εχθρός ακόμη κι απ’ αυτούς που πολεμάτε στον Βορρά, τους Κουμάνους, τους Πετσενέγγους, αυτούς τέλος πάντων…»

Ο Θεοφύλακτος ετοιμάστηκε να του πει πως τους τελευ­ταίους μήνες ζώντας σε εμφύλιο σπαραγμό πολεμούσαν με τα στρατεύματα του Νικηφόρου Βρυέννιου, που είχε στασιάσει, αλλά σιώπησε κι αυτήν τη φορά.

«Είναι πραγματικά θαυμαστά όλα αυτά που μου λέτε, πα­τέρα Ιγνάτιε».

«Τα πραγματικά θαυμαστά είναι αυτά που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μας. Βρίσκεται στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτιρίου που είναι μπροστά σου, όπου μπαίνεις από αυτήν την μπρούτζινη πόρτα, που την έχουμε κλειδωμένη. Ένα κλει­δί κρατάει ο ηγούμενος κι ένα άλλο είναι κρεμασμένο στον λαι­μό μου, μαζί με τον σταυρό, που τον φοράω διαρκώς απ’ τη στιγμή που έγινα μοναχός. Το κλειδί για μια τέτοια πόρτα εί­ναι μεγάλο και ιδιαίτερα πολύπλοκο, παίδεψε πολύ τον κλειθροποιό. Έχοντας το καθημερινά στο στήθος, καταλαβαίνεις πόσο κυριολεκτικά βαρύ είναι το καθήκον του βιβλιοφύλακα».

Ο αδελφός Ιγνάτιος χαμογέλασε για πρώτη φορά. 0 Θεο­φύλακτος σκάφτηκε πως δεν του ταίριαζε και πολύ. Ήταν βέ­βαιος πια ότι το χάρισμα του Ιγνάτιου θα ’πρεπε να το αναζη­τήσει κανείς ανάμεσα στην αυστηρότητα και στην ικανότητα να χειρίζεται τον συνομιλητή του.

«Αυτή η χαμηλή πόρτα μπροστά μας που οδηγεί;» ρώτησε τον βιβλιοφύλακα.

«Εδώ είναι το μεμβρανάριο, το υπόγειο όπου κατεργαζό­μαστε τις περγαμηνές. Βλέπεις, δέκαρχε, τα χρόνια που το ξυλοχάρτιο* έφτανε με αφθονία στην πόλη έχουν περάσει, η Αίγυπτος δεν είναι πια επαρχία του βασιλείου των Ρωμαίων. Οι περγαμηνές κοστίζουν ακριβά και τις έχουμε για τα έγ­γραφα μεγάλης αξίας. Εδώ κάτω συντηρούμε κι αυτό το υλι­κό που έχει αλλάξει τη γραφή τα τελευταία χρόνια. Μιλάω, φυσικά, για τον βαμβύκινο.** Αν κάποια στιγμή βρούμε τον χρόνο, θα ήθελα να σε ξεναγήσω στα μυστικά του. Όμως μι­λούσαμε για τη βιβλιοθήκη. Οι πατέρες αυτού του μοναστη­ριού, κυρίως από την εποχή του άλλου μας αγίου, του Θεοδώ­ρου της μονής μας, του Στουδίτη, έδωσαν βάση στην αντιγρα­φή. Δε σου κρύβω πως ένας λόγος που το μοναστήρι μας πλούτισε ήταν κι αυτός. Στο κτίριο που βλέπεις έχουν γίνει παραγγελίες από δούκες, δυνατούς, κατεπάνω, μάγιστρους, κι από αυτοκράτορες, αν το πιστεύεις. Είχαμε παραγγελίες ακόμα και από πρίγκιπες των Φράγκων και των Ρως. Κατα­λαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι να κρατάμε την παράδοση, το καλό μας όνομα δηλαδή. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν σε τι χώ­ρο εισέρχεται ο Σταυράκιος. Ακολούθησέ με και θα καταλά­βεις περισσότερα».

Ο Ζουργός χρησιμοποιεί και ορολογία της εποχής, που την επεξηγεί με υποσημειώσεις. Εδώ, ξυλοχάρτιο είναι ονομασία του παπύρου ενώ βαμβύκινος είναι μια από τις πρώτες ονομασίες του χαρτιού, που ήταν κάτι καινούργιο.

Στο δεύτερο απόσπασμα, βρισκόμαστε στην Καστορία, τη σημερινη Καστοριά, όπου ο Σταυράκιος Κλαδάς έχει αναλάβει νοτάριος, βοηθός του μεσάζοντος Λεοντίου, του πολιτικού διοικητή της πολης -την οποία μόλις ανακατέλαβε ο Αλέξιος Κομνηνός από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου. (Παρένθεση: ο Λεόντιος, αν δεν σφάλλω, δεν είναι ιστορικό πρόσωπο. Στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας παραθέτει πίνακα με τα ιστορικά πρόσωπα που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα, όπως π.χ. ο Ψελλός).

Καστορία, έτος 1084 από Χριστού, βασιλεύοντος κυρ Αλέξιου Κομνηνού

Τι είναι αυτό στο χέρι σας, εξοχότατε;»

Ο μεσάζων Λεόντιος κοίταξε το κληροδότημα μιας χή­νας, που έσφιγγε στα δάχτυλά του.

«Για το φτερό λες, νοτάριε;»

«Μάλιστα, γι’ αυτό».

«Πρώτη φορά βλέπεις να γράφουν με φτερό;»

«Ομολογώ πως ναι».

«Στη Στουδίου δεν το συνηθίζατε;»

«Καθόλου, πιστέψτε με».

«Το χρησιμοποίησα πρώτη φορά στη μονή της Κρυπτοφέρρης κι από τότε το ’χω πάντα στο γραφείο».

«Μείνατε και εκεί, εξοχότατε;»

«Τρία χρόνια, όσο να τελειώσει η αποστολή μου και να μάθω τη γλώσσα των Λατίνων. Όταν μιλάω για λατινικά, δεν εννοώ τις πέντε φράσεις που χρησιμοποιούν ο αχθοφόροι στις αποβάθρες του Κεράτιου. Μιλάω για τον Κικέρωνα, τον Σενέκα, τον Κοϊντιλιανό, για τέτοια λατινικά μιλάω. Έκπληξη λοιπόν το φτερό;»

«Όσο δε φαντάζεστε…»

«Μία σου και μία μου, Σταυράκιε. Ξέρεις τι ξάφνιασμα πή­ρα χθες το βράδυ εδώ στο πραιτόριο, όταν παραμέρισα το βήλο του γραφείου σου και σε βρήκα σε κείνο το σκαμνί να δια­βάζεις από μέσα σου».

«Το συνηθίζω κάπου κάπου, το έκαναν κάποιοι αδερφοί στο μοναστήρι».

«Αν και δε θα ’πρεπε να εκπλαγώ, γιατί υπάρχει η παλιά μαρτυρία του Αγίου Αυγουστίνου, που είδε κάποτε τον Άγιο Αμβρόσιο να διαβάζει ένα βιβλίο σιωπηλός».

«Να το δοκιμάσετε κι εσείς, εξοχότατε. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι πολύ εξυπηρετικό, άλλωστε κερδίζεις χρόνο».

«Σύμφωνοι! Θα δοκιμάσω, αφού πρώτα όμως δεχτείς εσύ αυτό».

Ο μεσάζων Λεόντιος σκάλισε λίγο το μικρό κουτί με τα μολυβδόβουλα και τις σφραγίδες, που είχε αφημένο επάνω στο τραπέζι, και τράβηξε από εκεί ένα εντυπωσιακό λευκό φτερό.

«Η κυκλοφορία της μελάνης σ’ αυτό γίνεται πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο καλάμι. Το χέρι σου θα το αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο. Πάρ’ το, είναι δικό σου, δώρο, πώς το λένε…»

Ο Σταυράκιος το κράτησε στο χέρι με μεγάλη προσοχή κι ύστερα έγειρε με σεβασμό το κεφάλι του στον αξιωματούχο.

«Τιμή μου, εξοχότατε, ευχαριστώ!»

«Μη με ευχαριστείς, το συμφέρον μου κοιτάζω. Μ’ ένα κα­λύτερο εργαλείο το χέρι σου θα αποδώσει περισσότερο. Τρεις εβδομάδες που είμαστε εδώ στο πραιτόριο, νοτάριε, και ομο­λογώ ότι μου έχεις λύσει τα χέρια. Να μην αναφέρω βέβαια την εξαίρετη έκθεση που συνέταξες για την κατάληψη της πόλης. Ο αυτοκράτορας ενθουσιάστηκε και την ενέταξε αμέσως στα στρατιωτικά αρχεία. Σαφήνεια, λιτότητα και ύφος συγκρατημένο, όπως ταιριάζει σε κρατικά έγγραφα που αρχειοθετού­νται στο παλάτι. Φεύγοντας ο Αλέξιος για την Κωνσταντινού­πολη το πήρε μαζί του. Εύγε, νοτάριε! Η γραφή είναι ο δρόμος σου, αυτό να το θυμάσαι».

Στο τρίτο απόσπασμα, ο Σταυράκιος είναι πια μεσόκοπος, πενηντάρης. Έχει χηρέψει νωρίς, έχει εκδιωχθεί από το παλάτι και έχει ανοίξει το αντιγραφείο του, δέχτηκε όμως την πρόσκληση του Ιωάννη Αξούχ να επιστρέψει και να αναλάβει βοηθός του Γρηγόριου Καματηρού, του λογοθέτη των σεκρέτων, με υπόσχεση μάλιστα να πάρει αργότερα τη θέση του. Ο Σταυράκιος διστάζει, αλλά τον πιέζουν τα παιδιά του που σκέφτονται ότι έτσι θα προχωρήσει η καριέρα τους. Εδώ συζητάει με τον ανιψιό του τον Σέργιο, εξώγαμο παιδί του μεγάλου του αδελφού με μια παλλακίδα από τη βόρεια Ευρώπη, που τον έχει πάρει σαν ψυχοπαίδι του όταν ο αδελφός του έκανε το λάθος να πάρει μέρος σε μια αυλική συνωμοσία που απέτυχε, και κατέληξε στη φυλακή.

Τις επόμενες μέρες ήταν σχεδόν αμίλητος. Πήγαινε στο εργαστήρι πριν ακόμη ξημερώσει και δούλευε με το κερί όσες πα­ραγγελίες είχαν μείνει σε εκκρεμότητα. Ζούσε μια εσωτερική διαπάλη με την απόφασή του να γέρνει πότε στη μια πλευρά της ζυγαριάς και πότε στην άλλη. Μέσα στα πολλά που είχε ακούσει εκείνο το απόγευμα από τον Ιωάννη Αξούχο, είχε συ­νειδητοποιήσει και μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Δεν μπορού­σε να συνεχίζει για πολύ ακόμη τη δουλειά του αντιγραφέα με τους ρυθμούς που εργαζόταν τα τελευταία χρόνια. Η μέση του τον ενοχλούσε καθημερινά και τα μάτια του κουράζονταν γρή­γορα. Η εμμονή του να είναι κάθε αντίγραφο άψογο σε πιστό­τητα και εμφάνιση τον εξαντλούσε. 0 δομέστικος είχε δίκιο, αυτό θα έπρεπε κάποτε να σταματήσει. Στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει τις τελευταίες ημέρες όλες τις παραγγελίες, αυτή η αλήθεια είχε ορθωθεί αμείλικτη μπροστά του. Η συστη­ματική αντιγραφή αφορούσε περισσότερο τη νεότητα, η οποία ήταν φανερό πως τον είχε από καιρό αποχαιρετήσει.

Κάποιο απόγευμα ζήτησε από τον Σέργιο να μιλήσουν. Ήταν πια δική του η απόφαση, αν θα κρατούσε μόνος του το αντιγραφείο ή θα επιζητούσε μια μισθωτή υπηρεσία σε κάποια γραμ­ματεία συντεχνίας ή ό,τι άλλο θα έβρισκε στην πρωτεύουσα.

«Θα φύγεις, δηλαδή, το αποφάσισες;» τον ρώτησε ο Σέρ­γιος ύστερα από λίγο.

«Ναι, θα φύγω, και μάρτυς μου ο Θεός, το κάνω δίχως να ξέρω αν είναι το σωστό».

«Θα κρατήσω, θείε, το μαγαζί, να ξέρεις. Δεν τρέφω καμιά ψευδαίσθηση ότι θα καταφέρω κάποτε να αντιγράφω βιβλία όπως εσύ, θέλω όμως, αν κάτι πάει στραβά εκεί στο παλάτι, να υπάρχει αυτή η γωνιά εδώ και να σε περιμένει».

«Καλέ μου, με νοιάζεσαι περισσότερο κι απ’ τα ίδια μου τα παιδιά, αυτό το έχω καταλάβει από καιρό. Μιας και αποφά­σισες να κρατήσεις το αντιγραφείο, θέλω να έχεις στον νου σου πως οι εποχές αλλάζουν. Σήμερα συντάσσονται και αντιγρά­φονται πολύ περισσότερα έγγραφα και βιβλία απ’ την εποχή που ξεκινήσαμε εμείς. Ο κόσμος δίνει λιγότερη σημασία στη φιλοκαλία των σελίδων, ο μόχθος των αντιγραφέων δεν έχει πια το ίδιο αντίκρισμα. Η ζήτηση σήμερα επιβάλλει πιο φτηνά βι­βλία και φτιαγμένα σε συντομότερο χρόνο. Αυτοί που νοιάζο­νται για την ακριβή στοίχιση, τα περίτεχνα αρχιγράμματα και όλα τα πλουμίδια, με τα οποία στολίζουμε τις σελίδες, αυτοί οι πελάτες ολοένα και λιγοστεύουν, αυτό βλέπω εγώ. Αν υπήρ­χε μια μηχανή να γράφει γρήγορα και φτηνά, ο μονότονος και άψυχος χαρακτήρας των γραμμάτων θα μας είχε νικήσει αμετάκλητα και θα αλλάζαμε δουλειά. Μη σκας, λοιπόν, τόσο πο­λύ για την ομορφιά. Αυτήν κράτα τη μέσα σου ή σε λίγες μό­νο εκλεκτές σελίδες, δικές σου. Με λίγα λόγια, κράτα την πι­στότητα, εφάρμοζε λιτότητα στον τρόπο που αντιγράφεις και ρίξε τις τιμές. Αυτή είναι η επαγγελματική συμβουλή που έχω να σου δώσω αποχωρώντας».

«Το εργαστήρι μας νομίζω πως μπορεί να με ζήσει. Αν πάλι κάτι πάει στραβά, θα κρατήσω το δίπλωμα που πήρα απ’ τη σχολή, χάρη σε σένα και αυτό, και θα αρχίσω να χτυπάω πόρτες. Έχει ο Θεός… Εσύ όμως πρέπει να νιώθεις ικανοποιημένος. Αν δε σε ήξερα τόσο καλά, θα σου έλεγα να αισθάνεσαι υπερήφανος. Σε καλούν εκεί που χτυπάει η καρδιά της αυτοκρατορίας, μην το παραβλέπεις αυτό».

Ο Σταυράκιος σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι έκανε μερικά βήματα για να ανακουφίσει κάπως τη μέση του, που πάλι τον ενοχλούσε.

«Σημασία έχει να πηγαίνεις εκεί που σου λέει η ψυχή σου, πρόσθεσε μετά από λίγο.

«Η δική σου τι σου λέει;»

«Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Η κατοικία της ψυχής ου τόπος, Σέργιε, αυτό να το θυμάσαι».

«Η φωνή της όμως έρχεται από κάποια κατεύθυνση. Δεν μπορώ να τη φανταστώ αλλιώς».

«Έχω καταλάβει ότι όλος ο αγώνας της ζωής μας είναι πώς θα βρούμε ένα κόσκινο που θα διαχωρίζει τα πρόσκαιρα και τα ευτελή από εκείνα που έχουν πραγματική αξία. Εκεί που νομίζεις πως έχεις βρει το σωστό κόσκινο κι ενώ βλέπεις όλος χαρά το αλεύρι να πέφτει κάτω από τη σήτα πλούσιο στη σκά­φη, όταν έρθει η ώρα να φας το ψωμί, νιώθεις στα δόντια σου πετραδάκια. Πού πήγε λοιπόν το ξεδιάλεγμα;»

«Όλα αυτά που μου λες είναι φιλοσοφία ή απλώς θλίψη;»

«Απλή άγνοια, γιατί φοβάμαι πως τα αιώνια αιωνίως θα μας διαφεύγουν».

Ο Σέργιος τον πλησίασε και τον αιφνιδίασε αγκαλιάζοντάς τον.

«Θέλω να πας εκεί δυνατός και αισιόδοξος, με ακούς; Πά­ντα έλεγες πως, όταν η ζωή διαλέγει αυτή αντί για μας, εμείς θα πρέπει να την υπακούμε. Πήγαινε λοιπόν και σταμάτα να μεμψιμοιρείς».

Ο Σταυράκιος ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται. Χάιδεψε τα μαλλιά του Σέργιου, το ροδαλό πρόσωπο και το μαλα­κό γένι. Το δέρμα του μοσχοβολούσε σαπούνι, γιατί ο ανιψιός του πήγαινε στα λουτρά δυο φορές την εβδομάδα, μάλλον πλη­σίαζε ο καιρός που θα παντρευόταν.

Το τελευταίο χαρτί που συμπλήρωσε ο Σταυράκιος στην τά­βλα του εργαστηρίου ήταν ένα σημείωμα υπογεγραμμένο από τον ίδιο και κλεισμένο με κερί για τον μέγα δομέστικο. Εκεί ανέφερε ότι αποδεχόταν την τιμητική πρόσκληση της πολιτι­κής διοίκησης και ανέμενε τη στιγμή που θα τον καλούσαν να αναλάβει καθήκοντα.

Posted in Βυζάντιο, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 121 Σχόλια »

Το τελευταίο μίλι να μην είναι πράσινο

Posted by sarant στο 5 Νοεμβρίου, 2021

Πριν από εννιά σχεδόν μήνες, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, ο πρωθυπουργός μας, με τη χαρακτηριστική ανεμελιά που τον διακρίνει, υποστήριξε ότι «διανύουμε το τελευταίο μίλι προς την ελευθερία». Ως τότε, η πανδημία είχε στοιχίσει 6050 νεκρούς στη χώρα μας -εννιά σχεδόν μήνες μετά, το κοντέρ του Χάρου έγραψε άλλους 10.000 συμπατριώτες μας, ένα μοτίβο αρκετά όμοιο με άλλες βαλκανικές χώρες αλλά εντελώς διαφορετικό από τα όσα ισχύουν στη Δυτική Ευρώπη, όπου ο αριθμός των απωλειών ανά εκατομμύριο έχει μειωθεί αισθητά και σε μόνιμη όπως φαίνεται βάση.

Φαίνεται λοιπόν πως το τελευταίο μίλι δεν ήταν ούτε τόσο σύντομο ούτε τόσο ανώδυνο, πράγμα που φυσικά δεν παρέλειψε να επισημάνει η αντιπολίτευση, ενω ο καθηγητής Δημ. Σαρηγιάννης παρομοίασε την κούρσα που έχουμε μπροστά μας με μαραθώνιο.

Με αφορμή όμως την έκφραση για το τελευταίο μίλι, θα ήθελα σήμερα να λεξιλογήσω γι’ αυτή τη λέξη -και γι’ αυτή την έκφραση.

Το μίλι το ξέρουμε οι περισσότεροι σαν μονάδα μέτρησης μήκους των αγγλοσαξόνων, κατάλοιπο της εποχής πριν από το μετρικό σύστημα. Ξέρουμε ότι ισοδυναμεί με 1609 μέτρα, οπότε για να κάνουμε τα μίλια χιλιόμετρα πολλαπλασιάζουμε επί 1,6 αν δεν θέλουμε απόλυτη ακρίβεια (το ένα, το μισό και ένα δέκατο, που μου έλεγε παλιά ο παππούς μου). Ξέρουμε ακόμα πως υπάρχει και το ναυτικό μίλι, που είναι μεγαλύτερο, κάπου 1852 μέτρα -το γράφω χωρίς να κοιτάξω.

Πριν από το μετρικό σύστημα, μονάδες μέτρησης με το όνομα «μίλι» υπήρχαν σε πολύ περισσότερες χώρες -άλλωστε, η ιστορία της μονάδας είναι μακραίωνη, αφού ξεκινάει από τους Ρωμαίους.

Από τους Ρωμαίους, και ειδικότερα από τις ρωμαϊκες λεγεώνες. Το ρωμαϊκό μίλι ονομάστηκε έτσι επειδή αντιστοιχούσε σε χίλια βήματα, για την ακρίβεια σε χίλια διπλά βήματα -συμπληρωνόταν όταν το αριστερό πόδι του λεγεωνάριου πατούσε για χιλιοστή φορά το έδαφος. Από εκεί η φράση mille / milia passuum, κατά λέξη «μια χιλιάδα βημάτων», τα χίλια βήματα δηλαδή, το οποίο mille / milia πέρασε στη συνέχεια σε άλλες γλώσσες.

Φυσικά, όσο συντονισμένοι και άριστα εκπαιδευμένοι κι αν ήταν οι λεγεωνάριοι, δεν βάδιζαν με την ίδια ταχύτητα πάντοτε -η μονάδα λοιπόν τυποποιήθηκε όταν ο Αγρίππας τυποποίησε το ρωμαϊκό πόδι. Κάθε βήμα αντιστοιχούσε σε 5 πόδια οπότε το ρωμαϊκό μίλι είχε αντιστοιχία τα 5000 πόδια (δηλαδή τα 1480 σημερινα μέτρα περίπου, αφού το ρωμαϊκό πόδι ήταν κάτι λιγοτερο από 30 πόντους).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μέτρα και σταθμά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , | 164 Σχόλια »

Κολοκυθομέλτεμο, η συνέχεια (ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Δεκεμβρίου, 2019

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει το «Κολοκυθομέλτεμο», ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου. Αρκετοί τότε είχατε γράψει ότι θα θέλατε να δείτε τη συνέχεια του διηγήματος. Ο φίλος μας ο Δημήτρης πράγματι έγραψε τη συνέχεια. Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιευετεί όχι μονοκοπανιά αλλά σε τρία μέρη, όμως εγώ τον απέτρεψα και τάχθηκα υπέρ της ενιαίας δημοσίευσης. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, εσείς θα πείτε.

Ο Δημήτρης προτάσσει και πρόλογο, για όσους δεν θυμούνται το πρώτο διήγημα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ὅταν δημοσιεύτηκε τὸ – ἀρχικὰ αυτοτελές – διήγημα ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ   πολλοὶ σχολιαστές ζήτησαν τὴ συνέχειά του. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετοὺς μῆνες τὰ κατάφερα νὰ τὴν ὁλοκληρώσω. Ἐπειδὴ εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, τὴ χώρισα σὲ τρία μέρη, περίπου ἰσομεγέθη μὲ τὸ ἀρχικὸ διήγημα. Ἂν σᾶς κουράσει μπορεῖτε νὰ τὴ διαβάσετε σὲ δόσεις. Κι ἂν κάποιοι βαριοῦνται νὰ (ξανα)διαβάσουν τὸ ἀρχικὸ διήγημα, ὑπάρχει περίληψή του στὴν ἀρχή.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου. Στὸ τέλος ὑπάρχει κατάλογος μὲ τὰ πρόσωπα τοῦ διηγήματος.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Περίληψη 1ου μέρους

Ἰούνιος τοῦ 1984. Ὁ Λεονάρδος, ἕνας εἰκοσιεννιάχρονος φυσικὸς, φραγκοσυριανὸς στὴν καταγωγή, εἶχε ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς ἑταιρείας Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, ὅταν τὸ τμῆμα ἦταν ὑπὸ διάλυση, μετὰ ἀπὸ εἰσήγηση τοῦ Παύλου Γεωργίου, διευθυντῆ στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece καὶ στελέχους τῆς Νέας Δημοκρατίας. Ἡ φιλότιμη προσπάθεια τοῦ Λεονάρδου καὶ οἱ ἐπενδύσεις τῆς κυβέρνησης τοῦ ΠΑΣΟΚ στὴν ὑγεία – γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ΕΣΥ – ὁδηγοῦν, ὄχι μόνο στὴν ἐπιβίωση, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνάπτυξη τοῦ τμήματος. Ὁ κύριος Νῖκος, ἰδιοκτήτης τῆς ἑταιρείας, ἐπιστρέφοντας μετὰ ἀπὸ ἕνα τριήμερο μὲ τὸ  σκάφος του στὴ Μύκονο, μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ τὸν διευθυντὴ μάρκετινγκ Χρῆστο Ἀδαμαντιάδη,  παίρνει μαζί του – ἀπὸ τὴ Σύρα – καὶ τὸν Λεονάρδο· γιὰ ἕνα – τελικὰ ἀπραγματοποίητο, λόγῳ καιροῦ – μίτινγκ ἐν πλῷ.  

Ὁ κύριος Νῖκος, γεννημένος στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου τὸ 1943, ἀπὸ πατέρα ἀξιωματικό τοῦ -τότε- Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ μητέρα Ἑλληνίδα τῆς Ἀλεξάνδρειας, διευθύνει τὴν ἑταιρεία ποὺ ἵδρυσε στὴν Ἀθήνα ὁ Γεράσιμος, ὁ παπποῦς του, ἕνας πλούσιος αἰγυπτιώτης ἔμπορος. Ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει τὸ 1945 ἀπὸ φυματίωση, μετὰ τὸν ἐγκλεισμό του σὲ στρατόπεδο στὴν ἔρημο γιὰ τὴ συμμετοχή του στὸ κίνημα τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ παπποῦς του εἶχε ἀρχίσει ἐπιχειρηματικὴ δραστηριότητα στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν ἐθνικοποίηση τῆς φαρμακευτικῆς ἐπιχείρησής του στὴν Αἴγυπτο τὸ 1957.

Φτάνοντας στὴ μαρίνα  τῆς Βουλιαγμένης, ἀράζουν  δίπλα σὲ μιὰ τεράστια θαλαμηγό. Ὁ κύριος Νῖκος τὴ δείχνει στὸ Λεονάρδο μὲ θαυμασμό, ἀλλὰ δὲ μπορεῖ νὰ κρύψει τὸν φθόνο του· κι ὁ Λεονάρδος τὸν λυπᾶται.  

 2ο Μέρος.

«Τὰ μάτια σου τέσσερα, Λεονάρδο! Ἔχε ἀπὸ κοντὰ τοὺς πασόκους. Μὴν ἀκοῦς τί λέει ὁ Γεωργίου, τὸ ΠΑΣΟΚ θὰ ξαναβγεῖ.»

Ὁ Ἀδαμαντιάδης εἶχε φωνάξει τὸν Λεονάρδο στὸ γραφεῖο του γιὰ τὸν πρωινὸ καφέ· ὅπως συνήθιζαν κάθε Παρασκευή. Στὶς συναντήσεις αὐτές ἔκαναν ἕναν σύντομο ἀπολογισμὸ τῆς βδομάδας καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸ πρόγραμμα τῆς ἑπόμενης. Τοὐλάχιστον ἔτσι τὸ ξεκίνησαν στὰ πρῶτα, δύσκολα χρόνια, ὅταν τὸ Τμῆμα Ἰατρικῶν Ὀργάνων ἦταν ὑπὸ ἐπιτήρηση. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ὁ Λεονάρδος κέρδιζε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀδαμαντιάδη καί, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, τοῦ κυρίου Νίκου. Σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦσαν τ᾿ ἀνοδικὰ ἀποτελέσματα τοῦ τμήματος καὶ τὰ καλά λόγια ποὺ ἄκουγαν γι᾿ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ξένους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Αποφράδες ημέρες και κερκόπορτες ξανά

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2018

Κανονικά, το άρθρο αυτό, που είχε αρχικά δημοσιευτεί το 2012, θα έπρεπε να αναδημοσιευτεί χτες, που ήταν η επέτειος της Άλωσης της Πολης. Η αιτία για την αναδημοσίευση δεν είναι ότι έχουν περάσει έξι χρόνια και το παλιό άρθρο θα έχει ξεχαστεί, είναι περισσότερο ότι κάποια λινκ που είχαν δοθεί σε σχόλια του παλιού άρθρου δεν λειτουργούν πια. Αυτό το διαπίστωσα τυχαία χτες το πρωί, και ο φίλος Γρηγόρης, που τα είχε αρχικά ανεβάσει, προθυμοποιήθηκε να τα μεταφέρει αλλού και μάλιστα να προσθέσει και κάποιες άλλες πηγές -κι έτσι τις παραθέτω όλα μαζί στο τέλος του άρθρου. Και αποφάσισα να το δημοσιεύσω σήμερα το άρθρο κι ας είναι πάρωρο, παρά να περιμένω ένα χρόνο.

Χτες είχαμε Τρίτη 29 Μαΐου, επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης πριν από 565 χρόνια, αποφράδα ημέρα σύμφωνα με τα κλισέ, οπότε σήμερα θα λεξιλογήσουμε σύντομα με άξονα δυο λέξεις σχετικές με την ημέρα, που τις βλέπετε στον τίτλο.

Λέμε ότι η 29η Μαΐου 1453 είναι αποφράδα ημέρα (ή αποφράς ημέρα στην καθαρεύουσα), επειδή τη μέρα εκείνη έπεσε η Πόλη. Αποφράδα λέγεται η μέρα η καταραμένη, που συνδέεται με κάποιο τραγικό γεγονός που σημάδεψε την ιστορία ενός λαού ή τη ζωή ενός ανθρώπου, λέγεται και η μέρα η γρουσούζικη, η δυσοίωνη: η Τρίτη έτσι κι αλλιώς θεωρείται ημέρα αποφράδα, πολύ περισσότερο σήμερα που συμπίπτει με την επέτειο της άλωσης.

(Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Τρίτη εγινε γρουσούζικη επειδή η 29.5.1453 ήταν Τρίτη, αλλά αυτό δεν ισχύει, ήταν γρουσούζικη από παλιότερα).

Η λέξη αποφράς είναι αρχαία, από το στερητικό από και το ρ. φράζω (μιλώ, απ’ όπου και φράση κτλ.), είναι δηλαδή η μέρα εκείνη για την οποία δεν κάνει να μιλάει κανείς· συχνά στα αρχαία τη βρίσκουμε σε πληθυντικό, αποφράδες ημέραι, οι μη καθαρές, οι απαγορευμένες. Και όπως το εξηγεί έμμετρα ο βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Τζέτζης:

Ἡ ἀποφρὰς ἡ μισητὴ ἥνπερ μισεῖ τις φράσαι.
Ἦσαν καὶ ἀποφράδες δε τοῖς παλαιοῖς ἡμέραι,
ἐν αἷς τισὶ συνέβησαν θλίψεις καὶ περιστάσεις·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 271 Σχόλια »

Κωνσταντινούπολη, η πόλη που ανήκει σε όσους τη νιώθουν και την αγαπούν (άρθρο του Στέλιου Ελληνιάδη)

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2018

Την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς συνάντησα τον φίλο Στέλιο Ελληνιάδη. Κρατούσε το τελευταίο φύλλο του «Δρόμου της Αριστεράς» και μου έδειξε το άρθρο που θα σας παρουσιάσω σήμερα -«το καλύτερο άρθρο που έχω γράψει για την Κωνσταντινούπολη», είπε. «Θα το βάλω στο ιστολόγιο κάποια στιγμή», του είπα. Καθώς χτες είχα ταξίδι και δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο, θεώρησα πως είναι κατάλληλη η στιγμή για την αναδημοσίευση.

Ο Στέλιος, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, κρατάει στον Δρόμο της Αριστεράς ένα δισέλιδο που έχει τον τίτλο «Περίπτερο Ιδεών». Το άρθρο δημοσιεύτηκε, φυσικά, και στον ιστότοπο της εφημερίδας.

Κωνσταντινούπολη, η πόλη που ανήκει σε όσους τη νιώθουν και την αγαπούν

Η Νέα Υόρκη είναι αμερικάνικη, η Μόσχα ρώσικη, το Παρίσι γαλλικό, το Λονδίνο αγγλικό, το Βερολίνο γερμανικό, η Αθήνα ελληνική. Η Κωνσταντινούπολη, όμως, ενώ βρίσκεται μέσα και κατοικείται από πολίτες του τουρκικού κράτους, βασικά Τούρκους και Κούρδους, δεν είναι τουρκική. Όπως δεν είναι ελληνική, ρωμαϊκή, φράγκικη, οθωμανική, πολυθεϊκή, χριστιανική ορθόδοξη, αιρετική ή καθολική, μουσουλμανική, ούτε βέβαια ρώσικη, αρμένικη ή εβραϊκή. Είχε αυτοκράτορες και αυτοκρατόρισσες, σουλτάνους και σουλτάνες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, Ιταλούς, Μακεδόνες, Ίσαυρους, Ιλλυριούς, Σλάβους, Θράκες, ‘Ιβηρες, Χαζάρους, Έλληνες, Αρμένιους, Γαλάτες, Πέρσες, Άραβες, Οθωμανούς, Τούρκους, από πολλές φυλές και εθνότητες (Παφλαγόνες, Δάκες, Φρύγες, Λυδούς, Πάρθους, Κούρδους κ.ά.). Κανένας από τους 91 αυτοκράτορες και τους 36 σουλτάνους, συν τις συμβίες τους, δεν έμεινε στην ιστορία με αναφορά στην εθνική του καταγωγή, με εξαίρεση τον Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο, τον Λέοντα Δ΄ τον Χάζαρο και την Ειρήνη την Αθηναία. Ασφαλώς, η παράλειψη αυτή οφείλεται στο ό,τι οι αυτοκρατορίες αυτές, με συνολική διάρκεια ζωής 1600 χρόνια, ήταν πολυεθνικές και όχι εθνικές. Αλλά, αυτό ακριβώς το γεγονός συνέτεινε ώστε η Πόλη να αποκτήσει μέσα σε 16 αιώνες ένα χαρακτήρα, μία «φύση» μοναδική και ξεχωριστή, η οποία όσο κι αν συμπιέζεται και παραβιάζεται παραμένει υπαρκτή και αισθητή ακόμα και από τον πιο αδαή κάτοικο ή επισκέπτη. Καθένας μπορεί να την αισθανθεί δική του, να τη νιώσει ελληνική, τούρκικη, οικουμενική ή ατομικά προσωπική. Κάτι που δεν ισχύει για καμία άλλη πόλη του κόσμου, όσα θέλγητρα κι αν έχει. Μάταια προσπαθούν οι εθνικιστές να τη στριμώξουν μέσα στα κουτάκια τους.

Ατενίζοντας την Αγία Σοφία (φωτο Στ. Ελληνιάδης, 2002)

Η πόλη όλων

Η Κωνσταντινούπολη έχει τον δικό της πολιτισμό χωρίς να είναι πάντα η ίδια. Πολλοί Τούρκοι, παλιοί της κάτοικοι και καλλιεργημένοι αστοί, νοσταλγούν τους Έλληνες που ξεριζώθηκαν γιατί η παρουσία μας συμβόλιζε τη διαχρονική Κωνσταντινούπολη. Δεν τους λείπουμε για την οικονομική μας συνδρομή στον πλούτο της πόλης, η οποία έτσι κι αλλιώς στην τελευταία φάση της ανθηρής μας κοινότητας δεν ήταν πια τόσο καθοριστική, αφού η πόλη μεγάλωνε και η συμμετοχή μας μίκραινε. Μάλιστα, σήμερα, ακόμα κι αν δεν είχαμε φύγει, θα ήμασταν πολύ λίγοι ανάμεσα στα 15-17 εκατομμύρια που την έχουν κατακλύσει. Μας νοσταλγούν γιατί η τουρκοποίηση, εκ προθέσεως και εκ των πραγμάτων, αντιβαίνει στον ενσωματωμένο οικουμενικό υπερεθνικό χαρακτήρα της Πόλης. Οι περί ου ο λόγος Τούρκοι ξέρουν τι αξία έχει αυτή η φυσιογνωμία της Πόλης και αυτήν επιθυμούν να έχει. Αυτή τους γεμίζει κι αυτήν έχουν ανάγκη να διαφυλάξουν από την κακοποίηση και την αλλοίωση. Τη θεωρούν στολίδι της χώρας τους με βάση την ιστορία της. Γι’ αυτό νοσταλγούν τους «Ρουμ», τους «μειονοτικούς», τους «γκιαούρηδες» που έλεγαν οι φανατισμένοι εθνικιστές. Γι’ αυτό δεν θέλουν να φύγει το Πατριαρχείο. Γι’ αυτό δεν ενοχλούνται καθόλου όταν κάποιος αποκαλεί την πόλη τους Κωνσταντινούπολη. Και γι’ αυτό διαμαρτύρονται και αντιστέκονται με μεγάλο ρίσκο στην ανέγερση των ουρανοξυστών και την «αξιοποίηση» του πάρκου Γκεζί. Όχι μόνο για τους περιβαλλοντικούς λόγους που αγωνίζονται οι ευαίσθητοι άνθρωποι σε κάθε μέρος του κόσμου. Η υπεράσπιση της αισθητικής της Πόλης έχει και μία άλλη διάσταση, διιστορική και υποδόρια, που κάνει τους πολίτες να συνταράσσονται όταν οι εξουσίες και τα οργανωμένα συμφέροντα ασελγούν πάνω της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Και κυρίως μη ζητήσετε τασάκι!

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2016

Στο προχτεσινό άρθρο μας, το κείμενο της Τέτης Σώλου με τις 111 λέξεις τουρκικής προέλευσης, υπήρχε και η λέξη «τασάκι». Τόσο στο ιστολόγιο όσο και στο Φέισμπουκ, έγιναν σχόλια από φίλους, όλα περίπου στο ίδιο πνεύμα -αναρωτιούνταν οι φίλοι αν το τασάκι έχει όντως τουρκική προέλευση, δεδομένου ότι, όπως ήξεραν οι ίδιοι, στα τουρκικά tasak σημαίνει κάτι άλλο, και, όπως έγραψε εδώ ένας φίλος, θα ήταν κακή ιδέα να ζητήσετε από έναν Τούρκο σερβιτόρο να σας φέρει ένα tasak.

Πριν προχωρήσω, να προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο ασχολείται με και περιέχει λέξεις μη κόσμιες, οπότε αν ενοχλείστε μην προχωρήσετε την ανάγνωση. Εγώ δεν πολυσυνηθίζω τις «κακές» λέξεις, αλλά όταν τις χρησιμοποιώ δεν τις μασκαρεύω με αστερίσκους και τελίτσες, κι έτσι, όπως είπαμε και στυο προηγούμενο άρθρο, ο λόγος που θα ήταν κακή ιδέα να ζητήσετε από έναν Τούρκο σερβιτόρο να σας φέρει ένα «τασάκ» είναι ότι στα τουρκικά η λέξη αυτή σημαίνει «όρχις», κοινώς «αρχίδι».

Παρ’ όλ’ αυτά, το τασάκι έχει τουρκική προέλευση, διότι είναι υποκοριστικό της λέξης τάσι, που σημαίνει (αρχικά) ένα κύπελλο με πλατύ στόμιο (μου’δωσες νερό σ’ ασημένιο τάσι, λέει το τραγούδι) αλλά και πιάτο ή πιατάκι ενώ έχουμε στη νεότερη εποχή και τα τάσια των αυτοκινήτων. Αυτό το τάσι είναι δάνειο από το τουρκ. tas, που είναι αραβικής προέλευσης -και από την αραβική λέξη προήλθε και το γαλλικό tasse.

Λέξη tasak στα τούρκικα δεν υπάρχει -ο όρχις είναι taşak, με τσιγκελάκι κάτω από το s. Συγγενεύει με τη λέξη taş που είναι η πέτρα. Η τουρκική λέξη είναι γνωστή (όχι πολύ) στη βόρεια Ελλάδα, όπου κάποιοι ξέρουν και τη βρισιά ‘τεκ τασάκ’ (μονάρχιδος).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά ευτράπελα | Με ετικέτα: , | 332 Σχόλια »

Μνήμη Μέντη Μποσταντζόγλου (1918-1995)

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2015

Την περασμένη Κυριακή έκλεισαν 20 χρόνια από τον θάνατο του Χρύσανθου Βοσταντζόγλου, που έμεινε αθάνατος ως Μέντης Μποσταντζόγλου ή Μποστ.

Αγαπώ πολύ τον Μποστ και θα το έχετε διαπιστώσει όσοι διαβάζετε το ιστολόγιο, αφού συχνά-πυκνά βάζω σκίτσα του, σχολιασμένα πλέον προκειμένου να καλυφθεί το κενό των δεκαετιών από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκαν.

Έτσι, γίνεται ακόμα πιο ασυγχώρητη η αμέλειά μου, που ενώ είχα σκεφτεί, σε ανύποπτο χρόνο, ότι στις 13 του μήνα κλείνουν τα 20 χρόνια από τον Μποστ, όταν έφτασε η μέρα της επετείου εγώ κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου. Μου το θύμισαν με μέιλ τους κάμποσοι, αλλά ήταν πολύ αργά.

Όμως, κάλλιο αργά παρά ποτέ, και ταυτόχρονα κάθε εμπόδιο για καλό. Διότι ακριβώς επειδή άργησα, το σημερινό άρθρο έχει ένα σπάνιο ντοκουμέντο, τη φωτογραφία από ένα εικαστικό πρωτόλειο του Μποστ, όπως την παρουσίασε στα κοινωνικά μέσα ο γιος του, ο φίλος μου Κώστας Βοσταντζόγλου, μαζί με ένα πολύ συγκινητικό κείμενο που έγραψε για τα είκοσι χρόνια του πατέρα του.

Θα παρουσιάσω το κείμενο του «Κώστα Μποστ», αλλά ας βάλω πρώτα ένα σύντομο βιογραφικό του Μποστ, γραμμένο από μένα.

Ο Μποστ γεννήθηκε ως Χρύσανθος Βοσταντζόγλου το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Από το 1920 έως το 1926 έζησε με την οικογένειά του στη Ρουμανία και μετά στην Αθήνα. Ως μαθητής γυμνασίου αρχίζει τα σκίτσα. Την ίδια εποχή αποκτά το παρατσούκλι Μέντης, από ένα μέντιουμ που του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Εισάγεται στη σχολή Καλών Τεχνών, αλλά σύντομα την εγκαταλείπει. Στην Κατοχή οργανώνεται στο ΕΑΜ και μέσα στα Δεκεμβριανά γράφει τους πρώτους του στίχους, κάλαντα που τα ψάλλει στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ μαζί με τον φίλο του Γ. Σεβαστίκογλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Διαφημίσεις, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Το τέμενος και οι τεμενάδες

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2014

Μπήκαμε στην τελική ευθεία πριν από τις αυτοδιοικητικές και τις ευρωπαϊκές εκλογές οπότε δεν είναι άτοπο να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο σε μια λέξη που ακούστηκε αρκετά κατά την προεκλογική περίοδο -θα έλεγα μάλιστα μια λέξη που δεν θα έπρεπε να ακούγεται και τόσο σε προεκλογική περίοδο: πρόκειται για τη λέξη τέμενος.

Το τέμενος είναι αρχαία λέξη, που σήμαινε τον ιερό χώρο που ήταν αφιερωμένος σε αρχαίο θεό ή ήρωα, ωστόσο στα νεότερα χρόνια η λέξη πήρε μια δεύτερη σημασία, αφού σημαίνει ειδικά τον μουσουλμανικό χώρο λατρείας, κοινώς το τζαμί, ενώ σπανιότερα έχει χρησιμοποιηθεί και για χώρους λατρείας άλλων θρησκειών εκτός της χριστιανικής. Έχει βέβαια το τέμενος και τη μεταφορική του σημασία, αφού χρησιμοποιείται επίσης για κάποιο ίδρυμα αφιερωμένο στις τέχνες και τα γράμματα (τέμενος των Μουσών, ας πούμε) -αλλά βέβαια στις δημοτικές και περιφερειακές μας εκλογές η λέξη δεν χρησιμοποιήθηκε με τη σημασία αυτή, τη μεταφορική, αλλά με την πολύ συγκεκριμένη σημασία του τζαμιού.

Και ειδικότερα, καταρχάς, του τζαμιού της Αθήνας -του μελλοντικού δηλαδή, αφού η Αθήνα, προς μεγάλη ντροπή όλων μας, παρόλο που υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μουσουλμάνοι (από τους οποίους αρκετές χιλιάδες κατοικούν στο Λεκανοπέδιο) και πάρα πολλοί αλλοδαποί, είναι ίσως η μοναδική πρωτεύουσα που δεν διαθέτει επίσημο χώρο λατρείας, επίσημο τζαμί -απλώς έχει εξαγγελθεί η ανέγερσή του, εδώ και πολλά χρόνια, αλλά οι διαδικασίες προχωράνε με ρυθμούς χελώνας, διότι δεν πρόκειται για απολύσεις και διαθεσιμότητες να εφαρμοστεί το φαστ τρακ.

Εδώ και αρκετό καιρό, ο υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων κ. Σπηλιωτόπουλος, επίσημος υποψήφιος της ΝΔ, βλέποντας τα δημοσκοπικά ποσοστά του να κατρακυλάνε, αποφάσισε να παίξει το χαρτί της ακροδεξιάς, παρόλο που λογαριάζεται για φιλελεύθερος, κι έτσι έκανε λόγο για «δημοψήφισμα» με το ερώτημα αν θα χτιστεί το τζαμί στα όρια του Δήμου Αθηναίων. Αλλά και μόλις χτες, ο άλλος επίσημος υποψήφιος της ΝΔ για την περιφέρεια Αττικής αυτή τη φορά, ο κ. Κουμουτσάκος, ανέλαβε, λέει, πρωτοβουλία για να μη γίνει τέμενος (τζαμί δηλαδή) η Αγιασοφιά στην Πόλη.

Και με αυτόν τον στόχο δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει -αλλά δεν μπορεί και να μην παρατηρήσει πόσο υποκριτικό είναι να εγείρεται το θέμα αυτό στην προεκλογική περίοδο. Θα μπορούσε επίσης να παρατηρήσει κανείς ότι οι νεοδημοκράτες υποψήφιοι εμφανίζονται ανακόλουθοι: ο μεν κ. Σπηλιωτόπουλος ζητάει να αποφασίσουν οι κάτοικοι της πόλης, με την ψήφο τους, για τον χώρο λατρείας κάποιων συμπολιτών μας, αλλά ο κ. Κουμουτσάκος δεν φαίνεται να αναγνωρίζει ανάλογο δικαίωμα στους κατοίκους της Πόλης. Και βέβαια, πολύ περισσότερο ηθικό κύρος θα είχε το ελληνικό αίτημα για την Αγιασοφιά και για τη Χάλκη αν υπήρχε ήδη το αθηναϊκό τζαμί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Θρησκεία, Ισλάμ | Με ετικέτα: , , , , , , | 181 Σχόλια »

Πανδιδακτήριον, αυτό το ανύπαρκτο

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2013

Όπως όλοι ξέρουμε, Πανδιδακτήριο ονομαζόταν ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα που ιδρύθηκε το 425 από τον Θεοδόσιο τον Β’ στην Κωνσταντινούπολη και το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί αντίστοιχο με τα σημερινά πανεπιστήμια. Έτσι περίπου αρχίζει το σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας, αλλά περίπου ίδιον ορισμό βρίσκουμε και σε συμβατικές εγκυκλοπαίδειες -ας πούμε, στην εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου, με την καθαρεύουσα που ήταν επιβεβλημένη στη δεκαετία του 1950, διαβάζουμε ότι το Πανδιδακτήριον ήταν «Ανώτατον εκπαιδευτήριον, είδος Πανεπιστημίου, ιδρυθέν εν Βυζαντίω τω 435 μ.Χ. υπό του αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β’ του Μικρού. Είχεν εν όλω τριάκοντα καθηγητάς, διοριζομένους κατόπιν εξετάσεων ενώπιον της Συγκλήτου». Και τα δυο άρθρα συνεχίζουν λέγοντας ότι τον 9ο αιώνα το εκπαιδευτήριο μετεγκαταστάθηκε στη Μαγναύρα, γι’ αυτό και συχνά αναφέρεται ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας.

Αυτά είναι γνωστά πράγματα, τα έχουμε διδαχτεί, τουλάχιστον οι παλιότεροι, στο σχολείο, είναι γνώσεις εδραιωμένες. Γι’ αυτό και αισθάνθηκα μεγάλην έκπληξη όταν πριν από λίγο καιρό, γράφοντας ένα άρθρο για την ανώτατη εκπαίδευση, διαπίστωσα, με πολύ μεγάλη έκπληξη, ότι η λέξη «πανδιδακτήριον» δεν υπάρχει σε καμιά πρωτογενή πηγή, δηλαδή σε κανένα κείμενο της βυζαντινής γραμματείας -αλλά, αν δεν υπάρχει η λέξη «Πανδιδακτήριον» στις πηγές, από πού το βρήκαν οι μεταγενέστεροι λόγιοι και επιστήμονες και αποκαλούν, όλοι τους, «Πανδιδακτήριον» το εκπαιδευτήριο της Κωνσταντινούπολης; Αυτό θα προσπαθήσω να διερευνήσω στο σημερινό άρθρο, το οποίο, πρέπει να το τονίσω, αντλεί το υλικό του σχεδόν αποκλειστικά από τα εξαιρετικά σχόλια που διατύπωσαν πολλοί φίλοι σχολιαστές στο προηγούμενο άρθρο του ιστολογίου, και που θα ήταν κρίμα να μείνουν σε σχετική αφάνεια.

Πριν ξεκινήσω, να το ξεκαθαρίσω. Το άρθρο δεν αμφισβητεί ότι υπήρξε στην Κωνσταντινούπολη ένα εκπαιδευτήριο, που ιδρύθηκε το 425 από τον Θεοδόσιο τον Β’ και το οποίο αργότερα επεκτάθηκε και έγινε θεσμός αντίστοιχος με τα σημερινά πανεπιστήμια. Τέτοιο ίδρυμα ασφαλώς και υπήρξε -το ερώτημα, στο οποίο εγώ απαντώ αρνητικά, είναι αν το ίδρυμα αυτό είχε, κάποια στιγμή ενόσω λειτουργούσε, την ονομασία «Πανδιδακτήριον».

Για να ξεκινήσουμε από την αρχή, το νομοθετικό κείμενο με το οποίο ιδρύθηκε από τον Θεοδόσιο το εκπαιδευτήριο της Κωνσταντινούπολης δεν συντάχθηκε στα ελληνικά, αλλά στα λατινικά, που ήταν ακόμα η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας. Περιλαμβάνεται στον Θεοδοσιανό Κώδικα, στο 14ο βιβλίο, στο 9ο κεφάλαιο και στην 3η ενότητα (14.9.3) και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Απ’ όσο καταλαβαίνω, χρησιμοποιείται ο όρος auditorium για τη σχολή που ιδρύεται.

Στη συνέχεια, στο Χρονικό του Γεωργίου Μοναχού, εικονόφιλου χρονογράφου, διαβάζουμε ότι κοντά στη Βασιλική κινστέρνα «παλάτιον ην σεμνόν, εν ω υπήρχε κατά τύπον αρχαίον οικουμενικός διδάσκαλος έχων μεθ’ εαυτού ετέρους μαθητάς αυτού» και ότι ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων Γ’ (το θηρίο το ανήμερο, όπως τον αποκαλεί) έκαψε το κτίριο του ιδρύματος, που δεν το ονομάζει, καθώς και τα βιβλία, και γι’ αυτό έμειναν πίσω τα γράμματα στην Κωνσταντινούπολη για μερικά χρόνια. Σε ένα άλλο κείμενο, στα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως του Ψευδο-Κωδινού, έργο του Ι’ αι. κατά την εκτίμηση του εκδότη τους Th. Preger, βρίσκουμε πιθανώς και την ονομασία της σχολής, «οικουμενικόν διδασκαλείον»: «Το δε τετραδήσιον το οκτάγωνον, εις ο ήσαν στοαί οκτώ ήγουν καμαροειδείς τόποι, διδασκαλείον εκείσε ετύγχανεν οικουμενικόν, και οι βασιλεύοντες αυτούς εβουλεύοντο και ουδέν έπραττον χωρίς αυτών”. Αν δεν κάνω λάθος, αυτή είναι η μοναδική αναφορά στη βυζαντινή γραμματεία που δίνει το όνομα της σχολής, οικουμενικόν διδασκαλείον, υπάρχουν όμως πολλές αναφορές σε οικουμενικούς διδασκάλους, π.χ. «Γεωργίου του Χοιροβοσκού Βυζαντίου γραμματικού και οικουμενικού διδασκάλου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Εκπαίδευση, Ιστορία, Ιστορίες λέξεων, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , , | 32 Σχόλια »

Τεντζερέδες και ταψιά βροντούν στην Πόλη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2013

Τόσες μέρες δεν έχω γράψει για την εξέγερση στην Τουρκία, όχι βέβαια επειδή… είμαι φιλοερντογανικός και αντίθετος με τον διαμελισμό της Τουρκίας, όπως με κατηγόρησε κάποιος ανόητος σε προσωπικό του μήνυμα, αλλά επειδή είναι αρχή μου να μη μιλάω για πράγματα που δεν τα ξέρω καλά ή για τα οποία δεν έχω κατασταλαγμένη άποψη ή δεν έχω κάτι αξιόλογο να πω. Δόξα το Θεό, υπάρχουν άφθονα αξιόλογα ιστολόγια για όλα τα θέματα, οπότε δεν είναι ανάγκη να τοποθετείται κανείς για όλα, ακόμα κι αν γράφει κάθε μέρα. Άλλωστε, εμείς εδώ λεξιλογούμε, όπως μ’ αρέσει συχνά να επαναλαμβάνω.

Ακριβώς όμως επειδή λεξιλογούμε, το σημερινό άρθρο μού έδωσε την αφορμή να ασχοληθώ με την εξέγερση στην Τουρκία μέσα από τις λέξεις -όχι τις λέξεις γενικώς, αλλά ειδικά κάποιες λέξεις που περιέχονται στους στίχους ενός πανέμορφου τραγουδιού διαμαρτυρίας των εξεγερμένων της Πόλης, που ανήκει σε αυτό το νέο είδος τραγουδιών που τραγουδιούνται από μεγάλο πλήθος και ανεβαίνουν σε γιουτουμπάκια (και που κάποιο όνομα θα έχουν, αλλά μου διαφεύγει).

Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Tencere tava havasi, και όπως βλέπετε και οι τρεις λέξεις του τίτλου έχουν περάσει στα ελληνικά: τέντζερης ή τέντζερες, ταβάς ή νταβάς και χαβάς. Ο τέντζερης είναι κοινότατος, κύλησε και βρήκε το καπάκι, ο χαβάς είναι ο σκοπός, η μελωδία ενός τραγουδιού, αλλά σημαίνει και ‘αέρας’ στα τούρκικα (θα θυμάστε το turk hava yolari, τις τουρκικές αερογραμμές, που τόσο αστείες ακούγονται σε πολλούς δικούς μας), ίδια περίπτωση δηλαδή με την ιταλική και διεθνή aria και το αγγλικό air, ενώ ο νταβάς δεν είναι (μόνο) ο νταβατζής, με τον οποίο άλλωστε δεν έχει καμιάν ετυμολογική σχέση, αλλά ένα είδος ταψιού, με ψηλά χείλη και χερούλι, λέει το ΛΚΝ. Τραγούδι για τεντζερέδες και ταψιά λοιπόν, που το αποδίδει ένα συγκρότημα με τ’ όνομα Kardeş Türküler, που την πρώτη λέξη την έχουμε κι αυτήν στη γλώσσα μας, καρντάσης, αλλά εδώ μπορεί να είναι επίθετο, ενώ η δεύτερη δεν σημαίνει «τούρκοι» αλλά, μάλλον, τραγούδια -άρα κάτι σαν ‘αδερφικά τραγούδια’ -κι αν λέω βλακείες διορθώστε με οι τουρκομαθείς. Το τραγούδι ανέβηκε χτες στο γιουτούμπι και ευχαριστώ πολύ την Ιωάννα που το έστειλε και φρόντισε να βρει και τους στίχους:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γιουτουμπάκια, Επικαιρότητα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 123 Σχόλια »

Μια συνάντηση στο Νησί των Σκύλων (Μποστ)

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2012

Από τις γελοιογραφίες μπορεί κανείς να μελετήσει την πρόσφατη ιστορία, κι αυτό το θέμα το παρουσιάζουμε συχνά στο ιστολόγιο, συνήθως με γελοιογραφίες του Μποστ. Ο λόγος που επιμένω στον Μποστ δεν είναι μόνο η προσωπική προτίμηση στο χιούμορ του, αλλά επίσης ότι οι γελοιογραφίες του συχνά είναι πολυθεματικές, οπότε με μία γελοιογραφία θίγονται τρία ή τέσσερα θέματα, που αλλιώς θα χρειαζόμασταν πολλά σκίτσα για να τα θίξουμε. Αυτό συμβαίνει και στη σημερινή γελοιογραφία, που παρουσιάζει μια (φανταστική) συνάντηση στο Νησί των Σκύλων, μια συνάντηση ανάμεσα σε δυο θλιμμένους ανθρώπους, έναν πρωθυπουργό που μόλις είχε ανατραπεί από πραξικόπημα και βρισκόταν εξόριστος σε ένα ξερονήσι, και μια πριγκίπισσα που ο μονάρχης σύζυγός της την είχε χωρίσει επειδή δεν μπορούσε, ή έτσι είπαν, να του χαρίσει διάδοχο.

Η συνάντηση βέβαια δεν έγινε ποτέ, γιατί το κότερο της Σοράγιας (αυτή ήταν η πριγκίπισσα) έκανε κρουαζιέρα στα νησιά του Αιγαίου, και δεν έφτασε μέχρι τα Πριγκιπονήσια, που σε ένα από αυτά, ήταν εξόριστος περιμένοντας να δικαστεί ο Αντνάν Μεντερές (αυτός ήταν ο πρωθυπουργός). Ωστόσο, ο Μποστ θέλησε να συναντηθούν κι έτσι γελοιογραφική αδεία σας παρουσιάζω τη συνάντησή τους:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 116 Σχόλια »

Αποφράδες ημέρες και κερκόπορτες

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2012

 

Σήμερα 29 Μαΐου, η επέτειος της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης πριν από 559 χρόνια, αποφράδα ημέρα σύμφωνα με τα κλισέ, οπότε σκέφτομαι να λεξιλογήσω σύντομα με άξονα δυο λέξεις σχετικές με την ημέρα, που τις βλέπετε στον τίτλο.

Λέμε ότι η 29η Μαΐου 1453 είναι αποφράδα ημέρα (ή αποφράς ημέρα στην καθαρεύουσα), επειδή τη μέρα εκείνη έπεσε η Πόλη. Αποφράδα λέγεται η μέρα η καταραμένη, που συνδέεται με κάποιο τραγικό γεγονός που σημάδεψε την ιστορία ενός λαού ή τη ζωή ενός ανθρώπου, λέγεται και η μέρα η γρουσούζικη, η δυσοίωνη: η Τρίτη έτσι κι αλλιώς θεωρείται ημέρα αποφράδα, πολύ περισσότερο σήμερα που συμπίπτει με την επέτειο της άλωσης.

Η λέξη είναι αρχαία, από το στερητικό από και το ρ. φράζω (μιλώ, απ’ όπου και φράση κτλ.), είναι δηλαδή η μέρα εκείνη για την οποία δεν κάνει να μιλάει κανείς· συχνά στα αρχαία τη βρίσκουμε σε πληθυντικό, αποφράδες ημέραι, οι μη καθαρές, οι απαγορευμένες. Και όπως το εξηγεί έμμετρα ο βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Τζέτζης (και συγνώμη για τα περίεργα σημαδάκια πάνω από μερικά φωνήεντα):

Ἡ ἀποφρὰς ἡ μισητὴ ἥνπερ μισεῖ τις φράσαι.
Ἦσαν καὶ ἀποφράδες δε τοῖς παλαιοῖς ἡμέραι,
ἐν αἷς τισὶ συνέβησαν θλίψεις καὶ περιστάσεις·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Παίζει μπριτζ ο σμπίρος;

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2011

Οι ελληνικές λέξεις που αρχίζουν από σμπ- είναι μετρημένες στα δάχτυλα: σμπαράλια, σμπάρο και σμπίρος (δεν θα μετρήσουμε το σμπρώχνω). Και οι τρεις αυτές οι λέξεις είναι δάνεια, από τα ιταλικά (ή τα ενετικά), αν και για μία από αυτές υπάρχει η άποψη ότι είναι απώτερης ελληνικής αρχής, οπότε πρόκειται για αντιδάνειο. Τη λέξη αυτή έτυχε να την κουβεντιάζω σε μια συζήτηση με φίλους χτες-προχτές, οπότε σκέφτηκα να σας αφηγηθώ την ιστορία της, μια και έχει ετυμολογικό ενδιαφέρον.

Πρόκειται για τον σμπίρο, λέξη περιφρονητική σήμερα, σχεδόν βρισιά. Όπως είπαμε, είναι δάνειο από τα ιταλικά. Στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση sbirro λεγόταν στις ιταλικές πόλεις-κράτη ο αστυνομικός υπάλληλος που μεριμνούσε για την τήρηση της τάξης περιπολώντας στους δρόμους με την κοκκινωπή του στολή. Γρήγορα η λέξη, και μέσα στην Ιταλία, αλλά και έξω από αυτήν όπου διαδόθηκε ως δάνειο, αποκτά αρνητικές σημασίες: δηλώνει τα πρωτοπαλίκαρα, τους μπράβους των ισχυρών που αναλαμβάνουν να διεκπεραιώνουν βρομοδουλειές. Κάπως έτσι περνάει και στα ελληνικά, όπου όμως η λέξη, ακόμα κι όταν σήμαινε τον αστυνομικό, είχε εξαρχής μειωτική χροιά, περισσότερο σήμαινε τον μυστικό αστυνομικό, τον χαφιέ· σήμερα, η λέξη απαντά σχεδόν αποκλειστικά με τη σημασία «μπράβος, τσιράκι» (το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει ως πρώτη σημασία το «αστυνομικός», ενώ το ΛΚΝ δεν έχει τη λέξη, περιέργως).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , , , , | 150 Σχόλια »

Μεζεδάκια, ίσως με κύριο πιάτο

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2011

Λίγα μεζεδάκια θα σας σερβίρω σήμερα, και ο λόγος είναι ότι το τελευταίο από αυτά έχει μπόλικο ψαχνό και ενδέχεται να εξελιχτεί σε κύριο πιάτο. Αλλά φυσικά ξεκινάμε από τα καθαυτό μεζεδάκια, που όλα τους έχουν ένα κοινό σημείο, ότι τα έστειλαν φίλοι του ιστολογίου.

Παλιός φίλος από την πραγματική ζωή, που ξέρει ότι καταγράφω το φαινόμενο της ακλισιάς, μου έστειλε δυο παραδείγματα ακόμα, και μάλιστα από την έγκυρη Καθημερινή ή ίσως από την ηλέκδοσή της.

Σε άρθρο για τις εξεταστικές επιτροπές και τα πορίσματά τους, διαβάζουμε για «το φιάσκο του Βατοπέδι«. Επειδή το άρθρο το υπογράφουν δύο δημοσιογράφοι, δεν ξέρουμε ποιος από τους δυο είναι ο ακλισιάρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ακλισιά, Εφημεριδογραφικά, Μεζεδάκια, Μονοτονικό | Με ετικέτα: , , , , , | 181 Σχόλια »