Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κων. Γιαγκουλλής’

Ο άππαρος και ο αχάπαρος: υποδεχτείτε το Cyslang!

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2016

Πάω στοίχημα, οι περισσότεροι θα έχετε τρεις άγνωστες λέξεις στον τίτλο, μερικοί θα ξέρουν τη μία ή τις δύο πρώτες, λίγοι όμως την τρίτη, που δεν θα είχε άλλωστε τη θέση της σε ένα λεξικό, παρά μόνο σε ένα μεταλεξικό -αφού είναι, με την ευρεία έννοια, λεξικό, μια και Cyslang είναι η ονομασία ενός νέου διαδικτυακού εγχειρήματος που άνοιξε πριν από μερικές μέρες τις ηλεπύλες του και φιλοδοξεί να αποτελέσει τον ιστότοπο αλλά και το λεξικό της κυπριακής αργκό -οπότε καταλάβατε και γιατί ονομάστηκε έτσι, Cy από το Cyprus (ή ίσως από το CY της Κύπρου) και σλαγκ. Κουμπαροσλάγκ δηλαδή.

Τις άλλες δυο λέξεις, άππαρος και αχάπαρος, τις διάλεξα τυχαία: τη δεύτερη την ήξερα, είναι δα αρκετά γνωστή και στους καλαμαράδες, ενώ την πρώτη την έμαθα χτες, που περιεργαζόμουν το υλικό του Cyslang: άππαρος λοιπόν, στην Κύπρο, είναι το άλογο, και, μεταφορικά, αυτός που «είναι απόλυτα υγιής και έχει πολλές σωματικές δυνάμεις» -εύλογο, το άλογο δίνει πράγματι την ιδέα της ευρωστίας και του σφρίγους. Το θηλυκό, αππάρα, σημαίνει αφενός, κυριολεκτικά, τη φοράδα, και αφετέρου την ψηλή και όμορφη γυναίκα.

Ο αχάπαρος, πάλι, είναι αυτός που δεν παίρνει χαμπάρι, που δεν έχει ιδέα, ο άσχετος. Θα καταλάβατε ότι στα καλαμαρίστικα θα λέγαμε «αχάμπαρος» -οι κουμπάροι αποηχηροποιούν (έτσι λέγεται; ) τα μπ και ντ, το σαμπουάν το λένε σιαπού και τον Σαρμπέλ Σιαρπέλ. Με σι συμβολίζω το παχύ σ. Στο Cyslang έχουν έναν καλύτερο τρόπο, το δηλώνουν γράφοντας ένα σ με καπελάκι από πάνω, που περιέργως δεν μπορώ να το αναπαράξω (σικ, ρε) εδώ, διότι το καπελάκι μετατοπίζεται όταν το φέρνω στη WordPress, όπως στη λέξη ταπακόσ̌υλος, που σημαίνει «αυτός που είναι τεμπέλης, ακαμάτης»: Ρε είσαι ένας ταπακόσ̌υλος. Εγίνηκες 30 χρονών τζαι εν πάεις να έβρεις μια δουλειά. Ο ταπακόσ̌υλος στα καλαμαρίστικα θα ήταν «ταμπακόσκυλος» -και δεν είναι ο σκύλος που καπνίζει ταμπάκο αλλά ο σκύλος που λημεριάζει στα ταμπάκικα, τα βυρσοδεψεία, όπου (υποθέτω) έχει άφθονη μάσα από τα πετσιά και τα λοιπά απορρίμματα της βυρσοδεψίας, κι όπως δεν έχει ανάγκη να κοπιάσει για τον επιούσιο γίνεται τεμπέλης -λέμε άλλωστε και «χασαπόσκυλο, χασαποσκυλεύω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακοινώσεις, Βικιεγχειρήματα, Κύπρος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 252 Σχόλια »