Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κωστής Ανετάκης’

Αναρούσες, μυθιστόρημα του Κωστή Ανετάκη

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2021

Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει τρία διηγήματα του φίλου μας Κωστή Ανετάκη (το τελευταίο εδώ, με λινκ προς τα προηγούμενα) σήμερα όμως έχω τη χαρά να παρουσιάσω το καινούργιο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ανάτυπο, ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Αναρούσες.

Γράφω στις Λέξεις που χάνονται: Αναρούσα και ανερούσα είναι μια λέξη με δυο σημασίες· αφενός, η επιστροφή του  κύματος από την παραλία στη θάλασσα, αλλά και η δίνη μέσα στη θάλασσα, και αφετέρου η νεράιδα του γιαλού, το ξωτικό. Από τη μετοχή του αναρρέω, αναρρέουσα, με αποβολή του –ε υπό την επίδραση άλλων μετοχών όπως γλυκοφιλούσα. … στην Έρμη στα ξένα οι σκιαθίτισσες του Παπαδιαμάντη βάζουν λόγια στη νοικοκυρά, πως δεν έπρεπε να φέρει μαζί της την όμορφη και ψηλή υπηρέτριά της «κοτζάμ αναρρούσα παιδί μ’».

Όχι μόνο στον τίτλο του μυθιστορήματος, αλλά και σε όλο το κειμενο ο Ανετάκης χρησιμοποιεί λέξεις ιδιωματικές, από ντοπιολαλιές, που τις επεξηγεί συνήθως σε υποσημείωση, αλλά και βλάχικες στους διαλόγους, αφού το μυθιστόρημά του εκτυλίσσεται στην Πικρολίμνη, ένα (φανταστικό) κεφαλοχώρι ανάμεσα Μέτσοβο και Τρίκαλα, που κατοικείται από Βλάχους (στις «Ευχαριστίες» ο συγγραφέας ευχαριστεί τον φίλο μας τον Voulagx για τη βοήθειά του σε θέματα βλάχικης γλώσσας).

Ο αφηγητής, ο μπεστσελερίστας συγγραφέας Δάμος Σαρμάκος, έπειτα από ένα δύσκολο διαζύγιο και καθώς η έμπνευση τον έχει εγκαταλείψει, δέχεται την πρόσκληση ενός γκαρδιακού φίλου από τον στρατό, που του παραχωρεί δωρεάν κατάλυμα στο σπίτι του, στη μικρή λουτρόπολη Πικρολίμνη, πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Η ιστορία του χωριού είναι μακραίωνη, γεμάτη θρύλους, αρχαία έθιμα και καλοκρυμμένα μυστικά, αλλά σταδιακά ο αφηγητής ανακαλύπτει πως δεν είναι όλα ξεχασμένα και περασμένα. Αυτός, ο ξενομερίτης, θα βρεθεί άθελά του στο κέντρο της δίνης -με πολλές σημασίες της λέξης.

Δεν θέλω να σποϊλάρω οπότε δεν θα περιγράψω την υπόθεση. Πάντως, η φαντασία του Ανετάκη αποδεικνύεται γόνιμη και συναρπαστική, χωρίς να πέφτει στην ευκολία του αχαλίνωτου υπερφυσικού. Το μυθιστόρημα, είδος βαλκανικού θρίλερ, το διάβασα μονοκοπανιά και το χάρηκα και δεν είναι υπερβολή να πω ότι δίνει υλικό για καλή ταινία -μέχρι και κυνηγητά με Μάζντα σε χωματόδρομους έχει.

Θα παρουσιάσω φυσικά ένα κομμάτι από το βιβλίο. Αν είχαμε συλλογή διηγημάτων, θα αναδημοσίευα ένα από τα διηγήματα. Με το μυθιστόρημα η λύση δεν είναι τόσο απλή. Διάλεξα λοιπόν ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, το δεύτερο, όπου ο αφηγητής μαθαίνει από έναν γέροντα την ιστορία του χωριού. Μια και εδώ λεξιλογούμε, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προσφέρεται αφού βρίθει από ιδιωματικούς όρους.

Ο αφηγητής, μόλις έχει φτάσει στην Πικρολίμνη. Από μια παρέα στο καφενείο άκουσε κάτι για τους θρύλους του χωριού, που του κίνησε την περιέργεια, και σκέφτεται να μάθει περισσότερα, μήπως μπορέσει να τα εντάξει στο μυθιστόρημα που προσπαθεί να γράψει. Ο φίλος του ο Ηλίας, όμως, δεν μπορεί να του χρησιμέψει ως πηγή διότι δεν πιστεύει στα παραμύθια αυτά και τα περιφρονεί.

(…)

Λίγες μέρες αργότερα, μόλις γυρίσαμε από τα χωράφια, που είχαμε πάει να ποτίσουμε, καθίσαμε στο τραπέζι για φαγητό. Είδα το ζεύγος ν’ ανταλλάζουν πλάγιες ματιές κι έπιασα τον φίλο μου να χαϊδεύει το γόνατο της συμβίας του στα κλεφτά, κάτω από το τραπέζι. Ο παππούς του Ηλία, ο συνονόματος, πλατάγιζε αμέριμνος τη μασέλα του, καθώς καταβρόχθιζε το κοκκινιστό με τα μακαρόνια, δίχως να παραλείψει να παινέψει τη νύφη του, τι χρυσοχέρα που ήταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 72 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2020

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ιστολόγιο δημοσιεύει διήγημα του φίλου Κωστή Ανετάκη -έχουμε ήδη δημοσιεύσει δύο δικά του: Σαπφώ και Ο Ευριπίδης της ταφής. Το σημερινό, που το έχει ήδη δημοσιεύσει στο ιστολόγιό του και που συζητήθηκε πρόσφατα σε κάποιο σχόλιο, είναι κατά κάποιο τρόπο στο πνεύμα της πανδημίας, αφού αφορά αρρώστιες και νοσοκομεία -και είναι βιωματικό, απ’ όσο ξέρω, γι’ αυτό και ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει «Αφήγημα».

Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε

Τέλη Οκτώβρη, μια μικρή αδιαθεσία, πόνος στην αριστερή αμυγδαλή, λίγα δέκατα, συνηθισμένα πράματα. Ζεστά αφεψήματα, λίγη πρόπολη, κουκούλωμα, δυο βράδια. Έντονη εφίδρωση τη νύχτα. Τρίτη μέρα το πρωί όλα καλά. Το δαιμόνιο ανοσοποιητικό μου έκανε πάλι το θάμα του.

Ήλιος λαμπρός, ζέστη, το πρωινό με τσίγκλιζε με την ανέμελη σπιρτάδα του. Τετάρτη, μέρα λαϊκής, ό,τι πρέπει για μια βόλτα. Προηγουμένως ένα ντους, βρομοκοπούσα απ’ τον νυχτερινό ιδρώτα. Φόρεσα μπουφάν, βγήκα. Ο ήλιος χτυπούσε κατακέφαλα όπου σε πετύχαινε, ίδρωσα. Έβγαλα το μπουφάν. Μα όπου έπεφτε σκιά, κάτι άλλο καιροφυλαχτούσε. Ένα ύπουλο σύγκρυο, απ’ τη μέση ως το σβέρκο. Φόρεσα πάλι το μπουφάν. Ήταν πολύ αργά. Η αλαζονεία είν’ ο τάφος του ισχυρού.

Το βράδυ άρχισαν οι πόνοι στην πλάτη, έντονοι, σουβλεροί. Μυϊκοί σπασμοί, ψύξη στα σίγουρα. Αλοιφές, εντριβές, διατάσεις. Ο ύπνος δύσκολος, όπως κι αν γυρνούσα. Τι να ξέρει από αρρώστια κάποιος που δεν αρρώστησε ποτέ; Μόνο καμιά ίωση κι αυτή όχι κάθε χρόνο.

Η τελευταία φορά που ’χα πάρει αντιβίωση, που πέρασα μέρες στο κρεβάτι, είκοσι έξι χρόνια πριν, στο στρατό. Πυρετός τριάντα εννιά, αντιβίωση, τρεις μέρες κλινήρης, μετά περδίκι, σκοπιά-αγγαρεία. Άλλη μια φορά, πέντε χρόνια πιο πίσω, ερωτική απογοήτευση, ευτυχώς ξέσπασε ’κει. Πιο πριν τίποτα, μονάχα στην παιδική ηλικία, τότε που το ανοσοποιητικό εκπαιδευόταν. Άφησα να περάσουν πέντε μέρες με μαντζούνια, παραλίγο μοιραία καθυστέρηση.

Δευτέρα βράδυ ήρθε ο Πόνος. Απόλυτος, συντριπτικός, αδυσώπητος, σαν τοίχος από ρευστό μαύρο γρανίτη. Ό,τι άλλο είχα νιώσει ως τα πριν, απλό χάδι. Κοντανάσαινα σαν το σκυλί, ιδρώτας απ’ το μέτωπο ποτάμι.

Η Δήμητρα έκλαιγε, δε μ’ είχε ξαναδεί έτσι. «Να καλέσουμε ασθενοφόρο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Υγεία | Με ετικέτα: , | 240 Σχόλια »

Σαπφώ (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2018

Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα «Ο Ευριπίδης της ταφής» του θεσσαλονικιού Κωστή Ανετάκη. Πριν από λίγες μέρες, ο Ανετάκης μου έστειλε ένα καινούργιο διήγημά του που, όπως μου είπε, είναι εμπνευσμένο από την πρόσφατη τραγική δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.

Σαπφώ

Η Σαπφώ, ο Θεός ν’ αναπαύει την ψυχούλα της, αυτή μ’ έκανε άνθρωπο. Η μάνα μου, ο κόσμος μου ολάκερος. Μοναχή μ’ ανέστησε με χίλια βάσανα· έκοβε τη μπουκιά της να με ταΐσει, φόραγε κείνη κουρέλια για να με στέλνει ευπρεπισμένο στο σκολειό, μη με προγκάνε τα καλόπαιδα. Παραδουλεύτρα σε σπίτια, μερονυχτίς, τα ’φερνε βόλτα τσίμα τσίμα.

Μα αγάπη είχε περίσσια για όλους και δεν την τσιγκουνευόταν. Σκόρπαγε διπλοπάλαμα φροντίδα, τρυφεράδα, συμπόνια, κι είχε ένα γέλιο να χαρίσει στον καθένα· μέχρι και στ’ αδέσποτα της γειτονιάς, που τρέχανε ξοπίσω της κοπάδι, σαν οσμίζονταν τη γερτή κατάκοπη φιγούρα της να στρίβει τη γωνιά. Και τη μερίδα του λέοντος, απ’ την τόση χάρη, τη φύλαγε για ελόγου μου. Τίποτα δε μου ’λειψε, κι ας μην είχα δεύτερο παντελόνι κι ας φορούσα τρία νούμερα μεγαλύτερο παπούτσι, μέχρι να μεγαλώσει το ποδάρι μου, να το γιομίσει.

Ποτέ της δεν με κακοκάρδισε, δε με μάλωσε, δε μου τις έβρεξε. Πάντα με το καλό, με τον γλυκό το λόγο, με το παραμύθι και το παράδειγμα μ’ ανάτρεφε. Μονάχα μια φορά έγινε μαζί μου αυστηρή. Γιατί υπάρχουνε μαθήματα που μόνο με τον σκληρό τρόπο μπορείς να τα πάρεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , | 176 Σχόλια »

Ο Ευριπίδης της ταφής (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2017

Παρουσιάζω σήμερα ένα διήγημα του Κωστή Ανετάκη, που δεν τον γνωρίζω «στην πραγματική ζωή», ούτε σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, αλλά παρακολουθεί τα άρθρα του ιστολογίου μέσα από το Φέισμπουκ και τα σχολιάζει συχνά, όπως και τις άλλες δημοσιεύσεις μου εκεί.

Τις προάλλες ο Κωστής μού έδειξε το διήγημα, ζητώντας τη γνώμη μου για ορισμένα γλωσσικά θέματα. Επειδή μού άρεσε, κι επειδή βρήκα πως έχει κάτι σπάνιο για τα πεζογραφήματα της εποχης μας, δηλαδή χιούμορ,  έστω και μαύρο, του ζήτησα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, πράγμα που κάνω σήμερα.

Όπως θα δείτε, η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα ή μάλλον στο κοντινό μέλλον αφού γίνεται μια παρεμπίπτουσα αναφορά στην έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Επίσης, εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη -κι έτσι μερικές λέξεις που ανήκουν στη ‘βορειοελλαδική κοινή’ εξηγούνται από τον συγγραφέα σε υποσημειώσεις.

Ο Ευριπίδης της Ταφής

Η εποχή απαιτούσε μιαν εικόνα
του επιταχυνόμενου μορφασμού της
Έζρα Πάουντ

Ήμουν ευτυχισμένος κείνο το βράδυ. Καιρό είχα να αισθανθώ τέτοια χαρμονή, τόση ανάταση. Έσφιξα τα δόντια μην τ’ αφήσω να φανεί. Θα ’ταν αντιεπαγγελματικό, σόλοικο αναμφίβολα. Πάσκισα να πειθαρχήσω τ’ ακρόχειλα, που με θράσος ξεχαλινωμένο έπαιρναν την ανηφοριά μόλις άφηνα την προσοχή μου κομματάκι ν’ αποσπαστεί.

Ο αρκουδόκορμος άντρας με βοήθησε στο φόρτωμα. Σφάλισα τις πόρτες του βαν, έβγαλα οχτώ πενηντάρικα απ’ την τσέπη και του τα πάσαρα στα μουλωχτά. Έμπειρος, τα γράπωσε με την ίδια κίνηση που μου ’κανε χειραψία.

«Χάρηκα για τη συνεργασία, να ’χεις το νου σου αν προκύψει οτιδήποτε» χαμογέλασα όσο πιο ουδέτερα μπορούσα. Δεν είναι να δίνεις θάρρος σε τέτοια καρτάλια[1].

«Πάντα στη διάθεσή σου» έκανε κείνος με κρύα φωνή και τσέπωσε το ζεστό παραδάκι. Μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε ξανά στην πίσω εξώπορτα του καλόγουστου μοντέρνου χτίριου. Πήγα να τονε σιχτιρίσω μέσα απ’ τα δόντια μου μα συγκρατήθηκα, μη γκαντεμιάσω τη στιγμή.

Κάθισα πίσω απ’ το τιμόνι και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Διέσχισα τη φαρδιά αυλή ως την πύλη. Ο νυχτοφύλακας ανέβασε την μπάρα και με χαιρέτισε με μια βαριεστημένη κίνηση του χεριού. Ανταπέδωσα και πάτησα απαλά το γκάζι.

Μόλις τότε αφέθηκα να εκδηλωθώ. «Γιες, γιες, γιες, ρε γαμώτο μου» έκανα με τη γροθιά σφιγμένη στον αέρα, σαν Ελληνοαμερικανός μπασκετμπολίστας που πέτυχε τρίποντο με την κόρνα της λήξης. Γιατί κάπως έτσι ήτανε τα πράματα. Αν δεν τα είχα καταφέρει και τούτη τη φορά, δε θα ’χα άλλην ευκαιρία. Ξεφύσησα μ’ ανακούφιση.

Μόλις απομακρύνθηκα λίγο, έβαλα στο ηχοσύστημα τις ροκιές μου, ανέβασα την ένταση κι άρχισα να ταρακουνάω πάνω κάτω το κεφάλι στο ρυθμό. Χέντριξ, Μόρισον, Γκάλαχερ, Λέμι… Ο κολλητός μου, ο Παντελής, με δούλευε για τούτα μου τα γούστα: «Μουσική για γέρους ακούς, φιλαράκι, δαύτοι είναι πεθαμένοι από καιρό».

Βγήκα στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος κι άρχισα ν’ ανηφορίζω προς Εξοχή. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπω στον Περιφερειακό για να φτάσω στη Νεάπολη, στα κεντρικά γραφεία. Μια βουνίσια αυτοκινητάδα ήταν ό,τι χρειαζόμουνα…

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: | 125 Σχόλια »