Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κώστας Βλησίδης’

Μύηση στο ρεμπέτικο (κείμενο του «Παύλου Δημητρίου», 1959)

Posted by sarant στο 28 Δεκεμβρίου, 2018

Kυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε επαυξημένη και ξαναδουλεμένη έκδοση το από καιρό εξαντλημένο βιβλίο «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)» του Κώστα Βλησίδη.

Ο όρος «επαυξημένη» δεν είναι διαφημιστικό σχήμα λόγου: η προηγούμενη έκδοση είχε 260 σελίδες ενώ η τωρινή 420 -έχουν προστεθεί 52 νέα κείμενα! Επιπλέον, τα κείμενα της πρώτης έκδοσης έχουν ξανακοιταχτεί και, όπου χρειάζεται, έχει γίνει νέος σχολιασμός.

Τα κείμενα που επέλεξε ο Βλησίδης είναι, σχεδόν όλα, αδημοσίευτα και δυσεύρετα. Μία εξαίρεση γίνεται για τον γνωστό διάλογο περί ρεμπέτικου που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ριζοσπάστη, επειδή ο επιμελητής έφερε στην επιφάνεια ένα κείμενο που είχε ξεφύγει από την προσοχή των μελετητών.

Τα κείμενα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, από το 1929 έως το 1959, για τα κείμενα της αρχικής έκδοσης, και ακολουθούν, επίσης σε χρονολογική σειρά, τα κείμενα του συμπληρώματος, δηλαδή αυτά που προστέθηκαν στη σημερινή επαυξημένη έκδοση -έτσι, όσοι έχουν διαβάσει την πρώτη έκδοση είναι πιο εύκολο να δουν τι προστέθηκε.

Ο σχολιασμός σε κάθε κείμενο είναι μάλλον λακωνικός, αλλά καίριος, ενώ όπου χρειάζεται δίνονται πληροφορίες για τους συντάκτες, που είναι στην πλειοψηφία τους δημοσιογράφοι ή δημοσιογραφούντες διανοούμενοι και λογοτέχνες. Βλέπουμε λοιπόν πώς αντιμετώπισε η διανόηση της εποχής το ρεμπέτικο τραγούδι -άλλοι το παρουσίασαν φολκλορικά, σαν κάτι το εξωτικό, άλλοι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους για την απειλή που αντιπροσώπευε αυτό το είδος (κατηγορώντας το άλλοι για μη ελληνικό και άλλοι για σχέσεις με τον υπόκοσμο και τα ναρκωτικά).

Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα 100+ κείμενα που ανθολογούνται -υπάρχουν επίσης πολλές φωτογραφίες και κυρίως δημοσιεύματα από έντυπα της εποχής (διαφημίσεις, αγγελίες, άρθρα κτλ.) που συμπληρώνουν καίρια την εικόνα που σχηματίζει ο αναγνώστης και αναδεικνύουν το βιβλίο σε υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τον καθένα που ενδιαφέρεται για το ρεμπέτικο και για τον τρόπο που το προσέλαβε η διανόηση και η κοινωνία της εποχής. Εννοείται (πρέπει όμως να αναφερθεί) πως όλα τα κείμενα είναι άριστα τεκμηριωμένα, και πως όλος ο τόμος, μέχρι τις μικρές λεπτομέρειες, έχει τη σφραγίδα της ευσυνείδητης και οξυδερκούς ερευνητικής δουλειάς του Κώστα Βλησίδη, που θα την ξέρουν οι αναγνώστες του ιστολογίου από την εποχή που σχολίαζε εδώ με το ψευδώνυμο Spatholouro.

Διάλεξα να παρουσιάσω το κείμενο που έκλεινε την πρώτη έκδοση, που δημοσιεύτηκε το 1959 στο περιοδικό Εκλογή και υπογραφόταν από τον Παύλο Δημητρίου. Ο Βλησίδης το είχε τότε δημοσιεύσει με το εξής σχόλιο:

Κλείνουμε την ανθολόγηση με αυτό το εξαιρετικό κείμενο, το οποίο τοποθετεί αρκετά ζητήματα σε εύλογη βάση, οι δε ακροτελεύτιες διατυπώσεις του αποδείχτηκαν πικρά προφητικές.

Πράγματι, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση, αλλά το ενδιαφέρον του άρθρου δεν τελειώνει εκεί. Όπως αποκαλύφθηκε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Βλησίδη, ο Παύλος  Δημητρίου ήταν ψευδώνυμο του Ρένου Αποστολίδη, και στη νεότερη έκδοση αυτό φυσικά δηλώνεται.

Την αποκάλυψη την έκανε ο γιος του Ρένου, ο Στάντης Αποστολίδης, σε βιβλιοκριτική του για την πρώτη έκδοση. Ωστόσο, λίγο αργότερα σε συνέντευξή του ο άλλος γιος του Ρένου, ο Ήρκος, εκφράστηκε περιφρονητικά για τον επιμελητή, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να υποψιαστεί από το ύφος του κειμένου πως ήταν γραμμένο από τον Ρένο Αποστολίδη και να αναζητήσει το όνομα «Παύλος Δημητρίου» στο βιβλίο ψευδωνύμων του Ντελόπουλου. Τα αφηγείται αυτά ο Βλησίδης σε υποσημείωση της τωρινής έκδοσης που την αναπαράγω αυτούσια (προσθέτοντας τα λινκ που ο ίδιος δίνει). Προσωπικά κρίνω πως η επίθεση του υιού είναι εντελώς αδικαιολόγητη και δυσανάλογη προς το όποιο αστόχημα του επιμελητή και διαπιστώνω πως είναι μεγάλη ατυχία να κληρονομεί ο γιος μονάχα τα ψεγάδια του πατέρα.

Παραθέτω λοιπόν το κείμενο και στη συνέχεια την υποσημείωση του επιμελητή. Να σημειώσω ότι έχω εκσυγχρονίσει (όχι απόλυτα) την ορθογραφία και έχω μονοτονίσει.

Παύλος Δημητρίου

Μύηση στο ρεμπέτικο

Πολλών ειδών ρυθμοί και μελωδίες ανθίζουν στα χείλη των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου. Μα θα ’κανε μεγάλο λάθος να νομίσει κανείς πως είναι και πράγματι όσο φαίνεται αυθαίρετο και συμπτωματικό το τραγούδι που «κολλάει», όπως λένε, στα χείλη όλων και χιλιοτραγουδιέται, αλλάζοντας διαρκώς θέματα και μορφές, ποτέ όμως ουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , | 117 Σχόλια »

Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, που είναι καρπός των αναδιφήσεών του σε σώματα παλιών εφημερίδων. Ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο, με αρκετό γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει πριν από μερικούς μήνες μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο.

Επειδή το κείμενο είναι εκτενές αλλά και πλήρες, με την έννοια ότι ο Κόρτο έχει και εισαγωγή αλλά και γλωσσάρι, δεν κρίνω σκόπιμο να πω κάτι άλλο. Σχόλια δικά μου μέσα στο κείμενο είναι σε αγκύλες. Αν και πιστεύω ότι η ορθογραφία σε τέτοια κείμενα είναι καλύτερο να εκσυγχρονίζεται, ομολογώ ότι από τεμπελιά το άφησα όπως το είχε ο Κόρτο, δηλ. με την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού.

 

ΟΙ «ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ»,

ΕΝΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ

Τα αποσπάσματα τα οποία ακολουθούν προέρχονται από ένα εκτενές κείμενο με γενικό τίτλο «Πεθαμένοι που ανασαίνουν» και υπότιτλο «από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι», το οποίο δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στην εφημερίδα Απογευματινή, από την 9η Ιουλίου έως την 6η Αυγούστου 1926. Το συνολικό κείμενο διαρθρώνεται σε ένα σύντομο προοίμιο και τρία κυρίως κεφάλαια, άνισα σε έκταση και χωρισμένα σε επιμέρους υποκεφάλαια με ξεχωριστούς τίτλους το καθένα. Πρόκειται για δημοσίευμα μικτού χαρακτήρα, δημοσιογραφικού και συγχρόνως λογοτεχνικού, στο οποίο περιγράφονται σε πρώτο πρόσωπο οι εντυπώσεις ενός υποδίκου από τις πρώτες μέρες της εισόδου του στην φυλακή και ενόσω αυτός βρίσκεται σε αναμονή για έκδοση αποφυλακιστηρίου, το οποίο φαίνεται ότι περιμένει ματαίως. Στο προοίμιο του κειμένου εκδηλώνεται σε δραματικό τόνο ο πόνος των φυλακισμένων και καταδικάζεται η αναλγησία του Νόμου. Στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κύρια διήγηση, ενώ επίσης αποδίδονται εκτενείς διάλογοι του πρωταγωνιστή με κρατουμένους, οι οποίοι αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες της φυλακής. Ενδιαμέσως στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας παραθέτει μία έκθεση των συνολικών προβλημάτων τα οποία μαστίζουν τους φυλακισμένους, κατακρίνει με φλογερό λόγο την άθλια κατάσταση των σωφρονιστικών καταστημάτων, υποδεικνύει τους υπαιτίους και προτείνει άμεσες λύσεις.

Σκίτσο της 10.7.1926

Υπό αυτήν την έννοια, καθώς το δημοσίευμα συνδυάζει στοιχεία προκλητικής αφήγησης αφενός, καταγγελίας αφετέρου, οι «πεθαμένοι που ανασαίνουν» θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην ευρύτερη σειρά των ρεπορτάζ λογοτεχνικού ύφους τα οποία συνέταξαν γνωστοί Έλληνες συγγραφείς (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Μιχαήλ Μητσάκης, Πέτρος Πικρός, Κώστας Βάρναλης, Θέμος Κορνάρος κλπ) ύστερα από επισκέψεις τους σε φυλακές ή άσυλα. Ωστόσο ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ανώνυμος. Η φυλακή όπου διαδραματίζεται η αφήγηση δεν κατονομάζεται ευθέως (πιθανότατα πρόκειται για την Παλιά Στρατώνα), ούτε αναφέρεται ο ακριβής χρόνος εισόδου του αφηγητή στην φυλακή· παραλείπεται επίσης η αναφορά του παραπτώματος για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί άμεσα αν τα περιγραφόμενα του κειμένου αποτελούν προϊόν πραγματικής εμπειρίας προσωποκράτησης, δημοσιογραφικής αυτοψίας σε κάποιον χώρο φυλακής ή ενδεχομένως γέννημα λογοτεχνικής φαντασίας.

Σε κάθε περίπτωση το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από λαογραφικής και κοινωνιολογικής απόψεως, διότι οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες, έστω και αν δεν προέρχονται από αυθεντική μαρτυρία, οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν τους στερεότυπους συνειρμούς του εγγράμματου κόσμου για την ζωή των φυλακισμένων κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Οπωσδήποτε ορισμένα μοτίβα τα οποία συναντώνται στο κείμενο εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Για παράδειγμα το θέμα της εισαγωγής απαγορευμένων ειδών στην φυλακή με την βοήθεια μίας γυναίκας εμφανίζεται ήδη στην «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1903): «Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου» (βλ. ιστοχώρος Α. Παπαδιαμάντης). Παρόμοια εικόνα απαντάται στο διήγημα «Η γυναίκα του Μαλή» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1927): «Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της» (Παπαντωνίου, 2011, σελ.159). Θεματικές αναλογίες εντοπίζονται βεβαίως και στην μεταγενέστερη λογοτεχνία, όπως η σκηνή ενθάρρυνσης του παλιού κρατούμενου προς τον νεοφερμένο, στο ευθυμογράφημα του Νίκου Τσιφόρου «ο μοδίστρας» (1962): «Έλα, ρε, μη το κρεμάς βαρίδι το πράμα. Φυλακή είναι, καλά περνάμε και δίνουνε και γάλα στο αναρρωτήριο.» (Τσιφόρος 2013, σελ.19). Ειδικότερα στο δημοσίευμα της «Απογευματινής» η τυποποιημένη απόδοση της ζωής των φυλακισμένων ενισχύεται και από μία σειρά συνοδευτικών σκίτσων, τα οποία είναι μάλλον γελοιογραφικού ύφους, μολονότι το ίδιο το κείμενο δεν διακρίνεται από χιουμοριστικό τόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Λαογραφία, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Φυλακή | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »