Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κώστας Μίσσιος’

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Φεύγοντας ατρόμητος και ασυμβίβαστος

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2016

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’).

Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή όγδοη.  Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όπως ίσως θα υποψιαστήκατε από τον τίτλο της, η σημερινή δημοσίευση είναι η τελευταία της σειράς, αφού αφηγείται τον θάνατο του ποιητή, του παππού μου. Σε δεκατέσσερις μέρες θα αρχίσω τη δημοσίευση άλλου βιβλίου του πατέρα μου -θα δούμε ποιο θα είναι αυτό.

Όπως ίσως θα θυμάστε, είχαμε σταματήσει την προηγούμενη συνέχεια με ένα ποίημα που έστειλε στον Νίκο Σαραντάκο ο φίλος του Στέλιος Ευαγγελινός από τη Μυτιλήνη για να του ευχηθεί περαστικά.

mimis_jpeg_χχsmallΤο ποίημα του φίλου του ο Νίκος το πήρε στο παθολογικό τμήμα της «Αλεξάνδρας» όπου είχε μεταφερθεί στο τέλος του Γενάρη. Οι γιατροί είχαν διαγνώσει καρκίνο του πνεύμονος σε προχωρημένο στάδιο. Με επιμονή της Ελένης, δεν του ‘πανε την αλήθεια. Ο ίδιος επέμενε πως είχε γρίπη, αλλά δε σχολίαζε την (παρηγορητική) αγωγή που του ‘καναν. Τις ακτινοβολίες τις έλεγε διαθερμίες. Στο κρεβάτι του νοσοκομείου δεν έμενε αργός. Μέσα σε μια βδομάδα ετοίμασε ένα φύλλο της «Φωνής της Προόδου» και επιμελήθηκε την έκδοση της συλλογής των ποιημάτων του «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου». Μέρα με τη μέρα η κατάστασή του χειροτέρευε. Οταν του ήταν πια πολύ δύσκολο να γράφει, υπαγόρευε τα κείμενα στο γιο του ή στη γυναίκα του. Αλλά σε λίγο δε μπορούσε ούτε να μιλήσει, παρά μόνο ψιθυριστά. Ενα πρωί είπε στη νύφη του που τον επισκεπτόταν πρωί πρωί από το γειτονικό «Αρεταίειο» όπου εργαζόταν

— Σε παρακαλώ βρε Κική, διώξε αυτές τις θεούσες που με πιλατεύουν με τους σταυρούς και τα εικονίσματά τους. Στα χάλια που είμαι δε μπορώ να τους μπήξω φωνή. Πες τους πως είμαι άθεος και να σεβαστούν τις πεποιθήσεις μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 113 Σχόλια »

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας και η Διάπλασις των Παίδων

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2015

Η Διάπλασις των Παίδων είναι το μακροβιότερο ελληνικό περιοδικό για παιδιά, αφού κόντεψε να κλείσει έναν αιώνα ζωής: άρχισε να κυκλοφορεί το 1879 και πρέπει να τερμάτισε τον βίο της λίγο πριν ή λίγο μετά το 1970. Ωστόσο, έχει (και δίκαια) συνδεθεί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος ανέλαβε διευθυντής της από το 1896 και έμεινε στο τιμόνι του περιοδικού αρκετές δεκαετίες. Φυσικά, η Διάπλασις πρόσφερε στους αναγνώστες της την κατεστημένη εθνική ηθική διαπαιδαγώγηση, ωστόσο δεν παρέλειπε τα εκλεκτά λογοτεχνικά έργα (την πρώτη περίοδο, πολλά μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν μεταφράζονταν στη Διάπλαση αμέσως μετά την κυκλοφορία τους στη Γαλλία) αλλά ίσως η μεγαλύτερη προσφορά της να ήταν ότι έδινε στους συνδρομητές της την ευκαιρία να πάρουν μέρος σε μια κοινότητα φίλων όπου ο καθένας χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο, να δοκιμάσουν την τύχη τους σε διαγωνισμούς κτλ., να ανταλλάξουν τετράδια με «Μικρά Μυστικά» και γενικά να επικοινωνήσουν με άλλους χρήστ… άλλους συνδρομητές ήθελα να γράψω, αλλά παρασύρθηκα: πράγματι, η ομοιότητα της τότε αλληλεπίδρασης με αυτήν που γίνεται σήμερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι εντυπωσιακή. Άλλωστε, ατού –και πηγή εσόδων-του περιοδικού ήταν οι χιλιάδες συνδρομητές του, και το μοντέλο της Διάπλασης το ακολούθησαν αργότερα και άλλα νεανικά περιοδικά.

Εγώ όπως είπα τη Διάπλαση την πρόλαβα στα τελευταία της, και σε αυτή την κοινότητα ελάχιστα πήρα μέρος. Θυμάμαι ότι πήρα ψευδώνυμο αλλά… δεν θυμάμαι ποιο ήταν· ωστόσο, διατηρώ στη μνήμη μου την πρώτη και μοναδική αγγελία που έστειλα: Άσπρε Αράπη, ζητώ τη φιλία σου.

Συνδρομητές της Διάπλασης ήταν ως παιδιά ή έφηβοι αρκετοί γνωστοί λογοτέχνες, όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (με το ψευδώνυμο Αιθήρ και αργότερα ως Όψιμος Κρίνος), ο Ρώμος Φιλύρας (Κορινθιακό Κύμα), ο Κλέων Παράσχος (Αφροστεφανωμένο Κύμα), ο Πέτρος Χάρης (Κυανόλευκο Λάβαρο), ο Νίκος Καββαδίας (Μικρός Ποιητής) κτλ.

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας δεν έγινε συνδρομητής της Διάπλασης ως παιδί. Στην Πλατανούσα του νομού Ιωαννίνων, όπου γεννήθηκε, ελάχιστα έντυπα έφταναν τον μεσοπόλεμο, και πάντως όχι παιδικά περιοδικά –εφημερίδες κυρίως, στις οποίες είχε προνομιακή πρόσβαση αφού ο πατέρας του ήταν ταχυδρόμος. Ούτε και αργότερα, όταν πήγε στην Άρτα για να φοιτήσει στο γυμνάσιο [με την παλιά έννοια του όρου, που αντιστοιχεί στη σημερινή Γ’ Γυμνασίου και στο Λύκειο] δεν γράφτηκε συνδρομητής στη Διάπλαση –από τη μια δεν περίσσευαν χρήματα για τη συνδρομή, κι από την άλλη ίσως να την είχε ξεπεράσει, να είχε στραφεί σε περιοδικά για μεγάλους. Θυμάται στο αυτοβιογραφικό του Από μικρός στα γράμματα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεσοπόλεμος, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 97 Σχόλια »

Ο φίλος μου ο Φέρμας (του Θαν. Σαράφη-Καρτέρη)

Posted by sarant στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

sarkartΚυριακή σήμερα, αλλά και πρώτη του μηνός. Να βάλω το μηνολόγιο ή το φιλολογικό άρθρο που συνηθίζω; Τελικά αποφάσισα να αφήσω το μηνολόγιο για αύριο, μια και είχα κάτι φιλολογικό έτοιμο, ένα φιλολογικό θέμα που συνδέει μια συμπαθέστατη μορφή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τον Νίκο Φέρμα, με έναν αγαπημένο μου ποιητή, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Δεν μπορούσα λοιπόν να αντισταθώ.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο από τον Θανάση Σαράφη-Καρτέρη, που τον βλέπετε εδώ αριστερά σκιτσαρισμένον από τον Μίλτη Παρασκευαΐδη. Δημοσιεύτηκε το 1984 στις Καμάρες, το περιοδικό του Συλλόγου Μοριανών Αττικής -δηλαδή των καταγομένων από τη Μόρια, ένα χωριό 7 χλμ. έξω από τη Μυτιλήνη. (Στη Μόρια είχε μαγαζί ο παππούς του πατέρα μου, ο Μυρογιάννης, αν και δεν λογαριάζεται για Μοριανός, πιο πολύ για Πληγωνιάτης, άλλο χωριό, από την άλλη μεριά της πόλης της Μυτιλήνης). Αργότερα, το αφήγημα περιλήφθηκε και στη συλλογή Κείμενα του ίδιου συγγραφέα.

Δεν παίρνω όρκο για την ακρίβεια των όσων αφηγείται ο Θ. Σαράφης-Καρτέρης. Για παράδειγμα, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888, όχι το 1889 ενώ και σε αρκετά άλλα σημεία έχω αμφιβολίες (ας πούμε, η Βικιπαίδεια αναφέρει ότι η γυναίκα του Φέρμα λεγόταν Άννα Παντζίκα, ενώ εδώ αναφέρεται ως Νίτσα Μπάτσικα). Αλλά δεν είναι αυτό το βασικό. Από την άλλη, πολύ γουστόζικο είναι το επεισόδιο με τον Λαπαθιώτη που μάντευε τις τετριμμένες ρίμες του πρωτόλειου ποιήματος.

Ευχαριστώ πολύ τον θείο μου Κώστα Μίσσιο, ποιητή και χαλκέντερο γραμματολόγο της λεσβιακής γραμματείας, που έθεσε το κείμενο υπόψη μου.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΦΕΡΜΑΣ

Όσοι παρακολουθούν τις παλιές ελληνικές ταινίες που προβάλλονται συχνότατα στην Τηλεόραση, θα έχουν προσέξει έναν καλόν ηθοποιό που εμφανίζεται στις περισσότερες απ’ αυτές, τον Νίκο Φέρμα. Είναι ένας θαυμάσιος τυπίστας που αποδίδει αριστοτεχνικά χαρακτηριστικούς ρόλους ανθρώπων του υπόκοσμου, διευθυντές υπόπτων κέντρων, νταήδες, κομπιναδόρους ή και απλούς λαϊκούς τύπους, όπως παλιατζήδες, μανάβηδες κ.α. Σ’ αυτά τα περιθωριακά πρόσωπα, τους ανθρώπους της πιάτσας, ο Φέρμας με το καλλιτεχνικό του ένστικτο δίνει ζωντάνια και πειστικότητα.

Fermas_NikosΚατά την εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στις δόξες του και η μια ταινία διαδεχόταν την άλλη, ο Φέρμας ήταν περιζήτητος απ’ τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες κι έχει παίξει σημαντικούς ρόλους πλάι σε μεγάλες φίρμες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τον Χορν, την αξέχαστη Λαμπέτη, τον Κωνσταντάρα, τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τη Σμαρούλα Γιούλη, τον Αυλωνίτη, τον Χατζηχρήστο, τον Φωτόπουλο και άλλους πρωταγωνιστές μας. Σε κάποια ταινία που δεν θυμάμαι τον τίτλο της, συμπρωταγωνιστούσε με τον θαυμάσιο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη. Κι είχε σημειώσει εξαιρετική επιτυχία.

Αυτός λοιπόν ο καλός ηθοποιός της σκηνής και της οθόνης, ο Νίκος Φέρμας, είναι Μοριανός. Αν διασώζονται στα γραφεία της Κοινότητας Μόριας τα παλιά μητρώα Αρρένων, σίγουρα θα τον βρούμε γραμμένο στα 1905 η 1906. Όχι φυσικά σαν Φέρμα. Το επίθετο αυτό είναι ψευδώνυμο καλλιτεχνικό και θα δούμε στη συνέχεια ποιος του τόδωσε, ποιος ήταν νονός του. Το πραγματικό του επώνυμο είναι Χατζηανδρέου. Ο πατέρας του, όπως έχω συμπεράνει απ’ τις κουβέντες που κάναμε κατά την πολύχρονη φιλία μας, ήταν ένας φτωχός αγρότης, μεροκαματιάρης. Όλη η περιουσία του ήταν ένα κτηματάκι με λίγα λιόδεντρα. Πέθανε όταν ο μονάκριβος γιος του ήταν σε μικρή ηλικία, τριών – τεσσάρων χρόνων. Η χήρα του για να τα βγάλει πέρα, εγκατέλειψε το χωριό κι εγκαταστάθηκε με το παιδί της στη Μυτιλήνη, όπου άρχισε να εργάζεται σαν οικιακή βοηθός σε διάφορα πλουσιόσπιτα. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε μόνιμα σαν ένα είδος οικονόμου, στο αρχοντικό του Πιττακού Ευστρατίου στη Σουράδα, που ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της «Τράπεζας Αθηνών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λαπαθιώτης, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 236 Σχόλια »

Ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο πρώην φίλους μέσα στον Εμφύλιο

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2012

Το άρθρο μου που ακολουθεί δημοσιεύεται στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2013, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αιολίδα σε επιμέλεια Παναγιώτη Σκορδά, με άρθρα για τη Λέσβο γραμμένα από συγγραφείς που κατάγονται από το νησί. Να διευκρινίσω ότι ο Κώστας Μίσσιος, ποιητής και μελετητής της λεσβιακής λογοτεχνίας, είναι θείος μου.

b131741Στο βιβλίο του «Ένας Μυριβήλης αλλιώτικος» (Εντελέχεια, Μυτιλήνη 2008), ο Κώστας Μίσσιος συγκεντρώνει εφτά άρθρα του στα οποία διηγείται «ευτράπελες πλην και πικρές» ιστορίες για τον Στράτη Μυριβήλη. Οι πιο πικρές ιστορίες του τόμου σίγουρα βρίσκονται στο ομότιτλο άρθρο, το οποίο εξιστορεί το απίστευτο πάθος με το οποίο ο Μυριβήλης συμμετείχε, τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, στην προπαγανδιστική διαπάλη, εξαπολύοντας δριμύτατες επιθέσεις κατά των αντιπάλων του. Σωστά παρατηρεί ο Μίσσιος ότι κι άλλοι πνευματικοί άνθρωποι υπερασπίστηκαν την ίδια πλευρά, κανείς όμως του επιπέδου του Μυριβήλη δεν έδειξε τέτοιον φανατισμό.

Αλλά αυτά τα θίγει αναλυτικά ο Μίσσιος. Εγώ θα ξεχωρίσω ένα απόσπασμα από ένα άρθρο του Μυριβήλη, που παρατίθεται στο κείμενο του Μίσσιου (σελ. 148) για να εστιαστώ σε μιαν υποσημείωση. Γράφει λοιπόν τα εξής φαρμακερά ο Μυριβήλης: «Ένας ποιητής του κόμματος από την Ήπειρο τού έβγαλε ένα τόμο με ποιήματα που τον εξυμνεί και τον θαυμάζει [τον Άρη Βελουχιώτη]. Ένας άλλος από τη Μυτιλήνη, έβγαλε άλλον τόμο, όπου λιγώνεται από τη μεγαλοπρέπεια του Δεκεμβριανού ανθρωποσφαγείου των άοπλων Αθηναίων. Ένας τρίτος αλήτης της λογοτεχνίας έγραψε τρίτο βιβλίο, ‘Το μεγάλο Δεκέμβρη’. Είναι τρελοί αυτοί οι άνθρωποι; Όχι. Είναι απλώς κομμουνιστές. Είναι διαφοροποιημένοι πρώην Έλληνες που τώρα ανήκουν στη νέα φυλή…»

Ο «αλήτης της λογοτεχνίας», μας πληροφορεί σωστά ο Μίσσιος, είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. Ο μυτιληνιός είναι ο ποιητής Μιχάλης Καλλοναίος (στις ιδεολογικές του επιθέσεις, ο Μυριβήλης δεν έκανε τοπικιστικά χατίρια, χτυπούσε μυτιληνιούς και ξένους με τον ίδιο ζήλο). Ωστόσο, ο Μίσσιος ομολογεί ότι δεν κατάφερε να εντοπίσει τον «ποιητή του κόμματος από την Ήπειρο». Επιτρέψτε μου να φωτίσω αυτό το σημείο.

Ο ηπειρώτης ποιητής είναι σίγουρα ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), γεννημένος στην Πλατανούσα της Ηπείρου, ποιητής και μεταφραστής, που συμμετείχε με τον ΕΛΑΣ στην Εθνική αντίσταση, οπότε και είχε δημιουργήσει τον αντάρτικο θίασο «Θέατρο του βουνού» με τον οποίο έδινε παραστάσεις στα χωριά της Πίνδου. Ο Κοτζιούλας, που πολέμησε υπό τις διαταγές του Βελουχιώτη και τον θαύμαζε απεριόριστα, εξέδωσε το 1946 μια μικρή ποιητική συλλογή, ένα δεκαεξασέλιδο, με τίτλο Ο Άρης, στην οποία υμνεί και θρηνεί τον νεκρό πια αρχηγό του.

Ως εδώ το θέμα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον· ένας εαμίτης ποιητής έβγαλε μια υμνητική συλλογή για τον Άρη Βελουχιώτη κι ένας συγγραφέας της αντίθετης παράταξης αντέδρασε επικριτικά, τι το περίεργο υπάρχει; Ωστόσο, ο Κοτζιούλας και ο Μυριβήλης δεν ήταν ξένοι. Παρά την όχι μικρή διαφορά ηλικίας (ο Μυριβήλης ήταν 19 χρόνια μεγαλύτερος), είχαν συνδεθεί με φιλία, όχι μακρόχρονη αλλά στενή. Τα όσα ακολουθούν βασίζονται σε δημοσίευση της κ. Νίκης Λυκούργου για την αλληλογραφία του Μυριβήλη με τον Κοτζιούλα καθώς και στο βιβλίο που ετοιμάζει η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου για τον ποιητή (όπου έχω βάλει κι εγώ λιγάκι το χέρι μου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εμφύλιος, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 104 Σχόλια »

Στο τούρκικο χαμάμ (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2012

 

Το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να σημειώσω επίσης ότι ο πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, ο ποιητής και γραμματολόγος Κώστας Μίσσιος, δημοσίευσε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» ένα συγκινητικό κείμενο στη μνήμη του πατέρα μου, που μπορείτε να το διαβάσετε στο ιστολόγιο «Το φιστίκι».

Το λουτρό ήταν ένα τούρκικο χαμάμ, που βρισκόταν στην Απάνω Σκάλα. Απ’ όξω μου ‘δωσε την εντύπωση εκκλη­σιάς με τους θόλους του και τα στενά παράθυρά του. Καθώς ήμουν τότε στην ηλικία της αδιαφιλονίκητης θρησκευτικής πίστης και μου άρεσε η ατμόσφαιρα της εκκλησίας, μπήκα ανύποπτος και σχεδόν πρόθυμος μέσα.

Μόλις ανεβήκαμε μερικά πέτρινα σκαλιά, βρεθήκαμε σ’ ένα διάδρομο, όπου αριστερά ήταν πολλά δωμάτια με ξύλινους τοίχους και καφασωτά παράθυρα, ενώ δεξιά ήταν ένας πέτρινος τοίχος με μια μεγάλη βαριά ξύλινη θολω­τή πόρτα, απ’ όπου ακούγονταν πνιχτοί και βαθείς ήχοι, σαν να ‘βγαιναν από καμιά σπηλιά.

Μπήκαμε σε κάποιο από τα δωμάτια της αριστερής πλευράς, όπου όλες οι γυναίκες, η μαμά μου, οι θείες μου και η Παρασκευή, η υπηρέτρια της θείας Μένης, γδύ­θηκαν τελείως και τυλίχτηκαν σε κάτι μεγάλα μπουρνούζια. Παρά τις δια­μαρτυρίες μου μ’ έγδυσαν και μένα και με τύλιξαν σ’ ένα μεγάλο προσόψι. Κατόπιν ήρθε μια χοντρή και πολύ ιδρωμένη γυναίκα με ξύλινα τσόκαρα και πέτσινη ποδιά, που μας οδήγησε όλους μαζί προς την κλειστή θολωτή πόρτα. Όταν άνοιξε η πόρτα, μου πιάστηκε η αναπνοή. Από μέσα βγήκαν πυκνοί ατμοί και με τύλιξε μια υγρή καταχνιά, ενώ διάφοροι καμπανιστοί και σπηλαιώδεις ήχοι με κατατρόμαξαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 27 Σχόλια »