Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Κ.Γ.Καρυωτάκης’

Σκυλεύουν χωρίς σκύλους

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2017

Στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Στο Χριστό στο Κάστρο» υπάρχει και ο ακόλουθος διάλογος ανάμεσα στον παπα-Φραγκούλη και στον Αλεξανδρή τον ψάλτη, που ο παπάς αγαπά να τον πειράζει:

«Δε μου λές, Αλεξανδρή, τί θα πή, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, ‘ο ανυψώσας το κέρας ημών’; Ποιός είν’ αυτός ο ανυψώσας;»

«Νά, ο ανιψιός σας» απήντα ο κύρ Αλεξανδρής, μή εννοών άλλως την λέξιν.

«Και τί θα πή ‘σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;» ηρωτα πάλιν ο παπάς.

«Νά, σκύλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλας πράγματι επρόκειτο.

Τη στιχομυθία πρέπει να την έχουμε αναφέρει ξανά σαν παράδειγμα παρανόησης της εκκλησιαστικής γλώσσας. Ο ψάλτης, άνθρωπος λαϊκός, που δεν θα πήγε και πολλά χρόνια στο σχολείο, ερμηνεύει το «ο ανυψώσας», που το ψέλνει κάθε χρόνο, σαν να ήταν «ο ανηψιός σας» ενώ το «σκύλα» νομίζει ότι είναι προσδιορισμός της Βαβυλώνας, που χαρακτηρίζεται σκύλα -κυριολεκτικά ή μεταφορικά, θηλυκός σκύλος ή σκληρή ή ανήθικη γυναίκα.

Δεν είναι έτσι βέβαια. Ολόκληρη η φράση του Κανόνα είναι: Σκῦλα Βαβυλὼν τῆς Βασιλίδος Σιών, καὶ δορύκτητον ὄλβον ἐδέξατο, το οποίο μεταφράζεται στη γλώσσα μας: Η Βαβυλώνα δέχτηκε τα λάφυρα της βασιλικής Σιών και τον λεηλατημένο πλούτο της. Είναι λοιπόν «τα σκύλα», τα λάφυρα της Ιερουσαλήμ.

Εδώ κάποιος πολυτονιστής, σαν τον φίλο μας τον Αρχιμήδη, θα μας πει ότι το πολυτονικό θα μας βοηθούσε να ξεδιαλύνουμε ότι πρόκειται για τα σκύλα και όχι για τη σκύλα, αλλά βέβαια ο κυρ Αλεξανδρής άκουγε, δεν διάβαζε, κι έτσι κι αλλιώς αν μπορεί κάποιος να διακρίνει τις διαφορές της σημασίας βάσει του τονισμού δεν τις έχει ανάγκη διότι καταλαβαίνει ότι δεν μπορει να γίνεται λόγος για τη σκύλα.

Το γουστόζικο αυτό μικρογλωσσικό επεισόδιο το θυμήθηκα τις προάλλες, όταν φίλος με ρώτησε αν θεωρώ σωστή τη χρήση του όρου «σκυλεύω τη μνήμη του νεκρού».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 209 Σχόλια »

Λογοκριμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2016

Λογοκριμένα βεβαίως τα μεζεδάκια μας δεν είναι, απλώς το άρθρο παίρνει αυτόν τον τίτλο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη διακοπή των παραστάσεων της Πειραματικής σκηνής του Εθνικού Θεάτρου ύστερα από την τρομοκρατική εκστρατεία των μεγάλων καναλιών και της δεξιάς εναντίον της παράστασης -αλλά γι’ αυτό το θέμα γράψαμε χτες.

Κάποιος κάθισε πάντως και συγκέντρωσε απόψεις που εκφράστηκαν για το θέμα από διάφορους αταλάντευτους υποστηρικτές της ελευθερίας της έκφρασης -όταν πρόκειται για κάτι που συμβαίνει στο Παρίσι. Διαβάστε τις, έχουν γούστο.

Πολύ γέλιο έχει η τοποθέτηση του ιού Πλεύρη, ο οποίος τουίταρε ότι η κυβέρνηση χρηματοδοτεί ταινία (!!) για τη δράση του Ξηρού. Τόσο κατάλαβε. Και μετά ελεεινολογούμε τους φανατικούς π.χ. στην Περσία, που ζητάνε να καεί ένα βιβλίο που δεν το έχουν διαβάσει.

*bogdan1 Έγινε χτες και μια αρκετά μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας για το κατέβασμα της παράστασης. Πώς παρουσιάστηκε αυτή από τα δελτία ειδήσεων; Δείτε το σουπεράκι της εκπομπής του Σκάει Μπογδάνου.

Αφενός μιλάει για «παράσταση του Σ. Ξηρού», λες και έπαιζε ο ίδιος ή τη σκηνοθετούσε, και, το χειρότερο, λέει για πορεία «αντεξουσιαστών» -μπροστά του ο Γκέμπελς είναι μαθητούδι.

Παρεμπιπτόντως, έχω διαπιστώσει πως ο τύπος «αντεξουσιαστής» (αντί του: αντιεξουσιαστής) είναι δείκτης πολιτικής θέσης.

* Και μια και πιάσαμε τα μπογδανικά, ας συνεχίσω με ένα άλλο στιγμιότυπο από τη χτεσινή εκπομπή.

Ο λόγος ήταν για τη γνωστή διένεξη του Γιάννη Μουζάλα με τον Βέλγο υπουργό, η οποία παρουσιάστηκε σε πνεύμα μάλλον ευμενές προς τον Βέλγο. Τότε ο Σκάει Μπογδάνος ρώτησε την ανταποκρίτρια αν ο Βέλγος υπουργός είναι Φλαμανδός ή Βαλόνος, κι αυτή, άλλο μεγάλο αστέρι της δημοσιογραφίας, απάντησε «Μάλλον Βαλόνος, αλλά αυτά πάνε 50-50».

Προς ενημέρωσή τους. Ο Βέλγος υπουργός λέγεται Τέο Φράνκεν, που αν το ήξερε η δαιμόνια ρεπόρτερ θα καταλάβαινε πως δεν είναι Βαλόνος. Κι αφού είναι ανταποκρίτρια στις Βρυξέλλες και όχι, ας πούμε, στο Ουλάν Μπατόρ, θα έπρεπε να ξέρει πως ο Theo Franken είναι Φλαμανδός εθνικιστής, που αναδείχτηκε με ατζέντα τη σκληρή στάση σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης. Και έχει επανειλημμένα δεχτεί κριτική στο Βέλγιο, π.χ. όταν παρευρέθηκε στα 90ά γενέθλια ενός Βέλγου δοσίλογου (ή δωσίλογου).

* Και περνάμε στα υπόλοιπα μεζεδάκια -κάνοντας γέφυρα με μιαν άλλη θεατρική παράσταση που παίζεται αυτές τις μέρες (και ως αύριο) στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, τη Μισαλλοδοξία (βασισμένη στο περίφημο κινηματογραφικό έργο του Γκρίφιθ, αν κατάλαβα καλά).

Παρατήρησα μιαν ενδιαφέρουσα ακλισιά στη διαδικτυακή διαφήμιση της παράστασης (στη σελίδα στο Φέισμπουκ, γι’ αυτό δεν μπορώ να βάλω λινκ):

Έτσι γράφονται τα μανιφέστο. Μισαλλοδοξία. Για 5 ακόμα παραστάσεις στην Κεντρική Σκηνή.

Γιατί όμως άκλιτο; Ναι μεν είναι δάνεια λέξη, έχει όμως ενσωματωθεί εδώ και δεκαετίες στο ελληνικό τυπικό, όπως και τόσες εκατοντάδες άλλες ιταλογενείς λέξεις, το πιάνο, το πόστο, το πέτο. Θα μου πείτε, ακολουθεί τον ακλισιάρικο δρόμο στον οποίο οι ημιμαθείς ήδη σέρνουν το τσίρκο και το καζίνο -αλλά κοτζάμ Στέγη να δίνει το κακό παράδειγμα; Κρίμα.

* Αλλά επιστρέφω στην παράσταση του Εθνικού ή μάλλον στις παραφυάδες της, για ένα μαργαριτάρι από την έγκριτη (μια φορά κι έναν καιρό) Καθημερινή. Σε άρθρο του Α. Λακασά όπου γίνεται λόγος για άλλες παραστάσεις με αμφιλεγόμενο θέμα, διαβάζουμε ότι «ο Ελβετός σκηνοθέτης Μίλο Ράου που αξιοποίησε την ομολογία του ακροδεξιού Αντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ, εκτελεστή της τρομοκρατικής επίθεσης στη Νορβηγία το 2011, σκοτώνοντας 77 άτομα».

Εξολοθρευτής ο Ελβετός σκηνοθέτης ή υποψήφιος για το βραβείο Τσαπατσούλιτζερ ο Έλληνας δημοσιογράφος;

*Έγινε χτες μια γιορτή για την έκδοση του καινούργιου βιβλίου του Νίκου Μπογιόπουλου, και διαβάζω σε ανακοίνωση του εκδοτικού οίκου ότι «Στην εκδήλωση, χωρίς καθόλου «από καθ’ έδρας» λόγια, θα μιλήσουν μόνο η μουσική και τα τραγούδια που ταιριάζουν στην (κανονική) Αριστερά».

Δεν ξέρω αν κριτήριο αριστεροσύνης είναι να διαμελίζει κανείς τις λέξεις, αλλά, βρε σύντροφοι, η έκφραση είναι «από καθέδρας», η λέξη «καθέδρα» είναι μία και ενιαία, και στα αρχαία έτσι γραφόταν, μην τη διασπάτε.

* Ένα ακόμα πρωτοποριακό εξώφυλλο της EloraIΕλεύθερης Ώρας, όπου αναγγέλλεται ότι καταργούνται (πώς, άραγε; ) η ελληνική ιστορία και η ελληνική σημαία. Αλλά εμείς φταίμε που δεν προσέχαμε τα προφητικά λόγια του γέροντος Νεκτάριου. Εκείνος, μια φορά, μας είχε προειδοποιήσει.

* Μέσα στη βδομάδα που μας πέρασε, όμως, έγινε στη Βουλή και η συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως για το ασφαλιστικό. Από τα λίγα αποσπάσματα που παρακολούθησα, πρόσεξα ότι στη δευτερολογία του ο Κ. Μητσοτάκης, απευθυνόμενος στην κυβέρνηση, είπε «αυτά που διαρρέουν οι υπουργοί σας». Προηγουμένως τον ίδιο τύπο είχε χρησιμοποιήσει και ο πρωθυπουργός, αλλά δεν συγκράτησα ακριβώς τη φράση.

Δεν νομίζω ότι μπορούμε να το θεωρούμε πλέον λάθος.

Θα μου πείτε, επειδή το είπαν δυο, κορυφαίοι έστω, πολιτικοί παράγοντες; Δεν θα αρκούσε μόνο αυτό, αλλά παίζει και αυτό κάποιο ρόλο, αφαιρεί το στίγμα από το «λάθος».

* Αν πάλι ακούσατε την Τρίτη το απόγευμα έναν δυνατό θόρυβο από τη μεριά του Πρώτου Νεκροταφείου, ήταν επειδή στη δευτερολογία του ο Ν. Μιχαλολιάκος απάγγειλε Καρυωτάκη.

Αν έχετε απορία, ήταν οι πρώτοι στίχοι από τους «Υπάλληλους»: Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο- δύο μες στα γραφεία (ως εκεί το έφτασε).

* Σε κάποιο κανάλι η κυρία Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου είπε ότι «ο κόσμος είναι εξαγριωμένος, γιατί κοροϊδεύτηκε δύο φορές». Με ρώτησαν αν στέκει το παθητικό «κοροϊδεύομαι». Χωρίς να είναι ξεκάθαρο λάθος, εγώ θα το απέφευγα, ίσως επειδή το «κοροϊδευόμαστε τώρα» έχει τη σημασία «δεν μιλάμε σοβαρά».

Πολύ καλύτερο είναι να πούμε «ο λαός εξαπατήθηκε/ξεγελάστηκε» ή «πιάστηκε κορόιδο» ή κάποιο άλλο από τα πολλά ρήματα που έχουμε για τις σημασίες αυτές, όπως οι Εσκιμώοι για το χιόνι.

telikoni* Το κείμενο που βλέπετε αριστερά κυκλοφορεί ευρέως στα κοινωνικά μέσα και αναδημοσιεύεται από πολλούς.

Ο συντάκτης του επαλαμβάνει τις γνωστές ανοησίες για οξυγόνωση του εγκεφάλου όταν προφέρουμε το νι (σαν τους γνωστούς ιππότες των Μόντι Πάιθον), στις οποίες έχουμε απαντήσει σε παλιότερα άρθρα (εδώ το πρώτο της σειράς), ενώ έχει κάνει ένα φοβερό μπέρδεμα στις περιπτώσεις της συμπροφοράς του νι με το αρχικό σύμφωνο της επόμενης λέξης.

Φαίνεται επίσης ότι αν το Ν διεγείρει τον εγκέφαλο θετικά, οι τόνοι τού κάνουν κακό, διότι ο συντάκτης του κειμένου αποφεύγει τους τόνους όσο ο διάβολος το λιβάνι.

Αλλά το χειρότερο, το απειλητικό και δυσοίωνο, είναι αυτό που γράφει στην αρχή: Όταν διδάσκω στα παιδιά … τα παιδιά απορούν.

Ελπίζω να λέει ψέματα -γιατί, αν λέει αλήθεια καήκαμε, έχει στραβώσει τόσα και τόσα παιδιά.

* Σε άρθρο για τον δάσκαλο και πώς πρέπει να είναι, διάβασα (όχι για πρώτη φορά) για τον… Σαραντάκο Καργάκο: Όπως διατείνεται και ο κος Σαραντάκος Ι. Καργάκος «στο παιδί δεν απλώνουμε το χέρι αλλά του δίνουμε το χέρι για να ταξιδέψουμε μαζί στον κόσμο της γνώσης».

Δηλώνω ότι καμιά ανάμιξη δεν έχω με το θέμα, και δεν διατείνομαι τίποτα!

Παρεμπιπτόντως, όταν χρησιμοποιούμε το «διατείνομαι» υποδηλώνουμε κάποια επιφύλαξη, ίσως έντονη, για τα λεγόμενα που μεταφέρουμε. Επειδή εδώ ολοφάνερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, εγώ θα έβαζα «υποστηρίζει» ή κάποιο άλλο ουδέτερο ρήμα.

* Στο μεταξύ ο Σαράντος Καργάκος έγραψε και για τον Τσε, αφηγούμενος μια ιστορία που φαίνεται μύθος, ότι εκεί που κειτόταν ετοιμοθάνατος πριν τον εκτελέσουν, σε μια σχολική αίθουσα, φώναξε τη δασκάλα για να της πει να διορθώσει ένα γλωσσικό λάθος στον μαυροπίνακα.

Καπηλεία δεν το λένε αυτό;

* Και κλείνω με μια φωτογραφία από τις αγροτικές κινητοποιήσεις, που τη δανείστηκα από τη Λεξιλογία -και που δείχνει ότι η Λέξη του Ζουράρη(*) έχει διαδοθεί πλατιά -όχι όμως και η ορθογραφία: Θα μας πάρεται τα μέζεα.

TamEzea(*) Λέξη του Ζουράρη, παρότι έχει πλάσει κι έχει αναστήσει πολλές, δεν μπορεί παρά να είναι μία, τα μέζεα -όπως λέξη του Καμπρόν το merde!

Posted in Βουλή, Λαθροχειρίες, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | 169 Σχόλια »

Ένα ποίημα για το Λος Αλάμος

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2015

Το Λος Αλάμος, όπως το λέγαμε παλιά, ή Λος Άλαμος όπως το λένε οι ντόπιοι, είτε στα ισπανικά είτε στα αγγλικά, δεν ξυπνάει αμέσως την ποιητική διάθεση -η μικρή πόλη του Νέου Μεξικού είναι γνωστή επειδή στα όριά της βρίσκεται το τεράστιο ερευνητικό εργαστήριο στο οποίο εκπονήθηκε το σχέδιο Μανχάταν, δηλαδή η πρώτη ατομική βόμβα.

Αλλά το ποίημα που έχω υπόψη μου δεν αναφέρεται καθόλου στο φονικό όπλο ή έστω στα λαμπρά μυαλά που το σχεδίασαν -αντίθετα επικεντρώνεται αποκλειστικά στο τοπωνύμιο, που το ανατέμνει ευρηματικά με παιγνιώδη διάθεση:

ΛΟΣ  ΑΛ  ΑΜΟΣ [Γραμμένο σαν να ήταν τρεις λέξεις]

Όταν τις νύχτες ξαγρυπνώ
κι είναι μου οι θλίψεις άμμος
ποτές, ποτές μου δεν ξεχνώ
το Λος Αλάμος.

…Μια πολιτεία μακρινή,
σα μουσική Ταμ-Ταμ,
χαρούμενη και ποθεινή,
το Λος Αλάμ…

Τάχα να είναι μου γραφτό,
να μείνω με το «αλλά»,
κάποτε να το επισκεφτώ
το Λος Αλλά;

Όνειρο μέθης του μυαλού
μην είμαι εγώ ο τρελός;
Ονειροπόλημα τρελού;
το Λος! Το Λος!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 58 Σχόλια »

Ποιος γέλασε τελευταίος;

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2013

 

Τις Κυριακές έχουμε συνήθως θέμα φιλολογικό, και το σημερινό μας φιλολογικό είναι, παρά τον ελαφρώς αινιγματικό τίτλο του. Ξέρουμε ότι κατά την παροιμία γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος, αλλά εδώ ζητάμε να μάθουμε ποιος γέλασε τελευταίος. Βέβαια, για κάποιον που ξέρει καλά την ποίηση του μεσοπολέμου, η ερώτηση δεν είναι μυστηριώδης, και η απάντηση ίσως να είναι προφανής.

Βέβαια, αρχικά το ερώτημα δεν είχε διατυπωθεί ακριβώς έτσι, αλλά σε χρόνο μέλλοντα. Ποιος θα γελάσει τελευταίος; Ή, για να το αναπαράξω (σικ, είπαμε) όπως ακριβώς ειπώθηκε αρχικά, «ποιος τελευταίος θα γελάσει;»

Θα το καταλάβατε, είναι ο τελευταίος στίχος του ποιήματος του Κ. Καρυωτάκη «Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον», που ο ποιητής το ονόμασε έτσι επειδή όλες οι ρίμες του αρχίζουν από το γράμμα άλφα, και που είναι μια σαρκαστική επίθεση προς έναν άλλον ποιητή, τον Μιλτιάδη Μαλακάση. Θα το έχετε σίγουρα ακούσει:

karyotkyr2

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα,
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη, την «Ελεγεία και σάτιρες», αλλά είχε προδημοσιευτεί, μαζί με το ποίημα «Σταδιοδρομία», στην εφημερίδα «Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος», στις 20 Νοεμβρίου 1927. Το άλλο ποίημα είχε κι αυτό έναν σαρκαστικό υπαινιγμό για άνθρωπο των γραμμάτων, την ποιήτρια Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, αλλά το έχω παρουσιάσει σε παλιότερο άρθρο μου, το οποίο αναπόφευκτα έχει κάποια κοινά στοιχεία με το παρόν ποίημα. Όπως έλεγα σε εκείνο το παλιότερο άρθρο, η Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος ήταν μια βραχύβια αλλά ποιοτική κυριακάτικη εφημερίδα (σαν περιοδικό) που έβγαινε το 1927 από τον οργανισμό Λαμπράκη. Είχε εκλεκτή φιλολογική ύλη με συνεργασίες των γνωστότερων Ελλήνων λογοτεχνών της εποχής.

Ο Καρυωτάκης συνεργαζόταν με την «Κυριακή» και εκεί είχε προδημοσιεύσει και άλλα ποιήματά του. Παρεμπιπτόντως, στο αναλυτικό χρονολόγιο Καρυωτάκη, που έχει συντάξει ο Γ.Π.Σαββίδης (στον β’ τόμο των Απάντων Καρυωτάκη, από τις εκδ. Ερμής), η δημοσίευση των 2 ποιημάτων στην Κυριακή έχει ξεχαστεί, ενώ οι άλλες αποδελτιώνονται.

Όπως βλέπετε κάτω από το ποίημα, ο Καρυωτάκης έκρινε σκόπιμο να βάλει απολογητική υποσημείωση στην οποία διευκρινίζει: “Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό έργο“. Και δυο μέρες αργότερα, ίσως επειδή έκρινε ανεπαρκή τη διευκρίνιση, έστειλε γράμμα στον Μαλακάση, με το οποίο του ζήτησε συγνώμη και χαρακτήρισε “μια τρέλα” το ποίημά του, τρέλα στην οποία τον παρέσυραν “κυρίως οι δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας”.

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1927. Ο Καρυωτάκης είναι ένας 31χρονος ανερχόμενος ποιητής, με δυο συλλογές στο όνομά του που δεν έκαναν και πολύ μεγάλη εντύπωση, αν και όσοι παρακολουθούσαν τα λογοτεχνικά περιοδικά της δεκαετίας του 1920 θα είχαν ήδη διαβάσει τα περισσότερα από τα ποιήματα της τρίτης συλλογής του, που τον καθιέρωσε. Ο Μαλακάσης κοντεύει τα εξήντα (γεννήθηκε το 1869), είναι καταξιωμένος και πασίγνωστος ποιητής, πρόσφατα (1924) τιμημένος με το Αριστείο Γραμμάτων. Από πλούσια οικογένεια, μπόρεσε να αφιερωθεί στη λογοτεχνία χωρίς να νοιάζεται για τον βιοπορισμό, συμμετέχει στους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας και, πράγματι, φοράει και μονόκλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 105 Σχόλια »

Δίπλα στην Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2011

Την Κυριακή βάζω συνήθως θέμα λογοτεχνικό, έτσι και σήμερα λοιπόν· το σημερινό θέμα είναι μικροφιλολογικό και το έχω δανειστεί από το βιβλίο του κύπριου λογίου Σάββα Παύλου «Μικροφιλολογικά και άλλα». Εγώ πρόσθεσα κάποιο υλικό και σχόλια, αλλά η βασική ιδέα είναι του Σ. Παύλου. Να πω ότι ο Σ.Π. είναι από τα ιδρυτικά μέλη και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του πολύ καλού κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, στο οποίο έχω δημοσιεύσει μερικά… μικροφιλολογικά.

Η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977), ποιήτρια και πεζογράφος, γεννήθηκε στην Πρέβεζα και μεγάλωσε στη Λευκάδα και στην Αθήνα. Από μια αδικία της φιλολογικής ιστορίας, έχει μείνει κυρίως γνωστή όχι από το έργο της αλλά από έναν στίχο του Καρυωτάκη, ο οποίος, στο ποίημα «Σταδιοδρομία» φαντάζεται τ’ όνομά του να φιγουράρει τυπωμένο πλάι στο όνομα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου:

Tη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

«Oι στίχοι παρέχουν ελπίδες»
θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Kλεαρέτη Δίπλα-Mαλάμου»
και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου.

(…)

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη, τα Ελεγεία και σάτιρες, προδημοσιεύτηκε όμως λίγους μήνες πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου, στην εφημερίδα Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος, μια βραχύβια αλλά ποιοτική κυριακάτικη εφημερίδα (σαν περιοδικό) που έβγαινε το 1927 από τον οργανισμό Λαμπράκη. Είχε εκλεκτή φιλολογική ύλη με συνεργασίες των γνωστότερων Ελλήνων λογοτεχνών της εποχής. Εκεί λοιπόν, στις 20 Νοεμβρίου 1927, ο Καρυωτάκης δημοσίευσε δύο ποιήματά της μελλοντικής του συλλογής, αναγγέλλοντας ταυτόχρονα την έκδοσή της. Κατά σύμπτωση, και τα δυο ποιήματα ήταν σαρκαστικά προς δύο ομοτέχνους του: τον Μιλτιάδη Μαλακάση το δεύτερο, την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου το πρώτο.

Όπως παρατηρεί και ο Παύλου, ο σαρκασμός προς τον Μαλακάση είναι δηκτικότερος, προς την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου πιο ήπιος. Από την άλλη, ο Καρυωτάκης κρίνει σκόπιμο να βάλει απολογητική υποσημείωση στην οποία διευκρινίζει: «Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό έργο«. Για την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, καμιά υποσημείωση, καμιά αναγνώριση στο έργο της. Να σημειώσω εδώ ότι η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου ήταν επίσης συνεργάτρια της Κυριακής. Τον Ιούλιο του 1927 είχε δημοσιεύσει ένα δικό της διήγημα, ενώ στο προηγούμενο τεύχος από τη δημοσίευση του Καρυωτάκη υπήρχε ένα διήγημα του Ταγκόρ σε δική της μετάφραση. Ο Μαλακάσης, βέβαια, ήταν γενικά αναγνωρισμένος ποιητής, τιμημένος με αριστεία, κόντευε τα εξήντα.

Ο Μαλακάσης πάντως, παρά τη διευκρίνιση, πληγώθηκε από το ποίημα. Ο Καρυωτάκης ίσως να μετάνιωσε· δεν αρκέστηκε στην υποσημείωση, αλλά δυο μέρες μετά τη δημοσίευση έστειλε μια σύντομη επιστολή στον Μαλακάση, όπου χαρακτήρισε «μια τρέλα» το ποίημά του, τρέλα στην οποία τον παρέσυραν «κυρίως οι δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας»

Τα ίδια του τα είπε και διά ζώσης σε μια συνάντησή τους τον Μάη του 1928. Στις αναμνήσεις κάποιου άλλου λογίου [αυτό το προσθέτω εγώ, αλλά δεν θυμάμαι περισσότερες λεπτομέρειες] διάβασα ότι όταν επισκέφτηκε, γύρω στο 1940, τον γηραιό πια Μαλακάση, εκείνος έσπευσε με πρώτη ευκαιρία να του δείξει την επιστολή του Καρυωτάκη και να τον πληροφορήσει ότι ο Καρυωτάκης είχε μετανιώσει για την «τρέλα» του.

Δίνω τον λόγο στον Σάββα Παύλου:

Πρέπει να αναλογιστούμε όλοι μας την πίκρα της ευγενούς δέσποινας, ποιήτριας και πεζογράφου Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου από την Πρέβεζα, όταν την γνωρίζανε σε κάποιον και παρατηρούσε κάποτε το σπίθισμα, λίγο πειρακτικό, στη ματιά του, σημάδι πως ήξερε, θυμήθηκε και, μόλις ακούστηκε το όνομα της, ο στίχος «και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομα μου» ταίριαξε αμέσως στο μυαλό του.

Πρέπει να αναλογιστούμε όλοι μας τη μοναξιά της ευγενούς δέσποινας, ποιήτριας και πεζογράφου Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977), όταν συνειδητοποίησε (αλήθεια, πότε; στη δεκαετία του ’50, του ’70 ή απ’ τα χρόνια του ’30;) πως η αναγγελία του θανάτου της στις εφημερίδες (γι’  αυτό, λοιπόν, όλο και ανέβαλλε;) θα προκαλούσε το ερώτημα στους πολλούς: «Ποια είναι (ή, μάλλον, ήταν) αυτή;», και οι επαΐοντες θα έσπευδαν, περιχαρείς για την απόδειξη των γνώσεων τους, να πληροφορήσουν πως «είν’ αυτή που…» αναφέροντας απλώς τους δύο (ευκολομνημόνευτους, άλλωστε) στίχους του Κώστα Καρυωτάκη.

Όμως, κάποτε η μοίρα παίζει σκληρά παιγνίδια. Πέντε μήνες μετά τη δημοσίευση της «Σταδιοδρομίας», ο Καρυωτάκης μετατίθεται στην Πρέβεζα, τη γενέτειρα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου, εκεί όπου στις 21 Ιουλίου θα ρίξει τον εκκωφαντικό πυροβολισμό του. Δικαιοσύνη, θα έλεγε κάποιος φίλος σεφερικός.

Όμως, πανεπιστημιακοί και άλλοι διοργανώνουν συνέδρια στην Πρέβεζα για τον Καρυωτάκη, ο δήμαρχος και οι αρχές τούς δεξιώνονται, η πόλη τιμά όχι την ποιήτρια που ανέθρεψε, αλλά τον ποιητή που σκότωσε.

Μένω πεισματικός και πάλιν. Η Λευκωσία σβήνει τα φώτα της σιγά σιγά. Αρχίζω κι απόψε να τακτοποιώ τη συντροφιά -ως-το-πρωί, να καλώ φίλους που ανωφέλετα κατέληξαν, την Κλεαρέτη χωρίς γενέτειρα, τα τραγούδια που άδοξα κατέπεσαν.

Και, κάποτε, κάποιος θα βρει αυτό το χαρτί, θ’ αναλογιστεί ποιος τό ‘γραψε: Ποιος; Χαμένος κι αυτός για τα χαμένα.

Εγώ μια σχολαστική διόρθωση έχω μόνο να κάνω, ή μάλλον μια σχολαστική συμπλήρωση: ίσως η Πρέβεζα δεν τίμησε την ποιήτρια που γέννησε, την τίμησε όμως η Λευκάδα που την ανέθρεψε. Στο Μποσκέτο, το πάρκο κοντά στο λιμάνι, θα βρείτε την προτομή της ανάμεσα σε άλλες προτομές λευκαδιτών λογοτεχνών, μοναδική γυναικεία παρουσία πλάι στον Βαλαωρίτη, τον Σικελιανό, και τον Λευκάδιο Χερν, τον λευκαδίτη που έγινε εθνικός ποιητής της Ιαπωνίας με τ’ όνομα Γιακούμο Κοϊζούμι.

Μερικά ποιήματα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου έχω στην παλιά μου σελίδα (εδώ το γράμμα Δ, ψάξτε με αλφαβητική σειρά στη σελίδα).

Να προσθέσω ένα ακόμα, δημοσιευμένο στον Νουμά το 1914:

Πνέμα του ολέθρου πέρασε, συντρόφι του πολέμου
και ρήμαξε τον τόπο.
Με τη γοργάδα επέρασε του κεραυνού.
Και του τρανού του ανασασμού η παγωνιά η χαλάστρα,
θανάτου αφήκε μούδιασμα στη γύρω πλατωσιά.

Στ’ αποκαΐδια των σπιτιών και στους σωρούς τη στάχτη
παραπονιάρικοι καημοί πνιχτά μοιρολογάνε.
Των πατημένων χωραφιών τα νιοβγαλμένα φύτρα,
βραχνάς τα δέρνει ασήκωτος, το φονικό ποδάρι.
Σωροί-σωροί τα πτώματα κι η ματωμένη λάσπη…
Στο κρύο και στην ερημιά, σα φίδι η ανατριχίλα
σιωπηλά γλιστράει.
Κι ένα κεφάλι απόμερα, μ’ ολάνοιχτα τα μάτια
κοιτάζοντας ψηλά,
έτσι βουβό κι ασάλευτο, λες πως αναθυμιέται
του ρημαγμένου σπιτικού την πονοπνίχτρα γλύκα,
στο τζάκι τη φωτιά….

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 93 Σχόλια »