Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Λέξεις που χάνονται’

Ο κουρνάζος δεν κουρνιάζει

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2022

Στοιχηματίζω πως τη λέξη του τίτλου πολλοί την ξέρουν αλλά ελάχιστοι τη χρησιμοποιούν ενεργητικά. Την ξέρουν, επειδή ακούγεται σε δυο πασίγνωστα τραγούδια, αλλά αυτό δεν αρκεί για να τη χρησιμοποιούν ενεργητικά (αν κάνω λάθος, διορθώστε με).

(Κατά σύμπτωση χτες ο Κουραφέλκυθρος ξεκίνησε στη σελίδα του στο Φέισμπουκ μια συζήτηση με λέξεις που τις ξέρουμε μόνο από τραγούδια ή από τίτλους βιβλίων, χωρίς ενεργητική χρήση. Θα δω μήπως τα πορίσματα της συζήτησης δίνουν υλικό για άρθρο).

Άλλωστε κανένα από τα μεγάλα γενικά λεξικά μας, αν δεν σφάλλω, δεν την λημματογραφεί -και δεν νομίζω ότι πρέπει να το θεωρήσουμε παράλειψη των λεξικών. Είναι λέξη που έχει παλιώσει, που ίσως θα είχε τη θέση της σε ένα λεξικό του μεσοπολέμου ή σε ένα λεξικό της αργκό -και πράγματι τη βρίσκουμε π.χ. στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση ή στο Λεξικό της Πιάτσας του Καπετανάκη. Τη βρίσκουμε και στο slang.gr.

Κουρνάζος είναι ο έξυπνος, ο ανοιχτομάτης, ο παμπόνηρος· από το τουρκικό kurnaz, που σημαίνει τον πονηρό· νομίζω πως υπάρχει μια μετατόπιση του νοήματος, αφού στα ελληνικά η λέξη έχει πιο θετική απόχρωση. Όπως λέει ο Καπετανάκης: Κουρνάζος είναι ο παμπόνηρος· ο έξυπνος επί καλώ· ο μπερμπάντης (άλλη μια λέξη για την οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε άρθρο.

Στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (2011) είχα χαρακτηρίσει τη λέξη κουρνάζος «ζωντανή και πασίγνωστη» -ίσως έπρεπε να μετριάσω κατά ένα κλικ την εκτίμησή μου αυτή, και στα δύο σκέλη. Αλλά αυτό θα μου το πείτε κι εσείς.

Όπως είπα πιο πριν, ο κουρνάζος περιλαμβάνεται σε δυο πολύ γνωστά τραγούδια. Πρώτο χρονολογικά είναι ο , «Αραμπατζής» του Μάρκου Βαμβακάρη, τραγούδι προπολεμικό, του 1934, που μου αρέσει πολύ.

Πάντα σε συλλογίζουμαι, ντερβίση αμαξά μου
είσαι κουρνάζος, μάγκα μου, σ’ έβαλα στην καρδιά μου.

Κι έπειτα, έχουμε το γνωστότερο και πολύ μεταγενέστερο Βαπόρι απ’ την Περσία του Τσιτσάνη, με τη ρητορική ερώτηση «Βρε κουρνάζε μου τελώνη, τη ζημιά ποιος την πληρώνει;».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , | 136 Σχόλια »

Το χριστόψωμο (διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2021

Μέρα που είναι, το ιστολόγιο σάς εύχεται καλά Χριστούγεννα, με υγεία και αγάπη και μακριά από κορόνες!

Έχει γίνει σχεδόν παράδοση του ιστολογίου να βάζουμε κάτι παπαδιαμαντικό τα Χριστούγεννα. Σήμερα επαναλαμβάνω μια δημοσίευση που αρχικά είχε γίνει πριν από δέκα χρόνια, μέσα στο πένθος για τον αναπάντεχο θάνατο του πατέρα μου. Αλλάζω λίγα από τον πρόλογο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ήμουν μικρός, ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οι αναμνήσεις οι παιδικές είναι βέβαια επηρεασμένες από μεταγενέστερες διηγήσεις, αλλά δυο-τρία πράγματα που θυμάμαι με θαλπωρή από τα παιδικά μου Χριστούγεννα είναι τον παππού να διαβάζει από τον μεγάλο μαυροντυμένο τόμο και τα μανταρίνια να χρυσίζουν πάνω στο τραπέζι καθώς κάναμε καντηλάκι τις φλούδες τους.

Διάλεξα να ανεβάσω σήμερα το Χριστόψωμο, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα που υπάρχει μεν στο Διαδίκτυο, όπως και σχεδόν όλα τα χριστουγεννιάτικα, αλλά δεν παύει να είναι σημαδιακό: καταρχάς, είναι πικρό διήγημα, όχι χαρμόσυνο. Κι έπειτα, είναι και το πρώτο χρονολογικά διήγημα που δημοσίευσε ο Παπαδιαμάντης -ως τότε είχε δώσει μόνο εκτενή έργα, τα τρία μυθιστορήματα και τη νουβέλα Χρήστος Μηλιόνης.

Το Χριστόψωμο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 26 Δεκεμβρίου 1887 με τον υπότιτλο «Διήγημα πρωτότυπον». Επειδή είναι πρώιμο σχετικά, έχει λιγάκι πιο βαριά καθαρεύουσα από πολλά μεταγενέστερα. Ίσως γι’ αυτό, σε τούτη την αναδημοσίευση επέλεξα να παραθέσω το πολυτονισμένο κείμενο, από τον ιστότοπο papadiamantis.net.

Μια λαϊκή λέξη του διηγήματος, που ίσως να μην την ξέρετε, και δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό (αν δεν σφάλλω), είναι τα μαναφούκια. Όπως λέω στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (για να κάνω και λίγη γκρίζα διαφήμιση), τα μαναφούκια είναι ραδιουργίες, συκοφαντίες, διαβολές. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό münafık, «υποκριτής, διπρόσωπος, συκοφάντης», που είναι αραβικής αρχής (ίσως επηρεάστηκε παρετυμολογικά από τη «μάνα»). Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί πολλές φορές τα μαναφούκια στα διηγήματά του. Ωστόσο, η λέξη δεν είναι αποκλειστική της σκιαθίτικης διαλέκτου, αλλά ακούγεται και στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ακούγεται και στα πρωινάδικα της τηλεόρασης, που άλλωστε έχουν αναγάγει τα μαναφούκια σε επιστήμη.

Και για να συνεχίσω τη γκρίζα διαφήμιση, θυμίζω ότι έχετε ακόμα έξι μέρες για να ψηφίσετε τη Λέξη της χρονιάς. Αλλά πολλά είπα και δίνω τη σκυτάλη στον Παπαδιαμάντη.

Το χριστόψωμο

Διήγημα πρωτότυπον

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*, ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.

Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.

Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.

―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.

―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:

―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.

―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;

― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

―  Θέλεις κανένα ζεστό;

―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;

―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.

Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.

Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Αναρούσες, μυθιστόρημα του Κωστή Ανετάκη

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2021

Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει τρία διηγήματα του φίλου μας Κωστή Ανετάκη (το τελευταίο εδώ, με λινκ προς τα προηγούμενα) σήμερα όμως έχω τη χαρά να παρουσιάσω το καινούργιο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ανάτυπο, ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Αναρούσες.

Γράφω στις Λέξεις που χάνονται: Αναρούσα και ανερούσα είναι μια λέξη με δυο σημασίες· αφενός, η επιστροφή του  κύματος από την παραλία στη θάλασσα, αλλά και η δίνη μέσα στη θάλασσα, και αφετέρου η νεράιδα του γιαλού, το ξωτικό. Από τη μετοχή του αναρρέω, αναρρέουσα, με αποβολή του –ε υπό την επίδραση άλλων μετοχών όπως γλυκοφιλούσα. … στην Έρμη στα ξένα οι σκιαθίτισσες του Παπαδιαμάντη βάζουν λόγια στη νοικοκυρά, πως δεν έπρεπε να φέρει μαζί της την όμορφη και ψηλή υπηρέτριά της «κοτζάμ αναρρούσα παιδί μ’».

Όχι μόνο στον τίτλο του μυθιστορήματος, αλλά και σε όλο το κειμενο ο Ανετάκης χρησιμοποιεί λέξεις ιδιωματικές, από ντοπιολαλιές, που τις επεξηγεί συνήθως σε υποσημείωση, αλλά και βλάχικες στους διαλόγους, αφού το μυθιστόρημά του εκτυλίσσεται στην Πικρολίμνη, ένα (φανταστικό) κεφαλοχώρι ανάμεσα Μέτσοβο και Τρίκαλα, που κατοικείται από Βλάχους (στις «Ευχαριστίες» ο συγγραφέας ευχαριστεί τον φίλο μας τον Voulagx για τη βοήθειά του σε θέματα βλάχικης γλώσσας).

Ο αφηγητής, ο μπεστσελερίστας συγγραφέας Δάμος Σαρμάκος, έπειτα από ένα δύσκολο διαζύγιο και καθώς η έμπνευση τον έχει εγκαταλείψει, δέχεται την πρόσκληση ενός γκαρδιακού φίλου από τον στρατό, που του παραχωρεί δωρεάν κατάλυμα στο σπίτι του, στη μικρή λουτρόπολη Πικρολίμνη, πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Η ιστορία του χωριού είναι μακραίωνη, γεμάτη θρύλους, αρχαία έθιμα και καλοκρυμμένα μυστικά, αλλά σταδιακά ο αφηγητής ανακαλύπτει πως δεν είναι όλα ξεχασμένα και περασμένα. Αυτός, ο ξενομερίτης, θα βρεθεί άθελά του στο κέντρο της δίνης -με πολλές σημασίες της λέξης.

Δεν θέλω να σποϊλάρω οπότε δεν θα περιγράψω την υπόθεση. Πάντως, η φαντασία του Ανετάκη αποδεικνύεται γόνιμη και συναρπαστική, χωρίς να πέφτει στην ευκολία του αχαλίνωτου υπερφυσικού. Το μυθιστόρημα, είδος βαλκανικού θρίλερ, το διάβασα μονοκοπανιά και το χάρηκα και δεν είναι υπερβολή να πω ότι δίνει υλικό για καλή ταινία -μέχρι και κυνηγητά με Μάζντα σε χωματόδρομους έχει.

Θα παρουσιάσω φυσικά ένα κομμάτι από το βιβλίο. Αν είχαμε συλλογή διηγημάτων, θα αναδημοσίευα ένα από τα διηγήματα. Με το μυθιστόρημα η λύση δεν είναι τόσο απλή. Διάλεξα λοιπόν ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, το δεύτερο, όπου ο αφηγητής μαθαίνει από έναν γέροντα την ιστορία του χωριού. Μια και εδώ λεξιλογούμε, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προσφέρεται αφού βρίθει από ιδιωματικούς όρους.

Ο αφηγητής, μόλις έχει φτάσει στην Πικρολίμνη. Από μια παρέα στο καφενείο άκουσε κάτι για τους θρύλους του χωριού, που του κίνησε την περιέργεια, και σκέφτεται να μάθει περισσότερα, μήπως μπορέσει να τα εντάξει στο μυθιστόρημα που προσπαθεί να γράψει. Ο φίλος του ο Ηλίας, όμως, δεν μπορεί να του χρησιμέψει ως πηγή διότι δεν πιστεύει στα παραμύθια αυτά και τα περιφρονεί.

(…)

Λίγες μέρες αργότερα, μόλις γυρίσαμε από τα χωράφια, που είχαμε πάει να ποτίσουμε, καθίσαμε στο τραπέζι για φαγητό. Είδα το ζεύγος ν’ ανταλλάζουν πλάγιες ματιές κι έπιασα τον φίλο μου να χαϊδεύει το γόνατο της συμβίας του στα κλεφτά, κάτω από το τραπέζι. Ο παππούς του Ηλία, ο συνονόματος, πλατάγιζε αμέριμνος τη μασέλα του, καθώς καταβρόχθιζε το κοκκινιστό με τα μακαρόνια, δίχως να παραλείψει να παινέψει τη νύφη του, τι χρυσοχέρα που ήταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 72 Σχόλια »

Βάζουν ακόμα μαναφούκια;

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2021

Στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε δει δυο γράμματα κλεφταρματολών προς τις αρχές της Λευκάδας. Σε ένα από αυτά, ο Γιάννης Παραβόλας γράφει: «σας περικαλώ να μην ακούετε τα μονοφίκικα ψέματα». Ο Σπ. Ασδραχάς που εξέδωσε την επιστολή διορθώνει σε «μονοφιλίκικα», λέξη που την εξηγεί ότι σημαίνει «μεροληπτικά».

Είχα γράψει ότι κατά τη γνώμη μου η διόρθωση είναι λάθος. Λέξη «μονοφιλίκικα» δεν νομίζω να υπάρχει. Όμως τύπος «μονοφίκικα» μπορεί να υπάρχει. Θα πρόκειται για παράλληλο τύπο του «μαναφούκικα» δηλ. συκοφαντικά. Μαναφούκι (από τουρκ. münafik) είναι η συκοφαντία, η διαβολή. Συνήθως στον πληθυντικό, «βάζω μαναφούκια» θα πει συκοφαντώ, διαβάλλω κάποιον.

Αυτά είχα γράψει προχτές. Μια φίλη του ιστολογίου μού έστειλε χτες μέιλ όπου μου λέει ότι τη λέξη μαναφούκια την έλεγε η γιαγιά της και μου ζητάει περισσότερες λεπτομέρειες διότι, όπως λέει, στο slang.gr δίνεται όχι τουρκική αλλά λατινική ετυμολογία. Της έγραψα μερικά πράγματα αλλά ύστερα σκέφτηκα, στο πνεύμα εξοικονόμησης πόρων που πρέπει να μας διακρίνει αυτή τη δύσκολη για την οικονομία μας περίοδο, να αναβαθμίσω την απάντηση προς τη φίλη μας σε άρθρο (ή έστω σε αρθράκι) ελπίζοντας οτι δεν θα το βρείτε (πολύ) βαρετό.

Λοιπόν, μαναφούκια είναι οι ραδιουργίες, οι συκοφαντίες, οι διαβολές. Η λέξη αυτή, που κανένα γενικό λεξικό δεν την έχει καταγράψει, συνηθως εμφανίζεται στον πληθυντικό και πολύ συχνά συντάσσεται με το ρήμα «βάζω». Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Τη λέξη την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται» αλλά εδώ θα πω περισσότερα.

Το slang.gr καταγράφει τη λέξη αλλά την ετυμολογεί ευφάνταστα: από το λατινικό focus και manus, δηλαδή τη φωτιά που ανάβει με τα χέρια, με προσάναμμα, κατά λάθος εξεπίτηδες, από κάποιο καλόπαιδο, στο μυαλό του οποίου το αποτέλεσμα της ενέργειας επιφέρει ρίγη συγκινήσεων, είτε λόγω του αναμενόμενου οφέλους, είτε απλώς για πλάκα.

Ωραίο σαν ιστορία αλλά δεν ισχύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »

Δέκα λέξεις του Κασομούλη

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της επανάστασης του 2021, το ιστολόγιο δημοσιεύει, σποραδικά, άρθρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό, συνήθως λεξιλογικά -αφού εδώ λεξιλογούμε.

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Μακρυγιάννη, σήμερα θα δούμε το αντίστοιχο άρθρο με λέξεις από τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά του Νικ. Κασομούλη. Είχαμε πει δυο λόγια για το σημαντικό έργο σε ένα πρόσφατο άρθρο μας που ήταν εστιασμένο σε μια έκφραση που παραδίδει ο Κασομούλης.

Ο Κασομούλης, είχαμε πει, δεν γράφει τη γλώσσα που μιλούσε. Προσπαθεί να γράψει σε καθαρεύουσα, και φαίνεται να προσπαθεί, σε πολλά σημεία, να «εξελληνίσει» τουρκικά ή ιταλικά δάνεια, συχνά κατασκευάζοντας δικούς του, όχι πάντα πετυχημενους, όρους. Αλλά δεν είναι, ευτυχώς, συνεπής σε αυτή την καθαριστική προσπάθεια, ενώ επίσης μεταφέρει σχετικά πιστά τους διαλόγους ή τα γραπτά τεκμήρια (που βεβαια και αυτά είναι, τα περισσότερα, σε γλώσσα σιδερωμένη).

Στο σημερινό άρθρο διαλέγω 10 λέξεις από το βιβλίο του Κασομούλη -είχα ξεκινήσει για 15, όμως με έπιασε φλυαρία και το άρθρο παραμεγάλωσε κι έτσι σταμάτησα στις δέκα. Για κάθε λέξη παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται. Η παραπομπή γίνεται στην πεντάτομη έκδοση του Κασομούλη (εκδ. Βεργίνα) που έχω πρόχειρη. Είναι παρόμοια με την τρίτομη που υπάρχει στην Ανέμη, αλλά φυσικά σε άλλη σελιδοποιηση.

1. ειδίσματα

Σε συζητήσεις με Τούρκους για να γίνει ειρήνη στα Άγραφα, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης θέτει όρους (Β26):

όταν επιστρέψετε τους αιχμαλωτισμένους αθώους με τα ειδίσματά των έως εις το βελόνι….

Λέξη της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς περισσότερο, τα ειδίσματα είναι τα αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη, ρούχα. Ωστόσο, σε πολλές χρήσεις είναι ειδικώς κοσμήματα, τιμαλφή, ακόμα ειδικότερα, οι βέρες των αρραβώνων. Για παράδειγμα, στον σπαραχτικο «Πολιτισμό εις το χωρίον» του Παπαδιαμάντη, ο μπάρμπα – Στέργιος, για να βρει τα έξοδα της ταφής του παιδιού του, δίνει στον άτεγκτο ενεχυροδανειστή μερικά ειδίσματα: δύο ασημένια σκουλαρίκια κι ένα δαχτυλίδι. Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αφηγείται ότι με δική του παρέμβαση αναγκάστηκε ο Παπαφλέσσας «να δώσει πίσου τα ειδίσματα ολουνών των ανθρώπων» που είχε λεηλατήσει.

Πάλι στον Κασομούλη (Γ226) γίνεται αναφορά στη γνωστή διαμάχη για την προίκα της κόρης της Μπουμπουλίνας (και χήρας του Πάνου Κολοκοτρώνη), όπου ο νέος της σύζυγος κατηγορούσε τον Γέρο ότι «κατακρατεί τα ειδίσματά της», εδώ με τη σημασία των κοσμημάτων.

2. ιλτιζάμι

Στορνάρης και Λιακατάς από το Μεσολόγγι γράφουν στον Κασομούλη:

Είδαμεν καλά τα όσα μας γράφετε διά τους λοφέδες μας, οπού ακόμα δεν εκατορθώσεταν τίποτες, παρά σας προβάνουν να πάρετε ιλτιζάμια [προσόδους] εις την Γαστούνην. Ημείς διά ιλτιζαμτζήδες [έμποροι προσόδων] δεν είμασθον όταν έπρεπεν, όχι τώρα οπού δεν έχομεν τελείως κατάστασιν.

Ιλτιζάμι είναι η εκμίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων του κράτους σε ιδιώτες, που γινόταν συνήθως έπειτα από πλειστηριασμό. Ο δικαιούχος προκατέβαλλε στο κράτος το ποσό που υπολογιζόταν να εισπραχθεί από τη συγκεκριμένη περιοχή και στη συνέχεια εισέπραττε τους φόρους ο ίδιος ή υπενοικίαζε με τη σειρά του το δικαίωμα είσπραξής τους.

Ήταν καθιερωμένος θεσμός στο οθωμανικό κράτος, συνήθως με ετήσια διάρκεια. Από τουρκ. iltizam. Ο κάτοχος του ιλτιζαμιού λεγόταν mültezim, που πρέπει να είναι η ίδια λέξη με το μουλτεζίμι που έχουμε στο τάβλι.

Εδώ, οι καπεταναίοι διαμαρτύρονται διότι, αντί για μισθό (λοφέδες) τούς υποσχέθηκαν το ιλτιζάμι της Γαστούνης, που όμως θα έπρεπε να έχουν κεφάλαια για να το πάρουν.

3. ίρτζι

Τον Μάιο του 1827, μετά τη μάχη του Ανάλατου, ο Κασομούλης που βρίσκεται ακόμα στο στρατόπεδο στην Καστέλα έχει ζητήσει από τον Γαρδικιώτη Γρίβα, ο οποίος έχει φύγει στη Σαλαμίνα, να επιστρέψει. Ο Γρίβας απαντάει (Γ435):

Μου γράφετε, αδελφοί, διά να έλθω· αν θέλω το ίρτζι μου [την τιμήν] να σηκωθώ να έρθω.

Η επεξήγηση είναι από τον Κασομούλη.

Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλιο, οι Τούρκοι που ήταν οχυρωμένοι στο Μοναστήρι, δέχονται να παραδοθούν, «πλην να φυλαχθεί το ίρτζι των [υπόληψίς των] και να έβγουν με τα άρματά των και με τις αποσκευάς των»

Οπως έγραφα στις Λέξεις που χάνονται, ίρτζι είναι η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Τουρκικό δάνειο, από το irz, που σημαίνει «τιμή». Δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο ή νεότερο, εκτός από το Μείζον. Ωστόσο, χρησιμοποιείται πολύ σε κείμενα της εποχής του 1821, π.χ. «ή χάνομεν τα κεφάλια μας ή κάμνομεν το ίρτζι μας τεκμίλι» (την τιμή μας κλοτσοσκούφι), όπως διαβάζουμε σε επιστολή του Καραϊσκάκη στον Μαυροκορδάτο.

Όπως και στο παραπάνω απόσπασμα με τους πολιορκημένους, η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά σε κείμενα συμφωνιών παράδοσης. Π.χ. ο Τρικούπης παραδίδει τη συνθήκη παράδοσης των Τούρκων του Νιόκαστρου το 1821 οπου οι Έλληνες καραβοκύρηδες δεσμεύονται «και να έχουμε χρέος να τους πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον».

Η φράση έχει γίνει διάσημη από την ταινία Ο ατσίδας, όπου ο Βέγγος ως σερβιτόρος θυμώνει όταν ο Ηλιόπουλος χτυπάει παλαμάκια, και δικαιολογείται λέγοντας: «Είναι το ίρτζι μου». Βέβαια, στη σημερινή χρήση, εξαιτίας του αποσπάσματος με τον Βέγγο, υπάρχει μετατόπιση της σημασίας: το ίρτζι έφτασε πια να σημαίνει την παραξενιά, την ιδιοτροπία, π.χ. «συγγνώμη που επιμένω πολύ στην καθαριότητα, αλλά είναι το ίρτζι μου»

Στο 0.50 του αποσπάσματος, το ίρτζι του Θρασύβουλα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Δεκαπέντε λέξεις του Μακρυγιάννη

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2019

Τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, που τ’ανακάλυψε και τα εξέδωσε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, είναι πιθανώς το πιο πολυδιαβασμένο και σίγουρα το περισσότερο μελετημένο αυτοβιογραφικό έργο της νεότερης ελληνικής γραμματείας. Θεωρείται πως αποτυπώνει όχι μόνο το ήθος των αγωνιστών του 21 αλλά και τη γλώσσα που μιλούσαν.

Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για το έργο αυτό που δεν έχει νόημα να προσθέσω κάτι δικό μου. Και η γλώσσα του έχει μελετηθεί εξαντλητικά. Το λεξιλόγιό του αποτέλεσε αντικείμενο μιας από τις πρώτες μελέτες με τη βοήθεια υπολογιστή -εννοώ το πολύτομο έργο των Κυριαζίδη και Καζάζη, που έναν καιρό είχε και διαδικτυακή παρουσία. Παλιά είχα φυλλομετρήσει το έργο αυτό και δεν το θυμάμαι καλά, εντύπωσή μου είναι όμως ότι εστίαζε κυρίως στην κατάρτιση του λεξιλογίου και σε ποσοτικές αναλύσεις, χωρίς να δίνει έμφαση στην ετυμολογία ή τη σημασία των λέξεων (αν κάνω λάθος διορθώστε με). Από την άλλη, υπάρχουν δεκάδες εργασίες, διατριβές και μελέτες για τη γλώσσα του Μακρυγιάννη.

Κι εγώ απο τη μεριά μου, παλιά, είχα αποδελτιώσει τις παροιμιακές φράσεις στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Κάποια στοιχεία της δουλειάς εκείνης πέρασαν στο βιβλίο μου Λόγια του αέρα.

Στο σημερινό άρθρο οι φιλοδοξίες μας είναι πιο μετρημένες. Διαλέγω 15 λέξεις από τις πρώτες σελίδες των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται.

διασαχτζής

Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Tούρκοι του κονσόλου και άλλοι Tούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.

Ο διασαχτσής ή διασαξής ή γιασαξής ήταν ένοπλος σωματοφύλακας υψηλών προσώπων επί τουρκοκρατίας, συχνά Τούρκος στρατιώτης που εκτελούσε χρέη θυρωρού και κλητήρα σε προξενεία χριστιανικών κρατών. Απο το τκ. yasakçı που προέρχεται από τη λ. yasak, απαγόρευση που έχει επίσης περάσει στα ελληνικά ως γιασάκι ή διασάκι και που της είχαμε αφιερώσει άρθρο παλιότερα διότι «ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Posted by sarant στο 29 Δεκεμβρίου, 2017

Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Η Μπετζέχρω και ο Χάρι Πότερ

Posted by sarant στο 25 Απριλίου, 2016

porcupine-bezoar-270x300Το έναυσμα για το σημερινό άρθρο το χρωστάω σε μια καινούργια φίλη του ιστολογίου, που με ρώτησε για το όνομα της γιαγιάς της, η οποία γιαγιά της, που πέθανε στη δεκαετία του 70, είχε το περιεργότατο και σπανιότατο όνομα Μπετζέχρω.

Σπανιότατο αλλά όχι ανύπαρκτο ή πρωτοφανές. Γκουγκλίζοντας το όνομα με τις παραλλαγές του, δηλαδή: Μπεντζέχρω, Πε(ν)τζέχρω και Πα(ν)τζέχρω θα βρείτε μερικές, μετρημένες στα δάχτυλα, εμφανίσεις του, κυρίως στο νομό Μεσσηνίας (απ’ όπου και η γιαγιά της φίλης μου). Πιθανόν κάποιοι σχολιαστές να ξέρουν γυναίκες με το όνομα αυτό, θα το πείτε στα σχόλια.

Η φίλη, που έχει διαβάσει το βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, πρότεινε σαν πιθανή αρχή του ονόματος Μπετζέχρω το παντζέχρι, μια εικασία που είναι σωστή, αν πάρουμε υπόψη μας τους άλλους τύπους του ονόματος (Παντζέχρω, Πεντζέχρω) αλλά και το ότι η λέξη παντζέχρι έχει παράλληλο τύπο «πεντζέχρι».

Το παράδοξο είναι πώς ένα αντικείμενο σαν το παντζέχρι έφτασε να δώσει ανθρώπινο, και μάλιστα γυναικείο όνομα. Υπάρχει απάντηση και σ’ αυτό, αν και ίσως προσθέσετε κάποια στοιχεία με τη συζήτηση. Όμως, προτρέχω.

Και προτρέχω επειδή δεν έχουμε πει τι είναι το παντζέχρι, που δεν είναι δα και λέξη πασίγνωστη -τα σύγχρονα λεξικά δεν την έχουν.

Το παντζέχρι λοιπόν είναι ένας σβώλος που σχηματίζεται στα εντόσθια των φυτοφάγων ζώων, από τις τρίχες που τυχαίνει να καταπιεί το ζώο, συγκολλημένες μεταξύ τους υπό την επίδραση των υγρών του πεπτικού σωλήνα. Με τον καιρό, αυτό το συσσωμάτωμα σκληραίνει σαν την πέτρα.

Γιατί να μας ενδιαφέρει αυτό το μάλλον αηδιαστικό πράγμα; Επειδή από παλιά πιστευόταν πως έχει ιαματικές ιδιότητες, ιδίως ως αντίδοτο στο δηλητήριο των φιδιών αλλά και στα δηλητήρια γενικώς. Η αντίληψη αυτή πρέπει να είναι ευρύτατα διαδεδομένη, δηλαδή και στην Ευρώπη, και στην καθ’ημάς Ανατολή, αλλά και στην Άπω Ανατολή -οι σβώλοι που βλέπετε στη φωτογραφία είναι κινέζικο παντζέχρι, και μάλιστα παντζέχρι σκατζοχοιρένιο, που θεωρείται υψηλής ποιότητας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , | 229 Σχόλια »

Μιλώντας στο Τραβέρσο

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2015

traversoΤην Παρασκευή που μας πέρασε, 15 του μήνα, συμμετείχα σε μιαν εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Τραβέρσο στην Καλλιθέα, όπου παρουσιάστηκαν τα γλωσσικά βιβλία μου. Την εκδήλωση την είχα προαναγγείλει και εδώ, και κάποιοι φίλοι του ιστολογίου μού έκαναν την τιμή να με επισκεφτούν.

Κάτι που δεν είχαμε προβλέψει όταν κανονίζαμε την εκδήλωση ήταν ότι θα συνέπιπτε με τον ημιτελικό του Φάιναλ φορ στο μπάσκετ, και μάλιστα ότι θα πέφταμε πάνω στο ματς που είχε τον Ολυμπιακό -έτσι, κάποιοι φίλοι που θα έρχονταν προτίμησαν (και δεν τους αδικώ) να δουν το μπάσκετ. Πάντως, έτσι κι αλλιώς ο (μικρός, πρέπει να πω) χώρος του βιβλιοπωλείου γέμισε -απλώς, δεν βγάλαμε καρέκλες έξω.

Κάτι που συνηθίζω σε ανάλογες περιπτώσεις είναι να δημοσιεύω το κείμενο της ομιλίας μου σε ειδικό άρθρο του ιστολογίου (καθώς και στη σελίδα About, όπου συγκεντρώνω όλες τις συνεντεύξεις, ομιλίες και τα συναφή).

Αυτό βέβαια έχει ένα κακό: επειδή στις ομιλίες μου, ιδίως όσες αφορούν παρουσίαση βιβλίων μου ή έχουν το ίδιο θέμα (Μύθοι για τη γλώσσα, ας πούμε), είναι αναπόφευκτο κάποια πράγματα να επαναλαμβάνονται, ο αναγνώστης που τα βλέπει όλα μαζί θα βρει πολλές αλληλοκαλύψεις, κάτι που δεν το παρατήρησε κάποιος που παρακολούθησε ζωντανά π.χ. την εκδήλωση στη Δράμα (και που βέβαια δεν είχε παρακολουθήσει την ίδια εκδήλωση π.χ. στο ΜΙΘΕ).

Έτσι και στην παρουσίαση που έγινε στο Τραβέρσο, που αφορά τα βιβλία μου, υπάρχουν πολλά στοιχεία κοινά με την προηγούμενη παρουσίαση στο βιβλιοπωλείο Booktalks, που είχε γίνει τον Γενάρη, και γενικά με άλλα κείμενά μου. Ωστόσο, στην προχτεσινή παρουσίαση υπάρχει κι ένα εντελώς καινούργιο κομμάτι, το εισαγωγικό, που αφορά την ιστορία της λέξης «τραβέρσο» -θα μπορούσε να είναι ένα αυτοτελές (μικρό) άρθρο του ιστολογίου. Και επειδή, όπως θα δείτε, επισημαίνω κάτι που μου φαίνεται λάθος στο λεξικό Μπαμπινιώτη, πολύ θα ήθελα όσοι έχετε ναυτική εμπειρία να με αντικρούσετε ή να με επιβεβαιώσετε.

Παρόλο που ξέχασα να φέρω το μαγνητοφωνάκι μου, αποδείχτηκε ότι και το σμαρτόφωνο κάνει καλά τη δουλειά του. Έτσι, μπορείτε να ακούσετε εδώ την εισήγησή μου και στη συνέχεια τη συζήτηση που ακολούθησε (ίσως να μην ακούγονται καλά οι ερωτήσεις -αλλά από τις απαντήσεις μου καταλαβαίνετε τι αφορούσαν):


Πολλά από αυτά που είπα δεν τα είχα γράψει, τα είπα εκτός κειμένου -ενώ και κάποια από αυτά που είχα γράψει δεν τα είπα. Θέλω να πω, το γραπτό κείμενο από το εκφωνηθέν διαφέρουν αρκετά -συμβαίνουν αυτά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 200 Σχόλια »

Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2014

basorfanΤα γλωσσικά δάνεια και αντιδάνεια είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν συχνά το ιστολόγιο, γιατί ο γλωσσικός δανεισμός (και αντιδανεισμός) είναι φαινόμενο που με σαγηνεύει. Κατά καιρούς παρουσιάζω εδώ άρθρα για λέξεις που μπήκαν στα ελληνικά από τη μια ή την άλλη γλώσσα ή για ελληνικές λέξεις σε ξένες γλώσσες ή για αντιδάνεια. Για προφανείς λόγους, μεγάλο μέρος των γλωσσικών αυτών δανείων στην ελληνική γλώσσα είναι τουρκικής προέλευσης -και έχω παλιότερα δημοσιεύσει ένα άρθρο με «220 τούρκικες λέξεις«. Το άρθρο εκείνο είχε ένα μειονέκτημα: το λημματολόγιο δεν το είχα καταρτίσει εγώ αλλά, όπως έλεγα, το είχα βρει να κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο και είχε αρκετά λαθάκια στις εξηγήσεις, καναδυό λέξεις που δεν ήταν τούρκικης προέλευσης, καθώς και αρκετές ελλείψεις. Έχω σκοπό στο μέλλον να φτιάξω ένα άλλο άρθρο με κάπως πληρέστερο κατάλογο, με τουλάχιστον διπλάσιο πλήθος λημμάτων. Να δούμε πότε θα αξιωθώ.

Κι έτσι, πήρα στα χέρια μου με μεγάλη χαρά και πολύ ενδιαφέρον ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν από λίγο καιρό από τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, το «Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα» του Βασίλη Ορφανού. Με ενδιαφέρον, διότι και οι διάλεκτοι είναι θέμα που με ενδιαφέρει πολύ. Με χαρά, επειδή ο Βασίλης είναι καλός φίλος και φίλος του ιστολογίου και ήξερα ότι δουλεύει εδώ και χρόνια το βιβλίο αυτό, κι είναι πάντοτε ενθαρρυντικό να βλέπεις τους κόπους να καρποφορούν και να δίνουν τόσο μεστούς καρπούς: το βιβλίο του Βασίλη εκτείνεται σε σχεδόν 600 σελίδες και περιέχει περίπου 3.000 λήμματα, 3.000 λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα.

Ο αριθμός αυτός φαίνεται πολύ μεγάλος, αλλά πρέπει να πάρουμε υπόψη δυο παράγοντες: α) Δεν χρησιμοποιούνται σήμερα όλες αυτές οι λέξεις· και πολλές από όσες χρησιμοποιούνται, ακούγονται κυρίως στην ύπαιθρο ή είναι γνωστές μόνο στους γεροντότερους, και β) Ο Ορφανός καταγράφει επισης όλες τις σύνθετες και παράγωγες λέξεις, ακόμα και όταν μόνο το ένα συνθετικό είναι τουρκογενής λέξη (θα δώσω πιο κάτω ένα παράδειγμα). Από την άλλη, δεν περιλαμβάνει λέξεις που, αν και στις πηγές αναφέρονται ως τουρκικά δάνεια, έχουν μπει στη γλώσσα απευθείας απο τα αραβικά, ας πούμε το ζάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Αντιδάνεια, Κρήτη, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »

100 ελληνικές λέξεις σλαβικής προέλευσης

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2013

Πριν από μερικούς μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο στο οποίο απαριθμούνταν 220 ελληνικές λέξεις τουρκικής προέλευσης «που χρησιμοποιούμε καθημερινά». Τον κατάλογο εκείνον δεν τον είχα καταρτίσει εγώ, κυκλοφορούσε στο Διαδίκτυο απ’ όπου τον πήρα και, όπως έγραψα άλλωστε, είχε αρκετά λάθη, ωστόσο το λημματολόγιο μού είχε φανεί αρκετά καλό τουλάχιστον για μια πρώτη συζήτηση του θέματος. Η τουρκική είναι μια από τις βασικότερες πηγές δανείων της ελληνικής, αλλά όχι η μόνη και μάλλον όχι η σημαντικότερη ποσοτικά -σε ένα σημερινό λεξικό, οι λέξεις ιταλικής/βενετικής προέλευσης πρέπει να είναι περισσότερες, ενώ οι δάνειες λέξεις αγγλικής προέλευσης κατά πάσα πιθανότητα θα τις ξεπεράσουν αργά ή γρήγορα.

Στο σημερινό άρθρο παραθέτω δάνεια μιας σαφώς ολιγομελέστερης κατηγορίας, δηλ. τα δάνεια σλαβικής προέλευσης (από ρωσικά, βουλγαρικά, σερβικά κτλ.) Όπως θα δείτε, οι λέξεις αυτές είναι πολύ λιγότερες, με αποτέλεσμα οι 100 λέξεις του σημερινού καταλόγου να είναι κατά μέσον όρο πολύ λιγότερο συχνές από τις 220 λέξεις τουρκικής προέλευσης.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα με αποδελτίωση του ετυμολογικού λεξικού Μπαμπινιώτη και των ετυμολογικών πληροφοριών του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής, προσθέτοντας και μερικές ιδιωματικές λέξεις που είχα συμπεριλάβει στις (366 τον αριθμό) «Λέξεις που χάνονται», το προπέρσινο βιβλίο μου.

Να σημειωθεί ότι για προέλευση λογαριάζω τη γλώσσα από την οποία μπήκε η λέξη στα ελληνικά. Έτσι, δεν υπολογίζω στον κατάλογο το βαμπίρ, που έχει μεν σλαβική αρχή αλλά εμείς το πήραμε από τα γαλλικά, ενώ υπολογίζω την τσέργα, που είναι αντιδάνειο λατινογενές, αλλά μπήκε στην ελληνική γλώσσα από τα σερβικά -και είναι και το μοναδικό αντιδάνειο του καταλόγου. Παρόμοια περίπτωση είναι και η λ. βλάχος, που εμείς την πήραμε από σλάβικη γλώσσα, εχει όμως τρομακτικά ενδιαφέρουσα ιστορία που πρέπει κάποτε να γράψω (ανεβαίνουν τα χρέη του ιστολογίου…)

Ο κατάλογος χωρίζεται σε τρία μέρη. Καταρχάς, έχουμε τις γενικές λέξεις σλαβικής προέλευσης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 769 Σχόλια »

Ο αήττητος ακράνης και η αμφίβολη αθιβολή

Posted by sarant στο 9 Απριλίου, 2013

 

Πήρα προχτές ένα ηλεμήνυμα από τον φίλο του ιστολογίου τον Πέπε, ο οποίος διάβασε το βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, και μου έκανε την τιμή να μου στείλει ένα εκτενές σημείωμα με τα σχόλιά του πάνω σε λήμματα του βιβλίου, με συμπληρώσεις και παράλληλους τύπους, αλλά και με διορθώσεις μερικών αβλεψιών ή και διαφωνίες στον χειρισμό λημμάτων. Περιττό να πω ότι τέτοια γράμματα είναι πολύτιμα, και πολύ τα εκτιμώ. Δεν είναι η πρώτη φορά που παίρνω μέιλ από αναγνώστες του βιβλίου μου με σχόλια για τα λήμματα που περιέχει, και συχνά μετατρέπω τα σημειώματά τους αυτά σε άρθρα του ιστολογίου (όπως ας πούμε το γράμμα του φίλου Αρκεσινέα ή τη συνεργασία του Ορεσίβιου), σήμερα όμως σκέφτομαι να κάνω κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίσω δηλαδή ένα από τα λήμματα για το οποίο μου γράφει ο φίλος Πέπε, που αναφέρεται σε ένα δημοτικό τραγούδι, και να σχολιάσω τα γλωσσικά αυτού του τραγουδιού, και ιδίως μια πολύ ενδιαφέρουσα, παρετυμολογική θα έλεγα, μετατροπή στο πώς τραγουδιέται σήμερα το τραγούδι αυτό.

Το λήμμα για το οποίο σας λέω είναι η λέξη «ακράνης», για το οποίο γράφω στις Λέξεις που χάνονται, ανάμεσα στα άλλα, και τα εξής:

Ακράνης είναι ο φίλος, ο συμπολεμιστής, ο σύντροφος. Η λ. είναι δάνειο από το τουρκικό akran, που  σημαίνει συνομήλικος, όμοιος, και είναι αραβικής αρχής. Δεν ακούγεται πια στις μέρες μας, αλλά τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Τη βρίσκουμε σε ακριτικό τραγούδι από την Κάρπαθο, όπου «κι ο Κωσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει τ’ ακράνη του τ’ Ανδρόνικου του νιου του παινεμένου».

Το καρπάθικο αυτό τραγούδι, το ακούμε εδώ από τη Δόμνα Σαμίου:

Παραθέτω και τα λόγια, όπως τα πήρα από τον ιστότοπο domnasamiou.gr, με μερικές δικές τους ερμηνευτικές σημειώσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 111 Σχόλια »

Αμοργιανές λέξεις, μέρος δεύτερο

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2013

Πριν από αρκετούς μήνες, σχεδόν ένα χρόνο, είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με κάμποσες σπάνιες λέξεις από την Αμοργό, που μου τις είχε στείλει ο φίλος μας ο Αρκεσινεύς, σε μια ηλαλληλογραφία μας που ξεκίνησε με αφορμή το βιβλίο μου “Λέξεις που χάνονται“. Εκείνο το άρθρο ήταν το πρώτο μέρος από τις λέξεις (με αλφαβητική σειρά) του Αρκεσινέα, και είχε τίτλο «από το αγκίνιο στο κούσουλο», επειδή αυτές ήταν η πρώτη και η τελευταία λέξη του άρθρου. Είχα αναγγείλει βέβαια το δεύτερο μέρος, αλλά ήθελα να περάσει ένα διάστημα πρώτα, μετά ο Αρκεσινέας έφυγε για το νησί του, ύστερα το άφησα εγώ, κι έτσι κοντεύει να κλείσει χρόνος -τελειώσαν όμως τα ψέματα, σήμερα ανεβάζω τις υπόλοιπες αμοργιανές λέξεις, που πηγαίνουν από το μανάρι στο χωματομαξέλαρο. Θα μπορούσα να βάλω κι αυτό τον τίτλο, άλλωστε.

Παραθέτω στα επόμενα το δεύτερο μέρος από το γλωσσάρι. Οι λέξεις είναι βέβαια αμοργιανές, αλλά θα με ενδιέφερε αν τις ξέρετε και αν ακούγονται και σε άλλες περιοχές. Σε μερικές, λίγες, λέξεις έχω βάλει στο τέλος κάποια δικά μου σχόλια, με πλάγια και με την ένδειξη ΝΣ.

μανάρι (το)  συνεκδ.  το μαχαίρι  που σφάζει το αρνί.   παροιμία: Της τύχης τα μελλούμενα μανάρι δεν τα κόβει.

μαντελάς (ο), οι μαντελάδοι  <ιταλ. mantella (μανδύας)  το σκιάχτρο.   Παροιμία: Από τ’ Αγι’ Αντωνιού το βράδυ που γίνονται οι μαντελάδοι.

μαμουζάδες (οι)  οι  γαλότζες

μαρτακούδι (το)  το μανουσάκι, ζαμπάκι  (Narcissus serotinus)   Εζήτηξέ μου την γαμπρός και του ’δωκα την κόρη σα μαρτακούδι άγριο στους κάμπους  και στα όρη.

μαρτίνικα (τα)   κυρίως στον πληθ.   τα  λίγα (έως 15-20) κατσίκια ή πρόβατα που  κατέχει μια οικογένεια.

μειογγίσι (το)  άκλιτο  λίγο, με το σταγονόμετρο   Με το μειογγίσι το βάζει το λάδι στο φαΐ, το λυπάται!

μέλ(λα) (η) <μέλας  1.η χιονίστρα 2.η πέτσα που σχηματίζεται σε βρασμένο γάλα, η κρούστα

μινόρι (το)  <minor;  μικρός συνοικισμός από (3-4)  κατοικιές (=αγροκατοικίες)  μακριά από το οργανωμένο χωριό. Η κατοικιά προϋποθέτει  φούρνο, στάβλους για τα ζώα, αχερόσταβλο, κοτέτσι, γιστέρνα,  περγαλίδια, αλώνι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 140 Σχόλια »

Η σαρμανίτσα των ποιητών κι ο Γούλας Μπούκουρης

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2013

Μια από τις 366 λέξεις του βιβλίου μου Λέξεις που χάνονται είναι η σαρμανίτσα. Σαρμανίτσα είναι η κούνια του μωρού. Το μοναδικό γενικό λεξικό που καταγράφει τη λέξη είναι, αν δεν κάνω λάθος, του Πάπυρου, το οποίο μας πληροφορεί ότι πρόκειται για δάνειο από τα κουτσοβλάχικα. Είναι λέξη κατεξοχήν ηπειρώτικη, αν και ακούγεται επίσης στη Θεσσαλία, στη Φθιώτιδα, στη Δ. Μακεδονία, ίσως κι αλλού.

pikermiΗ λέξη εμφανίζεται σε πολλά δημοτικά τραγούδια, π.χ. «που άφησα μικρό παιδί, μικρό στη σαρμανίτσα». Ένα παροιμιακό τετράστιχο που συγκρίνει τις οικιακές εργασίες υποστηρίζει ότι «Το κέντημα είναι γλέντησμα, η ρόκα είναι σεργιάνι, η σαρμανίτσα κι ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη». Ο Πετρολούκας Χαλκιάς, σε συνέντευξή του, είπε για τα ηπειρώτικα τραγούδια: «Μ’ αυτά τα τραγούδια με νανούριζε η μάνα μου στη σαρμανίτσα». Παρεμπιπτόντως, canticu di sarmanitsa είναι στα κουτσοβλάχικα το νανούρισμα.

Μια άλλη παροιμία με τη σαρμανίτσα, που δεν την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο επειδή την έμαθα αργότερα, είναι: «Καλού κακού ας βρίσκεται και μια σαρμανίτσα στο μοναστήρι». Καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο μοναστήρι αποκλείεται να χρειαστεί κούνια για νεογέννητο μωρό, αλλά ποτέ δεν ξέρει κανείς -οπότε, καλού κακού, ας βρίσκεται.

Ο ηπειρώτης Γ. Κοτζιούλας, θυμώντας τα στερημένα παιδικά του χρόνια, που τα πέρασε χωρίς παιχνίδια, έγραψε: «Εμείς δεν ξέραμε ούτε μπάλες ούτε χαρταϊτούς ούτε σιδερόδρομους. Αυτά δε συνηθίζονταν εκεί, γιατί θέλουν παράδες κι εμείς δεν είχαμε. Ένα φτηνό βραγκανίδι [κουδουνίστρα] όλο όλο μας έπαιρναν οι δικοί μας όταν είμασταν μικρά, στη σαρμανίτσα, να μας το βροντάν αποπάνω και να μερώνουμε, να παύουμε το κλάμα. Αυτό το μοναδικό μας παιγνίδι φυλάγουνταν ύστερα για τ’ άλλα παι­διά που θα ‘ρχονταν πίσω από μας» (από το αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ποίηση, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 143 Σχόλια »