Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Λέων Τολστόι’

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 3

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει δυο άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019 και ένα τον Οκτώβριο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* O ύποπτος σουμπεγιές

Τον Γενάρη του 1825, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης γράφει στον Κασομούλη, που έχει αφήσει το Μεσολόγγι για να πάει στο Ανάπλι, συνοδεία του Μαυροκορδάτου:

καθώς απέρασες εις Μωρέαν δεν έλαβα κανένα σου γράμμα, και είμαι εις μεγάλον σιουμπεγέν, ότι δεν ηξεύρω τι τρέχει αυτού.

Ο Βλαχογιάννης εξηγεί: υποψία

Η λέξη υπάρχει σήμερα στη Λευκάδα, αν πιστέψουμε το Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος :

σουμπεγιές (ο): κάτι που μας προσθέτει σκοτούρες, έγνοιες, φροντίδες. “Εβάλαμε ένα σουμπεγιέ στο κεφάλι μας”.

Ως προς την ετυμολογία, το λευκαδίτικο λεξικό του Λάζαρη γράφει: από ιταλ. subbietto = ὑποκείμενον, ἄτομον, αἰτία, ὑπόθεσις.

Αμφιβάλλω αν υπάρχει τέτοια ιταλική λέξη (soggetto δεν είναι το υποκείμενο; ). Τα αρσενικά σε -ές είναι κατά κανόνα τούρκικα δάνεια και η Λευκάδα δεν είναι όπως τ’ άλλα Εφτάνησα λεξιλογικώς, έχει πιο πολλά κοινά με τη Δυτική Ελλάδα.

Και πράγματι, θυμάμαι ότι ο (τζουμερκιώτης) Κοτζιούλας κάπου γράφει:΅
Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ᾿ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς. Κοτζιούλας, Η βάβω η Θόδω

Ολοφάνερα, σιουμπιές και σιουμπεγιές είναι ίδια λέξη και το σι- αποδίδει το παχύ σ.

Οπότε, η ετυμολογία είναι, είμαι βέβαιος, το τουρκικό şüphe = υποψία.

* Όχι χωρίς τη μάσκα μου

Το σύνθημα της παρούσας φάσης στο Λουξεμβούργο είναι «Όχι χωρίς τη μάσκα μου», που διατυπώνεται στα λουξεμβουργέζικα, Net ouni meng mask, ακόμα και όταν οι άλλες οδηγίες δίνονται στα γαλλικά, τα αγγλικά ή άλλες γλώσσες.

Oι γερμανομαθείς θα αναγνωρίσουν το nicht ohne meine Maske.

Τύποι όπως meng αντί για mein είναι συνηθισμένοι σε γερμανικές διαλέκτους. Φαντάζομαι πως ένας γνώστης των γερμανικών διαλέκτων θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τα λουξεμβουργιανά, που «πήραν προαγωγή» σε επίσημη γλώσσα κράτους σχετικά πρόσφατα.

* Στο ιστολόγιο μπορώ να βλέπω με ποιους όρους αναζήτησης στο γκουγκλ έφτασαν ως εμένα οι διάφοροι αναγνώστες. Δεν το κοιτάζω συχνά, αλλά σήμερα έπεσε το μάτι μου σε κάποιον που έβαλε στο γκουγκλ αναζήτηση για τη φράση:

ποιούν την ίσα αντί, προφανώς, ποιούν την νήσσα.

Δεν το είχα ξαναδεί αυτό το ραμόνι!

* προενταξιακή

γεωστρατηγικά

στοχευμένη

αναστρεψιμότητα

γυναικοκτονία

περιαγωγή

Τι κοινό έχουν αυτές οι λέξεις;

Θα μπορούσα να το αφήσω για κουίζ, αλλά ας το πάρει το ποτάμι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Λουξεμβούργο, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Τότε ήταν τα γαλλικά

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2020

Στο Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, όταν φτάσουμε στο 1812 και ο Ναπολέων έχει επιτεθεί στη Ρωσία και πλησιάζει απειλητικά στη Μόσχα, ο συγγραφέας μάς λέει πως οι Μοσχοβίτες αστοί, μπροστά στο κακό που ερχόταν και φαινόταν ακάθεκτο το έριξαν στις διασκεδάσεις, σαν αντίδραση για να μην σκέφτονται τα δεινά που τους περίμεναν. «Καιρό είχαν να διασκεδάσουν τόσο στην παλιά πρωτεύουσα, όσο εκείνη τη χρονιά». Παλιά πρωτεύουσα, διότι την εποχή εκείνη πρωτεύουσα ήταν η πόλη του Πέτρου, το Πέτρογκραντ, μετεπειτα Λένινγκραντ, τώρα Πετρούπολη αλλά όχι πια πρωτεύουσα.

Με μια διαφορά: σε πολλά μοσχοβίτικα σαλόνια επειδή τα γαλλικά ήταν πια η γλώσσα του εχθρού, η καλή κοινωνία απόφευγε να χρησιμοποιεί γαλλικά. Έτσι, στο κεφάλαιο 17 του 10ου βιβλίου, ο Τολστόι περιγράφει μια συζήτηση στο σαλόνι της υπέρπλουτης Ζιουλί Ντρουμπετσκάγια (βάζω τα ονόματα όπως τα αποδίδει η Κοραλία Μακρή), οπου η οικοδέσποινα επιπλήττει τους προσκαλεσμένους της, που χλευάζουν τον Πιέρ Μπεζούχοφ, λέγοντας:

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ανακατεύοντας ρωσικά και γαλλικά.

Να κάνω μια παρένθεση εδώ. Στη μετάφρασή της η Κοραλία Μακρή δεν ειδοποιεί τον αναγνώστη ποιες λέξεις και φράσεις είναι στα γαλλικά και ποιες στα ρωσικά, μεταφράζει όλο το κείμενο στα ελληνικά. Σε μια ιντερνετική συζήτηση ο φίλος μας ο Κορνήλιος είχε πει ότι δεν θα αγόραζε τη συγκεκριμένη μετάφραση γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, που το βρίσκω υπερβολικό. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο έχει σημασία να υποδεικνύονται οι γαλλικούρες των συνομιλητών -και η μεταφράστρια τις δηλώνει έμμεσα.

Λοιπόν, μόλις η Ζιουλί λέει

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ή, στα ρωσικά,

— Безухов est ridicule, но он так добр, так мил. Что за удовольствие быть так caustique?

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της και ένας νεαρός με στολή εθνοφύλακα, που η Ζιουλί τον αποκαλεί «ο ιππότης μου», φωνάζει:

— Πρόστιμο!

Και μαθαίνουμε πως όποιος ξεχνιόταν και παράβαινε τον κανόνα και χρησιμοποιούσε γαλλικές λέξεις ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει πρόστιμο, το οποίο πήγαινε σε κάποιο δημοσιο ταμείο για την πολεμική προσπάθεια. Αυτό ήταν πρωτοβουλία των αριστοκρατών που δέχονταν κόσμο στο σπίτι τους, όχι κάποιο άνωθεν επιβεβλημένο μέτρο.

Παρεμπιπτόντως, αν δείτε το ρωσικό κείμενο, η λέξη για το «πρόστιμο» είναι Штраф, στραφ. Αυτό δεν έχει σχέση με το δικό μας «πήγε στράφι», που είναι δάνειο από τα τουρκικά, έχει όμως σχέση με, ακριβέστερα προέρχεται από, το γερμανικό Strafe, τιμωρία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάποιος συγγραφέας που ήταν επίσης καλεσμένος, υποστήριξε πως η οικοδέσποινα έπρεπε επίσης να πληρώσει πρόστιμο για τον γαλλισμό που χρησιμοποίησε, διότι το «τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε» («Удовольствие быть» στο πρωτότυπο) δεν είναι ρωσική έκφραση.

Η Ζιουλί ευχαρίστως δέχεται να πληρώσει για το caustique, όχι όμως και για τον γαλλισμό, διότι δεν έχει λεφτά και καιρό να πάρει δάσκαλο για να μάθει ρωσικά.

Λίγο αργότερα, κι ενώ έχει έρθει στη συντροφιά και ο πρίγκιπας Πιέρ, η Ζιουλί του ρίχνει μια σπόντα για τη Νατάσα, εκείνος κοκκινίζει και δεν παραδέχεται τον έρωτά του, οπότε η Ζιουλί:

Ну, полноте, милый граф, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

Ελάτε τώρα, κύριε κόμη, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

δηλαδή: όλη η Μόσχα βοά. Εγώ σας θαυμάζω, λόγω τιμής!

Και βέβαια, ο νεαρός του προηγούμενου επεισοδίου φωνάζει πάλι «Πρόστιμο!» και η οικοδέσποινα ξεσπάει: «Καταντάει αδύνατο να μιλήσει κανείς».

Και σε πολλά άλλα σημεία στο αριστούργημα του Τολστόι οι αριστοκράτες παρεμβάλλουν λέξεις και φράσεις γαλλικές στην ομιλία τους. Ίσως όχι τυχαία, το μυθιστόρημα αρχίζει με μια γαλλορωσική παράγραφο, δηλαδή πιο πολλά γαλλικά από ρωσικά, όπου η Άννα Πάβλοβνα Σέρερ καταγγέλλει τον Ναπολέοντα στα γαλλικά με λίγες ρωσικές λέξεις ανάμεσα:

Eh bien, mon prince. Gênes et Lucques ne sont plus que des apanages, des поместья, de la famille Buonaparte. Non, je vous préviens que si vous ne me dites pas que nous avons la guerre, si vous vous permettez encore de pallier toutes les infamies, toutes les atrocités de cet Antichrist (ma parole, j’y crois) — je ne vous connais plus, vous n’êtes plus mon ami, vous n’êtes plus мой верный раб, comme vous dites. Ну, здравствуйте, здравствуйте. Je vois que je vous fais peur, садитесь и рассказывайте.

Οπότε, είναι και κουραστικό να υποσημειώνει ο μεταφραστής ποιες φράσεις λέχθηκαν στα γαλλικά στο πρωτότυπο. Σήμερα που η γαλλομάθεια έχει υποχωρήσει φαντάζομαι πως και οι Ρώσοι αναγνώστες του Τολστόι θα έχουν ανάγκη από υποσημειώσεις. Άλλωστε στη Βικιθήκη το κείμενο του Τολστόι συνοδεύεται από υποσημειώσεις με μετάφραση των γαλλικών αποσπασμάτων.

Βέβαια, μόνο οι αριστοκράτες (και οι στρατιωτικοί, που είναι περίπου το ίδιο) διανθίζουν τον λόγο τους με γαλλικά, όχι ο λαός. Διαβάστε τον Τολστόι και θα νιώσετε γιατί ήταν αναπόφευκτη η οκτωβριανή επανάσταση.

Όμως με γαλλικά διάνθιζε τον λόγο της, εκατό χρόνια μετά τους Μοσχοβίτες του Τολστόι, και η ελληνική καλή κοινωνία, κι αυτό έχει αποτυπωθεί και σε ελληνικά λογοτεχνικά έργα.

Θα υπάρχουν πολλά του μεσοπολέμου όπου ο διάλογος των μεγαλοαστών διανθίζεται με γαλλικούρες, εγώ θυμάμαι τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση. Ο Κλέο (Κλέαρχος) Κιτρινάκης, ο εξ απορρήτων των Σκλαβογιάννηδων, σκορπίζει αφειδώς γαλλικές φράσεις, όπως:

— Κάθε άλλο! Τον σεβόμαστε όλοι. Ήταν τόσο κύριος! Un prince doublé d’un général, quoi!

όταν απορεί για ποιο λόγο παραιτήθηκε κι έφυγε άρον άρον ο Αρκάνοφ, πρίγκιπας και στρατηγός στην τσαρική Ρωσία, που είχε καταντήσει να δουλεύει σοφέρ για τους Σκλαβογιάννηδες.

Κι άλλοι όμως χρησιμοποιούν γαλλικά στο μυθιστόρημα και βέβαια ο Καραγάτσης δεν έχει βαλει υποσημειώσεις -όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.Το 1938 η γαλλομάθεια ήταν ίσως μεγαλύτερη από τη σημερινή, αν όχι στον γενικό πληθυσμό πάντως μεταξύ του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, οι γαλλικές φράσεις στον Γιούγκερμαν δεν είναι πολλές και δεν νομίζω πως αποτελούν σοβαρό πρόβλημα ακόμα κι αν ο αναγνώστης δεν ξέρει γρυ γαλλικά.

Ο Καραγάτσης παραθέτει τις φράσεις στα γαλλικά. Ο Ψαθάς στη Μαντάμ Σουσού νομίζω πως τις μεταγράφει με το ελληνικό αλφάβητο. Δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο αυτό, αλλά θυμάμαι ένα απόσπασμα, όπου κουτσομπολεύουν τη Σουσού κάποιοι, αναπαράγοντας φήμες που διαδίδονται για το πρόσωπό της, ότι ήταν στο εξωτερικό αλλά ήρθε στην Αθήνα επειδή «δεν μπορούσε να συνεχίσει λα βι σκανταλαίζ κ’ ελ μεναί» (τη σκανδαλώδη ζωή που έκανε). Ούτε ο Ψαθάς βάζει επεξήγηση της γαλλικούρας, βέβαια.

Τα γαλλικά είχαν αυτόν τον ρόλο, της κυρίαρχης ξένης γλώσσας, ίσαμε τον δεύτερο πόλεμο. Κάποτε είχαν και τα ελληνικά παρόμοια θέση, πολύ παλιότερα, μετά τα λατινικά, μετά, για ένα διάστημα στη Μεσόγειο, ήταν τα ιταλικά. Το να αναδειχτεί μια γλώσσα σ’ αυτή τη θέση ελάχιστα καθορίζεται από «εγγενείς αρετές» της γλώσσας, διότι αν ήταν έτσι δεν θα έδυε η μια παγκόσμια γλώσσα για ν’ ανατείλει η άλλη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική ισχύς και το πολιτισμικό γόητρο του πολιτισμού που είναι φορέας της κάθε γλώσσας.

Σήμερα είναι τα αγγλικά -αλλά σήμερα υπάρχει μια διαφορά, ο γενικευμένος αλφαβητισμός. Στη Ρωσία του 1820 ο μουζίκος δεν είχε την παραμικρή επαφή με τις γαλλικούρες των αφεντάδων του. Στην Ελλάδα του 1920 ο λαϊκός άνθρωπος θα έπιανε ξώφαλτσα κάποιο γαλλικό. Στην Ελλάδα του 2020 αγγλικά ξέρουν όλοι, ή τέλος πάντων όλοι οι νεότεροι, και έρχονται σε στενή και ολόπλευρη επαφή με την κυρίαρχη γλώσσα. Ο Πετρούνιας έλεγε ότι αυτό επηρεάζει διαφορετικά την εξέλιξη της ελληνικής:

Παλιότερα, η καθαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επικαλύ­πτονταν σε μεγάλο βαθμό. H παραδοσιακή καθαρεύουσα στηριζόταν ενμέρει στα γαλλικά. Όμως η γλώσσα αυτή ήτανε γνωστή σε λίγους, ενώ η κα­θαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επίσης περιορίζονταν σε μικρό αριθμό ομιλητών, έτσι ώστε η ευρύτερη γλώσσα, παρόλο που φυσικά εξε­λισσόταν, παρέμενε αυτόνομη και δέν πλησίαζε πολύ προς τα γαλλικά.

Σήμερα η νεοκαθαρεύουσα μιμείται πραγματικά ή υποθετικά πρότυπα της αγγλικής, επηρεάζοντας και το λόγιο ιδίωμα. Τούτο, λόγω της διάδο­σης της παιδείας, γίνεται ευρύτερα γνωστό, ενώ και γενικότερα η πλειονό­τητα των νέων μαθαίνει αγγλικά, έτσι ώστε η εξέλιξη αυτή ενισχύεται και απο μή λόγιο δανεισμό. Το αποτέλεσμα είναι οτι ολόκληρη η νέα ελληνική εξαγγλίζεται. Ολόκληρο το άρθρο εδώ.

Μου έλεγε τις προάλλες ένας φίλος, από μεγάλη επαρχιακή πόλη, ότι ο οχτάχρονος γιος του, καθώς τώρα με την καραντίνα είναι κλεισμένος στο σπίτι και έχει κολλήσει στο Γιουτούμπ, έχει μάθει καλά αγγλικά -με αμερικάνικη προφορά- αλλά και έχει βάλει αγγλισμούς στον λόγο του:

— Δεν δουλεύει το κόλπο σου, πατέρα, είπε τις προάλλες.

Αν ήταν στο σαλόνι της Ζιουλί, μπορεί να απαιτούσαν να πληρώσει πρόστιμο.

Να κλείσουμε με Τολστόι. Το κεφάλαιο που λέγαμε τελειώνει με την Ζιουλί να κουτσομπολεύει την πριγκίπισσα Μπαλκόνκσκαγια, που προσπαθώντας να φύγει από τα Λίσι Γκόρι βρέθηκε σε δύσκολη θέση αλλά την έσωσε ο Νικολάι Ροστόφ.

Και αφού κάποιος παρατηρήσει πως αυτή η φασαρία έγινε για να βρεθούν γαμπροί για όλες τις μεγαλοκοπέλες, η οικοδέσποινα παρατηρεί:

— Και, ξέρετε, ενώ νομίζω πως η Μαρία είναι un petit peu amoureuse du jeune homme. [λιγάκι ερωτευμένη με τον νεαρό]

Οπότε βέβαια όλοι φωνάζουν εν χορώ: Πρόστιμο! Πρόστιμο! Πρόστιμο!

Και η καημένη η Ζιουλί εξανίσταται:

— Μα, τελοσπάντων, πώς να το πει κανείς αυτό στα ρωσικά;

 

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλώσσες, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 253 Σχόλια »

Άρθρο 4000

Posted by sarant στο 20 Δεκεμβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, οπότε κανονικά θα έβαζα σήμερα μιαν επανάληψη -αλλά έχουμε ένα ορόσημο σήμερα, οπότε θα του αφιερώσω το σημερινό (αναγκαστικά σύντομο) άρθρο.

Το ορόσημο είναι ότι το σημερινό άρθρο είναι το υπ’ αριθμόν 4000 από τότε που άρχισε να λειτουργεί το ιστολόγιο, στις 16 Φεβρουαρίου 2009. Από τότε ως σήμερα είναι 3960 μέρες (δεν κάθισα να τις μετρήσω μία προς μία, το λογάριασε το μηχανάκι εδώ) που σημαίνει ότι έχουμε λίγο περισσότερα άρθρα από ένα τη μέρα (τα πρώτα χρόνια τύχαινε να μη γράψω μερικές μέρες, αλλά τύχαινε να βάλω και δυο άρθρα τη μέρα· από τις 28/1/2014 γράφω κάθε μέρα άρθρο αλλά σπανίως έχω δεύτερο την ίδια μέρα -φέτος ας πούμε δεν είχα κανένα δίκροκο).

Αυτές οι τέσσερις χιλιάδες άρθρα είχαν συνολικά κάπου 5.422.000 λέξεις. Βέβαια, δεν τις έγραψα όλες εγώ, αφού πολύ συχνά παραθέτω μικρά ή μεγάλα αποσπάσματα από άρθρα άλλων. Ούτε όλα τα άρθρα τα έγραψα εγώ -συχνά έχουμε συνεργασίες, αυτή τη βδομάδα ας πούμε είχαμε το άρθρο του Νίκου Παντελίδη για το αιγινήτικο ιδίωμα, φέτος είχαμε πάνω από δέκα συνεργασίες του Νίκου Νικολάου, κάθε δεύτερη Τρίτη έχω τα αποσπάσματα από τα βιβλία του πατέρα μου, ενώ δεν είναι σπάνιες και οι ευκαιριακές συνεργασίες φίλων του ιστολογίου ή οι αναδημοσιεύσεις άρθρων.

(Να βάλουμε ένα μέτρο σύγκρισης για τα 5.400.000 λέξεις; Συνηθισμένο μέτρο του εκτενούς έργου είναι το Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, αν και δεν είναι το εκτενέστερο μυθιστόρημα. Το αριστούργημα του Τολστόι, λοιπόν, πιάνει 587.000 λέξεις, άρα έχουμε δημοσιεύσει εδώ εννιά φορές τον όγκο του -βεβαια, ο κύριος Λέων γράφει καλύτερα).

Λοιπόν είναι ένας όχι ευκαταφρόνητο σώμα κειμένων -και μόνο ποσοτικά να το δει κανείς- και επιπλέον είναι ένα σώμα κειμένων που συχνά δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που ανακύπτουν εδώ κι εκεί, γλωσσικά και όχι μόνο. Οπότε, καθώς κάνω αυτόν τον απολογισμό, θα ήταν ψέματα αν έλεγα πως δεν καμαρώνω. Όχι μόνο ή τόσο για όσα έχω γράψει αλλά επειδή στο εγχείρημα αυτό, που κρατάει σχεδόν έντεκα χρόνια με αυτή τη συχνότητα και την πυκνότητα, έχω την τύχη να έχω συγκεντρώσει μια εκλεκτή ομήγυρη σχολιαστών (και σχολιαστριών, αν και θα θέλαμε περισσότερες) που με τα σχόλιά τους αυξάνουν κατακόρυφα την αξία κάθε άρθρου. (Αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε κενός έπαινος. Τυχαία έπεσα προχτές σε συζήτηση σε φόρουμ, και μάλιστα νεανικο, όπου αναγνώστης παίνευε το ιστολόγιο και έγραψε: «Το πολύ ζουμί είναι στα σχόλια … Θησαυρός»). Σε αυτά τα 4000 άρθρα έχουν γίνει 583.000 σχόλια, κατά μέσον όρο περί τα 145 ανά άρθρο, αν και τα πρώτα χρόνια είχαμε λιγότερα σχόλια. Τελευταία έχουμε γύρω στα 180 σχόλια κατά μέσον όρο σε κάθε άρθρο. Δεν είναι και λίγα, σας ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Κινηματογράφος, Πρόσφατη ιστορία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Η καθημερινότητα και η εξωστρέφεια

Posted by sarant στο 16 Οκτωβρίου, 2018

Θα αναρωτιέστε τι κοινό έχουν αυτές οι δυο λέξεις και γιατί συγκατοικούν στον τίτλο.

Εκ πρώτης όψεως όχι πολλά, αλλά απασχολούν και οι δυο εναν φιλο του ιστολογιου, ο οποίος μού έθεσε ορισμένα ερωτήματα, που θα σας τα παρουσιάσω να δω και τη δική σας γνώμη.

Μου γράφει ο φίλος:

Με αρκετές λέξεις νοιώθω αμήχανα: όχι τόσο επειδή είναι καινούργιες, όσο επειδή δεν καταλαβαίνω το νόημα τους, όσο και να προσπαθώ.

Δύο χαρακτηριστικές τέτοιες λέξεις είναι η “καθημερινότητα” και η “εξωστρέφεια”. Από όσο γνωρίζω δεν θα τις βρει κανείς στα παλιά λεξικά. Δεν είναι όμως λέξεις που προέρχονται από την αργκό, και η λογιοσύνη τους είναι χτυπητή.

Καθημερινότητα παλιότερα ονομαζόταν αραιά και πού η ρουτίνα. Σήμερα όμως έχει αποκτήσει νέες ιδιότητες, που μέχρι πρότινος ήταν στη σφαίρα αρμοδιότητας της καθημερινής ζωής. Εξωστρέφεια αμφιβάλλουμε αν υπήρχε σαν λέξη μέχρι πριν λίγα χρόνια, και είναι η μεταφορά μιας ψυχολογικής ή και ψυχιατρικής έννοιας στην κοινωνική και πολιτική μας ζωή.

Καμία από τις δύο λέξεις δεν έχει ακριβή μετάφραση στα αγγλικά, και γι αυτό κανείς αναρωτιέται πού στον κόρακα μας φύτρωσαν, αφού τέτοιου είδους λέξεις συνήθως μας έρχονται από έξω. Δεν υπάρχουν ούτε everydayness (τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι πολύ πρόσφατα) ούτε extrovertedness. Υπάρχουν το επίθετο everyday, που έχει την έννοια όμως του κοινού, του συνηθισμένου (άρα και αδιάφορου) καθώς και το extrovert, που σημαίνει εξωστρεφής, αλλά με πιθανώς αρνητικές προεκτάσεις, όπως σε έναν επιδειξιομανή ή και επιδειξία ακόμα.

Η καθημερινότητα παρουσιάζεται σαν μία έννοια χωρίς αρνητική φόρτιση, ίσως και με ελαφρώς θετική. Παράξενο για μία λέξη που μέχρι πριν λίγα χρόνια είχε μόνο την έννοια της ρουτίνας, η οποία σπάνια απαντάται με θετικό πρόσημο. Ενώ η επέκταση των εννοιών που καλύπτει κάνει πολύ δύσκολο να την ξεχωρίσει κανείς από την καθημερινή ζωή. Μάλιστα, εξωραΐζει την καθημερινή ζωή, τόσο ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι “η καθημερινότητα είναι το λάιφσταϋλ του φτωχού”. Αλλά τότε, οι αριστεροί τουλάχιστον, που επαγγέλλονται την αλλαγή της ζωής όλων, θα έπρεπε να αποφεύγουν τη λέξη.

Η εξωστρέφεια είναι ακόμα χειρότερη περίπτωση: αποτελεί δάνειο από την ψυχολογία στην κομματική ορολογία, όπου η καλή “εξωστρέφεια” ανταγωνίζεται την κακή “εσωστρέφεια”, με τη δεύτερη να σημαίνει τις εσωκομματικές διαφωνίες (και κατά συνέπεια όμως την ουσιαστική πολιτική συζήτηση) και την πρώτη τίποτα παραπάνω από την προπαγάνδιση των κομματικών θέσεων με ζέση (και ταυτόχρονα υποταγή στην εκάστοτε κομματική γραμμή). Σήμερα παρουσιάζεται σαν κάτι απαραίτητο για οποιαδήποτε υπηρεσία ή οργανισμό, δημόσιο, συνεταιριστικό ή ιδιωτικό, αν και παραμένει ασαφές τι ακριβώς πρέπει κανείς να κάνει για να την επιτύχει. Να αρχίσει να φωνάζει μέχρι να ασχοληθούν όλοι μαζί του; Ή μήπως ακόμα και να βγάλει το μόριο του στη φόρα, εν ανάγκη να τα κοπανάει και στο τραπέζι, όπως κάνουν ορισμένοι ακραία εξωστρεφείς;

Προσπαθώ να καταλάβω ποια ακριβώς ανάγκη προσπαθούν να καλύψουν αυτές οι δύο λέξεις, και δεν μπορώ να τη βρω. Αν μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει, θα ήμουν ευγνώμων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Παλιό καλό κρασί σε καινούργιο φίνο μπουκάλι

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2011

Κάποιο ρητό του Ευαγγελίου λέει ότι δεν πρέπει να βάζεις καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά, αλλά για το παλιό κρασί δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια ανάλογη συμβουλή. Ούτως ή άλλως όμως για τις οινολογικές μου γνώσεις δεν παινεύομαι –προτιμώ να το πίνω παρά να του κάνω κριτική– και σομελιές δεν φιλοδοξώ να γίνω. Ο τίτλος, άλλωστε, είναι μεταφορικός: για βιβλίο θα σας μιλήσω.

Η Άννα Καρένινα του Τολστόι έχει μεταφραστεί κάμποσες φορές στη γλώσσα μας: σχετικά πρόσφατη μετάφραση είναι της Κοραλίας Μακρή, που ξεχωρίζει από τον εξεζητημένα ρωσοπρεπή τίτλο της, Άννα Καριένινα. Ο τίτλος μ’ έκανε να μην  αγοράσω το βιβλίο, πέρσι-πρόπερσι που το έδινε κάποια εφημερίδα.

Ίσως έκανα καλά που περίμενα. Οι εκδόσεις Άγρα κυκλοφόρησαν τον Δεκέμβρη το μυθιστόρημα του Τολστόι, σε μετάφραση του μέγιστου Άρη Αλεξάνδρου, η οποία είχε ξανακυκλοφορήσει στη δεκαετία του 1960. Πρόκειται λοιπόν για παλιό, καλό κρασί.

Όμως, σε καινούργιο, φίνο μπουκάλι· διότι, πέρα από την υλική ποιότητα της έκδοσης, που δεν είναι αμελητέα σε ένα βιβλίο 1250 σελίδων, όπου θέλεις καλό, λεπτό χαρτί και γερό δέσιμο για να μη γίνει φύλλο-φτερό, η έκδοση της Άγρας έχει χορταστικούς προλόγους και επίμετρο, συνολικά 75 σελίδες επιπλέον υλικό.

Για τα μεγάλα έργα, λένε ότι κάθε γενιά θέλει τη δική της μετάφραση, και το βλέπουμε αυτό π.χ. στον Όμηρο. Η μετάφραση του Αλεξάνδρου, πάντως, διατηρείται αγέραστη: ζήτημα είναι αν έχει πάρει μια ή δυο μικρές ρυτιδούλες στα σχεδόν 50 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 57 Σχόλια »