Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Λεωνίδας Βρεττάκος’

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2020

Πριν από ένα μήνα άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά η προηγούμενη δεύτερη συνέχεια κατ’ εξαίρεση είχε δημοσιευτεί Πέμπτη.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Bρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, όταν οι τρεις φίλοι αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, λένε ιστορίες με φαντάσματα.

[Είδα πως η συζήτηση βάρυνε και ο νταλικέρης έδειχνε να αδημονεί ακούγοντάς τους. Πιστός στο πνεύμα της «ομάδας των αποβλήτων» προσπάθησα να λαφρύνω λίγο την κουβέντα μας.]

«Μια που το έφερε η κουβέντα στα φαντάσματα, στο δικό μου χωριό, ξέρετε, βγαίνουνε τρία φαντάσματα ή ξωτικά, όπως τα λένε εκεί. Το ένα είναι ενός χωριανού, που ύστερα από ένα φόνο που έκανε στα νιάτα του, έφυγε στην Αμερική αλλά εκεί έγινε γκάνγκστερ και στο τέλος τον απελάσανε και τον ξαναστείλανε πίσω και κάποιος τον εσκότωσε σ’ ένα γδικιωμό. Το φάντασμά του το έβλεπε ταχτικά ο Μήτσακας που είχε μια ταβέρνα στο χωριό. Όπως έλεγε του θείου μου, το φάντασμα ερχόταν να τον δει αργά το βράδυ, σαν έφευγε και ο τελευταίος πελάτης, την ώρα που αυτός, πιωμένος κανονικά, έκλεινε την ταβέρνα. Πιάνανε κουβέντα ανηφορίζοντας προς το σπίτι του. Όταν πλησιάζανε εκεί, γινότανε ταραχή. Το μουλάρι χλιμίντριζε, τα βόδια μουκανίζανε, τα σκυλιά αλυχτούσαν και οι κούροι [κόκορες] κράζανε. Απ’ όξω από το σπίτι το φάντασμα σταματούσε. “Να μην έρθω πιο κοντά και σκιαχτεί η γυναίκα σου” έλεγε και χανόταν στο σκοτάδι.

»Το δεύτερο φάντασμα ήταν ένα “τυλιχταρούδι”, ένα βρέφος φασκιωμένο δηλαδή, που έβγαινε τη νύχτα, όταν είχε πανσέληνο, στη ρεματιά δίπλα στο χωριό μας. Αλίμονο στον ανύποπτο διαβάτη που θα προσπαθούσε να το πάρει στα χέρια του. Έχανε τα συλλοϊκά του.

»Το τρίτο τέλος φάντασμα ήταν “μεσημερίτης”, από κείνα δηλαδή που παρουσιάζονται ντάλα μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, σε χαλάσματα ή βράχους που πυρπολεί ο ήλιος ή στις σπάνιες πηγές του τόπου. Ο δικός μας μεσημερίτης εμφανιζόταν στη βρύση, που είναι κοντά στο μοναστήρι του Αϊ-Νικόλα. Ήταν ένας γέρος με μακριά γένια, που πρόβαλε μέσα από το νερό κι αν έκανες το λάθος και του μιλούσες, αυτός μεν χωνόταν πίσω στην πηγή και χανόταν, εσύ δε έχανες τη μιλιά σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »