Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Λεώνικος Καλαχώρας’

Η νεράιδα και το αγρίμι (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 11 Νοεμβρίου, 2018

Την Κυριακή έχουμε καθιερώσει θέμα λογοτεχνικό ή φιλολογικό, οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ενα διήγημα που μου έστειλε ο φίλος μας ο Λεώνικος. Θα θυμίσω ότι άλλες δύο φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του διηγήματα στο ιστολόγιο (εδώ το δεύτερο από αυτά, που έχει και λίκνο προς το πρώτο).

Η νεράιδα και το αγρίμι

Τα τραγούδια της δεν ήσαν ίσως σε όλων το στόμα, γιατί δεν ήσαν από τα πιο εύκολα, ούτε ιδιαιτέρως ‘γλεντζέδικα’ και με κάποιες επισημάνσεις που φανέρωναν βαθύτερο στοχασμό. Επομένως ήταν μάλλον δημοφιλής παρά διάσημη· χαμηλών τόνων ως προς την προσωπική της ζωή, πάντα νέα και ωραία, βρέθηκε ξαφνικά στο χωριό.

«Το έσκασα απ’ όλους και απ’ όλα! Θα ξεκουραστώ… θα χαλαρώσω κι ελπίζω να επιστρέψω πιο δυνατή!» δήλωσε σε κάποιον δημοσιογράφο που την ξετρύπωσε σχεδόν κατά τύχη.

Στο χωριό όμως με τους διακόσιους, κατοίκους, μαζί με τους περιστασιακούς, δεν μπορούσε να ξεφύγει. Φυσικά όλοι έτρεξαν να τη δουν στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο όπου έπινε καφέ, κι εκεί αποδείχτηκε πολύ καταδεχτική· μιλούσε με όλους, χάιδευε τα παιδιά, τάιζε τα ζωντανά, και τη λάτρεψαν· αλλά μάταια της ζήτησαν να τραγουδήσει. «Άλλη φορά! Άλλη φορά!» έλεγε διαρκώς, αν κι έκανε κάποιες μικρές παραχωρήσεις μ’ ένα δυο τραγούδια, ποτέ παραπάνω, στα σπίτια που την καλούσαν για φαγητό.

Άγνωστο πώς, μάλλον η κόρη του είχε μεσολαβήσει, φιλοξενήθηκε αρχικά στο σπίτι του κοινοτάρχη, ενός απλοϊκού καλοσυνάτου ανθρωπάκου που είχε εμπορικό. Και μια μέρα την είδαν ακόμα και στο μαγαζί, να πουλάει κόσκινα, λιβάνι, λουκούμια, σαπούνι, παντούφλες και γυαλιά για λάμπες πετρελαίου.

Έτσι απομυθοποιήθηκε. Και πριν περάσει η εβδομάδα, μια κι είχε καλοκαιριάσει πια για τα καλά, ήρθαν συγγενείς κι έπρεπε να μετακομίσει.

Ο Κοτρώνης, ιδιοκτήτης του ανταγωνιστικού παντοπωλείου κι εξέχον επίσης μέλος της τοπικής κοινωνίας, την διεκδίκησε. Αλλ’ ούτε αυτός είχε δωμάτια πολλά. Φόρτωσε τις δυό του κόρες εννιά κι έντεκα χρονώ στην πεθερά του, για να την φιλοξενήσει. Αλλ’ εκείνη πήρε χαμπάρι ότι η γριά την πήρε με κακό μάτι, έβαζε πολλά με το νού της, σουρτούκω την ανέβαζε, σουρτούκω την κατέβαζε, και δεν ξημέρωσε σπίτι του ούτε μια φορά.

Μετά από μερικές προτάσεις που αποδείχτηκαν αβάσιμες, είτε γιατί τα σπίτια ήσαν σ’ ελεεινή κατάσταση είτε επειδή περίμεναν μουσαφιραίους, κάποιος μίλησε και για τις χήρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 114 Σχόλια »

Νερό αγάμπεϊμ – Σού αδερφέ μου (Διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 4 Οκτωβρίου, 2015

Πέρυσι τέτοιον καιρό είχα δημοσιεύσει ένα διήγημα του φίλου μας του Λεώνικου. Πριν από λίγο καιρό μού έστειλε ένα ακόμα διήγημά του, «για τη Μικρασιατική Καταστροφή», όπως υποσημειώνει, και το δημοσιεύω με χαρά.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσω ότι «σου» είναι το νερό στα τούρκικα, μια λέξη που έχει αφήσει κάποια ίχνη στο ελληνικό λεξιλόγιο, ας πούμε «σούμπασης» ήταν ένας αξιωματούχος στο οθωμανικό κράτος που είχε αρμοδιότητα την ύδρευση, ενώ μια από τις παραλλαγές της παροιμίας «για την κενόδοξη σύζυγο» είναι και η «να με λένε σουμπασίνα, κι ας πεθαίνω από την πείνα. Σήμερα επιβιώνει το επώνυμο Σούμπασης. Έχουμε επίσης το «σουλαντίζω» που σημαίνει ποτίζω (από τον αόριστο του αντίστοιχου τουρκικού ρήματος), και σουλαντιστήρι το ποτιστήρι. Τέλος, το θεσσαλονικιό τοπωνύμιο Σεΐχ Σου σημαίνει «νερό του σεΐχη», από μια βρύση που υπήρχε στην περιοχή.

Μια άλλη λέξη που έχει το διήγημα και δεν είναι γνωστή είναι η ταρίκα, που σημαίνει τάγμα στους σούφηδες και στον μουσουλμανικό μυστικισμό.

Αλλά ας δώσουμε τον λόγο στον Λεώνικο.

Νερό αγάμπεϊμ, Σου αδερφέ μου

Σε όλες τις γενναίες ψυχές
πάνω από λαούς και γλώσσες

Ο Ο­σμάν ά­νοι­ξε τα μά­τια, πή­ρε βα­θιά α­νά­σα, α­φου­γκρά­στη­κε την ή­ρε­μη α­να­πνο­ή της φα­μί­λιας του και χα­σμου­ρή­θη­κε· τε­ντώ­θη­κε και μ’ έ­να ‘χα’ πε­τά­χτη­κε πά­νω. Αυ­τό το ‘χα’ ή­ταν το πιο χαρακτηριστικό μέ­ρος της κα­θιε­ρω­μέ­νης πρω­ι­νής ιε­ρο­τε­λε­στί­ας του σπι­τι­κού του· του ά­νοι­γε το στή­θος, το λαι­μό και, το πιο ση­μα­ντι­κό, ει­δο­ποι­ού­σε τους τυ­χόν γκρι­νιά­ρη­δες και μα­χμουρ­λή­δες ό­τι το σπί­τι εί­χε ξυ­πνή­σει και ο α­φέ­ντης ή­ταν έ­τοι­μος, μια χα­ρά· σι­δε­ρέ­νι­ος α­πό υ­γεί­α και α­πό ό­ρε­ξη γε­μά­τος.

Κα­νέ­νας ό­μως δεν κου­νή­θη­κε σή­με­ρα· ού­τε παι­δί, ού­τε η γυ­ναί­κα του, το πιο προ­κομ­μέ­νο κο­ρί­τσι του ντου­νιά, που τον προ­λά­βαι­νε πά­ντα. Ο φό­βος βλέ­πεις! Ο φό­βος που, μέ­ρες τώ­ρα, ερ­χό­ταν ύ­που­λα, σα σκι­ά, και σι­γά σι­γά τους πλά­κω­νε την καρ­διά, τους μάρ­γω­νε τα μέ­λη και τους έ­κλε­βε τη χα­ρά. Εί­χε, βλέπεις, κλά­ψει α­πο­βρα­δίς. Ο πό­λε­μος την τρό­μα­ζε και ας ή­ταν πο­λύ μα­κρι­ά. Μό­λο που δεν εί­χε α­κού­σει ντου­φε­κιά, φο­βό­ταν· γιατί α­κού­γο­νταν πρά­γμα­τα α­νή­κου­στα, φρι­χτά· πρά­γμα­τα χει­ρό­τε­ρα και α­πό το θά­να­το.

«Ουφ, γυ­ναί­κες! Φο­βού­νται!» σκέ­φτη­κε ο Ο­σμάν κοι­τά­ζο­ντάς την με α­ντρί­κει­ο μά­τι και με ά­πει­ρη γλύ­κα, μέ­χρι που δά­κρυ­σε. Αυ­τό το κο­ρί­τσι που, ό­ταν ή­ταν έ­ξω α­πό το σπί­τι, το λα­χτα­ρού­σε ως γυ­ναί­κα με την ί­δια θέρ­μη, την αρ­χι­κή, ό­ταν την εί­χε πλάι του την έ­νιω­θε σαν παι­δί· την άγ­γι­ζε σαν λου­λού­δι· την πλη­­σί­­α­­ζε με κα­τά­νυ­ξη σαν α­γί­α­σμα· την άπλωνε στους κρο­τά­φους του σαν μύ­ρο. Έ­νιω­θε την ο­μορ­φι­ά που εί­χε μα­ζέ­ψει α­πό το κορ­μί και την ψυ­χή της τό­σα χρό­νια, να τον πλη­μυ­ρί­ζει. «Ί­σως έ­χει δί­κι­ο που φο­βά­ται!» ο­μο­λό­γη­σε ψι­θυ­ρι­στά· «Ποιος ξέ­ρει ό­μως αν ό­σα λέ­νε εί­ναι σω­στά! Κόσμος είναι… μπορεί να τα με­γα­λο­ποι­ούν κι ό­λας!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 86 Σχόλια »

Γράμματα δε μαθαίνουν στη στάνη του Μπασιά (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2014

Τον Λεώνικο Καλαχώρα τον γνώρισα το 1982 ή 1983, σε μια παρέα νεαρών λογοτεχνιζόντων. Μου χάρισε το βιβλίο του «Μέρες του φίλου μου Πέτρου Π.» κι εγώ δεν του αντιχάρισα τίποτα γιατί δεν είχα ακόμα βγάλει βιβλίο (έβαλα όμως τη μητέρα μου να του δώσει τα ποιήματά της, αν θυμάμαι καλά). Μετά τον ξαναβρήκα πριν από μερικά χρόνια, χάρη στο ιστολόγιο. Την άνοιξη του ζήτησα να μου στείλει κάτι δικό του να το ανεβάσω κάποια στιγμή. Μου έστειλε μερικά κομμάτια, διάλεξα τούτο εδώ αν και είναι κάπως μεγάλο -στο μεταξύ όμως καλοκαίριασε, οπότε τώρα που επανήλθαμε στον κανονικό ρυθμό του ιστολογίου ανεβάζω επιτέλους το διήγημα του Λεώνικου. Δεν του το έχω πει, είναι έκπληξη.

Γράμματα δε μαθαίνουν στη στάνη του Μπασιά

Τον λέ­γα­νε Μπα­σι­ά· Γε­ώρ­γι­ος Μπα­σι­άς του Δη­μη­τρί­ου. Βέ­βαι­α, Γκέρ­κι τον λέ­γα­νε στη στά­νη, ή Γι­ωρ­γή, και τον πα­τέ­ρα του Μή­τσο, αλ­λά γι­α το στρα­τό και την α­στυ­νο­μί­α ή­ταν ο Γε­ώρ­γι­ος Μπα­σι­άς του Δη­μη­τρί­ου. Το ί­δι­ο κι ο πα­πούς του, Γκέρ­κι ή Γι­ωρ­γή τον λέ­γα­νε, Γε­ώρ­γι­ος τον γρά­φα­νε· τον προ­πάπ­πο του ε­πί­σης Μή­τσο τον λέ­γα­νε στη στά­νη, Δη­μή­τρι­ο τον γρά­φα­νε, ό­πως βά­φτι­σε το γι­ό του χά­ρη στον πα­τέ­ρα του, ό­πως έ­κα­ναν ό­λοι οι Μπα­σι­ά­δες α­πό πάπ­που προς πάπ­πο και ό­πως θα κά­νουν και στο μέλ­λον, ‘μέ­χρι ο θε­ός να φέ­ρει το έ­λε­ός του’ κα­τά την προ­σφι­λή έκ­φρα­ση ε­νός γέ­ρο­ντα της οι­κο­γέ­νει­ας, που ή­ταν πα­ρα­κα­τα­θή­κη πλη­ρο­φο­ρι­ών και ι­δε­ών, ό­λων α­πό μνή­μης. Τον λέ­γα­νε, λοι­πόν, Μπα­σι­ά· μό­νο που πρό­φε­ρε το σί­γμα πα­χύ, αρ­βα­νί­τι­κο, χω­ρίς ν’ α­κού­γε­ται το ‘γιώ­τα’. Ό­ταν ήρ­θε στο στρα­τό και ά­κου­σε να τον λέ­νε α­πλώς ‘Μπα­σι­ά’, με λε­πτό ελ­λη­νι­κό σί­γμα και ‘ι­ω­τα­κι­σμέ­νο­’, αν και δεν ή­ξε­ρε τον ό­ρο, προ­σαρ­μό­στη­κε α­μέ­σως· ού­τε που το ξα­να­σκέ­φτη­κε. Με φτά­νει που ξέ­ρω ποι­ος εί­μαι ε­γώ και ά­σ’ τους αυ­τούς να νο­μί­ζουν ό­τι ξέ­ρουν κα­λύ­τε­ρα! εί­πε με το νού του· Μπο­ρεί να εί­ναι α­ξι­ω­μα­τι­κοί, αλ­λά δε θα με μά­θουν και τ’ ό­νο­μά μου τώ­ρα!

Γεν­νή­θη­κε στη Στά­νη του Μπα­σι­ά ό­πως ο πα­τέ­ρας, ο πα­ππούς, ο προ­πάπ­πος του κι ε­κεί φυ­σι­κά θα γεν­νι­ό­ταν ο γι­ός του. Πώς ή­ξε­ρε ό­τι θα κά­νει γι­ο; Η στά­νη είναι γε­μά­τη τσού­πρες. Ε… Ό­σες τσού­πρες και να ’ρθουν, έ­να γιο θα μου τον στεί­λει ο θε­ός, ν’ α­κού­σει ο πα­τέ­ρας τ’ ό­νο­μά του! έ­λε­γε μέ­σα του ό­λο αυ­το­πε­ποί­θη­ση γι­α το κορ­μί του· Κι αν δεν τον δώ­σει; Α­δύ­να­το! Ό­λοι οι Μπα­σι­ά­δες κά­νουν γι­ο! Αλλιώς τι Μπασιάδες είναι;

Η μά­να του δού­λευ­ε πο­λύ ό­πως ό­λοι, και ι­δι­αί­τε­ρα οι γυ­ναί­κες, στη στά­νη αλ­λ’ αυ­τός δεν γεν­νή­θη­κε μεσοκαμπίς κά­τω α­πό δέ­ντρο· γεν­νή­θη­κε σε ο­ντά. Οι γυ­ναί­κες των Μπα­σι­ά­δων ή­ταν δουλευταρούδες αλλά και αρ­χό­ντισ­σες· με το που σπά­γα­νε τα νε­ρά πλά­γι­α­ζαν και γεν­νού­σαν με δέ­κα μα­μές και είκοσι παρατρεχάμενες γύ­ρω γύ­ρω. Αλ­λ’ α­πό τα ψη­λά βου­νά που ή­ταν η Στά­νη του Μπα­σι­ά και μέ­χρι τα δε­κα­ο­κτώ του που έ­πρε­πε να πά­ει στο στρα­τό, δεν εί­χε πά­ει πα­ρα­πέ­ρα· πό­λη, σχο­λεί­ο ή χω­ρι­ό. Αλ­λά ο κό­σμος του δεν ή­ταν διό­λου πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος· εί­χε έ­ναν ο­λο­στρόγ­γυ­λο ο­ρί­ζο­ντα γε­μά­τον ο­μορ­φι­ές, λί­μνες, βου­νά και δά­ση, ρυάκια και πηγές κι έ­ναν πα­νύ­ψη­λο ου­ρα­νό γε­μά­το φως, μυ­στή­ρι­ο και α­στέ­ρι­α, ό­που απλώνεται ο Θε­ός για να μας βλέ­πει. Και τις νύχτες του χειμώνα είχε γλέντια και ιστορίες. Τα γλέ­ντι­α τα στή­να­νε οι νέ­οι ό­ταν οι γέ­ροι ‘α­πό­κα­μα­ν’ να δι­η­γού­νται, και τις ι­στο­ρί­ες τις λέ­γα­νε οι γέ­ροι ό­ταν οι νέ­οι α­πό­κα­μαν να χο­ρεύ­ουν και να ξε­φα­ντώ­νουν. Ξέ­νους δεν α­ντί­κρι­σε πο­τέ ε­κτός α­πό τους ε­μπό­ρους που έρ­χο­νταν γι­α βού­τυ­ρα, δέρ­μα­τα, ζω­ντα­νά και τυ­ρι­ά, δυ­ο τρεις φο­ρές το χρό­νο, κανα πα­πά σε ξόδια, γάμους και βαφτίσια ή στη γύρα να πιτσιλάει με την αγιαστούρα και να γιομίζει τον ντορβά, ή τους προ­ξε­νη­τά­δες που γύ­ρι­ζαν α­πό στά­νη σε στά­νη.

Ό,τι φο­ρού­σε το εί­χαν υ­φά­νει η μά­να, η γι­α­γιά και τα κο­ρί­τσι­α ή το εί­χε φτι­ά­ξει ο ί­δι­ος α­πό δέρ­μα ή προ­βι­ά· δη­λα­δή αυ­τός, ο Γεώργιος Μπα­σι­άς του Δη­μη­τρί­ου, ε­κτός αν το βρή­κε α­πό τον πα­ππού του τον Μή­τσο ή τον προ­πάπ­πο του τον Γι­ώρ­γη, γι­α­τί στη Στά­νη του Μπα­σι­ά τί­πο­τα δεν πά­ει χα­μέ­νο. “Γεώργιος και Δημήτριος ή­ταν μό­νο στην ταυ­τό­τη­τα και το στρα­τό!” του εί­χαν πει. Δεν εί­χε δεύ­τε­ρη αλ­λα­ξι­ά μέ­χρι που πα­ντρεύ­τη­κε, αλ­λά πο­τέ δεν έ­νι­ω­σε στε­ρη­μέ­νος ή γυ­μνός. Κι έ­πει­τα, στο γι­ού­κο πά­ντα τον πε­ρί­με­ναν τα πα­λαϊ­κά σκου­τι­ά του παπ­πού και του προ­πάπ­που του, αν και σε ό­λα προ­η­γού­νταν ο κύ­ρης· ο πα­τέ­ρας. Ό,τι έ­τρω­γε το καλ­λι­ερ­γού­σε ή το φρό­ντι­ζε αυ­τός, ε­κτός α­πό κο­κό­ρι­α και κου­νέ­λι­α που μα­σχα­νά­θρε­φαν και μα­γεί­ρευ­αν τα κο­ρί­τσι­α. Ό­λα τα κο­ρί­τσι­α, ε­κτός α­πό έ­να, ε­κεί­νο που δώ­σα­νε νύ­φη στη δί­πλα στά­νη… και το αποξεχάσανε. Τη θυμόταν καμιά φορά γιατί τραγούδαγε πολύ ωραία, ήταν και πολύ όμορφη όταν την είδε νύφη, αλλά ποιος παίρνει γυναίκα από τη στάνη του; Την αδερφή του θα πάρει; Τα κο­ρί­τσια θα φεύ­γα­νε έ­να έ­να, μα θα έ­με­νε αυ­τός, οι νύ­φες, τα κο­ρί­τσι­α τους και αρ­γό­τε­ρα η γυ­ναί­κα του, φερ­μέ­νη α­πό αλ­λού, που θα γι­νό­ταν κι αυ­τή γι­α­γι­ά και, φυ­σι­κά, τα κο­ρί­τσι­α του· χρειάζονται κι αυτά.

Οι μέ­ρες του, ε­κτός α­πό φως και δου­λει­ά, σκλη­ρή δου­λει­ά ό­πως ά­κου­σε να λέ­νε γι­α­τί ώς τό­τε δεν το εί­χε φα­ντα­στεί ό­τι δού­λευ­ε σκλη­ρά, εί­χαν μου­σι­κή και στο­χα­σμό. Δού­λευ­ε ό­σο ά­ντε­χε· κι ε­πει­δή ά­ντε­χε, δού­λευ­ε ό­σο εί­χε δου­λει­ά· κι ε­πει­δή η δου­λει­ά δεν τε­λει­ώ­νει, δού­λευ­ε α­στα­μά­τη­τα· σκλη­ρή δου­λει­ά σε κα­λο­και­ριά και σε κα­κο­και­ριά, σκλη­ρή δου­λει­ά κά­τω α­πό τον ή­λι­ο και τη βρο­χή, σκλη­ρή δου­λει­ά πά­νω στο χόρ­το και στο χιό­νι. Αλλά τη μου­σι­κή του την έ­κα­νε αυ­τός μ’ έ­να σου­ραύ­λι· έ­να κα­λά­μι που του εί­χε α­νοί­ξει τρύ­πες μ’ έ­να πυ­ρω­μέ­νο καρ­φί, ό­πως α­κρι­βώς ο πα­τέ­ρας κι ο πα­ππούς του. Έ­παι­ζε τους ί­δι­ους σκο­πούς, τις ί­δι­ες με­λω­δί­ες κι έ­κα­νε τις ί­δι­ες δα­χτυ­λι­ές, κά­ποι­ος ξένος τις εί­πε ‘ποι­κίλ­μα­τα­’, ό­πως έ­κα­ναν κι ε­κεί­νοι, ί­δι­α κι α­πα­ράλ­λα­χτα, ό­πως ό­λοι οι πα­ππού­δες κι οι προ­πάπ­ποι στη σει­ρά, που δεν εί­χαν α­φή­σει πί­σω τους άλ­λη μνή­μη ε­κτός α­πό αυ­τούς τους σκο­πούς και τις δα­χτυ­λι­ές και το ό­τι εί­χαν ό­λοι τους πα­τέ­ρα έ­να Μή­τσο ή έ­να Γι­ώρ­γη και πα­ππού έ­να Γι­ώρ­γη ή έ­να Μή­τσο. Οι γυ­ναί­κες, α­νώ­νυ­μες ε­ντε­λώς, ά­φη­ναν άλ­λη κλη­ρο­νο­μι­ά στα κο­ρί­τσι­α· τα σχέ­δι­α στο υ­φα­ντό και το ‘καρ­τε­ρί­α, α­πα­ντο­χή, σιω­πή… ό,τι κι αν γί­νει!’ “Μό­νο μι­α φο­ρά πρέ­πει ν’ α­κου­στεί η φω­νή της γυ­ναί­κας στο σπί­τι· ό­ταν φο­ρέ­σει μαύ­ρα!” δί­δα­σκαν στο­χα­στι­κά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 102 Σχόλια »

Ποιητές κάνουν δώρα

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2014

Κλείσανε προχτές 58 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στις 29 Αυγούστου 1956, από ανακοπή καρδιάς, στα 47 του χρόνια. Βασανισμένος από γεννησιμιού του από τη φτώχεια, τις στερήσεις και την κακή υγεία, χωρίς καμιά δυνατότητα να χωθεί σε κάποια μισθωτή θέση, εξαιτίας της ισιάδας του και της πολιτικής του τοποθέτησης, ο Κοτζιούλας το στερνό εκείνο καλοκαίρι της ζωής του δούλευε σαν είλωτας σε μιαν αυθαίρετη παράγκα που’χε φτιάξει στην Πεντέλη -τον βόλευε εκεί γιατί το σπίτι του στη Δάφνη ήταν μονοκάμαρο και με το μικρό παιδί και το νοικοκυριό δεν ήταν μπορετό να συγκεντρώνεται.

Μεταφράζοντας πέθανε ο Κοτζιούλας, σελίδες ατέλειωτες, μυθιστορήματα ποτάμια, Αθλίους κι άλλα, για εκδότες κακοπληρωτές με βαριά σακούλα. Κάποτε πρέπει κι εμείς οι μεταφραστές να τον τιμήσουμε αυτόν τον ήρωα της μεταφραστικής εργασίας, που ήταν κι απ’ τους πιο μεγάλους μάστορες του καιρού του.

Για την επέτειο της θανής του, διάλεξα να παρουσιάσω ένα χειρόγραφό του, ένα ποίημα χαρισμένο στον φίλο του, τον επίσης ποιητή Γεράσιμο Γρηγόρη, που του αντιχάρισε κι αυτός ένα δικό του ποίημα -μα που δεν πρόλαβε να το εκδώσει σε βιβλίο παρά μετά τον θάνατο του Κοτζιούλα. Ο Γρηγόρης (1907-1985), γεννημένος στη Λευκάδα, ήταν φοιτητής στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όπου γνώρισε τον Κοτζιούλα και δέθηκε μαζί του με στενή φιλία, μαζί και με τον Σταύρο Τσακίρη και άλλους νεαρούς με έφεση για την ποίηση.

Το βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνεται σε φωτογραφία το χειρόγραφο του Κοτζιούλα είναι το «Επιστροφή στην ποίηση», μια αναδρομική επιλογή της ποίησης του Γρηγόρη, που εκδόθηκε το 1980 από τις εκδόσεις Κονιδάρη. Ο φίλος μας ο Λεώνικος είχε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη του, κι όπως είναι καλός φίλος και ξέρει τις πετριές μου με ρώτησε αν το ξέρω. Του απάντησα πως όχι, του ζήτησα να μου σκανάρει τις σχετικές σελίδες, αλλά επειδή δεν σκαμπάζει από τα τέτοια κι είναι άνθρωπος γενναιόδωρος προτίμησε να μου χαρίσει το βιβλίο. Επίσης έγραψε το σημείωμα που θα διαβάσετε παρακάτω. Και για να αβγατίσει το δώρο, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Γρηγόρη βρήκα κι άλλο ένα θέμα που ενδιαφέρει το ιστολόγιο, που το βάζω σε υστερόγραφο, ύστερα από το σημείωμα του Λεώνικου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση, Συνεργασίες, Φάρσες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Το αρχαιότερο καταγραμμένο λογοπαίγνιο;

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2012

Το σημερινό άρθρο δεν είναι δικό μου, είναι φιλοξενία -οφείλεται από την αρχή ως το τέλος στον Λεώνικο Καλαχώρα, με τον οποίο είχαμε γνωριστεί παλιά σε κύκλους νεαρών λογοτεχνών και ξαναβρεθήκαμε πρόσφατα στον κυβερνοχώρο. Εκτός του ότι είναι γιατρός και ποιητής, ο Λεώνικος Καλαχώρας μεταφράζει επίσης, όχι όμως από τα αγγλικά ή τα γαλλικά όπως εγώ κι εσείς, αλλά από σαφώς πιο ζόρικες γλώσσες: από τα γεωργιανά (μεταφράζει το εθνικό έπος των γεωργιανών, τον Ιππότη με την προβιά του πάνθηρα του Ρουσταβέλι) αλλά και από τα σουμεριακά -έχει μεταφράσει σχεδόν το σύνολο του σωζόμενου κόρπους! Του πρότεινα να ανοίξει δικό του ιστολόγιο και να παρουσιάσει τις μεταφράσεις του αυτές, αλλά προς το παρόν θα δημοσιεύσω σήμερα ένα άλλο κείμενο που μου έστειλε, μια ελκυστική εικασία για μερικές σουμεριακές λέξεις που (ίσως) πέρασαν στα αρχαία ελληνικά. Προσωπικά διατηρώ επιφυλάξεις, γι’ αυτό και έβαλα ερωτηματικό στον τίτλο -αλλά δίνω τον λόγο στον Λεώνικο Καλαχώρα, αφού πρώτα ευχαριστήσω τον γκουρού υπηρεσίας, τον φιλτατο Στάζιμπο, που χωρίς τη δική του συμβολή δεν θα μπορούσα να παρουσιάσω το άρθρο (διαβάστε το και θα καταλάβετε γιατί):

Στο ι΄ της Οδύσσειας, μεταξύ των διαφόρων περιπετειών και βασάνων που εξιστορεί ο Οδυσσέας στον Αλκίνοο, αναφέρεται και στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο νησί των Κυκλώπων (ι΄ 105-566), όπου καταγράφεται και το πιθανώς αρχαιότερο μαρτυρούμενο λογοπαίγνιο στην παγκόσμια γραμματολογία. Πρόκειται για το επεισόδιο κατά το οποίο ο Πολύφημος ζητάει από τον Οδυσσέα να του πει το όνομά του (ι΄ 355) «….καί μοι τεὸν οὔνομα εἰπέ», και αυτός δηλώνει ότι λέγεται «Ούτις», όνομα το οποίο εκλαμβάνεται από τον κύκλωπα ως ‘Ουδείς’ με αποτέλεσμα, όταν ζητούσε βοήθεια από τους άλλους κύκλωπες να γίνει η γνωστή παρεξήγηση συνεπεία της οποίας δεν πρόστρεξαν σε βοήθειά του αλλά τον ειρωνεύτηκαν κι όλας με ‘έπεα πτερόεντα’, λόγια του αέρα, συστήνοντάς του να παρακαλέσει τον Ποσειδώνα να τον θεραπεύσει από τη νόσο που του έστειλε ο Δίας (ι΄ 403-406).

Η συνηθισμένη ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για ευφυά απάτη με την οποία ο Οδυσσέας ξεγέλασε τον θηριώδη αλλ’ απλοϊκό και ανόητο Πολύφημο. Αλλά όσο πολυμήχανος και αν ήταν ο Οδυσσέας, δεν ήταν δυνατό να μαντέψει τη συνέχεια της ιστορίας ώστε να ξεστομίσει ένα τόσο απίθανο όνομα. Βλέπε ι΄ 364-367 :

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όμηρος, Αρχαία ελληνικά, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , , | 91 Σχόλια »