Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Λορέντζος Μαβίλης’

Οι δρασκελιές της ποίησης

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2020

Μέρες πανδημίας, σίγουρα, αλλά χτες είχαμε και τη Μέρα της ποίησης, στις 21 Μαρτίου, που συμπίπτει περίπου με την ανοιξιάτικην ισημερία και κατά κάποιο τρόπο εγκαινιάζει την άνοιξη.

Δύσκολη άνοιξη η φετινή, σε καιρούς καραντίνας -αλλά να μην ξεχάσουμε την ποιηση. Οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ένα άρθρο, μάλλον τεχνικό, που όμως θα μας δώσει την ευκαιρία να θυμηθούμε μερικά ποιήματα. Το άρθρο το είχα εδώ και καιρό στο νου μου αλλά το τελικό έναυσμα μου το έδωσε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικές μέρες με τον φίλο μας τον Τζι για τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες.

Να διευκρινίσω εδώ ότι μιλώ για την παραδοσιακή ποίηση, δηλαδή με στίχο έμμετρο, με ομοιοκαταληξία. Ίσως και στον ελεύθερο στίχο να παρατηρούνται κάποιες αναλογίες, αλλά έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Άλλωστε, τα παραδείγματα τα παίρνω κυρίως από το βιβλίο Η ομοιοκαταληξία του Ξ. Κοκόλη και από τη Νεοελληνική μετρική του Θρ. Σταύρου, που και τα δυο αναφέρονται κατεξοχήν στην ισόμετρη ποίηση.

Να δούμε, για παράδειγμα, το εξής απόσπασμα από το ποίημα «Ο Νυμφίος» του Γρυπάρη (ολόκληρο το βρίσκετε εδώ)

κι εδώ, όπου ασυντρόφιαστη και μόνη
αποτραβιούμαι, νιώθω να ζυγώνει
το σύγκρυο αναφτέριασμα του τρόμου.

Η ομοιοκαταληξία μόνη-ζυγώνει είναι ευχάριστη και ξαφνιάζει, λέει ο Κοκόλης, επειδή οι λέξεις της ρίμας έχουν διαφορετική συντακτική λειτουργία (θα ήταν λιγότερο ευχάριστη αν πχ είχε δυο ρήματα, ζυγώνει-θυμώνει), και επειδή και οι δυο στίχοι παρουσιάζουν διασκελισμό.

Διασκελισμός είναι το φαινόμενο της στιχουργικής κατά το οποίο ένας στίχος δεν κλείνει μέσα του ολόκληρο νόημα, αλλά η συντακτική ενότητα που το εκφράζει συνεχίζεται και στον επόμενο στίχο -αυτός είναι ο ορισμός που δίνει ο Θρασύβουλος Σταύρου.

Πράγματι, στον πρώτο από τους τρεις παραπάνω στίχους η πρόταση δεν τελειώνει στο τέλος του στίχου («μόνη») αλλά συνεχίζεται στον επόμενο: όπου ασυντρόφιαστη και μόνη αποτραβιούμαι».

Παρομοίως, στον δεύτερο στίχο, το «νιώθω να ζυγώνει» μένει ανολοκλήρωτο και μας δημιουργεί την προσμονή να δούμε τι είναι αυτό που ζυγώνει -και το βλεπουμε διαβάζοντας τον τρίτο στίχο.

Ο διασκελισμός είναι χαρακτηριστικό της προσωπικής ποίησης, Στη δημοτική και λαϊκή ποίηση ο κανόνας είναι κάθε στίχος να κλείνει ολόκληρο το νόημα, και αυτό το βλέπουμε στα δημοτικά τραγούδια πολύ καθαρά:

Του Λιβίνη

Τρία μεγάλα σύγνεφα στο Καρπενήσι πάνε,
τό ‘ να φέρνει αστραπόβροντα, τ’ άλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη
Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ‘ ναι μικρός για φαμελιά κι άπ’ άρματα δεν ξέρει
Και σα διαβεί τα δεκαννιά και γίνει παλικάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τ’ άρματά μου,
που τά ‘χωσα στην εκκλησιά, μέσα στο άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι ο Τουρκοκωσταντάκης

Οι διασκελισμοί που υπάρχουν εδώ οφείλονται μόνο στο ότι η προταση δεν μπορεί να χωρέσει στις δεκαπέντε συλλαβές, δεν έχουν γίνει από στιχουργική επιλογή. Αντίθετα, στην προσωπική ποίηση, ο διασκελισμός είναι θελημένος, για να χρωματιστεί εντονότερα μια λέξη ας πούμε. Επίσης, ο διασκελισμός σπάει τη μονοτονία.

Συνηθισμένοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το ρήμα από το αντικείμενο ή το υποκείμενό του. Για παράδειγμα, στο σονέτο του Μαβίλη «Έρμονες»,

την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη…

εχουμε το υποκείμενο (ακύμαντη άρμη) σε άλλον στίχο από το ρήμα και το αντικείμενο.

Πιο έντονοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το επίθετο από το ουσιαστικό, πχ πάλι σε σονέτο του Μαβίλη, το Καρδάκι:

ΚΑΡΔΑΚΙ

Τ΄ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι
χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Κια λέω που ακόμα απ΄ την κορφή του ωραίου
βουνού στ΄ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνερο, σε βλέπω γιατί μ΄ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ΄ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα τόχει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.-

Στον πρώτο στίχο έχουμε τέτοιον διασκελισμό (αρχαίου / ναού), όπως και στον πέμπτο στίχο (ωραίου / βουνού). Να προσέξουμε επίσης ότι και ο ένατος στίχος έχει έντονο διασκελισμό αφού χωρίζει το βοηθητικό ρήμα από τη μετοχή (έχει / μαγέψει).

Όταν διαβάζουμε φωναχτά / απαγγέλλουμε ένα ποίημα, πρέπει να προσέχουμε τον διασκελισμό. Ο Κοκόλης συνιστά: Ο διασκελισμός πρέπει να ακολουθείται από μια αναγνωστική παύση που θα τη λέγαμε «μετέωρη»· μια παύση δηλαδή που να δείχνει ότι το νόημα δεν έχει ολοκληρωθεί· που να κρατάει «στον αέρα» τη συμπλήρωση του νοήματος.

Υπάρχουν και ακόμα πιο έντονοι τύποι διασκελισμού.

Ας δούμε ένα άτιτλο οχτάστιχο ποίημα του Αθ. Κυριαζή (1887-1950):

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Αυτό το κομψοτέχνημα, σωστό μπιζουδάκι στιχουργικό, το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο σε ένα παλιότερο άρθρο μας (Τα μωσαϊκά της ποίησης) επειδή παρουσιάζει δυο ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκό (τι λιγοστή : τυλίγω στη και τραγουδιστά : τραγούδι στα).

Στον τρίτο στίχο της κάθε στροφής έχουμε διασκελισμό που χωρίζει το άρθρο από το όνομά του (στη / χρυσή και στα / χαμένα). Κατά τον Κοκόλη, πρόκειται για «τον εντονότερο ίσως διασκελισμό που ανέχεται η γλώσσα μας».

Πράγματι ανάμεσα στο άρθρο και στο όνομα έχουμε ύψιστο βαθμό συνοχής, όπως επίσης ύψιστο βαθμό συνοχής έχουμε ανάμεσα στο ρήμα και στα αρνητικά μόρια δεν και μη.

Εντονότατος διασκελισμός με το «δεν» υπάρχει π.χ. στη Χαρά του Λαπαθιώτη:

Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν,
μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο,
πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν
πρέπει νὰ πεθάνω...

Ανάλογος διασκελισμός με το «μη» στο ποίημα του Ζαλοκώστα «Εις την αποδημούσαν ψυχήν του«:

Χύσε, ψυχή, μια δέηση στους ουρανούς και στάσου
και μη στο μαύρο χώμα, μη
αφήνεις τ’ όμορφο κορμί
και τα ξανθά μαλλιά του.

Παρόμοια, πολύ έντονοι είναι οι διασκελισμοί που πέφτουν πάνω σε άλλα μόρια όπως τα δίχως, όπου, εκτός, έως -τα οποία, επειδή δεν τα λογαριάζουμε για κανονικές λέξεις αλλά πιο πολύ για «δείκτες λειτουργίας», όπως τα πρόσημα στην άλγεβρα, έχουν μέγιστη συνοχή με τη λέξη που ακολουθεί -άρα, ο διασκελισμός στις περιπτώσεις αυτές προκαλεί μεγάλο αιφνιδιασμό.

Διασκελισμό με το «έως» έχουμε στον Βάρναλη, στον Ορέστη. Το βάζω ολόκληρο γιατί είναι πολύ περίτεχνο σονέτο, χαρακτηριστικό της νεανικής του περιόδου:

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

Διασκελισμός με το «δίχως» στον Παλαμά:

Χωρίς φούντωμα, δίχως
άνθος, χλόισμα, καρπό,
κάθε κλώνος σου στίχος
τραγουδιού π’ αγαπώ.

Διασκελισμός με το «να» στον Λαπαθιώτη, στο ίδιο ποίημα που είδαμε πιο πάνω:

Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ
κάνει σκέψην ἄλλη,
δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ
πάλι αὐτὴ προβάλλει…

Διασκελισμός με το «εχτός» στις Εστιάδες του Γρυπάρη:

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

Διασκελισμός με το «όμως» στον Δροσίνη, στην «Απόκριση στον Παλαμά«:

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο διασκελισμός διακόπτει την κανονική, την προσδοκώμενη ροή του λόγου και προκαλεί ένα ξάφνιασμα, κάτι το απροσδόκητο. Και όταν συμβεί στο πρώτο σκέλος της ομοιοκαταληξίας, τότε προκαλεί, μαζί με το ξάφνιασμα, και την περιέργεια: πώς θα συνεχιστεί το νόημα ώστε να συμπληρωθεί η ρίμα;

Οπότε, η δρασκελιά της ποίησης είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο που εξάπτει την περιέργεια.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κάποιοι προχώρησαν τον διασκελισμό στο μη περαιτέρω, στη… διάσπαση του ατόμου. Δηλαδή όχι απλώς χωρίζουν λέξεις που έχουν μεγάλη συντακτική συνοχή, όπως άρθρο και όνομα ή μόριο και ρήμα, αλλά χωρίζουν την ίδια τη λέξη.

Εδώ έχουμε το παράδειγμα του Σολωμού, που έχει έναν και μοναδικό τέτοιον υπερδιασκελισμό, στον Ύμνο εις την ελευθερία.

Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Επειδή πρόκειται για ξεχωριστό και αξιοπερίεργο στιχουργικό τέχνασμα, δεν θα πω άλλα για αυτόν τον «ενδολεκτικό» διασκελισμό, παρά μόνο ότι τον συνήθιζε ο Σκαρίμπας και από τους νεότερους ο Γιώργος Κεντρωτής. Ελπίζω κάποια στιγμή, πχ του χρόνου τέτοια εποχή, να γράψω ένα σχετικό άρθρο.

Και θα κλείσω με ένα ποίημα του καιρού μας, γραμμένο στη χιλιετία μας, που παρουσιάζει έναν έντονο διασκελισμό, ανάμεσα σε αόριστο άρθρο και σε όνομα, το Αντισονέττο του Θοδωρή Ρακόπουλου, γραμμένο το 2012. Έχει κάμποσους διασκελισμούς βέβαια -και με το «μια» στον προτελευταίο στίχο.

ΑΝΤΙΣΟΝΕΤΤΟ
Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις
κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις»,
λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος
κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση
απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,
σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».
Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Ομοιοκαταληξία, Ποίηση, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Οι μιμήσεις του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 131 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα θέμα όχι άγνωστο, που το έχω επίσης δημοσιεύσει εδώ και πολλά χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο (το λινκ είναι αυτό, αλλά προς το παρόν δεν λειτουργεί). Το συνδυάζω με ένα δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου, με τίτλο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η τέχνη της παρωδίας» που περιλαμβάνεται στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών. Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη νεοελληνική ποίηση του 20ού αιώνα».

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσίεψε το 1938-1939 στο περιοδικό «Πνευματική ζωή» μια σειρά από ποιήματα γραμμένα à la manière de, στα οποία παρωδούσε το ύφος γνωστών ομοτέχνων του (Καβάφη, Καρυωτάκη, Καββαδία, έως τους νεότερους). Συνολικά οι μιμήσεις αυτές είναι έντεκα· χαρακτηριστικό είναι πως τις υπόγραφε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα για να υποβάλει ποιήματα σε έναν ποιητικό διαγωνισμό… στον οποίο ήταν επίσης μέλος της κριτικής επιτροπής.

Κατά πάσα πιθανότητα, τη χρήση ψευδωνύμου την επέβαλε η μεταξική λογοκρισία, η οποία είχε βάλει στα μαύρα κατάστιχα τον ποιητή ύστερα από το άσεμνο ποίημα Επεισόδιο του 1938 (παλιότερο άρθρο, που θα χρειαζόταν τροποποίηση).

Η πρώτη μίμηση (Καβάφης) συνοδευόταν και από το εξής σημείωμα του «Πλάτωνα Χαρμίδη»:

«Παίζοντας, προ κάμποσου καιρού (ίσως αυτό το “παίζοντας”, που γράφω, να μην είναι η λέξη που ταιριάζει, αλλ’ αφού την έγραψα, ας μένει), δοκίμασα να μιμηθώ το “στυλ” κάποιων μου ποιητών αγαπημένων. Δεν ήλπιζα ποτέ να δουν το φως, – είν’ απ’ αυτά που γράφονται για το συρτάρι μόνο: Ωστόσο, να που σήμερα το βλέπουν. Όσοι συμβεί να μην τα συμπαθήσουν, τουλάχιστον ας μου τα συγχωρήσουν. Εγώ δεν τα ’χω ακόμα συγχωρήσει, – αλλά δεν έπαυσα κι απ’ το να τ’ αγαπώ

Η Αθηνά Βογιατζόγλου χαρακτηρίζει «παρωδίες» τα έντεκα ποιητικά γυμνάσματα του Λαπαθιώτη, άλλοι μελετητές μιλούν για «μιμήσεις». Εγώ χρησιμοποιώ τους δυο όρους εναλλακτικά. Το θέμα της ορολογίας είναι αρκετά σύνθετο και θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο γι’ αυτό, αλλά προτιμώ να το αφήσω για άλλη φορά.

Όλες οι μιμήσεις είναι λίγο ή πολύ ειρωνικές αλλά πολύ πιο αιχμηρές για τους υπερρεαλιστές που ο Λαπαθιώτης αντιπαθούσε (Ελυτιότητες είχε χαρακτηρίσει μια επαινετική κριτική για ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη).

Οι παρωδίες από τον Λαπαθιώτη δεν ήταν οι μόνες· την ίδια εποχή, δηλ. προπολεμικά, δημοσιεύονταν άφθονες παρωδίες γνωστών ποιημάτων ακόμα και σε λαϊκά περιοδικά. Όχι πάντα πετυχημένες –αλλά ίσως να μαρτυρούν πόσο μεγαλύτερη διάδοση είχε τότε η ποίηση έξω από έναν κύκλο μυημένων. Οι καβαφικές παρωδίες γεμίζουν (και έχουν γεμίσει) βιβλίο.

Για να παρωδήσεις έναν ποιητή πρέπει να έχεις μελετήσει καλά το ύφος και το λεξιλόγιό του -και να είσαι κι εσύ ποιητής. Κάποτε το προϊόν της μίμησης/παρωδίας δεν ξεχωρίζει και πολύ από τα γνήσια ποιήματα του παρωδούμενου ποιητή.

Δείτε, ας πούμε, το ποίημα που έγραψε ο Λαπαθιώτης à la manière de Μαβίλη. Είναι φυσικά σονέτο:

ΣΟΝΕΤΤΟ

Την ώρα που βυθά το χλωμό δείλι,
κι αποτραβιέται ο γήλιος σ’ άλλους τόπους,
κι η νύχτα ανοί, σα μυστικό ασφοδίλι,
συλλογιέμαι τους δόλιους τους ανθρώπους,

καθώς γοργοπερνάν, οχτροί και φίλοι,
σε περίσσιους βαρειά δοσμένοι κόπους,
κάνοντας ο καθένας ό,τι οφείλει
και του βολεί, με τους δικούς του τρόπους…

Μα να που η νύχτα τον παραμονεύει,
κι ο Χάρος, φοβερό κι άπονο τέρας,
και τη στιγμή που αυτός ποθεί ν’ ανέβη,

μέσ’ στο φως και τη λάμψη της ημέρας,
και βλέπει από ψηλά τον κόσμο κάτου,
δίνει μια, και του σπάζει τα φτερά του!

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή τχ. 37, 10.12.1938

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 119 Σχόλια »

Πώς το λέτε το αυτοκίνητο;

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2017

Προσοχή, δεν σας ρωτάω πώς λέτε το δικό σας αυτοκίνητο -αν και είναι κι αυτό ένα θέμα που έχει το δικό του ενδιαφέρον: ο παππούς μου, λογουχάρη, το πρώτο αυτοκίνητο που αγόρασε, ένα μετασκευασμένο βρετανικό στρατιωτικό τζιπ, το είχε βαφτίσει Γρηγόρη, κι επειδή ήταν μερακλής άνθρωπος του είχε γράψει και τραγούδια (παράδειγμα)

Όμως το δικό μου ερώτημα είναι άλλο: πώς λέτε το αυτοκίνητο γενικώς; Δηλαδή, αναρωτιέμαι, το λέτε (και) κάπως αλλιώς εκτός από «αυτοκίνητο»;

Σκεφτόμουν τις προάλλες, ακούγοντας έναν διάλογο στα γαλλικά, ότι οι Γάλλοι έχουν το automobile, που είναι ας πούμε η επίσημη ονομασία, αλλά τη χρησιμοποιούν σε επίσημο κυρίως λόγο -σε τρέχουσες χρήσεις θα πουν voiture, ενώ στην καθομιλουμένη/αργκό το λένε bagnole.

Το automobile αντιστοιχεί ακριβώς στο αυτοκίνητο. Επίθετο «αυτοκίνητος» είχαν κι οι αρχαίοι -αλλά αυτοκίνητα δεν είχαν βέβαια. Ο Γαληνός, ας πούμε, χαρακτηρίζει «αυτοκίνητα» τα (αυτόματα) δημιουργήματα του Ηφαίστου, ενώ σε βυζαντινό νομικό κείμενο βρίσκω τα περιουσιακά στοιχεία να διακρίνονται σε «κινητά, ακίνητα και αυτοκίνητα» -υποθέτω πως έτσι χαρακτηρίζει ο νομοθέτης τα ζώα που είχε κάποιος στην ιδιοκτησία του.

Στα νεότερα χρόνια, οι Γάλλοι έφτιαξαν τον όρο voiture automobile για να περιγράψουν αυτή την καινούργια εφεύρεση που έμελλε να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή μας: αυτοκίνητο αμάξι, κατά λέξη, αφού voiture ήταν το αμάξι με άλογα, η άμαξα. Από τους Γάλλους το είπαμε κι εμείς αυτοκίνητο(ν), ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα, τοτε που το αυτοκίνητο ήταν καινοτομία, λέγανε και οτομομπίλ, χρησιμοποιώντας ατελώνιστον τον γαλλικό όρο.

Κι οι Άγγλοι το automobile το είπαν στην τρέχουσα γλώσσα car, μια λέξη που τα παλιά χρόνια σήμαινε το τροχοφόρο όχημα, το κάρο ειδικότερα, και ύστερα χρησιμοποιήθηκε στη σιδηροδρομική ορολογία, αλλά από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, όταν δεν χρησιμοποιείται σκέτο, χωρίς άλλο προσδιοριστικό, εννοεί το αυτοκίνητο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αυτοκίνηση, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 278 Σχόλια »

Ο Σεφέρης και οι αμαλάκες

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2015

Κατά πάσα πιθανότητα, η τελευταία λέξη του τίτλου θα σας είναι άγνωστη. Ίσως να σκεφτήκατε πως έχει κάποια σχέση με τη συχνότερη ελληνική βρισιά, και σχέση υπάρχει αλλά όχι ετυμολογική ή εγγενής, δηλαδή οι αμαλάκες δεν είναι οι μαλάκες με άλφα στερητικό, δηλαδή οι μη μαλάκες. Τη λέξη την έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο, αλλά θαμμένη σε κάποια σχόλια του άρθρου για τον Σι Μαλάκας, τον προκατακλυσμιαίο (ελληνικής καταγωγής όπως δείχνει τ’ όνομά του) γενάρχη των Φιλιππινέζων, οπότε λίγοι θα τη θυμούνται.

Οι αμαλάκες, καταρχάς, είναι γένους θηλυκού. Η αμαλάκα λοιπόν είναι οπωροφόρο δέντρο της Ινδίας, Phyllanthus emblica το επιστημονικό της όνομα. Η λέξη έχει σανσκριτική ετυμολογία, και το δέντρο με τον καρπό του έχουν κάποια πολιτισμική και θρησκευτική σημασία στα μέρη εκείνα.

Τι σχέση έχει ο Σεφέρης με τις αμαλάκες, θα αναρωτηθείτε. Η λέξη υπάρχει σε ένα σατιρικό στιχούργημα του Σεφέρη, γραμμένο το 1931, που βρέθηκε στα χαρτιά του και σήμερα περιλαμβάνεται στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ένα στιχούργημα που έχει τον τίτλο Ινδικό παραμύθι, και που, όπως θα δείτε, βρίθει από ινδοπρεπείς λέξεις.

Ινδικό παραμύθι

Κάτω απ’ τις κουβαροσουκιές
κάθεται η λωτομάτα
κόβει ντομάτα για σαλάτα
καδάμπες και γαντζιές.

Πώς τραγουδεί τζιντζιριστά
κι οι μπαμπουκαλαμιώνες
με τους αμπανοζιοδεντρώνες
γνέφουνται στα λιμνιά …

Ω, φρίκη! ξάφνου απ’ τους δρυμούς
πηδήσανε οι αρτζούνες!
Με κάτι φλογερές μουτσούνες
και με κακούς σκοπούς

κινήσανε κοπαδιαστά
να βρουν τον άσο κούπα
της κόρης πού ηταν σαν τουλούπα
στου Γάγγη τα νερά …

Μα η διαλεχτή των Νισχιαντχών
αρτζούνες δεν εσκιάχτη
και στο κοπάδι έβγαλε τ’ άχτι
τ’ αψύ των Βινταρμπχών.

Κι όταν εφύγαν μουλωχτά
πέρα στις αμαλάκες
είπε: «Α’ στο διάολο μαλάκες!..»
κι έφαγε ανόρεχτα.

Λονδίνο, 7. 11. 1931

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 59 Σχόλια »

Άνω ποταμών η ελιά

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2014

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Όπως θα δείτε, επαναλαμβάνω κάποια πράγματα (για τη λέξη ‘ποτάμι’) που είχα ήδη γράψει εδώ στο ιστολόγιο. Επίσης, και το βασικότερο, επειδή η εφημερίδα έχει περιορισμούς χώρου, η λεξιλογική εξέταση γίνεται εντελώς ακροθιγώς -για την ελιά και το λάδι θα μπορούσε να γραφτεί (και έχει γραφτεί) βιβλίο- και κάθε άλλο παρά εξαντλεί το θέμα. Ίσως σε επόμενο άρθρο ασχοληθούμε πιο διεξοδικά. Στο τέλος προσθέτω μερικά για την παρωδία του ποιήματος του Μαβίλη. Η εικονογράφηση είναι αυτή που συνοδεύει το άρθρο στην εφημερίδα.

van-goghΔυο καινούργια (με ή χωρίς εισαγωγικά) κόμματα θα πάρουν μέρος, όπως όλα δείχνουν, στις ευρωεκλογές του Μαΐου, δυο κόμματα που έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι το όνομά τους δεν αναφέρεται ευθέως στην πολιτική, δηλαδή δεν είναι αρκτικόλεξο ή ακρωνύμιο, ούτε περιέχει λέξεις όπως κόμμα, κίνημα, συμμαχία, δημοκρατικός, δημοκρατία, ελληνικός, Ελλάδα, πανελλήνιος, αριστερά κτλ., αλλά συμπίπτει με κοινά ουσιαστικά που βέβαια έχουν τους δικούς τους συμβολισμούς –όπως άλλωστε συμβαίνει και με δυο κάπως παλαιότερα κόμματα των άκρων, τη ναζιστική Χρυσή Αυγή και την ακροφιλελεύθερη Δράση: το Ποτάμι και η Ελιά.

Η λέξη ποτάμι είναι μεσαιωνική· η αρχαία λέξη είναι ο ποταμός, ήδη στον Όμηρο. Ετυμολογικά, η λέξη παράγεται από ένα θέμα ποτ- που παραπέμπει στο ρήμα πίπτω• φαίνεται ότι η πρώτη σημασία της λέξης θα ήταν το ρεύμα νερού που πέφτει από ψηλά, ενώ το λατινικό flumen παραπέμπει περισσότερο στην ιδέα της άφθονης ροής –αλλά η Ελλάδα δεν διακρινόταν για τα μεγάλα, πλατιά της ποτάμια, μόνο για τα μικρά και ορμητικά. Χρησιμοποιούμε μεταφορικά τη λέξη ποτάμι ή ποταμός για να δηλώσουμε μεγάλες ποσότητες υγρών, αφού λέμε για «ποταμούς/ποτάμια αίματος» ή δακρύων ή ιδρώτα, ενώ υπάρχει και η αρχαία έκφραση «άνω ποταμών», που τη λέμε για εξωφρενικά και παράλογα πράγματα.

Με το ποτάμι έχουμε αρκετές νεότερες εκφράσεις και παροιμίες. Λέμε «τον πήρε το ποτάμι» για κάποιον που απέτυχε στις προσπάθειές του ή καταστράφηκε• ρωτάμε «να το πάρει το ποτάμι;» για να αποκαλύψουμε τη λύση ενός αινίγματος. Σιγανό ποτάμι λέμε τον άνθρωπο χαμηλών τόνων, που δεν εκδηλώνει τα συναισθήματά του, ιδίως όταν η φαινομενικά ήρεμη συμπεριφορά κρύβει αντίθετη δραστηριότητα• και η παροιμία συμβουλεύει τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι.

Τα ποτάμια από την αρχαιότητα τα χρησιμοποιούσαμε για να πλένουμε και να ξεπλένουμε, και ίσως δεν είναι τυχαία η ονομασία του νέου κόμματος αν σκεφτούμε ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης και οι τηλεοπτικές εκπομπές του έχουν πάνω από μια φορά κατηγορηθεί, όχι άδικα φοβάμαι, ότι λειτούργησαν ως πλυντήριο, πρόσφατα των λιμενικών στο Φαρμακονήσι και παλιότερα της Χρυσής Αυγής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Παρωδίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 260 Σχόλια »

Το σονέτο και το χάδι

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2012

Η βδομάδα που άρχισε χτες χαρακτηρίζεται διαβολοβδομάδα από πολλούς ανθρώπους της πιάτσας του βιβλίου, μια και διαχρονικά αυτή τη βδομάδα γίνονται οι περισσότερες πωλήσεις στα βιβλιοπωλεία, δημοσιεύονται εορταστικά βιβλιολογικά αφιερώματα σε εφημερίδες και περιοδικά, γίνονται εκδηλώσεις, μ’ άλλα λόγια όλοι έχουν δουλειές με φούντες. Δυο ή τρεις φίλοι μού είπαν ότι δεν μπόρεσαν να έρθουν στη χτεσινή εκδήλωση για τον Βάρναλη (το άρθρο αυτό βέβαια το γράφω πριν από την εκδήλωση) επειδή συμμετείχαν σε άλλη ανάλογη ομιλία ή παρουσίαση. Κάθε μέρα έχει δυο-τρεις αξιόλογες εκδηλώσεις, και μία τέτοια γίνεται και σήμερα, που θα προσπαθήσω να πάω, και που μου έδωσε το έναυσμα για το σημερινό άρθρο.

Είχαμε γράψει πριν από λίγο καιρό για τον Λορέντζο Μαβίλη, τον ποιητή και σκακιστή που σκοτώθηκε πριν από εκατό χρόνια, μαχόμενος με τους ερυθροχίτωνες γαριβαλδινούς, εθελοντής στα 52 του, στον Δρίσκο, στους βαλκανικούς πολέμους. Ο Μαβίλης είναι ο κατεξοχήν Έλληνας σονετογράφος, όσο κι αν σονέτα είχαν γραφτεί (όχι πολλά) και πριν απ’ αυτόν, και φυσικά συνέχισαν να γράφονται μετά. Όμως αυτός καλλιέργησε με πολλή τέχνη και σχεδόν αποκλειστικά το δεκατετράστιχο ποίημα, αυτός το καθιέρωσε, δίνοντας ποιήματα που ακόμα και σήμερα είναι πολύ γνωστά, όπως τη Λήθη, την Ελιά, την Καλλιπάτειρα κι έτσι δεν είναι λάθος να πούμε ότι ο Μαβίλης είσαξε (σικ) το σονέτο στην ελληνική ποίηση.

Στη μνήμη του Μαβίλη, η ποιητική ομάδα «Με τα λόγια [γίνεται]», κάλεσε τους σημερινούς ποιητές να γράψουν ένα σύγχρονο σονέτο, και από τις 42 συμμετοχές επιλέχθηκαν οι 17 (δεν ξέρω αν αυτός ο αριθμός έχει κάποιον συμβολισμό). Σήμερα το βράδυ λοιπόν, στις 8 μ.μ., στο θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22), οι 17 ποιητές θα διαβάσουν το σονέτο που έγραψαν και μαζί από ένα σονέτο του Μαβίλη ο καθένας -αν και θα πρέπει να συνεννοηθούν για να μην έχουμε επαναλήψεις. Οι ποιητές είναι: Γιούλη Βολανάκη, Άννα Γρίβα, Γιάννης Ευθυμιάδης, Λένα Καλλέργη, Σοφία Κολοτούρου, Κώστας Κουτσουρέλης, Αλέξιος Μάινας, Στέργιος Μήτας, Νέδα Μονκ, Σπυρίδων Πεντεφούντης, Σάκης Σερέφας, Δανάη Σιώζιου, Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Αλέκος Φλωράκης, Άντεια Φραντζή, Μιχαήλ Χατζηγεωργίου, και Αντώνης Ψάλτης. Θα προσπαθήσω να πάω, μου αρέσουν τα σονέτα.

Και με την ευκαιρία, ας λεξιλογήσω για το σονέτο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκδηλώσεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 81 Σχόλια »

Ποιος πήρε το πρωτάθλημα Βαυαρίας στο σκάκι το 1890;

Posted by sarant στο 25 Νοεμβρίου, 2012

Ίσως σκέφτεστε ότι παραφρόνησα κυριακάτικα να ρωτάω απίθανα πράγματα, όμως ο σκακιστής για τον οποίο σας ρωτάω δεν είναι κάποιος άγνωστος Δρ Φριζενμπίχλερ αλλά ένα ακόμα αρκετά γνωστό και οικείο μας όνομα που κατέχει ξεχωριστή θέση στη λογοτεχνία μας και στην ιστορία της γλώσσας μας. Δόκτορας ήταν βέβαια κι αυτός, και όταν κέρδισε στο τουρνουά, που έγινε στο Ρέγκενσμπουργκ, είχε μόλις πάρει το διδακτορικό του. Ο πίνακας των αποτελεσμάτων του τουρνουά τον αναφέρει ως Dr. Greco, που είναι ψευδώνυμο -σε ποιον ανήκει άραγε;

Δεν είναι δύσκολη η απάντηση του γρίφου, πολύ περισσότερο που γκουγκλίζεται. Ο μυστηριώδης Δρ. Γκρέκο ίσως φανερωθεί πιο εύκολα αν σας πω πως έγραφε ποιήματα και κυρίως σονέτα, πως ήταν από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού και ότι σε λίγες μέρες γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από τον θάνατό του. Τον ηρωικό του θάνατο, να προσθέσω, μια και ο Λορέντζος Μαβίλης, γιατί αυτός ήταν ο πρωταθλητής Βαυαρίας του 1890 (δεν γράφω «Βαβαρίας» για να μη μου κόψει την καλημέρα μια εκλεκτή φίλη) βρήκε τον θάνατο στην κορυφή του Δρίσκου, στις 28 Νοεμβρίου 1912, στο ηπειρώτικο μέτωπο του πρώτου βαλκανικού πολέμου, όπου συμμετείχε ως εθελοντής, λοχαγός των Γαριβαλδινών. Σε αντίθεση με τον πόλεμο στη Μακεδονία, όπου τα ελληνικά στρατεύματα προέλασαν ταχύτατα, στην Ήπειρο ο αγώνας ήταν πολύ περισσότερο αμφίρροπος και τα Γιάννενα κράτησαν ως τον Φεβρουάριο του 1913.

Παίρνω αφορμή για τον Μαβίλη (1860-1912), επειδή διαβάζω ένα άρθρο του φίλου σκακιστή Παναγή Σκλαβούνου, Ο «παιγνιδιάρης» Μαβίλης και η επίδοσή του στο σκάκι, που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος των Κερκυραϊκών χρονικών, και είναι η εισήγηση του συγγραφέα στο συνέδριο για τον Μαβίλη που έγινε την άνοιξη στην Κέρκυρα. Για τεχνικούς λόγους δεν μπορώ να ανεβάσω το άρθρο του Σκλαβούνου, αλλά σας παραπέμπω σε ένα παλιότερο, πολύ πιο σύντομο, κείμενό του, ενώ σήμερα το απόγευμα γίνεται στη Booze Cooperativa (Κολοκοτρώνη 59) ο 9ος διαγωνισμός λύσης σκακιστικών προβλημάτων, αφιερωμένος στη μνήμη του Μαβίλη, και εκεί ο Π. Σκλαβούνος θα κάνει μια σύντομη παρουσίαση (με εικόνες) της σκακιστικής πορείας του Μαβίλη, ο οποίος είχε πολύ καλές επιδόσιες και στο καλλιτεχνικό σκάκι, δηλ. τη σύνθεση και λύση σκακιστικών προβλημάτων (είχε πάρει και πρωτάθλημα Γερμανίας το 1889 στη λύση προβλημάτων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Επετειακά, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 111 Σχόλια »

Κακές λέξεις και χυδαίοι άνθρωποι

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2011

Για τα γομάρια του βουλευτή Ροντούλη συζητήσαμε προχτές· όμως υπάρχει και κάτι άλλο σ’ αυτή τη συζήτηση που μου κίνησε την προσοχή, που θα είναι το σημερινό μας θέμα.

Θέλοντας να δικαιολογηθεί για τον χαρακτηρισμό, ο βουλευτής τόνισε ότι «Δεν υπάρχουν κακές λέξεις, κακοί άνθρωποι υπάρχουν». Αυτό είναι βέβαια παράφραση της διάσημης ρήσης του Λορέντζου Μαβίλη, αλλά δεν είναι και σωστό. Κακές λέξεις, δηλαδή χυδαίες, ασφαλώς υπάρχουν. Κι αν πούμε ότι δεν είναι «κακιά» λέξη το γομάρι, φαντάζομαι ότι ο καθένας μπορεί να σκεφτεί στο λεφτό πολλές λέξεις για τις οποίες όλοι θα συμφωνούσαν πως είναι αναμφισβήτητα κακές ή χυδαίες.

Λέω ότι η φράση του Ροντούλη είναι παράφραση της φράσης του Μαβίλη, γιατί ο Μαβίλης είχε πει Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι (και όχι ακριβώς, δείτε παρακάτω), απόφθεγμα που έγινε δίκαια διάσημο -και, καθώς από τ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο, μια και διαπίστωσα πως δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο, σκέφτομαι σήμερα να αφιερώσω το άρθρο σε εκείνη την ομιλία, που έγινε πριν από 100 χρόνια και κάτι μήνες, στις 26 Φεβρουαρίου 1911.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 120 Σχόλια »