Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘λουκάνικο’

Κοψίδια για τσίκνισμα

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2022

Σημερα είναι η Πέμπτη η Κρεατινή, η Τσικνοπέμπτη. Το έθιμο επιβάλλει να τσικνίσουμε, να φάμε δηλαδή κρέας ψητό, και μάλιστα να αναδίδει την τσίκνα του ψησίματος, όπως στη φωτογραφία.

Tο ιστολόγιο προσφέρει βέβαια κάθε Σάββατο μεζεδάκια, σήμερα όμως, για να τιμήσει τη μέρα, θα σας κεράσει κοψίδια μόνο, αλλά λεξιλογικά. Θα λεξιλογήσουμε δηλαδή για μερικά από τα εδέσματα που ταιριάζουν την Τσικνοπέμπτη.

Το περίεργο είναι ότι τόσα χρόνια (διότι, κακά τα ψέματα, τούτη είναι η δέκατη τρίτη ιστολογημένη Τσικνοπέμπτη μας!) δεν έχουμε γράψει ανάλογο άρθρο -εκτός αν και ξεχνάω και δεν ψάχνω καλά στα περιεχόμενα του ιστολογίου. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, όμως.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη, την Τσικνοπέμπτη, που βλέπουμε αμέσως ότι είναι σύνθετη από την τσίκνα και την Πέμπτη. Η τσίκνα, πάλι, εμφανίζεται στην ελληνική γλώσσα στα βυζαντινά χρόνια, πρώτα μάλλον στον Πτωχοπρόδρομο, που ο καημένος παραπονιέται στον αυτοκράτορα (τον Μανουήλ Κομνηνό, αν δεν σφάλλω) ότι ο γείτονάς του, αν και αμόρφωτος, κοσκινάς στο επάγγελμα, καλοτρώει ενώ ο ίδιος στερείται και το ψωμί:

καὶ βλέπω τὴν ἰστίαν του πῶς συχνοφλακαρίζει,
καὶ πῶς πολλάκις τῶν κρεῶν ἀπολυόντων τσίκναν,
ποτὲ δὲ τὴν ἀνθρακιὰν τὴν φοβερὰν ἐκείνην
κειμένην βλέπω, βασιλεῦ, μετὰ τῶν ὀψαρίων
καὶ τσίκναν φέρουσαν πολλὴν μετὰ καὶ τῶν βρωμάτων,
καὶ ἐγὼ τσικνώνω διὰ ψωμὶν καὶ οὐκ ἔχω το νὰ φάγω,

Το «τσικνώνω», σύμφωνα τουλάχιστον με τον Χανς Αϊντενάιερ στα Πτωχοπροδρομικά, είναι φτιαχτή λέξη από την τσίκνα. Λιγουρεύομαι, από τα συμφραζόμενα;

(Να πούμε εδώ ότι η λέξη τσίκνα πέρα από την τρέχουσα σημασία, της μυρωδιάς από το κρέας που ψήνεται, έχει και την πολύ λιγότερο ευχάριστη σημασία της μυρωδιάς από κάτουρα, ιδίως σε ρούχα ή στρώματα -αψιά η μία μυρωδιά, αψιά κι η άλλη, βέβαια. Τη σημασία αυτή δεν τη βρίσκω στα σημερινά λεξικά, τουλάχιστον του Μπαμπινιώτη και το ΛΚΝ, αλλά την έχει π.χ. η Πρωία, λεξικό προπολεμικό, όπου έχει επίσης τη σημασία «οσμή καιομένων τριχών», ιδίως στο κεφάλι του σφαχτού που ψήνεται).

Για την ετυμολογία της τσίκνας η πιο διαδεδομένη θεωρία είναι ότι προέρχεται από το αρχαίο κνίσα, το οποίο, εδώ που τα λέμε, σήμαινε το ίδιο πράγμα, μια λέξη ήδη ομηρική (με τον τύπο κνίση), που έπαιζε άλλωστε σημαντικό ρόλο αφού οι θεοί του Δωδεκαθέου ακριβώς απολάμβαναν την κνίσα από τις θυσίες –κνίση δ’ οὐρανὸν ἷκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῷ στο Α της Ιλιάδας, ή «κι η κνίσα ανέβαινε στρουφίζοντας με τον καπνό στα ουράνια» στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 90 Σχόλια »