Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘λουκέτο’

Ντάουν. Λοκ ντάουν.

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες, το λεξικό Collins ανακοίνωσε ότι, σύμφωνα με τους λεξικογράφους του, Λέξη του 2020 είναι το lockdown -στα αγγλικά βεβαίως.

Εμείς διοργανώνουμε κάθε χρόνο ανάλογη ψηφοφορία, λιγότερο επιστημονική ίσως, και, αν βρούμε το κουράγιο να την κάνουμε και φέτος είναι σχεδόν βέβαιο πως θα έχουμε κυριαρχία των όρων που συνδέονται με την πανδημία -από τον ίδιο τον κορονοϊό μέχρι, ακριβώς, το λοκντάουν, περνώντας από την καραντίνα. Μάλλον θα κυριαρχήσει το λοκντάουν, επειδή είναι φρέσκο στο πετσί μας, ενώ αν η ψηφοφορία γινόταν στις αρχές της πανδημίας μάλλον θα ξεχώριζε ο κορονοϊός, που θυμάστε πόσες συζητησεις είχαμε για το πώς ακριβώς πρέπει να ειπωθεί και πώς να γράφεται.

Δεν θέλω να σας προκαταλάβω, αλλά είπα να αφιερώσουμε ένα άρθρο στα λεξιλογικά του λοκντάουν -αφού το έχουμε ήδη εξετάσει από τις άλλες απόψεις του.

Θα εξετάσω το ασυμμόρφωτο δάνειο, που επιμένω να το γράφω με ελληνικούς χαρακτήρες, λοκντάουν, και όχι lockdown (ή lock-down) στα αγγλικά. Κι αυτό δεν το κάνω ούτε απο βαρεμάρα (να αλλάξω γραμματοσειρά) ούτε από αίσθημα ξενηλασίας, αλλά επειδή όταν μιλώ ελληνικά προφέρω ελληνοπρεπώς τις ξένες λέξεις, ακόμα και τα ασυμμόρφωτα δάνεια. Προφέρω λοιπόν λοκντάουν, όχι lock-down.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 225 Σχόλια »

Πώς έβαλα λουκέτο

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2017

Όταν κάποιος πηγαίνει να ζήσει σε μια ξένη χώρα, που ήδη ξέρει αρκετά καλά τη γλώσσα της επειδή την έχει σπουδάσει, τον πρώτο καιρό συνειδητοποιεί πόσες λέξεις του λείπουν -και μάλιστα, όχι λέξεις αφηρημένες και σπάνιες, διότι αυτές τις βρίσκεις και στα βιβλία, αλλά λέξεις της πιο πεζής καθημερινότητας, κυρίως του νοικοκυριού και του σπιτιού.

Με τον καιρό, τις λέξεις αυτές τις μαθαίνει, όταν και όπως τις χρειαστεί να τις χρησιμοποιήσει. Ένας φίλος που άλλαξε πατώματα στο σπίτι του, έμαθε από τον μάστορα πως το σοβατεπί στα γαλλικά λέγεται «πλεν.τ», που το γράφω έτσι για να δείξω πώς προφέρεται, αφού έτσι το άκουσε. Μετά που το κοίταξε, συνειδητοποίησε ότι είναι δάνειο από τα ελληνικά, πράγμα που φαίνεται αμέσως αν το δεις γραμμένο: plinthe. (Το σοβατεπί είναι τουρκικό δάνειο και δεν βρίσκω το καλαμαρίστικο αντίστοιχό του, αν υπάρχει. Στα τουρκικά sιvadibi, ο πάτος/η βάση (dip) του σοβά. Παρομοίως, kazandibi ο πάτος του καζανιού).

Έτσι κι εγώ, τόσα χρόνια που βρίσκομαι στο Λουξεμβούργο, όπου τα γαλλικά είναι η γλώσσα επικοινωνίας, έχω συμπληρώσει τα κενά μου στην καθημερινή ορολογία -με τη βοήθεια και της Νικοκυράς, που όποτε με έστελνε για θελήματα δεν παρέλειπε να με ενημερώνει πώς λέγεται το ένα και το άλλο μαραφέτι στα γαλλικά. Μη γελάτε, το ξέρατε εσείς πως οι κρεμάστρες των ρούχων είναι cintres;

Περιέργως, δεν είχα μάθει πώς είναι στα γαλλικά το λουκέτο, επειδή τόσα χρόνια λουκέτα έτυχε να αγοράζω από την Ελλάδα. Πριν όμως από καμιά εικοσαριά μέρες, καθώς ετοιμαζόμουν να κατέβω στην Ελλάδα, δεν έβρισκα πουθενά το λουκέτο που βάζω στη βαλίτσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λουξεμβούργο, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , | 199 Σχόλια »