Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Λούντβιχ Έρχαρτ’

Ο αρχιτραγουδιστής της Πονηρεμβέργης ξανά

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2016

t-nurnΕδώ και καιρό δημοσιεύω σκίτσα του Μποστ για γεγονότα που έγιναν πριν από 50 χρόνια. Η σειρά αυτή σε καναδυό μήνες θα σταματήσει, διότι το καλοκαίρι του 1966 ο Μποστ σταμάτησε να κάνει σκίτσα σε εφημερίδες και μετά ήρθε η δικτατορία -οπότε θα ξαναρχίσουμε, εμείς να ‘μαστε καλά, το 2023 μια και ο Μποστ άρχισε να δημοσιεύει σκίτσα στον Ταχυδρόμο ξανά το 1973 με τη φιλελευθεροποίηση Μαρκεζίνη.

Σήμερα δημοσιεύω ένα από τα καλύτερα σκίτσα του Μποστ -πιο σωστά, το ξαναδημοσιεύω, μια και το είχα παρουσιάσει εδώ πριν από 7 χρόνια και κάτι μέρες, τότε που το ιστολόγιο έκανε τα πρώτα του βήματα. Ο λόγος που καταφεύγω σήμερα σε επαναληψη είναι ότι έπαθα ένα… εργατικό ατύχημα. Δηλαδή ενώ έκατσα κι έγραψα ένα άρθρο, την τελευταία στιγμή διαπίστωσα ότι είχε ένα σοβαρό ψεγάδι, που το καθιστούσε άκυρο, και δεν είχα την ψυχική δύναμη να το μπαλώσω ή να το γράψω από την αρχή. Οπότε, τι κάνουμε όταν ξεμείνουμε από άρθρο; Η νοικοκυρά, όταν της καεί το φαγητό, βγάζει κάτι από το ψυγείο ή την κατάψυξη και το ρίχνει στα μικροκύματα. Ο Νικοκύρης καταφεύγει σε παλιά άρθρα που τα επαναλαμβάνει. Οπότε, Μποστ -και με την ευκαιρία βάζω το σκίτσο σε καλύτερο σκανάρισμα και διορθώνω μερικά λαθάκια της πρώτης ανάρτησης.

Το σκίτσο δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο, στη στήλη «Το μποστάνι του Μποστ», στις 29.8.1959.

erhart22

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επαναλήψεις, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Η δούκισσα του Ψωροκωστάιν (πρώτη θερινή Παρασκευή με τον Μποστ)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2013

Το ιστολόγιο βέβαια βάζει Μποστ πολύ συχνά, αλλά τώρα το καλοκαίρι που η επικαιρότητα (υποτίθεται ότι) λιγοστεύει αποφάσισα να απλοποιήσω τα πράγματα και να καθιερώσω, για όσες βδομάδες μάς έμειναν ίσαμε ν’ ανοίξουν τα σχολεία, να βάζω κάθε Παρασκευή ένα σκίτσο του Μποστ -αν μέτρησα καλά, οχτώ θα είναι ως το τέλος. Εννοείται πως θα βάλω σκίτσα που δεν έχουν ξαναπαρουσιαστεί στο ιστολόγιο.

Και ξεκινάω με ένα σκίτσο που έχει κάποια σχέση και με την επικαιρότητα, αφού χτες είχε έρθει επίσκεψη ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, ο κ. Σόιμπλε, οπότε επίκαιρο είναι να παρουσιάσω σήμερα ένα σκίτσο που σχετίζεται με μιαν άλλη επίσκεψη πανίσχυρου Γερμανού υπουργού Οικονομικών, του περίφημου Λούντβιχ Έρχαρτ τον Αύγουστο του 1959, πριν από 54, φευ, χρόνια.

Πρόκειται για ένα έξοχο σκίτσο που έχει τη θέση του στην ιστορία της διαμόρφωσης των ηρώων του Μποστ, κι όμως με έχει πολύ προβληματίσει γιατί δεν έχω βρει πού δημοσιεύτηκε. Λογικά πρέπει να δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο, διότι εκεί κρατούσε ταχτική στήλη ο Μποστ το 1959 (Το «Μποστάνι του Μποστ»), αλλά σε μια αποδελτίωση που είχα κάνει δεν το είχα βρει. Ή έλειπαν σελίδες από το σώμα που κοίταξα, ή είχα στραβομάρα ή μπήκε αλλού το σκίτσο. Τέλος πάντων, θα το χαρούμε κι ας είναι και αταύτιστο.

Στα τέλη Αυγούστου 1959 λοιπόν είχε επισκεφτεί την Αθήνα ο Λούντβιχ Έρχαρτ, ο πανίσχυρος Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών του Αντενάουερ. Έχουμε ήδη δει ένα άλλο σκίτσο του Μποστ με αφορμή το ίδιο γεγονός, τον υπέροχο «Αρχιτραγουδιστή της Πονηρεμβέργης» (Ταχυδρόμος 29.8.1959), όπου ένας προδρομικός Πειναλέων, πιο πολύ Καραγκιόζης με μακρύ χέρι, προσπαθεί να αποσπάσει κάτι περισσότερο από τον σφιχτοχέρη επισκέπτη. Το σημερινό σκίτσο λογικά είναι μεταγενέστερο αφού παρουσιάζει την αναχώρηση του Έρχαρτ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 57 Σχόλια »

Cherchez να φαμ! Ο Μποστ του Τύπου στο Μουσείο Μπενάκη

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2013

Από την περασμένη Παρασκευή, και ως τις 19 Μαΐου, το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ διοργανώνει στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138) έκθεση γελοιογραφιών του Μέντη Μποσταντζόγλου, δηλαδή του Μποστ. Στο χτεσινό φύλλο της Aυγής έγραψα ένα άρθρο στο οποίο, πέρα από τα ενημερωτικά για την έκθεση, αναλύω επίσης μια γελοιογραφία του Μποστ από τις 42 που παρουσιάζονται. Βέβαια, αυτή τη γελοιογραφία την έχω παρουσιάσει και παλιότερα εδώ, αλλά νομίζω ότι σηκώνει αναδημοσίευση, όχι μόνο επειδή όταν είχε πρωτοδημοσιευτεί το ιστολόγιο βρισκόταν ακόμη στον πρώτο μήνα της ζωής του, άρα οι νεότεροι φίλοι ίσως δεν την έχουν δει, αλλά και επειδή είναι μια από τις καλύτερες γελοιογραφίες του Μποστ.

Πρώτα όμως να πω μερικά για αυτή την έκθεση, στην οποία έχω βάλει κι εγώ το χέρι μου: έχω διαλέξει τα σκίτσα, έχω γράψει σύντομα κατατοπιστικά σχόλια (περί τις 150-180 λέξεις για κάθε σκίτσο) και ταυτόχρονα έχω διαλέξει δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής, από τα οποία έχει γίνει ένα κολλάζ, για να μπει ο θεατής στο κλίμα. (Εδώ μπορείτε να δείτε τι εννοώ). H έκθεση λοιπόν θα διαρκέσει έως τις 19 Μαΐου, όμως είναι ανοιχτά μόνο από Πέμπτη έως και Κυριακή. Πέρα από τις 42 γελοιογραφίες, εκτίθενται τα πρωτότυπα από 6 μεταγενέστερες γελοιογραφίες, πίνακες και άλλα έργα του Μποστ, προσωπικά του αντικείμενα, βιβλία και περιοδικά, ενώ υπάρχει και ειδική ενότητα όπου 19 σύγχρονοι γελοιογράφοι παρουσιάζουν σκίτσα που έφτιαξαν ειδικά για την περίσταση, φόρο τιμής στον Μποστ (πολλά είναι α λα μανιέρ ντε Μποστ).

Την Κυριακή 14 Απριλίου θα πραγματοποιηθεί η ημερίδα «Ξαναθυμόμαστε τον Μποστ», όπου συμμετέχουν οι Κώστας Γεωργουσόπουλος (φιλόλογος, μεταφραστής και κριτικός θεάτρου), Στάθης Σταυρόπουλος (γελοιογράφος), Θανάσης Παπαγεωργίου (σκηνοθέτης), Γιάννης Κοντός (ποιητής), Μανόλης Σαββίδης (φιλόλογος), Τάσος Σακελλαρόπουλος (ιστορικός), Κώστας Μποσταντζόγλου (γραφίστας, γιος του Μποστ) και Νίκος Σαραντάκος. Την έκθεση επιμελείται η θεατρολόγος Μαρίνα Κοτζαμάνη του πανεπιστημίου Πελοποννήσου ως προσφορά στη μνήμη της μητέρας της, της ιστορικού τέχνης Μαρίας Κοτζαμάνη, που είχε σχεδιάσει και προτείνει τη διοργάνωσή της και που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή.

Αν και οι 42 γελοιογραφίες της έκθεσης καλύπτουν όλα τα χρόνια συνεργασίας του Μποστ με εφημερίδες και περιοδικά, ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στην περίοδο 1959-1966, που ήταν η χρυσή εποχή του Μποστ. Πολλοί θα διακρίνουν ομοιότητες ανάμεσα στη χώρα της μαμα-Ελλάς, του Πειναλέοντα και της Ανεργίτσας και στη σημερινή Ελλάδα, καθώς η λαίλαπα των μέτρων λιτότητας έχει σαρώσει εργασιακές κατακτήσεις δεκαετιών. Επειδή όμως  στον μισόν αιώνα που έχει περάσει αναπόφευκτα έχουν ξεχαστεί πρόσωπα και πράγματα, είναι απαραίτητος κάποιος υπομνηματισμός που να κατατοπίζει τους νεότερους και να φρεσκάρει τη μνήμη των παλαιότερων.

Για να πάρουμε μια γεύση από την έκθεση, παρουσιάζω μία από τις γελοιογραφίες που εκτίθενται· θα τη σχολιάσω κάπως αναλυτικά, για να φανεί το εύρος και ο πλούτος των μποστικών λογοπαιγνίων.

mpost-markwn

Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου 1960 στην Ελευθερία και μάλιστα εγκαινίασε τη γόνιμη συνεργασία του Μποστ με αυτή την εφημερίδα (προηγουμένως συνεργαζόταν με τον Ταχυδρόμο). Τις μέρες εκείνες, ο Έλληνας υπουργός οικονομικών Παναγιώτης Κανελλόπουλος επισκέπτεται τη Βόννη για να συζητήσει οικονομικά θέματα. Η Ελλάδα θέλει να πουλήσει περισσότερα καπνά, να συνάψει δάνεια, να συνδεθεί με την Κοινή Αγορά, να πάρει κάποιες αποζημιώσεις για τα θύματα του ναζισμού. Οι Γερμανοί κρατούν σφιχτά κλειστό το χέρι τους, όπως ομολογεί το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας: «Πενιχρά τα αποτελέσματα των συνομιλιών εις την Μπον. Δημιουργούνται νέοι, ουχί ευμενείς όροι. Ουδέν θετικόν δια τα θύματα του ναζισμού».

Ο Μποστ σχολιάζει την επίσκεψη, φτιάχνοντας μιαν έξοχη σύνθεση με αμέτρητα υπονοούμενα. Τα πολυπόθητα μάρκα δίνουν αφορμή για αλυσιδωτά λογοπαίγνια με τον Μάρκο Μπότσαρη, κι έτσι οι Γερμανοί παρομοιάζονται με τους Τούρκους πριν από το 1821, ενώ ο Λούντβιχ Έρχαρτ (ισόβιος υπουργός οικονομικών επί Αντενάουερ και στη συνέχεια, από το 1963 έως το 1967, καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας) φοράει φέσι και γούνες σαν τον Αλήπασα και αποκαλείται μπέης και πασιάς της Βόννης, η οποία είναι βέβαια Βιλαέτι.

Ο Κανελλόπουλος βαφτίζεται «Καπετάν Πάνος εκ Παλαιών Πατρών» (ήταν Πατρινός) και αποστέλλεται «εις Γερμανών» καβάλα στον Πήγασο, μια και ο Κανελλόπουλος ήταν και λογοτέχνης. Καθώς καλπάζει τ’ άλογο αφήνει πίσω του φύλλα χαρτί. Το πρώτο γράφει επάνω Σονέτα. Ο Κανελλόπουλος είχε πράγματι εκδώσει μια τέτοια ποιητική συλλογή, που είχε γίνει κοινός γελοιογραφικός τόπος, αφού όλοι σχεδόν οι γελοιογράφοι της εποχής τον παράσταιναν με τα σονέτα στο χέρι, σε ρολό ή σε βιβλία. Το άλλο χαρτί γράφει «Εγενήθην το 1402. Απεστάλην εις Βόνην το 1960» (υπαινιγμός στο μυθιστόρημα Γεννήθηκα στα 1402 του Κανελλόπουλου). Ο Πήγασος μεταφράζεται και στα τούρκικα Greek Hava Yolari – Τουρκ Χαβά Γιολαρί λέγονται οι τουρκικές αερογραμμές.

Το κείμενο κάτω από τον τίτλο έχει αναφορές σε Ελύτη ή Μακρυγιάννη (ότι έτζι ήθελεν σωθεί η πατρίς), τα μάρκα τα κρύβουν όχι σε θησαυροφυλάκιο αλλά σε «χανεσί», ενώ πλάι στον μιναρέ υπάρχει, αντί για την ημισέληνο, αγκυλωτός σταυρός, κάτι που σε νεότερες εποχές θα προκαλούσε από κατακραυγή έως διπλωματικό επεισόδιο.

Ακόμα και οι μικρές λεπτομέρειες αξίζουν προσοχή: κάτω στα τείχη, ο στρατιώτης με τη χατζάρα λέει «Έρδε Πάνο». Αυτό το έρδε είναι αρβανίτικο και θα πει «ήρθε», και παραπέμπει στο «Έρδε Κώτσο», με το οποίο οι βασιλόφρονες των Μεσογείων χαιρέτισαν την επάνοδο του Κωνσταντίνου το 1920, ή στο υδρέικο «Έρδε Μπούμπουλης«.  Επίσης, το Ζητούνι, από το οποίο φαίνεται να έρχεται ο Κανελλόπουλος (πινακίδα κάτω δεξιά), δεν είναι απλώς η παλιά ονομασία της Λαμίας επί Τουρκοκρατίας, αλλά παραπέμπει στη ζητιανιά.

Ο διάλογος είναι σχετικά σύντομος, όπως είναι λογικό για να κρατηθεί η ισορροπία σε τόσο φορτωμένο σκίτσο· ο Έρχαρτ παραφράζει το πασίγνωστο ποίημα του Βαλαωρίτη («Τ’ άλογο, τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη»), ενώ ο Κανελλόπουλος ζητιανεύει, όχι χωρίς τσαμπουκά, με αλλεπάλληλες γενικές πληθυντικού που μπερδεύονται με αιτιατικές ενικού (των Μάρκων – τον Μάρκον).

Το μαιανδρικό κείμενο στη μπορντούρα του σκίτσου, όπως συνήθιζε ο Μποστ, αναφέρεται σε θέματα που δεν θίγει το κυρίως σκίτσο:

Ήρθα στα μέρη του Βορηά στ’ αλόγατο καβάλα
τι βρέχη στην Κομοτινή και πνίγετ’ η Καβάλα
Καβάλα παν στην εκλησιά, καβάλα προσκηνάνε
είν’ ένα μπόι το νερό κι αλοιός δεν περπατάναι

Ελεημοσύνη χριστιανοί, αδέρφηα ελεημοσήνη
Όστις δανείζη ανηψιόν εις τον θειόν να δίνη
Άνοιχ’ το μάρκα χανεσί κε έξελθε τον Μάρκον
αποκλισθέντον τον χοριών μας απαιτούντε βάρκον

Αγάδες και πασάδες, μπέηδοι γερμανοί
Ορέ των Μάρκων θέλω, πανί ‘μαι με πανί
Των Μάρκων τον λεβέντιν κε των οπλαρχηγόν
Κριπτόμενον εις Βόνην κι εκή καταφυγών

Καραμανλής προστάζη να είμαι αυτών ευρών
γερμανιστί υβρίζων μ’ ανγκιλοτόν σταβρών
Κι ας βλέπει πετρελαίων η μάντις Λεϊλά
Λεϊλατών των Μάρκων θ’ απάγωμεν ψηλά.

Τις μέρες εκείνες πλημμύρες είχαν πλήξει την Κομοτηνή και την Καβάλα, ενώ μια μάντισσα, η Λεϊλά, είχε συλληφθεί από την αστυνομία· κατά διαβολική σύμπτωση, δεν ήταν ανατολίτισσα αλλά… Γερμανίδα και έδωσε στον Μποστ την ευκαιρία για το υπέροχο λογοπαίγνιο με τη «λεϊλασία». Και τι σημαίνει άραγε το καταληκτικό «θ’ απάγωμεν ψηλά»; Θα απαγάγουμε ψιλά ή θα πάμε ψηλά; Μα, ασφαλώς και τα δύο – όλα τα είχε λογαριάσει ο δαιμόνιος Μποστ!

Παρόλο που έγραψα τόσα πολλά, δεν έχω εξαντλήσει όλα τα λογοπαίγνια και τους υπαινιγμούς του κειμένου -ο Μποστ ήταν χειμαρρώδης. Αν έχετε κάποια απορία, μπορείτε να ρωτήσετε.

Με τη σειρά μου, θα ήθελα να ρωτήσω κι εγώ κάτι: Τι σας αρέσει στον Μποστ; Πώς τον προσεγγίζετε σήμερα; Ρωτάω κυρίως τους νεότερους, δηλαδή όσους δεν έζησαν τα γεγονότα που περιγράφονται -αλλά θα με ενδιέφερε η γνώμη όλων.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 63 Σχόλια »

Νύχτες του Καμπούρια στο Σινέ Υβόννη (Μποστ)

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2012

Αν και συνήθως το Σάββατο βάζω μεζεδάκια, σήμερα θα κάνω εξαίρεση. Και αντί για σχόλιο σχετικά με τις τελευταίες ραγδαίες εξελίξεις, προτίμησα να παρουσιάσω ένα ακόμα σκίτσο του αγαπημένου μου Μποστ, ένα σκίτσο που έχει παρουσιαστεί ξανά στο Διαδίκτυο αλλά αξίζει να το ξαναδούμε και μάλιστα σχολιασμένο. Αξίζει επειδή είναι ένα από τα καλύτερα σκίτσα του Μποστ (κατά τη γνώμη μου βέβαια) και επειδή έχει και κομβική θέση στην δημιουργική πορεία του σκιτσογράφου, όπως θα εξηγήσω παρακάτω. Αν είναι και επίκαιρο; Πολλοί θα βρουν αναλογίες του τότε με το σήμερα -άλλωστε, έτσι όπως φτωχαίνει απότομα και ραγδαία η ελληνική κοινωνία, σε λίγο θα έχουμε γυρίσει στη δεκαετία του 1960, μείον την ελπίδα και την ωραία μουσική που είχαμε τότε.

Για να είμαι ακριβής, το σημερινό σκίτσο δεν ανήκει στη δεκαετία του 1960 αλλά στο κατώφλι της: δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1959 στον Ταχυδρόμο. Το 1959 ήταν καθοριστική χρονιά στην πορεία του Μποστ ως σκιτσογράφου: δουλεύει στον Ταχυδρόμο, όπου εικονογραφεί τις Σταυροφορίες του Τσιφόρου, με την εικονογράφηση να αυτονομείται όλο και περισσότερο από την αφήγηση ώσπου στο τέλος καταλήγει να σχολιάζει τη σημερινή εποχή, όπως ας πούμε, μέσα στο αντιαγγλικό κλίμα της εποχής λόγω του Κυπριακού, με τις περίφημες γελοιογραφίες με τους τροφαντούς Εγγλέζους και τους μουστακαλήδες Οθωμανούς, σαν αυτήν εδώ, που δημοσιεύτηκαν όλες την άνοιξη του 1959 (κάποια φορά θα βάλω μια-δυο ακόμα). Μόλις τελειώνουν οι Σταυροφορίες, από τον Μάιο του 1959 καθιερώνεται το «Μποστάνι του Μποστ», δηλαδή αυτόνομο σκίτσο που σχολιάζει την επικαιρότητα ή την πολιτική. Και σιγά-σιγά ο Μποστ αρχίζει να πλάθει τους ήρωές του. Διότι, βέβαια, ο Πειναλέων, η μαμα-Ελλάς και η Ανεργίτσα δεν δημιουργήθηκαν μονομιάς και έτοιμοι μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, αλλά διαμορφώθηκαν σταδιακά.

Σε ένα σκίτσο του Αυγούστου του 1959, που το έχω παρουσιάσει παλιότερα, βλέπουμε έναν προδρομικό Πειναλέοντα, ενήλικο και πολύ όμοιο με τον Καραγκιόζη, ενώ σε επόμενο σκίτσο ο γιος της μαμα-Ελλάς, ακόμα χωρίς όνομα, αυτοαποκαλείται «δουξ της Αμασίας». Στο σημερινό σκίτσο, ο γιος της μαμα-Ελλάς δεν έχει ακόμα πάρει το όνομα του Πειναλέοντα, ενώ η Ανεργίτσα, η αδελφή του, δεν έχει ακόμα εμφανιστεί στο προσκήνιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κινηματογράφος, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 135 Σχόλια »