Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μάνη’

Η μέρα της λαγάνας ξανά

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχω πάει μια μικρή εκδρομή, θα επαναλάβω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο για τη σημερινή μέρα, που το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια. Έχω προσθέσει πάντως κάμποσα πράγματα.

Ένα σύντομο πριν πάω να πετάξω τον χαρταετό (ή να τσακίσω τα σαρακοστιανά, που είναι και το πραγματικό… επίδικο της γιορτής), για μία από τις πολλές ξεχωριστές λέξεις της σημερινής μέρας, τη λαγάνα.

Η λαγάνα είναι το επίπεδο ψωμί χωρίς προζύμι που τρώμε την Καθαρά Δευτέρα (και ουσιαστικά μόνο την Καθαρά Δευτέρα, τουλάχιστον οι περισσότεροι). Αυτή είναι η πανελλήνια ονομασία, νομίζω, αν και βέβαια υπάρχουν τοπικά πολλές και διάφορες παραλλαγές και ονομασίες, για παράδειγμα σε ένα κορφιάτικο γλωσσάρι βρίσκω άλλες δυο λέξεις, την ξεπεταχτή και τη φλάουνα, που είναι, λέει, αλευρόπιτα (από το αγγλικό flour)· έχω πολλές επιφυλάξεις για την ετυμολογία, αφού η λέξη «φλαούνα» απαντά και στα νησιά του Αιγαίου, πχ την Τήνο, όπου δεν υπάρχει αγγλική επιρροή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 170 Σχόλια »

Το σύκο που ήρθε από αλλού, ξανά

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2016

Δεν είναι ακόμα εντελώς η εποχή τους, αλλά το άρθρο το ζήτησε τις προάλλες η φίλη μας η Λ., κι έτσι αναδημοσιεύω εδώ, με κάποιες προσθήκες, το παλιό άρθρο του 2011, που έχει στο μεταξύ συμπεριληφθεί και στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

800px-Opuntia_ficus-indica_fruit9Εδώ που παραθερίζω, έχει πολλές φραγκοσυκιές, συνήθως στα όρια των χωραφιών. Τα φρούτα αυτά τα αγαπώ πολύ, όχι όμως για τη γεύση τους ή τη δροσιά τους, αλλά επειδή μου θυμίζουν τον παππού μου. Σαν ήμουνα μικρός πέρασα μερικά ευτυχισμένα καλοκαίρια μαζί με τον παππού και τη γιαγιά, όχι στο χωριό –δεν είχαμε– αλλά στο Ξυλόκαστρο και στο Τολό, όπου παραθέριζαν ο παππούς με τη γιαγιά. Λοιπόν, στο Τολό, όπου πήγαν επειδή τα νερά είναι πιο ζεστά λόγω του κλειστού κόλπου, και ο παππούς είχε δισκοπάθεια, απέναντι στο χωριό υπάρχει, αν ξέρετε, ένα μικρό νησάκι, μ’ ένα εκκλησάκι πάνω του.

Το νησάκι αυτό ήταν (και πιθανότατα θα είναι ακόμα) γεμάτο φραγκοσυκιές. Οπότε, κάθε τόσο, ο παππούς, που ήτανε Μανιάτης στην καταγωγή (ή «την καταγωγή», αν επιμένετε), μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε στο νησάκι για φραγκόσυκα. Παίρναμε τον βαρκάρη, που γυρόφερνε με τη βάρκα του εκεί πιο πέρα, φωνάζοντας «Ίζολα, ίζολα μπέλα» για να μαζέψει τουρίστες για βόλτα στο νησάκι, και πηγαίναμε στο νησί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μάνη, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 133 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-2011)

Posted by sarant στο 17 Δεκέμβριος, 2015

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη μέρα που χάσαμε τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο. Παρόλο που τον θυμόμαστε διαρκώς στο ιστολόγιο, αφού κάθε δεύτερη Τρίτη βάζω σε συνέχειες ένα κομμάτι από κάποιο βιβλίο του, αισθάνθηκα την ανάγκη να τιμήσω σήμερα τη μνήμη του, όχι γράφοντας κάποιο καινούργιο κείμενο -δεν είμαι έτοιμος, ας πούμε- αλλά αναδημοσιεύοντας το μεγαλύτερο μέρος από τη νεκρολογία που είχα γράψει την επόμενη μέρα από τον θάνατό του. Το σημερινό άρθρο έχει αρκετές ομοιότητες με το αυριανό, και δεν αποκλείεται το αυριανό να με παρακίνησε για το σημερινό. Επίσης, συμπληρώνω τη νεκρολογία με ένα επεισόδιο από τη ζωή του πατέρα μου που το έμαθα πρόσφατα από έναν φίλο του, με τον οποίο βρέθηκα χάρη στο Διαδίκτυο.

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

mimis_jpeg_χχsmallΟ πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, Μίμης για τους κοντινούς του, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά, χτες, 17 Δεκεμβρίου 2011.

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, στις 8 Ιανουαρίου 1929, μοναδικό παιδί του Νίκου Σαραντάκου, μανιάτη τραπεζικού υπαλλήλου με έφεση στην ποίηση, τον ραδιοερασιτεχνισμό και τη χημεία, και της Ελένης Μυρογιάννη, ντόπιας δασκάλας και ποιήτριας. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως επονίτης -ο πατέρας του ο Νίκος ήταν άλλωστε στέλεχος του ΕΑΜ. Για τα μαθητικά του χρόνια έχει γράψει στο βιβλίο του «Μαθητές και δάσκαλοι«, ενώ μια αφήγηση με αναμνήσεις από την Κατοχή υπάρχει εδώ.

Ο παππούς μου είχε την τύχη να τον κυνηγήσει το μεταπελευθερωτικό κράτος πολύ νωρίς κι έτσι αθωώθηκε στη στημένη δίκη για «στάση», διότι τα δικαστήρια κρατούσαν ακόμη κάποια προσχήματα. Όμως, απολύθηκε από την τράπεζα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και τόσοι κυνηγημένοι αριστεροί. Εκεί, για κάμποσα χρόνια έβγαζε το ψωμί της οικογένειας φτιάχνοντας πορσελάνινα κουκλάκια. Ο Δημήτρης Σαραντάκος πέρασε στην Ιατρική, αλλά την εγκατέλειψε στο πρώτο έτος λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Ξαναέδωσε εξετάσεις και πέρασε χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1953 πήρε το πτυχίο του και μετά τη στρατιωτική του θητεία δούλεψε στην τεχνική εκπαίδευση, σε χημικές βιοτεχνίες, αργότερα υπάλληλος στον ΕΟΤ (της εποχής του Μον Παρνές, αρχές δεκαετίας 1960) και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρή εταιρεία μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, την ΤΕΜΣΑ (χαριτολογώντας λέγαμε ότι σημαίνει Τεχνική Εταιρεία Μίμης Σαραντάκος – Αλέκος, αλλά φυσικά δεν ήταν αυτή η σημασία, κι άλλωστε o συνεταιρισμός με τον Αλέκο χάλασε νωρίς).  Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου από την Αίγινα. Έκαναν τρία παιδιά, τον Νίκο (εγώ είμαι αυτός), την Λένα και την Έφη και είχε την τύχη να χαρεί πέντε εγγόνια. Ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενό του, απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» μπορείτε να διαβάσετε εδώ. [Τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» έχουν επίσης παρουσιαστεί από το ιστολόγιο]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Προσωπικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 61 Σχόλια »

Φρούτσου φρούτσου το φουστάνι, πάρτε μας Αμερικάνοι

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2015

Στην ποιητική συλλογή «Οργή λαού», που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Κώστα Βάρναλη σε επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη, και που περιέχει ποιήματα που έγραψε ο Βάρναλης την τελευταία δεκαετία της ζωής του, σχεδόν όλα μέσα στη δικτατορία της 21ης Απριλίου, και ειδικότερα στην ενότητα «Άλλα σατιρικά της εφταετίας», υπάρχει και το εξής ποίημα, με τίτλο «Παρωδία».

Ήρθανε, ωραία κόρη,
ήρθαν οι Αμερικάνοι…
Φρούτσου, φρούτσου το φουστάνι,
πάρτε μας, Αμερικάνοι…
(Δημοτικό μανιάτικο)

Πέσανε χιλιάδες γλάροι
στ’ αχαμνούλι μας τομάρι,
οι συμμάχοι Αμερικάνοι,
δεν αφήσανε λιμάνι.

Πήρανε βουνά και δάση
για τον Έχτο Στόλο βάση
(«διευκόλυνση» αιωνία,
έτσι λέγ’ η «συμφωνία»!)

Καθανείς τη φαμελιά του,
τα παιδιά και τα σκυλιά του.
Θα μασάνε ολημερίς
κι άμε διώχ’ τους, αν μπορείς.

Θα σ’ αρπάξουν απ’ τ’ αυτί
να σε διώξουν σένα αυτοί.
Θα σε μπαγλαρώσουν και
«Άι σιχτίρ, βαλκανικέ!»

Οι τροχοί τους θα σαρώνουν
κι ούτε σέντσι θα πλερώνουν.
Τώρα στων θεών το χώμα
με τα νύχια, με το στόμα

σκάψε για χιλιάδες πάτους
άλλες τόσες αποπάτους.
Σε λιγάκι θα μιλάς
Τέξας γλώσσα, αρχαία Ελλάς

και δε θα ρωτά κανείς
πού ’ναι η χώρα η ελληνίς.
Κι άμα ρίξουν πρώτες οι ΗΠΑ
όλη θα γενείς μια τρύπα!

Δεν θα αναλύσω το ποίημα, αν και μπορείτε βέβαια να το σχολιάσετε. Θα σταθώ στο μότο, στο τετράστιχο που προτάσσει ο Βάρναλης στο ποίημά του, που το επαναλαμβάνω εδώ:

Ήρθανε, ωραία κόρη,
ήρθαν οι Αμερικάνοι…
Φρούτσου, φρούτσου το φουστάνι,
πάρτε μας, Αμερικάνοι…
(Δημοτικό μανιάτικο)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Δημοτικά τραγούδια, Ποίηση, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 195 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Οι συνέπειες ενός ταξιδιού στη Μάνη

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2014

 

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή είναι η δέκατη έβδομη συνέχεια.  Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΜε τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε σε ένα νέο κεφάλαιο του βιβλίου, το πέμπτο, που έχει τον τίτλο «Απόπειρα διαφυγής», για λόγους που θα γίνουν αμέσως προφανείς.

Παρά την ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, τους αγαπητούς φίλους και τα πνευματικά και άλλα ενδιαφέροντά του ο Νίκος δεν ήταν ικανοποιημένος από τη ζωή του στη Μυτιλήνη. Τη δουλειά του στην Τράπεζα τη θεωρούσε μειωτική, γιατί πίστευε πως έστω και ακούσια συμμετείχε σε κάποια διαδικασία κλοπής και εξα­πάτησης των πελατών της. Από την άλλη μεριά πίστευε πως οι γνώ­σεις και οι ικανότητές του μέναν αναξιοποίητες στους περιορισμέ­νους ορίζοντες της Μυτιλήνης, η επαρχιώτικη ζωή της οποίας τον έπνιγε.

Το καλοκαίρι του 1933 αποφάσισαν με τη γυναίκα του να περάσουν την άδειά τους στη Μάνη. Πήγαν στην Αθήνα που την είχαν για τελευταία φορά επισκεφτεί το 1927 στο σύντομο γαμήλιο ταξίδι τους, είδαν τα εκεί εγκαταστημένα αδέλφια του τον Κώστα, τον Μιχάλη και τον Γιώργο και από τον Πειραιά πήραν το πλοίο για το Γύθειο, από όπου με αμάξι φτάσανε στο χωριό. Ο ποιητής είχε να ’ρθει στον τόπο που γεννήθηκε από το 1924 και αισθανόταν ισχυρή συγκίνηση, την οποία μετέδωσε και στη γυναίκα του. Η Ελένη μαγεύτηκε από το αυστηρό αλλά τόσο γοητευτικό μανιάτικο τοπίο, από το αιωνόβιο πυργόσπιτο της οικογένειας και από την αρχοντική μανιάτικη φιλο­ξενία, μολονότι την τρόμαξαν όχι λίγο τα μανιάτικα έθιμα, τα σχετι­κά με τους γδικιωμούς και τις αλληλομαχίες των διαφόρων οικογε­νειών, που τότε ήταν πολύ ζωντανά και για τα οποία την κατατόπισε, με μεγάλη δόση υπερβολής, ο μικρότερος κουνιάδος της ο Γιάννης, ενώ οι αδιάκοποι χαιρετιστήριοι ή γιορταστικοί πυροβολισμοί, τα «σμπάρα», την έφερναν σε κατάσταση πανικού.

Καθώς ήταν η πρώτη νύφη της οικογένειας, πήγαν να τη δουν ατέλειωτος αριθμός συγγενών, από τη Γέρμα, την Κελεφά, το Κρυονέρι, την Καρέα, το Οίτυλο και το Βαχό, που όλοι τους βεβαίωναν πως ήταν στενοί και «εξ αίματος» συγγενείς του αντρός της κι ας ήταν ξαδέλφια πέμπτου βαθμού. Περισσότερη προσοχή βέβαια συγκέ­ντρωσε ο γιος τους, που εκτός που είχε το όνομα και το επώνυμο του πατέρα του ποιητή, του Δημήτρη, ήταν κι ο πρώτος εκπρόσωπος της τρίτης γενιάς των Σαραντάκων. Όλοι αυτοί οι συγγενείς θεωρούσαν υποχρέωσή τους να τους καλέσουν στα σπίτια τους. Οι εκδρομές αυ­τές θα ήταν πολύ ευχάριστες αν οι δρόμοι ήταν σε υποφερτή κατάστα­ση κι αν έλειπαν τα σμπάρα. Δυστυχώς ουσιαστικά δεν υπήρχαν δρόμοι παρά μόνο δύσβατα μονοπάτια, που περνούσαν από γυμνά όλο πέτρα βουνά και συχνά στο χείλος βαθύτατων γκρεμών. Όσο για τους πυροβολισμούς άλλο τίποτα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 51 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Όπου γνωρίζουμε τον κύριο Θεόδωρο

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2014

mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και λίγο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή είναι η ένατη συνέχεια, και κανονικά θα δημοσιευόταν την προηγούμενη Τρίτη, δημοσίευση που αναβλήθηκε για προσωπικούς λόγους. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Να θυμίσω ότι στην προηγούμενη συνέχεια είχαμε δει τον παππού μου τραπεζικό υπάλληλο στη Μυτιλήνη, που αναγκάστηκε να αφήσει το νησί αναπάντεχα (και μαζί την κοπέλα που είχε ερωτευτεί) όταν κλήθηκε να υπηρετήσει το υπόλοιπο της θητείας του. Παρέλειψα το σύντομο κεφάλαιο της θητείας στη Θεσσαλονίκη και τώρα φτάνουμε σε ένα ιντερμέτζο, γύρω στα 1925 ή 1926, όπου ο παππούς μου έχει απολυθεί από τον Στρατό και επιστρέφει στην Αθήνα, στα κεντρικά της Εμπορικής Τράπεζας, περιμένοντας να τοποθετηθεί κάπου.

Γυρίζοντας από τη Θεσσαλονίκη ο Νίκος Σαραντάκος ξανάσμιξε με την παλιά του παρέα, στην οποία όμως είχε, κατά την απουσία του, προστεθεί ένα καινούργιο μέλος. Να πώς περιγράφει το ξανασμίξιμό του με την παρέα και τη γνωριμία του με το νέο μέλος της ο ίδιος σ’ ένα κείμενο του, που έμεινε ημιτελές:

Ήτανε βράδυ. Εκείνη την ημέρα είχα έρθει απ’ τη Θεσσαλονίκη κι όπως ήταν φυσικό έσπευσα μόλις βράδυασε στο μαγέρικο του Χαράλαμπου, όπου όλοι οι φίλοι ανυπομονούσαν να με δουν και να με  καλοσωρίσουν. Ήτανε φυσικό επίσης να γίνουν σπονδές και να καεί το  πελεκούδι.

Έλειπα στη Θεσσαλονίκη ένα χρόνο περίπου κι η ανυπομονησία των  φίλων, όταν έμαθαν πως γύρισα, ήτανε στο σημείο ζέσης. Έτσι μόλις μπήκα  το βράδυ στο μαγέρικο τους ηύρα όλους εκεί, στην καθημερινή γωνιά της  παρέας, στην οποία σύμφωνα με μια σιωπηλή συμφωνία δεν πήγαιναν ποτέ  άλλοι πελάτες. Καλωσορίσματα, αγκαλιές, φιλιά, χτυπήματα στην πλάτη κι όλες  γενικώς οι εκδηλώσεις εγκαρδιότητας και αγάπης. Μόνο ένας, ψηλός και  μαύρος, με γένια και τραγιάσκα, που καθότανε με την παρέα μου, δε με  καλωσόρισε αλλά απλώς σηκώθηκε και με κοίταζε βλοσυρός και μάλιστα με  κάποιαν εχθρότητα.

Μόλις πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός μου λέει ο Μιχάλης: «Αλήθεια, να σε συστήσω με τον κύριο Θεόδωρο. Κύριε Θεόδωρε ο  αδερφός μου ο Νίκος».

Ο ούτω αποκληθείς κύριος Θεόδωρος έφερε το αριστερό του χέρι  μπροστά στο στόμα του σε απόσταση δέκα περίπου πόντων με την παλάμη  προς τα μέσα, ενώ ταυτοχρόνως μου έτεινε το δεξί για χειραψία. Η  χειραψία που ακολούθησε όμως ήταν εντελώς μονομερής. Έμοιαζε σα να  επιχειρούσα χειραψία με ένα ξύλο ή ένα οποιοδήποτε άλλο άψυχο αντικείμενο θερμοκρασίας 36 1/2 βαθμών Κελσίου. Το χέρι που μου έτεινε  ο μουσοτραφής άγνωστος έμεινε τελείως ουδέτερο όταν το αγκάλιασε η  παλάμη μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , | 55 Σχόλια »

Ο Λεσσουίρος και ο Εϊδέκος, ο Ορφανίδης και ο Χουρμούζης

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2013

Κι άλλη μια φορά έχουμε αναφερθεί στον Θεόδωρο Ορφανίδη, και επειδή όσα είχα γράψει δεν αλλάζουν, αντιγράφω την αρχή εκείνου του περσινού άρθρου.

170px-Theodoros_OrphanidisΟ Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886) υπήρξε ένας από τους πρώτους βοτανολόγους του νεοελληνικού κράτους. Σπούδασε βοτανική στο Παρίσι, περιέγραψε την ελληνική χλωρίδα, ανακάλυψε κάμποσα είδη φυτών, εξέδωσε για μερικά χρόνια το περιοδικό “Γεωπονικά”, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο, όπου διετέλεσε και πρύτανης. Μάλιστα, ένα είδος φυτών έχει ονομαστεί προς τιμήν του: Orphanidesia (εδώ βλέπετε ένα λουλούδι, το Orphanidesia gaultherioides).Γεννήθηκε στη Σμύρνη, αλλά την εγκατέλειψε πολύ μικρός (μάλλον με τους διωγμούς του 1821) και η οικογένειά του ήρθε στη Σύρα και στην Τήνο, και μετά στο Ανάπλι και στην Αθήνα, όπου τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές.

Όμως ο Ορφανίδης ήταν και ποιητής, ένας από τους κορυφαίους της Α’ αθηναϊκής σχολής. Τον έχουμε αναφέρει παρεμπιπτόντως καναδυό φορές στο ιστολόγιο, επειδή είχε σε έναν ιστορικό φιλολογικό καβγά με τον Ραγκαβή, όταν ο Ραγκαβής, κριτής σε ποιητικό διαγωνισμό το 1860, βράβευσε τον Αρματωλό του Γρηγόρη Σταυρίδη και όχι τον Άγιο Μηνά του Ορφανίδη, και ο Ορφανίδης κατηγόρησε τον Ραγκαβή ότι επίτηδες βράβευσε ένα ποιητικό έκτρωμα για να εξευτελίσει τον θεσμό. Το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί ο Σταυρίδης αυτός είναι ο μετέπειτα Γκριγκόρ Παρλίτσεφ, που σήμερα θεωρείται περίπου εθνικός ποιητής της γειτονικής πΓΔΜ, αλλά αξίζει χωριστό άρθρο που δεν έχω σκοπό να το γράψω τώρα. Πάντως, κρίνοντας εκ των υστέρων, δηλαδή σήμερα, ο Αρματωλός μόνο σαν παρωδία διαβάζεται.

Ο Ορφανίδης όμως δεν έγραψε μόνο επικολυρικά, έγραψε και σατιρικά ποιήματα και κυρίως ως σατιρικός έχει μείνει. Στα σατιρικά του μάλιστα ποιήματα χρωστάει, έμμεσα, τη μετέπειτα σταδιοδρομία του. Στα νιάτα του, ενώ ήταν γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών, δημοσίευε σατιρικά ποιήματα όπου έκανε κριτική στην κυβέρνηση, και τελικά το 1844 ο Κωλέττης τον έστειλε με υποτροφία να σπουδάσει βοτανική στο Παρίσι για να μην τον έχει μέσα στα πόδια του. Μερικά από αυτά τα ποιήματα θα δούμε τώρα, που τα εξέδωσε σε συλλογή με τίτλο Μένιππος το 1836, Η σατιρική αυτή συλλογή του κόστισε την απόλυση από την υπηρεσία του και ολιγοήμερη φυλάκιση, αλλά η κατακραυγή της κοινής γνώμης ήταν τέτοια που τελικά τον επανέφεραν στη θέση του.

Στον Μένιππο, ο 19χρονος Ορφανίδης εντάσσεται καθαρά στην παράδοση του Σούτσου, στον οποίο άλλωστε αφιερώνει το «πονημάτιον τούτο» (εδώ μπορείτε να δείτε τη συλλογή), αλλά αυτό που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον είναι ότι αναφέρεται επίσης ευμενώς στον Χουρμούζη, έναν ακόμα σφοδρό επικριτή της Βαβαροκρατίας. Ο Μιλτιάδης Χουρμούζης (1804-1882), αγωνιστής της Επανάστασης στα νιάτα του, έγραψε μερικά πετυχημένα θεατρικά έργα όπου σατιρίζει μεταξύ άλλων τους Βαβαρούς, αργότερα ασχολήθηκε και με την πολιτική, και τελικά κυνηγημένος έφυγε πίσω στην Πόλη το 1856. Έμεινε έναν αιώνα και κάτι στη σκιά, ώσπου τον ανακάλυψαν στη δεκαετία του 1960 και τα έργα του άρχισαν να παίζονται από το 1974 και μετά. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Χουρμούζης και ο Ορφανίδης γνωρίζονταν. Κάτι που δεν ξέρω αν το έχει επισημάνει κανείς πρωτύτερα, είναι ότι στον «κατάλογο συνδρομητών» του βιβλίου του Χουρμούζη «Ο τυχοδιώκτης», μια κωμωδία για την οποία θα πούμε κάμποσα παρακάτω (έτσι τυπώνονταν τότε τα βιβλία, με προεγγραφη συνδρομητών, περίπου με πληθοχρηματοδότηση δηλαδή, όπως έχει αρχίσει και τώρα να γίνεται!), έναν κατάλογο που είναι καταταγμένος σε αλφαβητική σειρά με το μικρό όνομα, στο γράμμα Θ βρίσκω τον Θ. Ορφανίδη, που ασφαλώς είναι ο (18χρονος τότε) ποιητής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Θεατρικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 43 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Οι γονείς

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΑπό την προπερασμένη Τρίτη έχω αρχίσει να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Το σημερινό είναι το δεύτερο κεφάλαιο. που και αυτό ασχολείται με τους προγόνους, και ειδικότερα με τον πατέρα του ποιητή (δηλαδή τον πατέρα του παππού μου).Το προηγούμενο, πρώτο κεφάλαιο, βρίσκεται εδώ.

Σ’ αντίθεση με τον πληθωρικό και ασυγκράτητο Μιχάλη, ο γιος του ήταν πράος και μετρημένος χαρακτήρας· αγαπούσε τα γράμματα, του άρεσαν τα χωρατά και τα γλέντια και σιχαινόταν τους καβγάδες και τους τσακωμούς. Έβγαλε το δημοτικό στη Γέρμα και το Σχολαρχείο στο Γύθειο.Το δευτεροβάθμιο αυτό σχολείο, που επίσημα λεγόταν «Ελληνικόν Σχολείον» κι ήταν μια βαθμίδα ανάμεσα σε δημοτικό και γυμνάσιο, έδινε όπως φαίνεται στέρεες και ουσιαστικές γνώσεις στους αποφοίτους του. Ο Δημήτρης πάντως έμαθε πολύ καλά αρχαία ελληνικά και καλούτσικα γαλλικά καθώς και γεωγραφία και πραχτική αριθμητική.

Από τότε που ο πατέρας του ήταν στη φυλακή καταπιάστηκε να οργανώσει το πατρικό του χτήμα. Ήταν θαυμάσιος ξυλουργός και ξυλόγλυπτης και τα περισσότερα έπιπλα και σύνεργα του σπιτιού ήταν έργο των χειρών του. Αργότερα άνοιξε ξυλουργείο στην Τσίπα (το Νέο Οίτυλο) και έφτιαχνε κάθε είδους σκαλιστά έπιπλα, σεντούκια και κασέλες καθώς και τέμπλα εκκλησιών. Τα τέμπλα των εκκλησιών της Τσίπας και του Βαχού είναι δικά του δημιουργήματα.

Γράφτηκε συνδρομητής σ’ ένα γαλλικό αγροτικό περιοδικό και με τη βοήθεια του εφάρμοσε πολλές πρωτοπόρες για την εποχή και τον τόπο μεθόδους, με αποκορύφωμα την κατασκευή μιας κλωσομηχανής που λειτουργούσε με λάμπες πετρελαίου. Η κλωσομηχανή αυτή έγινε θρυλική σ’ όλη την κεντρική Μάνη, παρά το γεγονός ότι τα εγκαίνια της σημείωσαν παταγώδη αποτυχία. Τα αυγά που βάλανε δεν είχαν γονιμοποιηθεί από πετεινό και κλωσόπουλα δε βγήκαν. Ο Δημήτρης όμως απτόητος επανέλαβε την προσπάθεια και τα τετρα­κόσια πουλιά που του έδωσε η μηχανή βούλωσαν τα στόματα και των πιο δύσπιστων. Κόσμος και κοσμάκης ήρθαν να δουν τη θαυματουρ­γή κατασκευή «που έβγαζε κλωσόπουλα χωρίς κλώσες» κι ο πα­πάς του Βαχού, αφού περιεργάστηκε το μηχάνημα πολλήν ώρα σκυθρωπός, πήρε παράμερα τον Δημήτρη και του ’πε:

«Αυτά, παιδί μου Δημήτρη, είναι δουλειές του Οξαποδώ. Κοίτα να το καταστρέψεις αυτό το πράγμα πριν χάσεις την ψυχή σου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 75 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Ο παππούς ο Μιχάλης

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΑπό σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» (1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Το σημερινό πρώτο κεφάλαιο ασχολείται με τους προγόνους, και ειδικότερα με τον παππού του ποιητή (δηλαδή τον παππού του παππού μου).

Ο ποιητής γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1903 στη Γέρμα, ένα μικρό  χωριό της κεντρικής αποσκιαδερής Μάνης. Ήταν το τέταρτο παιδί του Δημήτρη και της Ισαβέλλας, που συνολικά στα δώδεκα πρώτα χρόνια του γάμου τους απόχτησαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι και εφτά αγόρια.

Οι γονείς του ποιητή κατάγονταν από δυο αντιμαχόμενες εχθρικές πατριές, από τους Βασιλιάνους ο πατέρας και από τους Γιωργακιάνους η μητέρα. Τα συγγενολόγια αυτών των πατριών απλώνονται σε καμιά δεκαριά χωριά της Κεντρικής Μάνης, από το Οίτυλο και την Κελεφά ως τον Αη Βασίλη και τη Μαραθέα.

Η οικογενειακή μυθολογία ανάγει την αρχή των πατριών στην ύστερη Φραγκοκρατία, όταν δυο αδέλφια, ο Βασίλης κι ο Γιωργάκης, γιοι κάποιου βυζαντινού άρχοντα που λεγόταν Μιχαήλ (όλες οι επιφανείς μανιάτικες οικογένειες κατάγονται από κάποιον βυζαντινό άρχοντα…), καταφύγαν στη Μάνη για να γλιτώσουν από τους δολοφόνους του πατέρα τους. Εγκαταστάθηκαν στο Οίτυλο κι ήταν σ’ όλην τη ζωή τους αγαπημένοι. Το ίδιο και τα παιδιά τους.  Τα εγγόνια τους όμως χωρίστηκαν από οικονομικές αιτίες και από τότε ανάμεσα στους απογόνους του Βασίλη, τους Βασιλιάνους και του Γιωργάκη, τους Γιωργακιάνους γεννήθηκε μίσος βαθύ, που με τη σειρά του  γέννησε αιματηρούς γδικιωμούς και πολύνεκρες συγκρούσεις. (Οι Μανιάτες δεν μεταχειρίζονται τον όρο ‘βεντέτα’ για την εθιμική αντεκδίκηση, αλλά το ‘γδικιωμός’).

Σε μια φάση της αιωνόβιας αυτής έχθρας, οι Γιωργιακιάνοι είχαν καταφέρει να σκοτώσουν όλους τους αρσενικούς Βασιλιάνους, αλλά μια έγκυος Βασιλόνυφη, που κατέφυγε για προστασία στο επίσης ισχυρό γένος των Κυβελιάνων, γέννησε αρσενικό παιδί, που με τα χρόνια αναγέννησε τη γενιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 61 Σχόλια »

Μια επίσκεψη στη Μάνη (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Ο πατέρας μου, θα θυμάστε, μόλις επέστρεψε από μιαν εκδρομή στην Αίγινα όπου έκανε μια γνωριμία που άλλαξε τη ζωή του.

mimis_jpeg_χχsmallΜη αντέχοντας να παραμένω άπρακτος ως την επόμενη μετάβασή μου στην Αίγινα, παρέσυρα τον ξάδερφο μου τον Μίμη σε μια εκδρομή στη Μάνη. Στα τέλη του περασμένου Μάη είχε πεθάνει ο παππούς μας. Τα τελευταία χρόνια είχε καταβληθεί πολύ από την νόσο του Πάρκινσον και μ΄ όλο που ήταν εβδομηνταεφτά χρονών, έδειχνε πολύ πιο γέρος. Κατά κάποιον τρόπο αναπαύθηκε. Πρότεινα το ταξίδι μας στο πατρογονικό μας σπίτι, σαν είδος  μνημόσυνο στη μνήμη του.  Η γιαγιά στην αρχή είχε κάποιους φόβους. Η οικογένειά μας, με εξαίρεση τον θείο τον Κώστα, ήταν χαρακτηρισμένη αριστερή και μ΄όλο που τα πράγματα είχαν πια ησυχάσει, φοβόταν μήπως κάποιος εγχώριος Χίτης μας κάνει κακό. Εμείς την καθησυχάσαμε πως δε θα δίναμε αφορμή.

Ξεκινήσαμε με την οτομοτρίς που μας πήγε ως την Τρίπολη και από κει πήραμε το λεωφορείο για τη Σπάρτη. Δε βιαζόμασταν καθόλου και αποφασίσαμε σε κάθε αναγκαστική, λόγω αλλαγής συγκοινωνιακού μέσου, στάση, να μένουμε όσο μας έπαιρνε. Έτσι, στην Τρίπολη επισκεφθήκαμε τον φίλο του θείου Μιχάλη και συνεργάτη του λεξικού του Ηλίου, τον Ιάκωβο τον Πολυκράτη, που παραθέριζε εκεί.

Ο Ιάκωβος ήταν πολύ ωραίος τύπος, μορφωμένος, πολιτισμένος και λάτρης του Βάκχου. Ήξερε όλες τις ταβέρνες  Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων και όταν ήταν να σε κατατοπίσει για να πας κάπου, τις χρησιμοποιούσε ως σημεία αναφοράς. Πρόπερσι, που πήγαμε για Κούλουμα στης κυρίας Θάλειας, στο Χαλάντρι, ο Ιάκωβος μας καθοδήγησε με τη δικιά του μέθοδο.

“Θα πάρτε το λεωφορείο και θα βγείτε στην πλατεία, στην εκκλησιά. Εκεί πιο κάτω είναι η ταβέρνα “ο Χρήστος”. Θα πάρετε το δρόμο δεξιά της ταβέρνας και σε εκατό μέτρα θα βρείτε το ουζερί “τα τρία αδέρφια”. Εκεί θα στρίψετε και λίγο πιο κάτω στο κέντρο “Το στέκι των φίλων” θα πάρετε τη μάντρα της Ριζαρείου και θα φτάσετε στο σπίτι της Θάλειας”

Πραγματικά ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του φτάσαμε χωρίς περιπλανήσεις στο εξοχικό της φίλης μας.

Και ο πατέρας του Ιάκωβου, ο Θεμιστοκλής Πολυκράτης, σπουδαίος μουσικός, που είχε συνθέσει αρκετές πολύ γνωστές καντάδες, ήταν επίσης, και μάλιστα σε κάπως υπερβολικό βαθμό, λάτρης του Βάκχου και οι φίλοι του τον έλεγαν, παραφράζοντας το όνομά του Μεθυστοκλή Πολυκράση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 37 Σχόλια »

Διάλεκτοι και υποκρισία

Posted by sarant στο 2 Αύγουστος, 2012

Δυο πολύ διαφορετικές τοποθετήσεις έγιναν τις τελευταίες μέρες, που είχαν όμως ως κοινό στοιχείο ότι έθιγαν το ζήτημα των διαλέκτων της νεοελληνικής, και χρησιμοποιούσαν τις διαλέκτους ως επιχείρημα εναντίον της νέας Γραμματικής, μια και το σίριαλ της Φωνηεντιάδας, δηλαδή της σκοταδιστικής επίθεσης στο νέο βιβλίο Γραμματικής του δημοτικού, συνεχίζεται, έστω κι αν κάπως έχει κοπάσει. Να μου συγχωρήσετε που γράφω κάπως βιαστικά κι έτσι αφήνω κενά, αλλά ετοιμάζομαι για ταξίδι κι αν άφηνα το θέμα θα το παράσερνε στη λήθη ο πανδαμάτορας Αύγουστος και θα το επισκίαζε η αναγγελία των αναμενόμενων σκληρότατων νέων (μέχρι τα επόμενα) οικονομικών μέτρων.

Πρώτο είναι το άρθρο του ομότιμου καθηγητή της κλασικής φιλολογίας κ. Οδυσσέα Τσαγκαράκη, που δημοσιεύτηκε προχτές στην ηλέκδοση του Βήματος, με τίτλο «Φωνήεντα και φθόγγοι».  Αν και (ευτυχώς) αναγνωρίζει ότι η νέα Γραμματική δεν καταργεί τα φωνήεντα η και ω (και τα ξ, ψ) όπως λένε οι πιο ανόητοι ή κακόπιστοι επικριτές της, ο κ. καθηγητής υποστηρίζει ότι «τα 7 φωνήεντα της αρχαίας (όμοια με της νέας) είχαν ισάριθμους φθόγγους, όπως και τα 17 σύμφωνα (βλ. Stanford, The Sound of Greek, 1967 και Allen, Vox Graeca, 1987)».

Προφανώς όταν λέει για «7 φωνήεντα» εννοεί «7 γράμματα», αλλά είναι δυνατόν ένας κλασικός φιλόλογος να λέει τέτοιο πράγμα, και μάλιστα να επικαλείται τον Άλεν; Κι εγώ που δεν είμαι καθηγητής, ξέρω ότι οι αρχαίοι είχαν τουλάχιστον 12 φωνηεντικούς φθόγγους, γιατί τι άλλο είναι τα κακώς ονομασθέντα δίχρονα παρά δύο φωνήεντα που παριστάνονται με το ίδιο γράμμα; Αλλά ας δούμε τον Άλεν και στη σελίδα 62 του κλασικού Vox Graeca (τρίτη έκδοση), βλέπουμε καθαρά τους 12 φωνηεντικούς φθόγγους της αρχαίας και την αντιστοιχία τους με τα γράμματα του αλφαβήτου μετά τον Ευκλείδη, στην εικόνα που βλέπετε αριστερά. Πού τους βρίσκει τους «ισάριθμους φθόγγους» ο κ. Τσαγκαράκης;

Δυστυχώς η συνέχεια δεν είναι καλύτερη, γιατί ο κ. καθηγητής γράφει: Όλοι (ειδικοί και μη ειδικοί) δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι σε αρκετές διαλέκτους (π.χ. Κρητική, Πελοποννησιακή) το η προφέρεται ε , π.χ. νύφε (νύφη), το υ προφέρεται ου ή ιου, π.χ. άχιουρο (άχυρο), και το ω προφέρεται ου, π.χ. χούμα (χώμα). Στα παραδείγματα αυτά και σε άλλα (βλ. τις εξαιρετικές εργασίες του Ν. Παντελίδη για την πελοποννησιακή διάλεκτο και επίσης τη μελέτη του R. M. Dawkins, Modern Greek in Asia Minor, 1916), η προφορά του η, υ, ω είναι λοιπόν διαφορετική και πλησιάζει την αρχαία.

Εγώ που δεν είμαι καθηγητής αυτό το θεωρώ αντιστροφή της πραγματικότητας. Τα γράμματα δεν προφέρονται, αυτή είναι πολύ παρωχημένη διδασκαλία. Τα γράμματα αποτυπώνουν, όχι πάντα με ακρίβεια, φθόγγους. Το να λέμε ότι τα γράμματα προφέρονται είναι σαν να λέμε ότι ο πυρετός μάς αρρωσταίνει.

Και μια και πιάσαμε τον Άλεν, να θυμηθούμε τι λέει στη σελ. 8 του βιβλίου του: In the study of a ‘dead’ language there is inevitably a main emphasis on the written word. But it is well to remember that writing is secondary to speech, and, however much it may deviate from it, has speech as its ultimate basis. The written symbols correspond, in a more or less complete manner, to phonological or grammatical elements of speech (…) It is therefore in a sense misleading to speak of written symbols as being pronounced-rather it is the other way round, the symbols representing spoken elements. But when, as in the case of ancient Greek, our utterances mostly involve reading from a written text, the traditional terminology of’ pronouncing letters’ may reasonably be tolerated, and is in fact maintained in this book. Λέει δηλαδή ο Άλεν ότι είναι από μια άποψη παραπλανητικό να λέμε ότι γραπτά σύμβολα προφέρονται· το αντίστροφο ισχύει: τα σύμβολα αντιπροσωπεύουν ομιλούμενα στοιχεία. Κατ’ εξαίρεση όμως, σε γλώσσες «νεκρές», όπως τα αρχαία ελληνικά, όπου κατά κύριο λόγο όταν τις μιλάμε διαβάζουμε γραπτό κείμενο, μπορεί να γίνει ανεκτή η παραδοσιακή ορολογία ότι «τα γράμματα προφέρονται», όχι όμως σε σημερινές γλώσσες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικοί μύθοι, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 142 Σχόλια »

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

Posted by sarant στο 18 Δεκέμβριος, 2011

Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, Μίμης για τους κοντινούς του, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά, χτες, 17 Δεκεμβρίου 2011.

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, στις 8 Ιανουαρίου 1929, μοναδικό παιδί του Νίκου Σαραντάκου, μανιάτη τραπεζικού υπαλλήλου με έφεση στην ποίηση, τον ραδιοερασιτεχνισμό και τη χημεία, και της Ελένης Μυρογιάννη, ντόπιας δασκάλας και ποιήτριας. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως επονίτης -ο πατέρας του ο Νίκος ήταν άλλωστε στέλεχος του ΕΑΜ. Για τα μαθητικά του χρόνια έχει γράψει στο βιβλίο του «Μαθητές και δάσκαλοι«, ενώ μια αφήγηση με αναμνήσεις από την Κατοχή υπάρχει εδώ.

Ο παππούς μου είχε την τύχη να τον κυνηγήσει το μεταπελευθερωτικό κράτος πολύ νωρίς κι έτσι αθωώθηκε στη στημένη δίκη για «στάση», διότι τα δικαστήρια κρατούσαν ακόμη κάποια προσχήματα. Όμως, απολύθηκε από την τράπεζα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και τόσοι κυνηγημένοι αριστεροί. Εκεί, για κάμποσα χρόνια έβγαζε το ψωμί της οικογένειας φτιάχνοντας πορσελάνινα κουκλάκια. Ο Δημήτρης Σαραντάκος πέρασε στην Ιατρική, αλλά την εγκατέλειψε στο πρώτο έτος λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Ξαναέδωσε εξετάσεις και πέρασε χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1953 πήρε το πτυχίο του και μετά τη στρατιωτική του θητεία δούλεψε στην τεχνική εκπαίδευση, σε χημικές βιοτεχνίες, αργότερα υπάλληλος στον ΕΟΤ (της εποχής του Μον Παρνές, αρχές δεκαετίας 1960) και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρή εταιρεία μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, την ΤΕΜΣΑ (χαριτολογώντας λέγαμε ότι σημαίνει Τεχνική Εταιρεία Μίμης Σαραντάκος – Αλέκος, αλλά φυσικά δεν ήταν αυτή η σημασία, κι άλλωστε συνεταιρισμός με τον Αλέκο χάλασε νωρίς).  Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου από την Αίγινα. Έκαναν τρία παιδιά, τον Νίκο (εγώ είμαι αυτός), την Λένα και την Έφη και είχε την τύχη να χαρεί πέντε εγγόνια. Ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενό του, απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 προσλήφθηκε μηχανικός στην Αγροτική Τράπεζα, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε το 1990. Μετά τη συνταξιοδότησή του επιδόθηκε στο γράψιμο και συνέχισε τις πολλές και ποικίλες άλλες δραστηριότητες «ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος» στις οποίες πάντοτε επιδιδόταν. Τα τελευταία χρόνια συμμετείχε στην Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, ιδρυτικό μέλος και μέλος του ΔΣ. Μετά τη συνταξιοδότησή του περνούσε αρκετόν καιρό στην Αίγινα, όπου εξέδιδε την εφημερίδα «Το Φιστίκι», σατιρική, φωταδιστική, αποκαλυπτική, που πέρασε από πολλές ενσαρκώσεις, στα τελευταία περιοδικό και ακόμα πιο τελευταία ιστολόγιο. Συνεργαζόταν επίσης με διάφορα έντυπα, ταχτικά με την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης με ένα άρθρο, κάθε Τρίτη, που είχα καθιερώσει να αναδημοσιεύω στο ιστολόγιο. Δείτε και μια παρουσίαση του πατέρα μου από το Εμπρός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Προσωπικά | Με ετικέτα: , , , , , | 279 Σχόλια »

Το σύκο που ήρθε απ’ αλλού

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2011

 

Καιρό τώρα είχα σκοπό να γράψω για τα φραγκόσυκα –το είχα υποσχεθεί κιόλας παλιότερα- αλλά κάτι το ένα, κάτι το άλλο, το ανέβαλλα. Μέχρι που τις προάλλες, στη συζήτηση του άρθρου για το κυδώνι, έγιναν αρκετά ωραία σχόλια για τα φραγκόσυκα, που θα ήταν κρίμα να μένουν σε ξένο σπίτι. 

Οπότε, θα μιλήσουμε για τα φραγκόσυκα. Εγώ τα φραγκόσυκα τα αγαπώ όχι για τη γεύση τους ή τη δροσιά τους, αλλά επειδή μου θυμίζουν τον παππού μου. Σαν ήμουνα μικρός πέρασα μερικά ευτυχισμένα καλοκαίρια μαζί με τον παππού και τη γιαγιά, όχι στο χωριό –δεν είχαμε– αλλά στο Ξυλόκαστρο και στο Τολό, όπου παραθέριζαν ο παππούς με τη γιαγιά (παρένθεση γλωσσική: τέλεια και τρισχιλιετής η ελληνική, αλλά λέξη για το ζευγάρι δεν έχει, όπως άλλες γλώσσες, π.χ. grand-parents· θα πεις «παππούδες» και θ’ αδικήσεις τη γιαγιά). Λοιπόν, στο Τολό, όπου πήγαν επειδή τα νερά είναι πιο ζεστά λόγω του κλειστού κόλπου, και ο παππούς είχε δισκοπάθεια, αν ξέρετε, υπάρχει απέναντι στο χωριό ένα μικρό νησάκι, μ’ ένα εκκλησάκι πάνω του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 169 Σχόλια »

Μνήμη Νίκου Κατσικάρου

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2010

Το κείμενο αυτό του πατέρα μου, Δημ. Σαραντάκου, θα δημοσιευτεί στο περιοδικό «Μάνη». Η φωτογραφία παρακάτω είναι από την τελευταία δικιά μου επίσκεψη στο πατρογονικό μας σπίτι, στο χωριό Γέρμα Λακωνίας, πριν από κάμποσα χρόνια.

Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου βρεθήκαμε οικογενειακώς στη Μάνη. Είχα αρκετά χρόνια να έρθω στα πατρογονικά μου και με ξάφνιασε ευχάριστα η αλλαγή προς το καλύτερο, που διαπίστωσα, σε όλα τα πεδία, όχι μόνο στις υποδομές (άνετοι καλοφτιαγμένοι δρόμοι, δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, πολύ ωραία κτίσματα), αλλά και στο εποικοδόμημα, στον πολιτισμό. Παρακολουθήσαμε θεατρικές παραστάσεις,  και συναυλίες, επισκεφθήκαμε εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής, απολαύσαμε το πρωτότυπο «Φεστιβάλ Γευσιγνωσίας» στην Αρεόπολη και γενικά περάσαμε ωραία.

Μέναμε σε συγγενικό μας σπίτι στο Σκουτάρι και κολυμπούσαμε συνήθως στη θαυμάσια ακρογιαλιά της Αγίας Βαρβάρας, με την πεντακάθαρη θάλασσα της. Το πρώτο πράγμα που μου χτύπησε στο μάτι και με συγκίνησε ήταν η επιγραφή «Κατσικάρος» μιας ταβέρνας, εκεί στην ακτή, γιατί μου θύμισε έναν σπουδαίο άνθρωπο που είχα γνωρίσει στα νιάτα μου και που λεγόταν έτσι.

Φθινόπωρο του 1955. Μόλις είχα απολυθεί από τον Στρατό και οι καιροί ήταν δύσκολοι. Ειδικότερα εμείς οι χημικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, αντιμετωπίζαμε οξύτατο πρόβλημα ανεργίας, καθώς δεν είχε αρχίσει ακόμα ούτε η εκβιομηχάνιση, ούτε η ανοικοδόμηση, που σημάδεψαν τη δεκαετία 55-65.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , , , | 11 Σχόλια »