Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μένανδρος’

Ψόφος

Posted by sarant στο 5 Αυγούστου, 2016

Στα κοινωνικά μέσα θα το βρείτε συχνά γραμμένο «πσόφος», μια στραβογραψιά στην οποία αναφέρθηκα χτες μαζί με άλλα συναφή φαινόμενα. Ωστόσο, η λέξη του τίτλου έχει μεγάλο ετυμολογικό ενδιαφέρον, οπότε σκέφτηκα να της αφιερώσω το σημερινό άρθρο, μια και δεν ταίριαζε να τα αναπτύξω αναλυτικά στο χτεσινό άρθρο, που είχε άλλο θέμα.

Είτε γραμμένη «ψόφος» είτε «πσόφος», η λέξη χρησιμοποιείται, κατά τον ορισμό του slang.gr, «ως κατάρα για να εκφράσει εντονότατη οργή στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, αλλά και σε πιο συμβατικές μορφές έκφρασης, όπως τα γκράφιτι».

Η κατάρα αυτή εκφέρεται μονολεκτικά στα κοινωνικά μέσα (δείτε εδώ ένα νόστιμο σατιρικό άρθρο του Κουλουριού), ενώ σε παλιότερες εποχές που ήμασταν λιγότερο λακωνικοί η κατάρα εκφερόταν αναλυτικότερα, π.χ. «κακό ψόφο να’χεις».

Ψόφος είναι ο θάνατος των ζώων, ιδίως από ασθένεια. «Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει», λέει η παροιμία. Όταν πεις «ψόφησε» για ένα ζώο, είναι ουδέτερη η χρήση (δεν θα το πεις για το αγαπημένο σου κατοικίδιο, βέβαια). Όταν πεις «ψόφησε» για έναν άνθρωπο, δείχνεις αμέσως έντονη απέχθεια για το πρόσωπό του, είναι βαριά κουβέντα. Τις προάλλες διάβασα κάπου ένα άρθρο για τον Δάγκουλα, τον διαβόητο συνεργάτη των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, που τον πρόλαβαν οι Ελασίτες και τον σκότωσαν στο τέλος της Κατοχής κι έτσι δεν έγινε υπουργός μεταπολεμικά -είχε και δυο αποκόμματα εφημερίδων με την είδηση του θανάτου του, και στη μιαν απ’ αυτές ο τίτλος ήταν «ψόφησε ο Δάγκουλας».

Φυσικά υπάρχουν πάμπολλες λέξεις και εκφράσεις, με ένα πλήρες φάσμα από αποχρώσεις, για τη μόνη βεβαιότητα της ζωής μας, αλλά δεν θέλω να επεκταθώ προς τα εκεί, ας μείνουμε προς το παρόν στο ότι ο άνθρωπος πεθαίνει και το ζώο ψοφάει.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η αρχική σημασία της λ. ψόφος, ούτε η μοναδική -άλλωστε, ξέρουμε πως όταν κάνει πολύ κρύο λέμε ότι «έχει ψόφο», που είναι ήδη μια άλλη σημασία. Ούτε αυτή όμως είναι η αρχική.

Στα αρχαία ελληνικά, ψόφος ήταν ο θόρυβος. Η λέξη χρησιμοποιόταν κυρίως για άναρθρους θορύβους, όχι για την ανθρώπινη φωνή. Ο ψόφος ετυμολογείται από ένα επιφώνημα ψο, που εξέφραζε αηδία και αποστροφή.

Το ρήμα «ψοφώ» λοιπόν αρχικά σήμαινε κάνω θόρυβο, ας πούμε όπως η αρβύλα στο χώμα (ψοφεί αρβύλη) ή η αλυσίδα ή η οπλή του αλόγου ή το κτίριο που πέφτει. Υπήρχε και η φράση «ψοφείν τας θύρας», που τη λέγανε όταν χτυπούσαν την πόρτα -αλλά όχι απέξω για να μπουν παρά από μέσα για να βγουν.

Πράγματι, παρόλο που σκορπάμε ένα σκασμό ώρες για να μη μαθαίνουμε αρχαία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, λίγοι ξέρουν ότι στα σπίτια των αρχαίων Αθηναίων οι πόρτες άνοιγαν προς τα έξω -και επειδή τα σοκάκια της αρχαίας πόλης ήταν στενά, ο αρχαίος Αθηναίος που ήθελε να βγει από το σπίτι του έπρεπε να χτυπήσει την πόρτα, ώστε να τον ακούσει ο διαβάτης που περνούσε και να παραμερίσει. Όπως λέει ένα απόσπασμα του Μενάνδρου, «την θύραν ψοφεί τις εξιών». Να σημειωθεί ότι όταν χτυπούσε την πόρτα ο επισκέπτης απ’ έξω για να του ανοίξουν οι νοικοκυραίοι, τότε χρησιμοποιούσαν άλλο ρήμα, το κόπτω ή το κρούω την θύραν.

Με την πάροδο του χρόνου, οι λέξεις ψοφώ και ψόφος συνδέθηκαν με τον ήχο που κάνει το ζώο όταν πέφτει πεθαίνοντας, και κατά την ελληνιστική εποχή εμφανίζεται και η σημασία ψοφώ = πεθαίνω, για ζώα, ενώ, όπως λέει το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη σποραδικά από τον 5ο μΧ αιώνα το ρ. ψοφώ χρησιμοποιείται και για θάνατο ανθρώπου. Από τη σημασία ψόφος = θάνατος (κυρίως ζώου) προέκυψε τα νεότερα χρόνια και η σημασία του έντονου κρύου.

Ενδιαφέρον είναι ότι η σύνδεση του θορύβου με τον θάνατο εμφανίζεται επίσης στο λατινικό ρήμα crepare, που σήμαινε στα κλασικά λατινικά «κροτώ, σπάω με θόρυβο» και πήρε στα λατινικά της όψιμης εποχής και ιδίως στις νεότερες γλώσσες τη σημασία «σκάω, ψοφάω» -από εκεί και το δικό μας «κρεπάρω».

Οι γιατροί θα μας πουν ότι η αρχική σημασία του ψόφου διατηρείται και στις μέρες μας στην ορολογία τους, όπου ο μυικός ψόφος είναι ακροαστικό φαινόμενο. Σε κανένα βαθύ καθαρευουσιάνικο κείμενο μπορεί να συναντήσετε τη λέξη «αψοφητί» (δηλ. αθόρυβα). Αλλά και στο γενικό λεξιλόγιο, όταν λέμε κάποιον «ψοφοδεή», δηλαδή φοβιτσιάρη, δεν συνειδητοποιούμε ίσως ότι η λέξη είχε φτιαχτεί για εκείνους που φοβούνται και τον παραμικρό θόρυβο (ψόφο). Στο ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη βρίσκω κι έναν ορισμό νεοπλατωνικού σχολιαστή: Ψοφοδεείς δε λέγονται οι τους ψόφους των μυιών δεδοικότες, δηλαδή όσοι φοβούνται τον θόρυβο των μυγών ποντικών.

Για τις κατσαρίδες δεν ξέρω αν έχουν πει τίποτα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι!

 

Posted in Αρχαίοι, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , | 177 Σχόλια »

Χαζό παιδί χαρά γεμάτο, πάλι

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2016

Χτες έπεσε πολλή δουλειά οπότε αναγκάζομαι να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της αναδημοσίευσης ενός παλιού άρθρου, που το έχω βέβαια ξανακοιτάξει κι έχω κάνει μικρές ή μεγάλες αλλαγές και προσθήκες.

Άλλωστε, το ιστολόγιο κοντεύει να κλείσει τα εφτά χρόνια φαγ… λειτουργίας, κι έτσι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πριν από πέντε ή έξι χρόνια μπορεί να είναι άγνωστο στους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες -ή να μην το θυμούνται.

Από μιαν άποψη, ο τίτλος του σημερινού άρθρου θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχόλιο για πρόσφατα γεγονότα ή για γνωστά πρόσωπα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής σκηνής. Όχι όμως, ακόμα κι αν σκέφτηκε κάτι τέτοιο το πονηρό μυαλό σας, το άρθρο είναι καθαρά γλωσσικό ή και λιγάκι φρασεολογικό. Και από τη φρασεολογία ξεκινάω.

Τη φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» τη λέμε, συχνά εκνευρισμένοι, σε όποιον γελάει αναίτια, χωρίς προφανή λόγο. Σε μια τηλεοπτική εκπομπή που έτυχε να παρακολουθήσω, ο παρουσιαστής ρώτησε τους άλλους ωραίους νέους και νέες που έκαναν μαζί την εκπομπή, αν ξέρουν από πού βγήκε η έκφραση «αυγά σου καθαρίζουνε». Κανείς δεν ήξερε, αυτοσχεδίασαν διάφορες εξηγήσεις, μέχρι που μια διαβασμένη είπε με στόμφο ότι κάθε 15 Μαΐου υπήρχε λέει στην αρχαία Ρώμη το έθιμο του αυγοπόλεμου, που γινόταν προς τιμή της Αφροδίτης και του Διονύσου και ο καθένας πετούσε στους άλλους αυγά μελάτα, εξήγηση που έγινε δεκτή με ζητωκραυγές.

Η άποψη αυτή για την προέλευση της φράσης είναι ξεσηκωμένη από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, το οποίο κάμποσοι το έχουν για ευαγγέλιο για την εξήγηση της προέλευσης διαφόρων φράσεων. Το βιβλίο αυτό κατά σύμπτωση βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα, αφού το μοιράζει μια εφημερίδα, νομίζω μάλιστα σε συνέχειες. Τη γνώμη μου γι’ αυτό την έχω ξαναγράψει: πολύ υλικό συγκεντρωμένο με κόπο, αλλά εντελώς αναξιόπιστες εξηγήσεις και συνεχές κυνήγι του εντυπωσιασμού. Και η εξήγηση αυτή εδώ, της φράσης «αυγά σου καθαρίζουνε» από τον αυγοπόλεμο της αρχαίας Ρώμης, δεν είναι καλύτερη. Για να μην αδικήσω τον Νατσούλη, να συμπληρώσω ότι λέει επίσης πως ο αυγοπόλεμος ήταν αδυναμία του Νέρωνα και πως η ίδια γιορτή έγινε της μόδας στο Βυζάντιο «για πολύ λίγο διάστημα όμως» και ότι «σε πολλά βυζαντινά κείμενα αναφέρεται συχνά, αλλά μόνο με δυο-τρία λόγια» (αυτά στην σελ. 23 της δικής μου έκδοσης). Με αυτοκρατορική αρχοντιά ο συγγραφέας προσπερνάει το θέμα της τεκμηρίωσης, χωρίς να μας δώσει έστω και ένα από αυτά τα κείμενα που αναφέρουν τον βυζαντινό αυγοπόλεμο. Δεν φταίω εγώ να υποψιαστώ πως δεν υπάρχει κανένα τέτοιο κείμενο.

Αλλά και να υπάρχει τέτοιο κείμενο (που δεν υπάρχει), και να ήταν ο αυγοπόλεμος καθιερωμένο βυζαντινό έθιμο, από πού κι ως πού συνάγεται ότι γέννησε την παροιμιακή φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» Έχουμε κανένα κείμενο που να διασώζει έστω μια προηγούμενη μορφή της φράσης; Όχι. Όπως συνήθως, κι αυτή η εξήγηση του Νατσούλη είναι γέννημα μιας πλούσιας φαντασίας που δεν βολεύεται με τις πεζές εξηγήσεις.

Διότι η εξήγηση της φράσης είναι πεζή: απλούστατη, αλλά όχι πολύ συναρπαστική. Στα παλιά χρόνια της γενικευμένης και ολόχρονης στέρησης, τότε που κανείς δεν χόρταινε, το μικρό παιδί που έβλεπε να του καθαρίζουν αυγό για να το φάει γέλαγε από τη χαρά του. Η εικόνα είναι κοινότατη, η εξήγηση μου φαίνεται απολύτως πειστική και δεν είναι ανάγκη να πάμε στον αυγοπόλεμο και στον Νέρωνα. Ο Ν. Πολίτης δίνει και γαλλική παραπλήσια φράση: Ris, Jean, on te frit des oeufs, παναπεί Γέλα, Ζαν, αυγά σου τηγανίζουν.

Οι πρόγονοί μας θεωρούσαν λογικό να γελάει όποιος του καθαρίζουν αυγά -σήμερα, που το μικρό παιδί το κυνηγάς σ’ όλο το σπίτι για να φάει το αυγό του κι αυτό το σκασμένο αρνείται, η προέλευση της φράσης έχει ξεχαστεί.

Όποιος όμως γελάει χωρίς να του καθαρίζουνε αυγά, δηλαδή όποιος γελάει αναίτια ενοχλεί. Το να γελάς αναίτια θεωρείται χαζομάρα. Κάποιος λάτρης της ετυμολογίας θα μπορούσε να πει ότι αυτό αποτελεί ταυτολογία. Διότι, από πού ετυμολογείται η λέξη «χαζός»;

Αν ανοίξετε τα λεξικά μας, και στο θέμα αυτό συμφωνούν όλα τους, θα δείτε ότι το χαζός προέρχεται από το χάζι, που είναι ένα θέαμα που το παρακολουθούμε χωρίς να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αλλά μας διασκεδάζει, και αυτό το χάζι είναι δάνειο από το τουρκικό haz (αραβικής αρχής) που σημαίνει «ευχαρίστηση, απόλαυση».

Από την απόλαυση στη διασκέδαση, κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια που πάνε στην αφέλεια και από εκεί στη βλακεία. Πάντως, αν δεν κάνω λάθος, η σημασιολογική εξέλιξη έγινε στα ελληνικά. Στα τούρκικα δεν βρίσκω καμιά ένδειξη για αρνητική απόχρωση στη λέξη haz.

Το χάζι, είπαμε, είναι ευχάριστο θέαμα. Συχνά χρησιμοποιείται, σε διαλέκτους ιδίως, σαν συνώνυμο του γούστου, ενώ η έκφραση «έχει χάζι» χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο της «έχει γούστο» ή «έχει πλάκα», συχνά για κάποιο μάλλον δυσάρεστο ενδεχόμενο που όμως το θεωρούμε όχι πολύ πιθανό και το αναφέρουμε κυρίως για να ξορκίσουμε το φόβο μας. Π.χ. «Αργεί να ρθει ο γαμπρός· έχει χάζι ντου να μετάνιωσε την τελευταία ώρα» (από το κρητικό λεξικό του Πιτυκάκη).

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, σχολιάζοντας την προέλευση της λ. χαζός από το χάζι σημειώνει: η λέξη θα σήμαινε αρχικώς «χαρούμενος» (χωρίς ιδιαίτερο λόγο), «ελαφρόμυαλος».

Μπορεί να είναι κι έτσι. Δυστυχώς στη γλώσσα μας, τα γλωσσικά ληξιαρχεία δεν λειτουργούν καλά κι έτσι είναι δύσκολο να βρεις πότε μπήκε μια λέξη στη γλώσσα και ποια είναι η αρχική σημασία της. Πάντως, εγώ νομίζω πως η λέξη δεν είναι πολύ παλιά (δηλ. αν έπρεπε να στοιχηματίσω θα έλεγα πως είναι των μέσων του 19ου αιώνα) και πως ανάμεσα στο χάζι και στον χαζό μεσολάβησε το «χαζεύω». Χαζεύει αυτός που κάνει χάζι, που περνάει την ώρα του κοιτάζοντας τους άλλους, που διασκεδάζει με τον τρόπο αυτό. Ε, αυτός θεωρείται ελαφρόμυαλος, χαζός. Πάντως, τα μεγάλα λεξικά μας δίνουν άλλη πορεία: χάζι > χαζός > χαζεύω.

Ούτως ή άλλως, η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Έτσι κι αλλιώς, η απόλαυση και η διασκέδαση θεωρήθηκε βλακεία. Οπότε, από μια άποψη, θα λέγαμε ότι η λέξη «χαζοχαρούμενος» είναι πλεονασμός –και ότι η έκφραση «χαζό παιδί, χαρά γεμάτο», που τη λέμε για κάποιον που γελάει αναίτια, χωρίς να του καθαρίζουν αυγά, είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

Πάντως, να πω ότι το επίτομο της νεοελληνικής του Κριαρά, που συχνά έχει εύστοχες ετυμολογικές λύσεις διαφορετικές από των άλλων, λέει ότι ο χαζός είναι ή από το haz ή από το χάσκω –δεν αποκλείεται μάλιστα, λέω εγώ, να έχει γίνει και πάντρεμα των δύο, διότι αυτός που χαζεύει κάτι πολύ συχνά χάσκει κιόλας.

Οι αρχαίοι είχαν και μιαν άλλη παροιμία γι’ αυτό το θέμα, που ήταν η αγαπημένη του γυμνασιάρχη μου και την έλεγε κάθε φορά που κάποιος μαθητής γελούσε αναιδώς ή αναίτια: «γελά ο μωρός καν τι μη γελοίον η», που πρέπει να την αγαπούσαν πολλοί γυμνασιάρχες και γενικότερα δάσκαλοι και καθηγητές διαχρονικά. Η ακριβής της μορφή, στις Γνώμες του Μενάνδρου, είναι Γελᾷ δ’ ὁ μῶρος, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -μώρος, όχι μωρός, αλλά προσωπικά δέχομαι ότι και οι στερεότυπες φράσεις σηκώνουν κάποια προσαρμογή στο σημερινό τυπικό (αλλά αυτό είναι θέμα που θα το συζητήσουμε άλλη φορά). Σημειώστε ότι στα αρχαία, το έχουμε ξαναπεί, γελοίος είναι ο αστείος (διότι αστείος ήταν ο ραφιναρισμένος). Επειδή πάντως, όπως είπα, το μενάνδρειο απόφθεγμα ακούγεται πολύ, να σημειώσω και μια χαριτόλογη μετάφρασή του, που δεν θυμάμαι πού την έχω διαβάσει: Γελάει το μωρό, κάντο να μη γελάει.

Να κλείσω με τον Φλομπέρ. Έλεγε ότι για να ζήσει κανείς ευτυχισμένος χρειάζεται καλή υγεία, εγωισμό και βλακεία· αν όμως λείπει η βλακεία, τ’ άλλα δύο μόνα τους δεν φτουράνε. Λέτε να είχε δίκιο;

Υστερόγραφο: Υπάρχει πάντως κι ένας άλλος αυγοπόλεμος. Εννοώ τη διαμάχη, που κλείνει έναν αιώνα, για το αν πρέπει να γράφουμε αυγό ή αβγό. Σε αυτό τον «πόλεμο των αυγών», έχω σκοπό να αφιερώσω κάποτε άρθρο.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »