Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μίμης Φωτόπουλος’

Μίμης Φωτόπουλος: Στο δρόμο για την Ελ Ντάμπα

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2021

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα απόσπασμα, τις πρώτες εφτά σελίδες, από το χρονικό «Ελ Ντάμπα» που έγραψε ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986). Ο τίτλος του άρθρου είναι δικός μου, δεν υπάρχει στο βιβλίο.

Ο αγαπημένος κωμικός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ και στα Δεκεμβριανά πιάστηκε και στάλθηκε αιχμάλωτος στην Ελ Ντάμπα, βρετανικό στρατιωτικό αεροδρόμιο στην Αίγυπτο, 180 χιλιόμετρα δυτικά από την Αλεξάνδρεια, μαζί με άλλους 8-10.000 Έλληνες αριστερούς. Ο εγκλεισμός διάρκεσε μήνες -ο Φωτόπουλος επέστρεψε τέλη Μαρτίου, άλλοι αργότερα.

Αυτή την περιπέτεια την αφηγείται ο Μίμης Φωτόπουλος στο σύντομο χρονικό Ελ Ντάμπα, από το οποίο θα διαβάσουμε σήμερα τις πρώτες σελίδες, που περιγράφουν τη σύλληψή του. (Άλλα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο μπορείτε να βρείτε και εδώ).

Ο Φωτόπουλος έγραφε και ποιήματα -η πρώτη του συλλογή, Μπουλούκια, κυκλοφόρησε το 1940 ενώ ακολούθησαν και άλλες, όπως και αυτοβιογραφικά έργα. Επίσης έφτιαχνε και κολλάζ χρησιμοποιώντας γραμματόσημα.

Το χρονικό του για την Ελ Ντάμπα το είχα διαβάσει παλιά, σε έκδοση της Σύγχρονης Εποχής. Στο πρόσφατο φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο είδα πως έχει επανεκδοθεί από τα 24 γράμματα, όπως και το σύνολο του έργου του Φωτόπουλου, και το πήρα.

Για την Ελ Ντάμπα έχει γράψει και ο Δημήτρης Χριστοδούλου, μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο.

Μεταφέρω το κείμενο χωρίς αλλαγές στην ορθογραφία (ήταν ήδη μονοτονικό, αν και υποθέτω ότι στην πρώτη έκδοση θα είχε πολυτονικό).

 

-Και καλά, το σπίτι μας το κάψανε οι Εγγλέζοι;

-Ναι.

Αυτό το «ναι» μου ’φυγε σαν πονεμένη ανάσα. Το ’πα σιγανά, θλιμμένα. Μα στ’ αφτιά της μητέρας μου έφτασε σαν κραυγή απελπισίας μέσα στη νύχτα πνιγμένη από καταιγίδα. Ακούμπησε πάνω μου τη ματιά της γεμάτη θλιμμένη εγκαρτέρηση και μου ψιθύρισε έτσι, σαν ψαλμό, σαν μοιρολόι:

-Καλά, εμείς τι κάναμε στους Εγγλέζους και μας κά­ψανε το σπίτι;

-Τίποτα. Είχαμε, μάλιστα, στην καλύτερη μεριά του σπιτιού μας κρεμασμένο κι ένα χαρτόνι που είχε κολλη­μένα πάνω του τα πλαδαρά μάγουλα του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ.

-Τότε, γιατί;

-Ε, να, οι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ να μας ελευθερώ­σουν.

-Από τους Γερμανούς;

-Όχι, αυτοί τους… ενοχλούσαν, μα τους αντέχανε…

-Τότε από ποιους;

-Ήρθαν να μας ελευθερώσουμε από τον «ΕΛΑΣ».

-Κι ο ΕΛΑΣ γιατί ήρθε;

-Να μας ελευθερώσει από τους Εγγλέζους.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Ούτε κι εγώ. Όλ’ αυτά μαζί λέγονται «Πολιτική».

-Και το σπίτι μας το κάψανε για την πολιτική;

-Όχι, για την ελευθερία.

-Ποια ελευθερία;

-Πού να ξέρω ποια απ’ όλες! Γιατί οι ελευθερίες εί­ναι πολλές, όσες και οι μάρκες των σαπουνιών. Και από

αρχαιοτάτων χρόνων σκοτώσουνε ανθρώπους και καίνε πολιτείες και σπίτια εν ονόματι της ελευθερίας.

Τότε μπήκες στην κουβέντα και η γιαγιά μου, που, καθισμένη σαν παιδί σταυροπόδι σε μια κουρελού, καθά­ριζε κάτι σκουληκιασμένα ρεβίθια, για το μεσημέρι.

-Καλά, παιδάκι μου, αυτοί οι Εγγλέζοι που λες, από πού ήρθαν και μας κάψανε το σπίτι μας;

-Από την Αγγλία!

-Και μετά πού πέφτει αυτή η Αγγλία;

-Είναι πολλά μερόνυχτα από δω, γιαγιά. Αλλά έτσι και μυριστεί ψοφίμι -κι έχει μια μύτη που μυρίζεται από πολύ μακριά- αμολάει αεροπλάνα και καράβια, και πέ­φτει σαν κοράκι στο καημένο το θύμα.

-Χριστός και Παναγιά! Κι ήρθανε από τόσο μακριά, που λες, τα κοράκια, να κάψουνε το δικό μας σπίτι; Καλά, δεν έχουνε σπίτια εκεί, κοντά τους, να τα κάψουνε;

-Ε, είναι ιδιότροποι, βλέπεις, και τους αρέσει να καί­νε τα ξένα, και τα πολύ μακρινά σπίτια.

Έκανε το σταυρό της η γριά και ξανάρχισε να καθαρί­ζει τα ρεβίθια της. Η μάνα μου βούλιαξε, σιγά σιγά, σε μια καρέκλα, με τα μάτια απλωμένα στο κενό, κι εγώ άναψα ένα τσιγάρο. Μια παράξενη βουβαμάρα απλώθηκε μέσα στο υπόγειο, όπου μέναμε μιας πολυκατοικίας, στο Κολωνάκι. Ο θυρωρός της, ένας μακρινός μας συγγενής μας φιλοξενούσε στο δωμάτιό του.

Ύστερα από ατέλειωτα μπλόκα στρατιωτών, αστυ­νομικών, εθνοφυλάκων και «πατριωτών», είχαμε… διεκπεραιωθεί στο Κολωνάκι, φορτωμένοι με μια κουβέρτα. Μακριά από την πρώτη γραμμή του πυρός, που ήταν στην οδό Ιπποκράτους. Εγγλέζικα τανκς είχανε σταθεί στη γωνιά του σπιτιού μας, και ρίχνανε. Όλοι οι ένοικοι είχαμε μαζευτεί στο πλυσταριό. Οι καρδούλες των παι­διών κοντεύανε να σπάσουνε. Και μόλις σταμάτησε η… μάχη φύγαμε τρομοκρατημένοι, αφήνοντας έρημο το σπίτι μας, δεν υπήρχε πια! Και δε γίνεται πιο τρομακτικό πράμα στη ζωή του ανθρώπου από το να καεί το σπίτι του. Δεν μπορεί να το πιάσει με τον νου του όποιος δεν το δοκίμασε. Ένα μεγάλο «ρήγμα» στην ζωή του. Κάτι σπάει μέσα σου και ξαφνικά σαν να γίνεσαι κι εσύ αλλι­ώτικος. Κάτι έχει καεί μέσα σου μαζί με το σπίτι σου. Σε μας τους μικροαστούς, τα μικρά, δύσκολα αποκτημένα πράγματα, είναι στέρεα δεμένα με τη μικρή μας ζωή. Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μας, ένα «κεντητό» της γιαγιάς μας, ένα σπάνιο βιβλίο, τα γράμματα της πρώτης μας αγάπης, ένα σπαθί από το Γαριβαλδινό Σώμα, που μας το άφησε «ενθύμιον» ο θείος μας…

Κι όλες τούτες οι «μικρές ευτυχίες» γίνανε στάχτη μέσα σε μια νύχτα. Όλο το μικρονοικοκυριό μας, που ήτανε το κέρδος ενός αγώνα τριάντα χρονών. Βρεθήκαμε στο δρόμο σχεδόν γυμνοί, χωρίς τίποτα, ουδέ καν ελπί­δες και, προπαντός, χωρίς προπολεμικό ενοίκιο.

Βουβή κάθισε η οικογένεια στο τραπέζι. Καθένας βούλιαζε στις δικές του σκέψεις, κι αφηρημένα μασούσε κάτι πανάθλια ρεβίθια, που τα είχαμε αγοράσει με «μέ­σον» πανάκριβα.

Η γιαγιά μου ήταν δακρυσμένη· της χάιδεψα τα κά­τασπρα μαλλιά. Οι φτωχοί, συνήθως, έχουνε και γιαγι­άδες· είναι κι αυτές μια από τις μικρές ευτυχίες τους. Οι πλούσιοι δεν έχουνε τέτοιες χαρές. Ακούσατε ποτέ τον Ωνάση ή τον Παναγή Κανελλόπουλο να μιλάνε για την γιαγιά τους;

Κι οι μάχες στην Αθήνα συνεχίζονταν, για ν’ αφήσουνε κι άλλο κόσμο ξεσπίτωτο.

 

 

Και περνούσαν οι μέρες μέσα στη ρημαγμένη στη μα­τωμένη, στην πεινασμένη Αθήνα, ανάμεσα σε εγγλέζικα τανκς, που ξερνούσανε θάνατο, ανάμεσα σε εγγλέζικα αεροπλάνα κι γαζώνανε με σφαίρες τα σπίτια, ανάμεσα σε μαυραγορίτες και παραρτήματα. Πού και πού άκουγες πως κάποιον γνωστό σου τον… έφαγε μια «αδέσποτη». Το φουκαρά! Έκανε τόσον αγώνα να γλιτώσει από την πείνα, από τους Γερμανούς, από τους τσολιάδες, από τα μπλόκα και τώρα, στο τέλος, να πάει από μιαν αδέσποτη! Μόνο λίγες σταγόνες αίμα είχανε ραντίσει το πεζοδρό­μιο, που σε λίγο θα τις πατούσανε και θα σβήνανε κι αυ­τές για πάντα. Μπορεί και να ’ναι καλύτερα έτσι… Ποιος ξέρει, τι θα τραβήξουμε εμείς ακόμα.

Από τις δώδεκα ως τις δύο, το μεσημέρι, ήταν δυο ώρες «ανακωχής», στην Αθήνα. Κι έπαιρνα τους δρό­μους… Κάθε τόσο άκουγα γύρω μου: «Πιάστε τον, πιάστε τον» κι ένα έξαλλο πλήθος ορμούσε πάνω σε έναν άνθρωπο.

-Τι ’ναι, βρε παιδιά;

-Κουκουές.

-Πιάστε τον!

Έφτανε κάποιος να πετάξει τη λέξη «Κουκουές», και ριχνόντουσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» να σε λιντσά­ρουνε. Ωραίες, αξέχαστες εποχές!

Ο περίπατός μου ήτανε πάντα ως το καμένο μου σπίτι. Ένα καθημερινό προσκύνημα. Δεν ήθελα να το πιστέψω ακόμα, πως το κάψανε, νόμιζα πως όλη τούτη η ιστορία ήταν ένας εφιάλτης που θα περνούσε γρήγορα. Ξεκλεί­δωνα την πόρτα, (γιατί οι Εγγλέζοι του ’χάνε ρίξει από πάνω εμπρηστικές, κι απέξω είχε μείνει σχεδόν ανέπαφο) κι έμπαινα στα ερείπια. Ο ουρανός έριχνε αρκετό φως, κι εγώ έψαχνα μέσα στις στάχτες, κι όλο ανασκάλευα μη και βρω «κάτι». Τι να ’βρισκα! Δεν υπήρχε περίπτωση να βρω τίποτα, γιατί, φυσικά, πολύτιμους λίθους, που δεν καιγόντουσαν, δεν είχαμε ποτέ στο σπίτι μας. Ωστόσο, έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, με μιαν ήρεμη απελπισία…

 

 

Κι ήρθε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς… Μεσημέρι, καθώς γύριζα από το καθημερινό προσκύνημα στο κα­μένο μου σπίτι, στάθηκα στην Πλατεία Κολωνακίου και κοιτούσα κάτι τραπεζάκια με πρωτοχρονιάτικα παιχνίδια. Και το Δεκέμβρη του σαραντατέσσερα, το Κολωνάκι δεν εννοούσε ν’ αφήσει καμιάν από τις παλιές του συνήθει­ες. Κοίταζα αυτά τα θλιβερά παιχνίδια και το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλες εποχές, ειρηνικές. Ποτέ πιτσιρίκος, δεν

είχα αποκτήσει τα παιχνίδια που ήθελα, κι ωστόσο, όλες οι φτωχές μου Πρωτοχρονιές, καθώς τις σκεφτόμουνα, μπροστά σε τούτη δω μου φαινόντουσαν τρισευτυχισμέ­νες. Το όνειρό μου ήταν πάντα ένα ωραίο πατίνι, μα ποτέ δεν μπόρεσα να τα’ αποκτήσω και μου ’χε μείνει ο καη­μός του. Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα, και χαμογελούσα πικρά…

Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυ­ρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Δεν είχαμε δουλέψει ποτέ στο ίδιο θέατρο, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, μα τον ήξερα «εξ όψεως» και «εκ φήμης». Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του Θεάτρου, ο «Αποστόλης». Αυτόν τον άνθρωπο, και χωρίς να τον ξέρεις, μόνο να τον έβλεπες, ανατρίχιαζες από αηδία. Μιλούσε και σκόρπαγε κύματα αντιπάθειας, κι όταν σου χαμογελούσε, ένιωθες ανακατωσούρα στο στομάχι σου, και στο πετσί σου περπατούσανε κοπάδια σαρανταποδαρούσες.

-Τι τρέχει, κύριε Αποστόλη; Του λέω.

-Τίποτα, μου λέει… μια μικρή ανάκριση, κι έκανε σινιάλο σ’ έναν ανθυπολοχαγό που τον συνόδευε.

Εκείνος, που το πηλήκιό του είχε ένα στέμμα που έμοιαζε με μεγάλο καβούρι, έβγαλε μια πιστόλα δυο σπι­θαμές, τη γύρισε καταπάνω μου, με βάλανε μπροστά, και προχωρήσαμε. Σε κανέναν από τους γύρω δεν έκα­νε εντύπωση, το γεγονός, συνηθισμένα πράματα, εκείνη την εποχή.

Μόλις προχωρήσαμε κάμποσα μέτρα, ο Αποστόλης έγνεψε στον ανθυπολοχαγό, να βάλει στη θήκη του το πιστόλι και του ’δωσε να καταλάβει, πως δεν ήμουνα και τόσο επικίνδυνος! Έτσι γλίτωσα το ρεζιλίκι της πομπής μου, μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα στους δρόμους.

Μπρος, λοιπόν, εγώ, πίσω οι… ήρωες, φτάσαμε, κά­ποτε, στο σπίτι της Μαρίκας Κοτοπούλη, που στο ισόγειό ί ου είχε εγκατασταθεί το συσσίτιο των ηθοποιών. Εκείνη την ώρα την περιμένανε κάτι ν’ αρπάξουν, πεντέξι απο­τυχημένοι ηθοποιοί κι ένας… επιτυχημένος υποβολέας. Ο Αποστόλης κάτι… υπέβαλε στο αφτί του υποβολέα, κι αυτός, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια, γιατί ντρεπότανε, φαίνεται -είχαμε συνεργαστεί αρμονικά πολλές φορές-,του είπε ένα «ναι». Κανένας από τους «αποτυχημένους» δεν μου μίλησε.

-Μα τι συμβαίνει, κύριε Αποστόλη; Ξαναρωτάω.

-Προχώρα! Ήταν η απάντηση.

Είχε πάρει… γραμμή από τον υποβολέα, και ήτανε αινιγματικά χαρούμενος. Όλοι όσοι δουλεύουν κοντά στους ηθοποιούς, στο βάθος τους μισούνε. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο, μα ποτέ δε μ’ απασχόλησε ιδιαίτερα, ώστε να καθίσω να το αναλύσω.

Προχώρησα με τη συνοδεία μου, ελπίζοντας πως μπορεί και να συναντούσαμε κανέναν… πετυχημένο ηθοποιό, κανένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου μας, να… μ’ ελευθερώσει από τον ταξιθέτη, του κάκου όμως. Κανείς στον ορίζοντα.

Φτάσαμε στην οδό Ακαδημίας, ανοίξανε μια πόρτα, ανεβήκαμε κάτι σκάλες και μπήκαμε σε μιαν ευρύχωρη κάμαρα, που στο βάθος της, μπροστά σε’ ένα γραφείο, καθόταν ένας αξιωματικός. Συζητούσε με δυο κυρίες, που καπνίζανε με πάθος, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Κάνω έτσι και, μνήσθητί μου Κύριε! Τι είδα; Ήτανε δυο ηθοποιές, γηράσασαι εν πολλαίς αμαρτίαις, και πολύ εθνικόφρονες κι οι δυο τους. Φυσικό, δα. Η μια, πριν από λίγο καιρό, είχε φίλο έναν Καραμπινιέρο… βλάχο, που ασφαλώς θα παρασημοφορήθηκε μόνο και μόνο γιατί το μπορούσε κι έκανε… παρέα μαζί της. Δυο τρεις φορές βρεθήκαμε σε ίδιο θίασο, με την εν λόγω «κυρία», μα γύ­ρισε αλλού το κεφάλι της, μόλις με αντίκρισε. Ο Αποστόλης, εξυπηρετικότατος, έτρεξε και κάτι υπέβαλε στ’ αφτί του αξιωματικού. Εκείνος έκοψε αμέσως το κωμικό χαμό­γελο του Δον Ζουάν, που είχε απλωθεί στα χείλη του, τα σούφρωσε, με κοίταξε παγερά, και μου σφύριξε σαν φίδι:

-Ώστε έτσι, λοιπόν; Λαοκρατία;

-Εσύ δεν φώναξες μέσα στους δρόμους «Λαοκρα­τία!»;

-Ποτέ. Όχι, πως δεν ήθελα να φωνάξω, αλλά αντιπα­θώ, γενικά, τις φωνές. Μου αρέσει, να μιλάω λίγο, σιγά και απλά.

-Εδώ, βρε, το βεβαιώνει αξιόπιστος μάρτυς.

-Ο κύριος Αποστόλης;

-Μάλιστα!

-Μα αυτός ήτανε στο ΕΑΜ του θεάτρου.

-Ήτανε, αλλά προχθές… ανένηψε…

-Κατάλαβα…

-Πάρτε τον!

Και με πήρανε. Οι… κυρίες είχανε μείνει βουβές.

Η μικρή πορεία μας στην περιοχή Κολωνακίου συ­νεχίστηκε. Αμίλητοι πάντα, και οι τρεις, φτάσαμε στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα, στην οδό Βαλαωρίτου. Εδώ, ο Απο­στόλης ήτανε πιο γνωστός, είχε περισσότερο θάρρος, και γρήγορα, για να τελειώνει με μένα, κόλλησε πάλι στ’ αφτί ενός αστυνόμου. Εκείνος με παράδωσε σε έναν αρχιφύλακα να μου κάνει έρευνα. Έγραψε τα στοιχεία μου σε ένα κατάστιχο, ακουμπισμένο σαν ευαγγέλιο σε ένα προσκυνητάρι, και με πλησίασε βαρετά. Θα ’χε κουραστεί, φαίνεται, από τις… έρευνες. Ήτανε ψηλός και μαύρος, σαν βυζαντινός καλόγερος, κακόγευστος σαν μεταλλικό νερό, και πικρός σαν κινίνο. Μια στιγμή, σταμάτησε το ψάξιμο αγριεμένος:

-Τι είναι αυτό;

-Ποιο;

-Αυτό το κόκκινο κομμάτι που βγαίνει από το παντε­λόνι σου… Τι είναι; Ξαναβρυχήθηκε.

-Α, αυτό; Η πιτζάμα μου, κύριε πόλισμαν!

-Αρχιφύλαξ!

-Μάλιστα, κύριε αρχιφύλακα, δεν είναι κόκκινη ση­μαία!

-Και γιατί φοράς κόκκινη πιτζάμα;

-Δεν είναι μόνο κόκκινη, έχει και μαύρα και άσπρα. Κατοχή, βλέπετε, είχε μια παλιά ρόμπα η μάνα μου, και μου την έραψε πιτζάμα. Κι επειδή, σήμερα, κρύωνα πολύ, ι ην άφησα από μέσα. Να κιόλας που θα μου χρειαστεί. Και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου για να δει και τα’ άλλα χρώματα να ησυχάσει.

Ο Αποστόλης, αφού τον βάλανε και υπέγραψε κάτι, ίφυγε γρήγορα γρήγορα, για να πάει να ψαρέψει κι άλ­λους. Ο Ανθυπολοχαγός στάθηκε λίγο και με κοίταξε.

-Θέλεις, μου λέει, να πάω σπίτι σου να πω τίποτα;

Περίεργο! Όταν με έπιασε με τον Αποστόλη, ήταν

άγριος σαν τον Μεγαλέξανδρο. Τώρα, είχε γίνει γλυκός σαν λουκούμι. Δεν καταλαβαίνω καλά τι μου συμβαίνει! Το ίδιο και οι σκύλοι, από μακριά με γαβγίζουνε, κι όταν με πλησιάσουνε μου κουνάνε χαρούμενοι την ουρά τους.

-Σ’ ευχαριστώ, του λέω. Τι να τους πεις… πες τους πως με πιάσανε. Μένω προσωρινά εκεί, στην οδό Καρνεάδου…

Posted in Αναμνήσεις, Εμφύλιος, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Φρεγάτα μου!

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2021

Η λέξη των τελευταίων ημερών είναι αναμφίβολα η φρεγάτα, αφού ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό και τον πρόεδρο Μακρόν ότι η Ελλάδα πρόκειται να αγοράσει τρεις (και με οψιόν τέσσερις) γαλλικές φρεγάτες τύπου Μπελαρά, μαζί με μερικές κορβέτες, έναντι ποσού που θα φτάσει τα 5 δις.

Ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται, όπως λένε. Και πράγματι, αμέσως μόλις η Γαλλία έπαθε ένα σοβαρό στραπάτσο μετά την αθέτηση της παραγγελίας των υποβρυχίων από την Αυστραλία, έσπευσε η πάντοτε πιστή φίλη Ελλάδα να καλύψει ένα μέρος από τη γαλλική χασούρα και να παραγγείλει τις φρεγάτες. Μάλιστα, ενω στην αρχή λεγόταν ότι μόνο η πρώτη φρεγάτα θα κατασκευαζόταν στη Γαλλία και οι επόμενες θα ναυπηγούνταν στην Ελλάδα ώστε να γίνει και μεταφορά τεχνογνωσίας, τελικά ο όρος αυτός μάλλον εγκαταλείφθηκε. Δεν πειράζει, το ουσιαστικό είναι που τονώθηκε η ελληνογαλλική φιλία.

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε σήμερα για τη φρεγάτα. Πιο σωστά, θα ξαναλεξιλογήσουμε, διότι πριν από τριάμισι χρόνια είχαμε γράψει πάλι άρθρο για τη λέξη αυτή, αφού και τότε βρισκόταν στην επικαιρότητα αυτός ο τύπος πλοίου -τότε ήταν να νοικιάσουμε δυο φρεγάτες για το καλοκαίρι, σχέδιο που τελικά ματαιώθηκε. Ζητάω συγγνώμη από τους τακτικούς αναγνώστες για την επανάληψη, αλλά το σημερινό άρθρο θα έχει πολλές διαφορές από το άρθρο του 2018.

Σύμφωνα με το Χρηστικο Λεξικό, η φρεγάτα είναι «πολεμικό πλοίο μεσαίου μεγέθους», ενώ το ΛΚΝ προσθέτει ότι είναι πλοίο «συνοδείας», άλλων πλοίων εννοείται. Ωστόσο, αυτή είναι η σημερινή σημασία της φρεγάτας. Τα λεξικά καταγράφουν επίσης, την παλαιότερη σημασία «τρικάταρτο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο». Βλέπετε, η γλώσσα είναι πράγμα συντηρητικό και η ίδια λέξη μπορεί μέσα στους αιώνες να περιγράφει πολύ διαφορετικά πράγματα.

Tη φρεγάτα με την παλιότερη σημασία τη συναντάμε πολλές φορές στα κείμενα του 1821, φρεγάτα και φρεγάδα και φεργάδα και φεργάτα. Για τα μέτρα της εποχής, οι φρεγάτες ήταν δυνατό πολεμικό πλοίο.

Στο ξεκίνημα του αγώνα, ο ελληνικός στόλος δεν είχε καμιά φρεγάτα· οι πολλές αναφορές στα διάφορα κείμενα της εποχής αφορούν όλες είτε τουρκικά σκάφη είτε πλοία ουδέτερων δυνάμεων, γαλλικές και αγγλικές ιδίως, αλλά ακόμη και αμερικανικές φρεγάτες, π.χ. σε αναφορά από Μήλο «τα πολεμικά δεν ήσαν περισσότερα των δώδεκα, δύο δηλαδή φεργάδες, τέσσερις κορβέτες και έξ εμπρίκια» ή «μία φεργάδα γαλλική, οπού ήτον χθες εις Σμύρνην, επήγε χθες εις Σύραν».

Για να πείσουν τους Μεσολογγίτες να συνθηκολογήσουν, οι Οθωμανοί μεταχειρίστηκαν και το επιχείρημα της ποιοτικής υπεροχής τους: «…στοχάζεστε ότι θα δυνηθούν τα τόσα ολίγα και τα χειρότερα [πλοία] ν’ αντιπαραταχθούν με τα ιδικά μας ντελίνια, φρεγάτες και λοιπά καλώς οπλισμένα;»

Η αξία της φρεγάτας φαίνεται και από τα βραβεία που είχε θεσπίσει το κοινό των Υδραίων για τα πυρπολικά. Αν έκαιγαν φρεγάτα ή ντελίνι, ο κάθε συντροφοναύτης του μπουρλότου θα έπαιρνε από 300 γρόσια, ενώ 200 για κορβέτα ή άλλο τρικάταρτο και μόνο 100 για μπρίκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 141 Σχόλια »

Ποιος επινόησε τον φραπέ;

Posted by sarant στο 18 Ιανουαρίου, 2021

Μια και σύμφωνα με πολλούς ο καφές φραπέ, ο φραπές που λέμε, είναι το εθνικό μας ρόφημα, έχουμε έναν λόγο παραπάνω να μας ενδιαφέρει η ιστορία του. Κι όμως, το ιστολόγιο δεν είχε ως τώρα αφιερώσει άρθρο στο θέμα. Με το σημερινό μας άρθρο ερχόμαστε να καλύψουμε εν μέρει αυτό το κενό, να μη μας βρει η δωδεκαετία (που τη συμπληρώνουμε τον άλλο μήνα) με μια τόσο σοβαρή παράλειψη.

Ωστόσο, σπεύδω να σας προειδοποιήσω πως εγώ ελάχιστη δουλειά έχω κάνει στο σημερινό άρθρο. Στην πραγματικότητα, παρουσιάζω (αναπτυγμένα) τα όσα διαμείφθηκαν σε μια συζήτηση στο Τουίτερ και όσα είχαν ειπωθεί στο ιστολόγιό μας πριν από 8-9 χρόνια -σε σχόλια βεβαια, όχι σε ειδικό άρθρο.

Το έναυσμα για το άρθρο το πήρα από ένα τουίτ του Θείου Θανάση, που κατά συμπτωση γιορτάζει σήμερα. Ο Θείος Θανάσης (@theiosthanassis) είναι ένας καταπληκτικός αρχειοδίφης, με αστείρευτες γνώσεις (πιθανώς από μέσα) για τον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και για πολλά άλλα θέματα. Αν έχετε Τουίτερ, αξίζει να τον (παρ)ακολουθείτε -εδώ που τα λέμε, και δέκα λογαριασμούς μονάχα να ακολουθείτε στο Τουίτερ, ο Θανάσης αξίζει να είναι ένας από αυτούς.

Για πολύ κόσμο, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι σαφής. Πολλοί έχουν ακούσει ή έχουν διαβάσει την ιστορία που ευρύτατα κυκλοφορεί, ότι τον φραπέ τον εφεύρε, ή τον επινοησε, κατά τύχη, ο Δημήτρης Βακόνδιος, τον Σεπτέμβριο του 1957, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με το άρθρο της ελληνικής Βικιπαίδειας:

Η δημιουργία του φραπέ ήταν τυχαία και συνέβη κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης στη Θεσσαλονίκη το 1957. Ο αντιπρόσωπος της ελβετικής εταιρίας Nestlé στην Ελλάδα Γιάννης Δρίτσας παρουσίαζε ένα νέο προϊόν για παιδιά, ένα σοκολατούχο ρόφημα, που παρασκευαζόταν στιγμιαία αναμιγνύοντάς το με γάλα και χτυπώντας το με σέικερ. Ο Δημήτριος Βακόνδιος, υπάλληλος του Δρίτσα, συνήθιζε να πίνει Nescafé, στιγμιαίο καφέ που παρασκευάζεται από την Nestlé. Σε ένα διάλειμμα που έκανε κατά την διάρκεια της έκθεσης θέλησε να πιει καφέ, αλλά επειδή δεν έβρισκε ζεστό νερό σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το σέικερ για να φτιάξει τον καφέ του με κρύο νερό. Έβαλε καφέ, ζάχαρη και νερό, τα κούνησε και δημιούργησε τον πρώτο καφέ φραπέ της ιστορίας. Μετά από χρόνια δήλωνε ότι δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως ένα απλό πείραμα τον οδήγησε στην εφεύρεση του διασημότερου ροφήματος στην Ελλάδα.

Το άρθρο της Βικιπαίδειας βασίζεται σε άρθρο της Μηχανής του χρόνου, όπου μπορείτε να δείτε και φωτογραφία του Δ. Βακόνδιου.

Το άρθρο δεν μας λέει αν ο Βακόνδιος ονομάτισε «καφέ φραπέ» την «εφεύρεσή» του, ούτε ποια ήταν τα αμέσως επόμενα βήματα στη διάδοση του ροφήματος.

Ωστόσο, ένα εύρημα του Θείου Θανάση ρίχνει σκιά αμφιβολίας στα πρωτεία του Βακόνδιου. Πρόκειται για διαφημίσεις εφημερίδων, από το καλοκαίρι του 1957, δηλαδή πριν από την «τυχαία» εφεύρεση του Βακόνδιου.

Όπως βλέπετε, ήδη από τον Ιούλιο του 1957, δυο μηνες πριν από την έκθεση της Θεσσαλονίκης, ο Δρίτσας διαφήμιζε ένα κρύο ρόφημα Νεσκαφέ φραππέ (με δύο π κατά την ορθογραφία της εποχής που δεν απλοποιούσε τα δάνεια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν, Ποτά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 308 Σχόλια »