Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μακρυγιάννης’

Σκέφτοντας, κάθοντας και άλλες ανορθόδοξες μετοχές

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2020

Συζητούσαμε τις προάλλες, με αφορμή το ρήμα «εντέλλομαι» για μερικές ανορθόδοξες μετοχές αποθετικών ρημάτων που είχε εντοπίσει η φίλη μας το Κιγκέρι, και της ζήτησα να παραθέσει τα ευρήματά της. Ανάλογα παραδείγματα μαζεύω κι εγώ, ενώ παλιά είχαμε συγκεντρώσει μερικά ακόμα στη Λεξιλογία.

Οπότε, σκέφτηκα να γράψω το σημερινό άρθρο, χωρίς αξιώσεις μελέτης του θέματος, αλλά ως καταγραφή ευρημάτων, ώστε να μπορεί και όποιος άλλος έχει αποδελτιώσει τέτοιες ανορθόδοξες μετοχές να τις καταθέσει ή να τις καταθέτει.

Για να δώσω ένα παράδειγμα του τι εννοώ, θα αναφέρω φυσικά τον πασίγνωστο στίχο του Σολωμού, που έχει γίνει και παροιμιώδης: Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.

Εδώ, το «διηγώντας» είναι μετοχή ενεργητική. Όμως είναι μετοχή ενεργητική ρήματος αποθετικού, που έχει μεσοπαθητική μόνο φωνή. Δεν υπάρχει (σήμερα) διηγώ, μόνο «διηγούμαι», οπότε κανονικά η μετοχή ενεστώτα πρέπει να είναι «διηγούμενος» και όχι «διηγώντας». Ωστόσο, οχι μόνο για λόγους μέτρου, ο Σολωμός προτίμησε το «διηγώντας». Πράγματι, σε ένα ποίημα το «διηγούμενος» θα ήταν ψυχρό, ενώ η ανάλυση της μετοχής (και όπως τα διηγείσαι…) θα έχανε τη σφιχτάδα.

Έγραψα ότι «σήμερα» δεν υπάρχει τύπος «διηγώ» διότι ο Κριαράς στο Μεσαιωνικό Λεξικό του τον αναφέρει (στο λήμμα «διηγούμαι») παραθέτοντας κι ένα «διηγήσω» της ύστερης αρχαιότητας. Πάντως, δεν υπάρχει γι’ αυτό και χαρακτήρισα ανορθόδοξη τη μετοχή.

Ο Τριανταφυλλίδης στη Γραμματική του, στην παρ. 971 αναφέρει τον σχηματισμό ενεργητικής μετοχής από ρήματα που έχουν σπάνιο τον ενεργητικό τύπο π.χ. στέκοντας, και βάζει υποσημείωση στην οποία αναφέρει:

Στην ποιητική γλώσσα, όπως και στη λαϊκότερη χρήση, σχηματίζεται ενεργητική μετοχή και από άλλα αποθετικά ρήματα: κάθοντας, φτερνίζοντας, αρνιώντας, συλλογιώντας

Και δίνει τα εξής παραδείγματα:

Τα δικά του συλλογιώντας κι όχι τα δικά μας τα μέλλοντα. (Εφταλιώτης) Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. (Σολωμός)
Στις ράχες του κάποια κορφή ονειρεύοντας γυρεύουν. (Παλαμάς)
Μήτε φοβώντας τους θεούς, τα πλατιά που κατέχουν ουράνια. (Ποριώτης)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γραμματική, Λαθολογία | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2020

Φυσικά, ο τίτλος του άρθρου θα σας θυμίζει τον παροιμιώδη πλέον στίχο του Μανώλη Ρασούλη. Αλλά εγώ τον εννοώ κάπως διαφορετικά. Όμως, αυτό θα το δούμε παρακάτω.

Το σημερινό άρθρο έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό: τόσα χρόνια λεξιλογούμε, κι όμως δεν έχουμε γράψει άρθρο για την ετυμολογία και την ιστορία του μάγκα παρόλο που, όπως στερεότυπα έγραψα κάποτε, «αξίζει άρθρο για το θέμα αυτό».

Λοιπόν; Από πού ετυμολογείται ο μάγκας; Ο μάγκας βγαίνει από τη μάγκα. Και ποια είναι η μάγκα;

Μάγκα ονομαζόταν, τον καιρό του Εικοσιένα, αλλά και παλιότερα, ομάδα άτακτων πολεμιστών. Η μάγκα ήταν μικρότερη από το μπουλούκι -πολλές μάγκες μαζί απάρτιζαν ένα μπουλούκι. Ο Βακαλόπουλος στα Ελληνικά στρατεύματα του 1821 αντιστοιχίζει τη μάγκα με δεκανεία και το μπουλούκι με εικοσιπενταρχία, αλλά ο Κ. Καραποτόσογλου, σε ένα άρθρο του 1986, δίνει δύναμη 40-50 οπλοφόρων στη μάγκα.

Στο ίδιο άρθρο, αναφέρει ότι με το οργανωτικό διάταγμα της 14.3.1833, με το οποίο ιδρύθηκαν τα δέκα τάγματα των άτακτων ακροβολιστών, η μάγκα μετονομάστηκε σε λόχο και ορίστηκε η δύναμη στους 50 άνδρες. Τέσσερις μάγκες αποτέλεσαν, τότε, ένα τάγμα (Κ. Καραποτόσογλου, «Συγκριτικές διερευνήσεις στα νέα ελληνικά», Λεξικογραφικόν δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 16 (1986), σελ. 277) -αλλά στον άτακτο στρατό οι αριθμοί είναι αρκετά ρευστό θέμα.

Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Πήρα το μπαγιράκι μου και καμίαν εικοσαριά, οπού είχα μάγκα εις το κονάκι μου, κι έφυγα κρυφίως», ενώ ο Σουρμελής αφηγείται ότι κατά την πολιορκία της Αθήνας κάποιος ακόλουθος του Φαβιέρου, υπέρμαχος της συνθηκολόγησης, «ετράπη εις τους ατάκτους στρατιώτας, τους ικανούς να διεγείρωσι και τους άλλους’ και από Μάγκαν εις Μάγκαν (συντροφίαν ή συσσιτίαν ή συνοικίαν) περιερχόμενος διά νυκτός, εδοκίμαζε τα πνεύματα των στρατιωτών και κατήχει πολλούς». Αναζητώντας λοιπόν ο Σουρμελής ελληνοπρεπή όρο τη μάγκα, την αποδίδει συντροφία, συσσιτία ή συνοικία.

Η μάγκα είχε ως επικεφαλής τον μάγκατζη ή μαγκατζή, ο οποίος είχε προσωπική σχέση επιρροής με τα παλικάρια του. Ο μάγκατζης ήταν το αντίστοιχο του υπαξιωματικού. Ο Κασομούλης γράφει: «εσυνάξαμεν όλους τους υπαξιωματικούς» αλλά κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε παρένθεση: «μαγκατζήδες». Θυμάται ο Μακρυγιάννης: «τους μέρασα κάθε δέκα ανθρώπων μίαν μποτίλια ρούμη· ένας, τόδωσα την ρούμη, δεν την έδωσε να πιούνε οι συντρόφοι του, οπού ’ταν μάγκατζης, την έπγε μόνος του όλη και μέθυσε». Υπάρχει και επώνυμο Μαγκατζής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 180 Σχόλια »

Υπάρχει ανέλπιστη συμφορά;

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2020

Με ρώτησε τις προάλλες ένας φίλος στο Τουίτερ, αν είναι σωστό να λέμε «παρουσιάστηκε ένα ανέλπιστο πρόβλημα» ή αν πρόκειται για οξύμωρο του τύπου «γιγαντόσωμος νάνος».

Κατά σύμπτωση, είχα ασχοληθεί με το ζήτημα παλιότερα, και το είχαμε συζητήσει και στα Υπογλώσσια, αλλά δεν μετέφερα το σημείωμα αυτό στο ιστολόγιο, όπως κάνω κατά καιρούς (στα άρθρα με τίτλο «Υπογλώσσια σφηνάκια») επειδή σκέφτηκα ότι αξίζει να αναπτυχθεί σε χωριστό άρθρο. Ε, ήρθε αυτή η ώρα.

Για να το κάνω και πιο παραστατικό, αντί για «ανέλπιστο πρόβλημα» που με είχε ρωτήσει ο φίλος, στον τίτλο αναβάθμισα την κακοτυχία από πρόβλημα σε συμφορά.

Υπάρχει λοιπόν ανέλπιστο κακό;

Ξεκινάμε από τα λεξικά, να δούμε πώς αντιμετωπίζουν τη λέξη «ανέλπιστος».

Το ΛΚΝ θεωρεί τη λέξη ουδέτερη, ότι εξίσου μπορεί να συντάσσεται με καλό ή κακό γεγονός: που δεν τον περιμένουμε να συμβεί, που συμβαίνει αντίθετα προς ό,τι ελπίζουμε ή προβλέπουμε· απροσδόκητος, απρόβλεπτος, απρόσμενος: H υπόθεση είχε ένα πρωτότυπο και ανέλπιστο τέλος. Mας βρήκε ανέλπιστο κακό / καλό. Aνέλπιστη ευτυχία / χαρά / τύχη. Aν γίνει κάτι τέτοιο, αυτό θα είναι από τα ανέλπιστα.

Κατά το ΛΚΝ λοιπόν υπάρχει «ανέλπιστο κακό». Αλλά το ΛΚΝ είναι το μόνο που έχει αυτή τη στάση.

Στον αντίποδα, το λεξικό Μπαμπινιώτη λέει από την αρχή του λήμματος ότι η λέξη αφορά ευχάριστα γεγονότα.

Τα δύο άλλα έγκυρα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, Χρηστικό και ΜΗΛΝΕΓ, βρίσκονται στη μέση. Μας λένε ότι η λ. ανέλπιστος λέγεται «για κάτι συνήθως ευχάριστο, θετικό».

Επομένως, σύμφωνα με την ψήφο των λεξικών δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε λαθεμένο το ταίριασμα του ανέλπιστου με αρνητικά γεγονότα -ανέλπιστο κακό, ανέλπιστο πρόβλημα, ανέλπιστη συμφορά. Θα τη χαρακτηρίσουμε όμως σπάνια χρήση και δεν θα αιφνιδιαστούμε αν κάποιος, όπως ο φίλος μου παραπάνω, παραξενευτεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 244 Σχόλια »

Ο Δράμαλης και η νίλα

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2020

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Η σφαγή αυτή του πανίσχυρου στρατού του Δράμαλη στα Δερβενάκια έσωσε την επανάσταση, εδραίωσε ακόμα περισσότερο το γόητρο του Κολοκοτρώνη και έγινε παροιμιώδης, αφού έμεινε γνωστή και ως «η νίλα του Δράμαλη». Πολύ συχνά θα δείτε τη μάχη στα Δερβενάκια να αναφέρεται ως «νίλα του Δράμαλη».

Το ΛΚΝ στο λήμμα «νίλα» αναφέρει, ακριβώς, τον Δράμαλη:

νίλα η [níla] Ο25α : 1.(οικ.) α. μεγάλη καταστροφή: Ο στρατός του Δράμαλη έπαθε μεγάλη ~ από τους Έλληνες. β. μεγάλη αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό: ~ στα μαθηματικά. H ομάδα μας έπαθε ~ στο σημερινό αγώνα. γ. ζημιά που προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία: Πάθαμε μια ~ στο ταξίδι… μας χάλασε το αυτοκίνητο. 2. (παρωχ.) καψόνι.

Το λεξικό ετυμολογεί, χωρίς βεβαιότητα, τη λέξη από τα λατινικά: [ίσως μσν. *νίλα < λατ. nila πληθ. του nilum (ουδ.) `τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία΄ που θεωρήθηκε θηλ. εν.]

Το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει την ίδια ετυμολογία, και πάλι χωρίς βεβαιότητα, δεν αναφέρει τον Δράμαλη, και δίνει παραδειγματική φράση παρμένη από το ποδόσφαιρο, «πάθαμε μεγάλη νίλα μέσα στην έδρα μας» ή κάτι τέτοιο. Πράγματι, στις σημερινές χρήσεις συχνά θα δούμε τη νίλα σε αθλητικά-ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα.

Σε πολλά κείμενα για το 1821, ιστορικά ή λογοτεχνικά, βρίσκω αναφορά στη «νίλα του Δράμαλη». Μάλιστα, ο Βασίλης Ρώτας έχει γράψει το θεατρικό έργο «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη». Στον «Καραϊσκάκη», τη μυθιστορηματική βιογραφία του ήρωα από τον Δημ. Φωτιάδη, υπάρχει επίσης κεφάλαιο «Η νίλα του Δράμαλη».

Το περίεργο είναι ότι στα κείμενα της εποχής δεν υπάρχει καμιά τέτοια αναφορά σε «νίλα του Δράμαλη» -ή εγώ δεν βρήκα. Σίγουρα δεν υπάρχει στον Μακρυγιάννη, αν και η λέξη «νίλα» χρησιμοποιείται σε άλλα συμφραζόμενα, αλλά ούτε και στα απομνημονευματα του Κολοκοτρώνη, του πρωταγωνιστή της υπόθεσης. Ούτε σε άλλο κείμενο της εποχής βρήκα «νίλα του Δράμαλη», εκτός αν βρείτε εσείς και με διαψεύσετε.

Πράγματι, στα σώματα κειμένων που έψαξα, η παλαιότερη αναφορά που βρήκα σε «νίλα του Δραμαλη» είναι το 1910 στον Ρωμηό του Σουρή και το 1917 στο Ημερολόγιο Σκόκου. Ίσως κάποιος άλλος βρει κάτι ακόμα παλιότερο, αλλά το ζήτημα είναι πόσο παλιότερο -δυο τρεις δεκαετίες ή κοντινό στα γεγονότα;

Το άλλο περίεργο είναι ότι ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί στο έργο του δυο φορές τη λέξη «νίλα» αλλά όχι με τη σημασία «πανωλεθρία, παταγώδης αποτυχία».

Γράφει ο Μακρυγιάννης, περιγράφοντας την εγκληματική θανάτωση άμαχων Τούρκων από ανειδοποίητους Ρωμιούς κοντά στο Κομπότι παρά τις συνθήκες που είχαν υπογραφτεί: «Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Tούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα» (Α53). Και αλλού, σε σχέση με την πολιορκία της Αθήνας: «Πήγαμεν εις το φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί· γυναικόπαιδα, ζώα» (Α213).

Δηλαδή, την εποχή του Μακρυγιάννη η σημασία της λέξης ήταν κάπως διαφορετική, σήμαινε: οίκτο, τραγικό θέαμα που προκαλεί τον οίκτο, συμφορά· «με πήρε η νίλα» σήμαινε «με κυρίεψε ο οίκτος».

Αυτή η σημασία βρίσκουμε να επιβιώνει στο ηπειρωτικό ιδίωμα. Αντιγράφω από το σχετικό σύγγραμμα του Ευάγγελου Μπόγκα (ο οποίος γράφει νήλα):

νήλα: 1. Το τραγικό θέαμα, «είναι νήλα να γλέπ’ς να σφάζουν μπροστά σου τ’ αρνάκια», 2. Ο οίκτος: Όταν τον είδα ξαπλωμένον στα χώματα, μ’ έκοψε η νήλα. Στο Ζαγόρι λένε «να τον φτάκει η νήλα μου» δηλ. κατάρα να δυστυχήσει κάποιος τόσο πολύ που να τον λυπηθούμε. Ο Μπόγκας γράφει «νήλα» επειδή ετυμολογεί από το νηλεές ήμαρ του Ομήρου, που μάλλον είναι πορτοκαλισμός.

Εικαζω λοιπόν ότι η πανωλεθρία του πανίσχυρου στρατου του Δράμαλη, που χαρακτηρίστηκε νίλα του Δράμαλη βοήθησε να μεταπέσει η σημασία από το «τραγικό θέαμα» και τη «συμφορά» προς την «παταγώδη αποτυχία» κι έτσι να χρησιμοποιείται σήμερα για αποτυχία στις εξετάσεις ή στο ποδόσφαιρο. Η μετάπτωση της σημασίας είναι ευκολη, αφού η «συμφορά» είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο οικτρό θέαμα και στην παταγώδη αποτυχία.

Μάλιστα, στις στρατιωτικές σχολές κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα το καψόνι που γινόταν στους πρωτοετείς λεγόταν «νίλα», σημασία που την καταγραφει το ΛΚΝ αν και κοντεύει πια να ξεχαστεί.

Σχεδον τελειώσαμε. Τελευταία πτυχή, ο Μάμαλης. Στις συλλογές παροιμιωδών εκφράσεων υπάρχει η έκφραση «έπαθε τη νίλα του Μάμαλη». Ποιος ο Μάμαλης; Κάποιοι λένε τον Ιμάμ Αλή, πασά της Ναυπάκτου, άλλοι αναφέρουν κάποιον οπλαρχηγό Μάμαλη που τον παλούκωσε ο Αλή Πασάς. (Όποιος ενδιαφέρεται: Δημ. Πετρόπουλος, «Η θανάτωσις δι’ ανασκολοπισμού κατά την Τουρκοκρατίαν», ΕΕΒΣ, Τόμ. 23 (1953), σελ. 535-6.)

Αν ισχύει αυτό, τότε προϋπήρξε η νίλα (δηλαδή η συμφορά, το τραγικό θέαμα) του Μάμαλη και η ομοηχία διευκόλυνε να γίνει παροιμιώδης και η φράση για τον Δράμαλη. Μπορεί βέβαια να προϋπήρξε η «νίλα του Δράμαλη», το θέμα αξίζει διερεύνηση.

Όσο για την ετυμολογία, κι ας λέει ο Μπόγκας, με βάση τα παραπάνω, φαίνεται πιθανότερη μια σλαβική αρχή της λέξης και ασφαλώς απορρίπτεται το λατινικό nila, που προτείνεται χωρίς σιγουριά από τα λεξικά. Όποιος έχει πρόσβαση στο περιοδικό Βυζαντινά, του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, τόμος 8, σελ. 301-2, όπου υπάρχει άρθρο για τη νίλα, θα μπορούσε ίσως να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Ο φίλος μας ο Spiridione βρήκε τη δημοσίευση στα Βυζαντινά, που νομίζω ότι φωτίζει το θέμα:

Κ. Παπαχρίστου, νεοελληνικά ετυμολογικά, σελ. 301, 302

νίλα, η: α) αφανισμός, β) τραγικό θέαμα, που προκαλεί τον οίκτο, και γ) οίκτος. Από τις τρεις αυτές σημασίες η τρίτη, δηλ. νίλα = οίκτος, έχει λησμονηθή σήμερα στην Ελλάδα, με εξαίρεση την ’Ήπειρο — ίσως και κάποια άλλη περιοχή, που δε μπόρεσα να επισημάνω- για την Ήπειρο δίνει ο Μπάγκας την ερμηνεία: νήλα = 1) τραγικό θέαμα και 2) οίκτος: «όντας τουν είδα ξαπλουμένουν στα χώματα μ’ έκουψι η νήλα», και παραθέτει το Ζαγοριακό: «να τον φτάκη η νήλα μου» = «να δυστυχήση δηλ. σε τέτοιο βαθμό που να μου προκαλέση τον οίκτο». Παλαιότερα, όμως, η λ. νίλα στη σημασία «οίκτος» απανταται και σε άλλες περιοχές, π.χ. τη Ρούμελη, καθώς διαπιστώνεται από το Μακρυγιάννη, που γράφει: «Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα». Το νεοελ. νίλα προέρχεται από το αρωμουν. nila (= οίκτος, συμπάθεια) ← ρουμαν. mila ← σλαβ. міль (= συμπάθεια), στα αρωμουνικά: ρ. niluesku (= ελεώ, οικτίρω, συμπαθώ) και επίθ. niluitu – ta (=οικτρός), η τροπή του m → n (ρουμαν. mila → nila) είναι συνήθης στα αρωμουνικά: λατιν. mille → nile (= χίλια). Εσφαλμένα υποστηρίζει ο Νικολαίδης ότι το σλαβ. mih, το ρουμαν. mila και το αρωμουν. nila προέρχονται από το αρχ. ελλην. μείλιον (= «παν το ευφραίνον»), ούτε, βέβαια, είναι δυνατό να γίνη οποιοσδήποτε συσχετισμός του νεοελ. νίλα με το ομηρικό επίθ. νηλεές (ήμαρ), που υπαινίσσεται ο Μπόγκας και γι’ αυτό γράφει νήλα αντί νίλα, δικαιολογημένα ο Ανδριώτης αγνοεί αυτή την ετυμολογία.

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Δέκα λέξεις του Κασομούλη

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της επανάστασης του 2021, το ιστολόγιο δημοσιεύει, σποραδικά, άρθρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό, συνήθως λεξιλογικά -αφού εδώ λεξιλογούμε.

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Μακρυγιάννη, σήμερα θα δούμε το αντίστοιχο άρθρο με λέξεις από τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά του Νικ. Κασομούλη. Είχαμε πει δυο λόγια για το σημαντικό έργο σε ένα πρόσφατο άρθρο μας που ήταν εστιασμένο σε μια έκφραση που παραδίδει ο Κασομούλης.

Ο Κασομούλης, είχαμε πει, δεν γράφει τη γλώσσα που μιλούσε. Προσπαθεί να γράψει σε καθαρεύουσα, και φαίνεται να προσπαθεί, σε πολλά σημεία, να «εξελληνίσει» τουρκικά ή ιταλικά δάνεια, συχνά κατασκευάζοντας δικούς του, όχι πάντα πετυχημενους, όρους. Αλλά δεν είναι, ευτυχώς, συνεπής σε αυτή την καθαριστική προσπάθεια, ενώ επίσης μεταφέρει σχετικά πιστά τους διαλόγους ή τα γραπτά τεκμήρια (που βεβαια και αυτά είναι, τα περισσότερα, σε γλώσσα σιδερωμένη).

Στο σημερινό άρθρο διαλέγω 10 λέξεις από το βιβλίο του Κασομούλη -είχα ξεκινήσει για 15, όμως με έπιασε φλυαρία και το άρθρο παραμεγάλωσε κι έτσι σταμάτησα στις δέκα. Για κάθε λέξη παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται. Η παραπομπή γίνεται στην πεντάτομη έκδοση του Κασομούλη (εκδ. Βεργίνα) που έχω πρόχειρη. Είναι παρόμοια με την τρίτομη που υπάρχει στην Ανέμη, αλλά φυσικά σε άλλη σελιδοποιηση.

1. ειδίσματα

Σε συζητήσεις με Τούρκους για να γίνει ειρήνη στα Άγραφα, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης θέτει όρους (Β26):

όταν επιστρέψετε τους αιχμαλωτισμένους αθώους με τα ειδίσματά των έως εις το βελόνι….

Λέξη της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς περισσότερο, τα ειδίσματα είναι τα αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη, ρούχα. Ωστόσο, σε πολλές χρήσεις είναι ειδικώς κοσμήματα, τιμαλφή, ακόμα ειδικότερα, οι βέρες των αρραβώνων. Για παράδειγμα, στον σπαραχτικο «Πολιτισμό εις το χωρίον» του Παπαδιαμάντη, ο μπάρμπα – Στέργιος, για να βρει τα έξοδα της ταφής του παιδιού του, δίνει στον άτεγκτο ενεχυροδανειστή μερικά ειδίσματα: δύο ασημένια σκουλαρίκια κι ένα δαχτυλίδι. Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αφηγείται ότι με δική του παρέμβαση αναγκάστηκε ο Παπαφλέσσας «να δώσει πίσου τα ειδίσματα ολουνών των ανθρώπων» που είχε λεηλατήσει.

Πάλι στον Κασομούλη (Γ226) γίνεται αναφορά στη γνωστή διαμάχη για την προίκα της κόρης της Μπουμπουλίνας (και χήρας του Πάνου Κολοκοτρώνη), όπου ο νέος της σύζυγος κατηγορούσε τον Γέρο ότι «κατακρατεί τα ειδίσματά της», εδώ με τη σημασία των κοσμημάτων.

2. ιλτιζάμι

Στορνάρης και Λιακατάς από το Μεσολόγγι γράφουν στον Κασομούλη:

Είδαμεν καλά τα όσα μας γράφετε διά τους λοφέδες μας, οπού ακόμα δεν εκατορθώσεταν τίποτες, παρά σας προβάνουν να πάρετε ιλτιζάμια [προσόδους] εις την Γαστούνην. Ημείς διά ιλτιζαμτζήδες [έμποροι προσόδων] δεν είμασθον όταν έπρεπεν, όχι τώρα οπού δεν έχομεν τελείως κατάστασιν.

Ιλτιζάμι είναι η εκμίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων του κράτους σε ιδιώτες, που γινόταν συνήθως έπειτα από πλειστηριασμό. Ο δικαιούχος προκατέβαλλε στο κράτος το ποσό που υπολογιζόταν να εισπραχθεί από τη συγκεκριμένη περιοχή και στη συνέχεια εισέπραττε τους φόρους ο ίδιος ή υπενοικίαζε με τη σειρά του το δικαίωμα είσπραξής τους.

Ήταν καθιερωμένος θεσμός στο οθωμανικό κράτος, συνήθως με ετήσια διάρκεια. Από τουρκ. iltizam. Ο κάτοχος του ιλτιζαμιού λεγόταν mültezim, που πρέπει να είναι η ίδια λέξη με το μουλτεζίμι που έχουμε στο τάβλι.

Εδώ, οι καπεταναίοι διαμαρτύρονται διότι, αντί για μισθό (λοφέδες) τούς υποσχέθηκαν το ιλτιζάμι της Γαστούνης, που όμως θα έπρεπε να έχουν κεφάλαια για να το πάρουν.

3. ίρτζι

Τον Μάιο του 1827, μετά τη μάχη του Ανάλατου, ο Κασομούλης που βρίσκεται ακόμα στο στρατόπεδο στην Καστέλα έχει ζητήσει από τον Γαρδικιώτη Γρίβα, ο οποίος έχει φύγει στη Σαλαμίνα, να επιστρέψει. Ο Γρίβας απαντάει (Γ435):

Μου γράφετε, αδελφοί, διά να έλθω· αν θέλω το ίρτζι μου [την τιμήν] να σηκωθώ να έρθω.

Η επεξήγηση είναι από τον Κασομούλη.

Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλιο, οι Τούρκοι που ήταν οχυρωμένοι στο Μοναστήρι, δέχονται να παραδοθούν, «πλην να φυλαχθεί το ίρτζι των [υπόληψίς των] και να έβγουν με τα άρματά των και με τις αποσκευάς των»

Οπως έγραφα στις Λέξεις που χάνονται, ίρτζι είναι η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Τουρκικό δάνειο, από το irz, που σημαίνει «τιμή». Δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο ή νεότερο, εκτός από το Μείζον. Ωστόσο, χρησιμοποιείται πολύ σε κείμενα της εποχής του 1821, π.χ. «ή χάνομεν τα κεφάλια μας ή κάμνομεν το ίρτζι μας τεκμίλι» (την τιμή μας κλοτσοσκούφι), όπως διαβάζουμε σε επιστολή του Καραϊσκάκη στον Μαυροκορδάτο.

Όπως και στο παραπάνω απόσπασμα με τους πολιορκημένους, η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά σε κείμενα συμφωνιών παράδοσης. Π.χ. ο Τρικούπης παραδίδει τη συνθήκη παράδοσης των Τούρκων του Νιόκαστρου το 1821 οπου οι Έλληνες καραβοκύρηδες δεσμεύονται «και να έχουμε χρέος να τους πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον».

Η φράση έχει γίνει διάσημη από την ταινία Ο ατσίδας, όπου ο Βέγγος ως σερβιτόρος θυμώνει όταν ο Ηλιόπουλος χτυπάει παλαμάκια, και δικαιολογείται λέγοντας: «Είναι το ίρτζι μου». Βέβαια, στη σημερινή χρήση, εξαιτίας του αποσπάσματος με τον Βέγγο, υπάρχει μετατόπιση της σημασίας: το ίρτζι έφτασε πια να σημαίνει την παραξενιά, την ιδιοτροπία, π.χ. «συγγνώμη που επιμένω πολύ στην καθαριότητα, αλλά είναι το ίρτζι μου»

Στο 0.50 του αποσπάσματος, το ίρτζι του Θρασύβουλα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστή του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.

Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.

Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.

Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.

Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.

Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, χειρόγραφα, Μεταγραφές κειμένων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 164 Σχόλια »

Ο κατάφρακτος καρπός και πάλι

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, μην περιμένετε καινούργιο άρθρο. Ή δεν θα έβαζα τίποτα ή θα κατέφευγα στη δοκιμασμένη λύση, την επανάληψη κάποιου παλιότερου άρθρου. Προτίμησα να μη σπάσω το σερί της καθημερινής δημοσίευσης που κρατάει αδιάλειπτα από τον Γενάρη του 2014, οπότε αναδημοσιεύω σήμερα για δεύτερη φορά ένα άρθρο της σειράς των οπωρικών -το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2011 οπότε μπήκε και στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, και το ξανάβαλα το 2015. Ενσωματώνω μερικά από τα σχόλιά σας.

Το διάλεξα επειδη τώρα είναι η εποχή τους, εννοώ η εποχή των καρυδιών. Μάλιστα, μέχρι πριν από καμιά δεκαριά μέρες έβρισκα στο σουπερμάρκετ και τα χλωρά καρύδια, που μ’ αρέσουν πολύ, κι έχω ακόμα καναδυό διχτάκια στο ψυγείο.

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή. Και ο επικεφαλής αυτής της φρουράς, που αποτελεί μια ξεχωριστή οικογένεια μέσα στον κόσμο των οπωρικών, δεν είναι άλλος από το καρύδι.

Και λεξιλογικά αν το σκεφτούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.

Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »

Δεκαπέντε λέξεις του Μακρυγιάννη

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2019

Τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, που τ’ανακάλυψε και τα εξέδωσε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, είναι πιθανώς το πιο πολυδιαβασμένο και σίγουρα το περισσότερο μελετημένο αυτοβιογραφικό έργο της νεότερης ελληνικής γραμματείας. Θεωρείται πως αποτυπώνει όχι μόνο το ήθος των αγωνιστών του 21 αλλά και τη γλώσσα που μιλούσαν.

Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για το έργο αυτό που δεν έχει νόημα να προσθέσω κάτι δικό μου. Και η γλώσσα του έχει μελετηθεί εξαντλητικά. Το λεξιλόγιό του αποτέλεσε αντικείμενο μιας από τις πρώτες μελέτες με τη βοήθεια υπολογιστή -εννοώ το πολύτομο έργο των Κυριαζίδη και Καζάζη, που έναν καιρό είχε και διαδικτυακή παρουσία. Παλιά είχα φυλλομετρήσει το έργο αυτό και δεν το θυμάμαι καλά, εντύπωσή μου είναι όμως ότι εστίαζε κυρίως στην κατάρτιση του λεξιλογίου και σε ποσοτικές αναλύσεις, χωρίς να δίνει έμφαση στην ετυμολογία ή τη σημασία των λέξεων (αν κάνω λάθος διορθώστε με). Από την άλλη, υπάρχουν δεκάδες εργασίες, διατριβές και μελέτες για τη γλώσσα του Μακρυγιάννη.

Κι εγώ απο τη μεριά μου, παλιά, είχα αποδελτιώσει τις παροιμιακές φράσεις στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Κάποια στοιχεία της δουλειάς εκείνης πέρασαν στο βιβλίο μου Λόγια του αέρα.

Στο σημερινό άρθρο οι φιλοδοξίες μας είναι πιο μετρημένες. Διαλέγω 15 λέξεις από τις πρώτες σελίδες των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται.

διασαχτζής

Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Tούρκοι του κονσόλου και άλλοι Tούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.

Ο διασαχτσής ή διασαξής ή γιασαξής ήταν ένοπλος σωματοφύλακας υψηλών προσώπων επί τουρκοκρατίας, συχνά Τούρκος στρατιώτης που εκτελούσε χρέη θυρωρού και κλητήρα σε προξενεία χριστιανικών κρατών. Απο το τκ. yasakçı που προέρχεται από τη λ. yasak, απαγόρευση που έχει επίσης περάσει στα ελληνικά ως γιασάκι ή διασάκι και που της είχαμε αφιερώσει άρθρο παλιότερα διότι «ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Χαλαρά στις κάλπες

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2019

Χτες ταξίδευα, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω συνήθως στη λύση της αναδημοσίευσης κάποιου παλιότερου άρθρου -και αυτό θα κάνω και σήμερα. Κι επειδή μεθαύριο έχουμε εκλογές, αναδημοσιεύω ένα άρθρο εκλογικό ή μάλλον λεξιλοεκλογικό, που αρχικά είχε δημοσιευτεί μερικές μέρες πριν από τις εκλογές του 2014. Το έχω επικαιροποιήσει βέβαια σε σχέση με τις αναφορές στα πολιτικά πράγματα.

Μεθαύριο ψηφίζουμε, και όχι σε μία αλλά σε τρεις ή τέσσερις κάλπες: ψηφίζουμε για τις ευρωπαϊκές εκλογές και για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Και οι μεν αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν τοπικό χαρακτήρα, αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους δήμους και τις περιφέρειες, αλλά στις ευρωεκλογές συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα, που πρόκειται να αναμετρηθούν και στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.

Λένε για τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε αντιδιαστολή με τις βουλευτικές, ότι χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο». Εφόσον δεν θα αναδείξουν δηλαδή κυβερνηση της χώρας, θεωρείται ότι ο ψηφοφόρος ψηφίζει σε αυτές πιο ελεύθερα, χωρίς να σκέφτεται διλήμματα. Κι αυτό ίσως επιβεβαιώνεται αν πάμε με το λεξικό, αφού η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Πρόσφατα ο Κ. Μητσοτάκης διαφώνησε με την ιδέα της χαλαρής ψήφου και υποστήριξε ότι «σε αυτή την κάλπη δεν έχει θέση η χαλαρή ψήφος» ενώ αλλού γράφτηκε ότι «χαλαρή ψήφος σημαίνει ψήφος στον Τσίπρα». Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, δηλαδή.

Επειδή όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά αλλά είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Στρατός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Η Λουκία του Λαμερμούρ, εδώ και 180 χρόνια…

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2019

Τις προάλλες πήγα και είδα στη Λυρική Σκηνή την παράσταση της όπερας Λουτσία ντι Λαμερμούρ του Γκαετάνο Ντονιτζέτι. Η όπερα θα παιχτεί σε μερικές ακόμα παραστάσεις, οπότε σας συστήνω να πάτε να τη δείτε αν υπάρχουν εισιτήρια.

Είναι βέβαια μια από τις πολυπαιγμένες όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως και η άλλη του Ντονιτζέτι, το Ελιξίριο του έρωτα. Ο Ιταλός συνθέτης είναι ενα από τα μεγάλα ονόματα του ιταλικού μπελκάντο, μαζί με τον Ροσίνι και τον Μπελίνι, και ενέπνευσε και τον Βέρντι με τον οποίο φτάνει το είδος της όπερας στο απόγειό της.

Αν δεν ξέρετε την υπόθεση, να την πούμε στα γρήγορα: στη Σκωτία του 17ου αιώνα, η Λουτσία είναι ερωτευμένη με τον Εντγκάρντο, παρόλο που τις οικογένειές τους τις χωρίζει άσβεστο μίσος. Ο αδερφός της ο Ενρίκο κανονίζει να την παντρέψει με τον Αρτούρο. Παρουσιάζει πλαστογραφημένες επιστολές που δείχνουν τον Εντγκάρντο να υπόσχεται γάμο σε άλλην κι έτσι καταφέρνει να πείσει τη Λουτσία να υπογράψει το συμβόλαιο του γάμου με τον Αρτούρο. Την ώρα της τελετής καταφθάνει ο Εντγκάρντο που πιστεύει πως η Λουτσία τον πρόδωσε και την καταριέται. Εκείνη σκοτώνει (εκτός σκηνής) τον Αρτούρο πάνω στο νυφικό κρεβάτι έχοντας πια χάσει τα λογικά της. Μόλις το μαθαίνει ο Εντγκάρντο αυτοκτονεί. Το λιμπρέτο του Σαλβατόρε Καμαράνο είναι βασισμένο πάνω στο ιστορικό μυθιστόρημα «Η νύφη των Λάμερμουρ» του σερ Ουόλτερ Σκοτ, που τα μυθιστορήματά του είχαν μεγάλη απήχηση τότε.

(Μια παρένθεση: πολλές από τις όπερες του 19ου αιώνα βασίζονταν σε πρόσφατα λογοτεχνικά έργα. Εδώ, η Λουτσία γράφτηκε το 1835 πάνω σε ένα μυθιστόρημα του 1819 -σαν να κάνει σήμερα κάποιος όπερα πάνω σε έργο του Μουρακάμι, του Παμούκ ή του Τέρι Πράτσετ. Η Εναλλακτική Σκηνή θα ανεβάσει προσεχώς καινούργια ελληνική όπερα βασισμένη πάνω στην Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου).

Η Λουτσία είναι από τις πολυπαιγμένες όπερες του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά όχι της πρώτης δεκάδας (κατά σειράν: Τραβιάτα, Κάρμεν, Λα Μποέμ), μάλλον της πρώτης εικοσάδας. Έχει έναν μόνο γυναικείο πρωταγωνιστικό ρολο (υπάρχει και η υπηρέτρια της Λουτσίας αλλά ελάχιστα ακούγεται). Το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι η άρια της τρέλας («Il dolce suono/Ardon gli incensi/Spargi d’amaro pianto«) στην τρίτη σκηνή, που παραδοσιακά δίνει στις σοπράνες την ευκαιρία να επιδείξουν την τεχνική τους και τα φωνητικά τους προσόντα, επιδιδόμενες σε περίτεχνες καντέντσες. Όλη όμως η όπερα είναι μια πανδαισία του μπελκάντο, αν σας αρέσει βέβαια το είδος αυτό -εγω το λατρεύω.

Δεν είχα παρακολουθήσει άλλη Λουτσία ζωντανή, αν και έχω δει κάμποσες μαγνητοσκοπημένες. Η παράσταση της Λυρικής έχει μια πρωτοτυπία στη σκηνοθεσία: χωρίζει τη σκηνή σε δύο μέρη και συνήθως η όπερα παίζεται στο ένα μέρος ενώ στο άλλο παίζουν και κινούνται βουβοί. Για παράδειγμα, στην 1η σκηνή της 3ης πράξης, ενώ στο δεξιό μέρος της σκηνής βλέπουμε και ακούμε τον Ενρίκο που έχει επισκεφτεί τον Εντγκάρντο για να τον καλέσει σε μονομαχία, στο αριστερό μέρος βλέπουμε τη Λουτσία στο νυφικό κρεβάτι να σκοτώνει τον Αρτούρο. Φυσικά, το φονικό δεν δείχνεται επί σκηνής στο κανονικό ανέβασμα της όπερας, απλώς αναγγέλλεται στην επόμενη σκηνή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Ο Μεξικανός δικηγόρος

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2018

Παρά τον τίτλο του, το άρθρο δεν είναι αφιερωμένο σε κάποιον Μεξικάνο νομικό, έναν Χουάν Γκονζάλες Ρίος ας πούμε, αλλά στον καρπό της φωτογραφίας, το αβοκάντο. Γιατί το λέω Μεξικάνο και δικηγόρο, θα το δούμε παρακάτω.

Tο ιστολόγιο αγαπά τα φρούτα και κατά καιρούς δημοσιεύουμε και αναδημοσιεύουμε άρθρα για τα οπωρικά, που άλλωστε έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013).

Είναι φρούτο το αβοκάντο ή λαχανικό; Θα απαντήσουμε από τη σκοπιά του καταναλωτή, όχι του γεωπόνου. Εφόσον τρώγεται κυρίως σε σαλάτες και καρυκευμένο, θα το βάλουμε στην ίδια περίπου κατηγορία με τη ντομάτα, άρα στα λαχανικά θα το κατατάξουμε. Ωστόσο, στο βιβλίο μου που αναφέρω παραπάνω, έχω συμπεριλάβει ένα κεφάλαιο για τον ανανά και άλλα εξωτικά φρούτα, και σ’ αυτό χώρεσα και μια παραγραφούλα για το αβοκάντο. Στο σημερινό άρθρο, η παραγραφούλα μετατρέπεται σε αρθράκι.

Λοιπόν, το αβοκάντο είναι καρπός ιθαγενής του Μεξικού, και φυσικά υπάρχει σε πολλές ποικιλίες που δεν είναι όλες γνωστές στα δικά μας τα μέρη. Ακόμα και σήμερα, που η καλλιέργειά του έχει εξαπλωθεί σε όλες τις (κατάλληλες) περιοχές του κόσμου, το Μεξικό αντιπροσωπεύει το 34% της παραγωγής αβοκάντο, ενώ μεγάλη παραγωγή έχουν επίσης η Δομινικανή Δημοκρατία, το Περού, η Κολομβία αλλά και η Ινδονησία.

Στη γλώσσα Ναχουάτλ, δηλαδή τη γλώσσα των Αζτέκων, ο καρπός αυτός, που ήταν βασικός για τη διατροφή τους, ονομαζόταν ahuacatl, το οποίο, με το συμπάθιο, θα πει όρχις. Ονομάστηκε έτσι λόγω του σχήματος του καρπού και επειδή τα αβοκάντο φυτρώνουν σε ζευγάρια. Στα μεξικάνικα ισπανικά έγινε aguacate. Την αζτέκικη ονομασία τη βρίσκουμε και στη σάλτσα γουακαμόλε, που φτιάχνεται από αβοκάντο. Η αρχική της ονομασία ήταν ahuacamolli.

Το όνομα του καρπού στα καστιλιάνικα ισπανικά έγινε avocado και παρασυσχετίστηκε με τη λέξη abogado (δικηγόρος). Στα αγγλικά έγινε avocado, απ’ όπου το είπαμε κι εμείς αβοκάντο. Στα γαλλικά, ο καρπός λέγεται avocat, ακριβώς το ίδιο όπως και ο δικηγόρος! Όμως δεν τα μπερδεύουν οι Γάλλοι, κι έτσι στα σουπερμάρκετ, στα καφάσια με τα αβοκάντο, δεν θα βρείτε κανέναν δικηγόρο να πουλιέται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 190 Σχόλια »

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Τριτοσεπτεμβριανά μεζεδάκια και πάλι

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2016

Τριτοσεπτεμβριανά επειδή σήμερα είναι σημαδιακή ημερομηνία, λαέ του ιστολογίου, 3 του Σεπτέμβρη, επέτειος της επανάστασης του 1843 αλλά και της ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ το 1974 -σύμπτωση βέβαια κάθε άλλο παρά τυχαία, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου την είχε διαλέξει την ημερομηνία για τον συμβολισμό της. Και πάλι, επειδή και πριν από πέντε χρόνια είχα μεζεδάκια με αυτόν τον τίτλο -μόνο πέντε, αφού μεσολάβησαν και δύο δίσεκτα έτη.

Για τις 3 του Σεπτέμβρη 1843 δεν έχουμε γράψει στο ιστολόγιο, πριν από δυο χρόνια όμως, που είχαμε τα σαράντα (χρόνια) του ΠΑΣΟΚ είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο.

Η επέτειος του 1843 δεν νομίζω να τιμάται επίσημα. Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ θα γιορταστεί από το κόμμα, στην Πάτρα, τη γενέθλια γη των Παπανδρέου. Κάποιοι είπαν ότι θα ταίριαζε περισσότερο να γιορταστεί στην Κουμουνδούρου, αλλά ψηφοφόρους κυρίως έχει πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ από το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, όχι στελέχη. Αλλά για να μπούμε στο κλίμα της ημέρας, ας ακούσουμε ένα εμβληματικό (νομίζω πως το κλισέ δικαιολογείται εδώ) τραγούδι για τις 3 του Σεπτέμβρη, που σύνδεσε, ας πούμε, τις δύο επετείους αφού γράφτηκε για την πρώτη αλλά χρησιμοποιήθηκε από τους θιασώτες της δεύτερης.

Αλλά να προχωρήσουμε στα μεζεδάκια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Μυτιλήνη, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 259 Σχόλια »

Τα φρούτα, οι καρποί, τα πωρικά, τα γεμίσια ξανά

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου, φυσικά ξανακοιταγμένη και αισθητά επαυξημένη αλλά πάντως επανάληψη. Σας έχω προειδοποιήσει κιόλας ότι ολόκληρη τη θερινή περίοδο θα έχουμε αρκετές επαναλήψεις. Τουλάχιστον έρχεται σε ταιριαστή εποχή, μιας και ο Μαϊούνης που τελειώνει είναι η περίοδος της αποθέωσης των οπωρικών, ίσως περισσότερο και από το καθαυτό καλοκαίρι που αρχίζει.

Φυσικά, σήμερα οποιοδήποτε λεξιλογικό άρθρο φαντάζει ανεπίκαιρο αφού κυριαρχεί στην επικαιρότητα ο σεισμός του Μπρέξιτ, που ομολογώ πως δεν τον είχα προβλέψει. Έχουμε πάντως ειδικό άρθρο για να βάζετε εκεί τα σχόλιά σας.

Το ιστολόγιο έχει παρουσιάσει άρθρα αφιερωμένα σχεδόν σε όλα τα φρούτα, όμως σήμερα θα μιλήσουμε για τα φρούτα γενικώς και όχι ειδικά για κάποιο ή κάποια από αυτά.

Και λογικό είναι να ξεκινήσουμε την περιδιάβασή μας από την ίδια τη λέξη, φρούτο. Η λέξη βέβαια δεν είναι αναντάμ μπαμπαντάμ ελληνική, είναι δάνειο από τα ιταλικά, με την αρχή της στο λατινικό fructus, που σημαίνει τον καρπό αλλά και το όφελος, το έσοδο. Η λατινική λέξη πέρασε στις ρωμανικές και στις γερμανικές νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ από τα ιταλικά πέρασε και στα ελληνικά, αν και διατηρείται σε χρήση και η αυτόχθονη «οπώρα» που χρησιμοποιείται συνήθως σε λόγια σύνθετα, σαν το οπωροπωλείο ή τα οπωροκηπευτικά, αλλά έχει δώσει και τα δημοτικότερα οπωρικά ή και πωρικά.

Η οπώρα, πρέπει να πούμε, αρχικά σήμαινε στον Όμηρο την εποχή από τα τέλη Ιουλίου στα τέλη Σεπτεμβρίου (από εκεί και το φθινόπωρο που ακολουθεί), και στη συνέχεια τους καρπούς εκείνης της εποχής, παναπεί σύκα και σταφύλια κυρίως, και μετά όλους τους καρπούς. Πάντως, οι αρχαίοι για τους καρπούς όλων των δέντρων είχαν και τη λέξη ακρόδρυα, που όμως αργότερα έμεινε να εννοεί μόνο τους καρπούς που έχουν κέλυφος ξυλώδες, δηλαδή λίγο-πολύ τους ξηρούς καρπούς. Βέβαια, στον Πωρικολόγο, ένα βυζαντινό σύντομο λαϊκό σατιρικό έργο που προσωποποιεί όλα τα οπωρικά, βρίσκω να συμμετέχουν και οι ξηροί καρποί στο πανηγύρι, έστω και σαν ξεχωριστή ομάδα, όπως άλλωστε και τα ζαρζαβατικά. Να πω ότι ο Πωρικολόγος, γραμμένος τον 13ο ή τον 14ο αιώνα, δεν περιέχει τη λέξη «φρούτο» επειδή προφανώς δεν είχε ακόμα μπει στη γλώσσα μας.

Πότε όμως μπήκε στην ελληνική γλώσσα η λέξη «φρούτο»; Επειδή τα γλωσσικά ληξιαρχεία της ελληνικής δεν δουλεύουν καλά, θα δυσκολευτούμε να απαντήσουμε. Ο Μπαμπινιώτης δεν τη χρονολογεί στο λεξικό του· ως γνωστόν, χρονολογεί σχεδόν μόνο τις λέξεις που έχει συμπεριλάβει στη Συναγωγή του ο Κουμανούδης. Πάντως, τη λέξη φρούτα δεν τη βρίσκω στο TLG, ούτε και στον Δουκάγγιο (έκδοση 1678), αλλά τη βρίσκω στο Σομαβέρα (έκδοση 1709)· δεν θα τολμήσω βέβαια να συμπεράνω πως η λέξη μπήκε στη γλώσσα μας ανάμεσα στο 1678 και στο 1709 (που θα σήμαινε ότι την έφεραν στον Μοριά οι Βενετοί όταν τον κατέκτησαν το 1687)· εξίσου πιθανό είναι να υπήρχε και να μην την κατέγραψε ο Δουκάγγιος (ή να έψαξα απρόσεχτα εγώ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »