Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μακρυγιάννης’

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Τριτοσεπτεμβριανά μεζεδάκια και πάλι

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2016

Τριτοσεπτεμβριανά επειδή σήμερα είναι σημαδιακή ημερομηνία, λαέ του ιστολογίου, 3 του Σεπτέμβρη, επέτειος της επανάστασης του 1843 αλλά και της ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ το 1974 -σύμπτωση βέβαια κάθε άλλο παρά τυχαία, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου την είχε διαλέξει την ημερομηνία για τον συμβολισμό της. Και πάλι, επειδή και πριν από πέντε χρόνια είχα μεζεδάκια με αυτόν τον τίτλο -μόνο πέντε, αφού μεσολάβησαν και δύο δίσεκτα έτη.

Για τις 3 του Σεπτέμβρη 1843 δεν έχουμε γράψει στο ιστολόγιο, πριν από δυο χρόνια όμως, που είχαμε τα σαράντα (χρόνια) του ΠΑΣΟΚ είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο.

Η επέτειος του 1843 δεν νομίζω να τιμάται επίσημα. Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ θα γιορταστεί από το κόμμα, στην Πάτρα, τη γενέθλια γη των Παπανδρέου. Κάποιοι είπαν ότι θα ταίριαζε περισσότερο να γιορταστεί στην Κουμουνδούρου, αλλά ψηφοφόρους κυρίως έχει πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ από το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, όχι στελέχη. Αλλά για να μπούμε στο κλίμα της ημέρας, ας ακούσουμε ένα εμβληματικό (νομίζω πως το κλισέ δικαιολογείται εδώ) τραγούδι για τις 3 του Σεπτέμβρη, που σύνδεσε, ας πούμε, τις δύο επετείους αφού γράφτηκε για την πρώτη αλλά χρησιμοποιήθηκε από τους θιασώτες της δεύτερης.

Αλλά να προχωρήσουμε στα μεζεδάκια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Μυτιλήνη, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 259 Σχόλια »

Τα φρούτα, οι καρποί, τα πωρικά, τα γεμίσια ξανά

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου, φυσικά ξανακοιταγμένη και αισθητά επαυξημένη αλλά πάντως επανάληψη. Σας έχω προειδοποιήσει κιόλας ότι ολόκληρη τη θερινή περίοδο θα έχουμε αρκετές επαναλήψεις. Τουλάχιστον έρχεται σε ταιριαστή εποχή, μιας και ο Μαϊούνης που τελειώνει είναι η περίοδος της αποθέωσης των οπωρικών, ίσως περισσότερο και από το καθαυτό καλοκαίρι που αρχίζει.

Φυσικά, σήμερα οποιοδήποτε λεξιλογικό άρθρο φαντάζει ανεπίκαιρο αφού κυριαρχεί στην επικαιρότητα ο σεισμός του Μπρέξιτ, που ομολογώ πως δεν τον είχα προβλέψει. Έχουμε πάντως ειδικό άρθρο για να βάζετε εκεί τα σχόλιά σας.

Το ιστολόγιο έχει παρουσιάσει άρθρα αφιερωμένα σχεδόν σε όλα τα φρούτα, όμως σήμερα θα μιλήσουμε για τα φρούτα γενικώς και όχι ειδικά για κάποιο ή κάποια από αυτά.

Και λογικό είναι να ξεκινήσουμε την περιδιάβασή μας από την ίδια τη λέξη, φρούτο. Η λέξη βέβαια δεν είναι αναντάμ μπαμπαντάμ ελληνική, είναι δάνειο από τα ιταλικά, με την αρχή της στο λατινικό fructus, που σημαίνει τον καρπό αλλά και το όφελος, το έσοδο. Η λατινική λέξη πέρασε στις ρωμανικές και στις γερμανικές νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ από τα ιταλικά πέρασε και στα ελληνικά, αν και διατηρείται σε χρήση και η αυτόχθονη «οπώρα» που χρησιμοποιείται συνήθως σε λόγια σύνθετα, σαν το οπωροπωλείο ή τα οπωροκηπευτικά, αλλά έχει δώσει και τα δημοτικότερα οπωρικά ή και πωρικά.

Η οπώρα, πρέπει να πούμε, αρχικά σήμαινε στον Όμηρο την εποχή από τα τέλη Ιουλίου στα τέλη Σεπτεμβρίου (από εκεί και το φθινόπωρο που ακολουθεί), και στη συνέχεια τους καρπούς εκείνης της εποχής, παναπεί σύκα και σταφύλια κυρίως, και μετά όλους τους καρπούς. Πάντως, οι αρχαίοι για τους καρπούς όλων των δέντρων είχαν και τη λέξη ακρόδρυα, που όμως αργότερα έμεινε να εννοεί μόνο τους καρπούς που έχουν κέλυφος ξυλώδες, δηλαδή λίγο-πολύ τους ξηρούς καρπούς. Βέβαια, στον Πωρικολόγο, ένα βυζαντινό σύντομο λαϊκό σατιρικό έργο που προσωποποιεί όλα τα οπωρικά, βρίσκω να συμμετέχουν και οι ξηροί καρποί στο πανηγύρι, έστω και σαν ξεχωριστή ομάδα, όπως άλλωστε και τα ζαρζαβατικά. Να πω ότι ο Πωρικολόγος, γραμμένος τον 13ο ή τον 14ο αιώνα, δεν περιέχει τη λέξη «φρούτο» επειδή προφανώς δεν είχε ακόμα μπει στη γλώσσα μας.

Πότε όμως μπήκε στην ελληνική γλώσσα η λέξη «φρούτο»; Επειδή τα γλωσσικά ληξιαρχεία της ελληνικής δεν δουλεύουν καλά, θα δυσκολευτούμε να απαντήσουμε. Ο Μπαμπινιώτης δεν τη χρονολογεί στο λεξικό του· ως γνωστόν, χρονολογεί σχεδόν μόνο τις λέξεις που έχει συμπεριλάβει στη Συναγωγή του ο Κουμανούδης. Πάντως, τη λέξη φρούτα δεν τη βρίσκω στο TLG, ούτε και στον Δουκάγγιο (έκδοση 1678), αλλά τη βρίσκω στο Σομαβέρα (έκδοση 1709)· δεν θα τολμήσω βέβαια να συμπεράνω πως η λέξη μπήκε στη γλώσσα μας ανάμεσα στο 1678 και στο 1709 (που θα σήμαινε ότι την έφεραν στον Μοριά οι Βενετοί όταν τον κατέκτησαν το 1687)· εξίσου πιθανό είναι να υπήρχε και να μην την κατέγραψε ο Δουκάγγιος (ή να έψαξα απρόσεχτα εγώ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »

Το ψωμί ψωμάκι

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2016

Χτες το απομεσήμερο, ο φίλος μας ο Στάζιμπος μάς ειδοποίησε με σχόλιο ότι σε μια εκπομπή της ΕΡΤ, που παιζόταν εκείνη τη στιγμή, γινόταν λόγος για τη ζέα και τη χρήση της στο ψωμί, ένα θέμα που έχει απασχολήσει παλιότερα το ιστολόγιό μας. Και στην μεν εκπομπή, που μπορείτε να τη δείτε εδώ, αποκρούστηκαν ορισμένοι μύθοι για τη ζέα, όπως π.χ. για τη δήθεν απαγόρευση καλλιέργειάς της στη δεκαετία του 1920, αλλά ενισχύθηκαν κάποιοι άλλοι, όπως ότι με ψωμί ζέας τρεφόταν ο στρατός του Μεγαλέξανδρου. Ωστόσο, πάνω στη συζήτηση ο Στάζιμπος επισήμανε ότι δεν έχω γράψει άρθρο για το ψωμί.

Άρθρο έχω γράψει, αλλά στον παλιό μου ιστότοπο, το 2005, δηλαδή πολύ πριν ανοίξω το ιστολόγιο (το 2009). Για κάποιο λόγο, εκείνο το άρθρο δεν το έχω ως τώρα μεταφέρει στο ιστολόγιο, ή μάλλον μετέφερα μόνο το μισό. Οπότε σήμερα παρουσιάζω εκείνο το παλιό άρθρο, εμπλουτισμένο με μερικά ακόμα στοιχεία. Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι ένα άρθρο σαν κι αυτό, με θέμα το ψωμί, αναπόφευκτα έχει  πολύ ψωμί, όπως μου αρέσει να λέω, δηλαδή με κανέναν τρόπο δεν φιλοδοξώ να καλύψω το εκτενέστατο αυτό θέμα -και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ως σήμερα δεν είχα επιχειρήσει την αναδημοσίευση.

Όπως λέει και εκείνο το ρητό, δεν τρώμε για να ζούμε αλλά ζούμε για να τρώμε (ή το αντίστροφο). Το ρήμα «τρώω» είναι μαζί μας από την αρχαιότητα (ως «τρώγω»), αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατ’ εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν ήταν το εσθίω, που από τον επικό του τύπο έδω έχουν επιβιώσει λέξεις όπως εδώδιμος (που κάποιοι νομίζουν πως προέρχεται από το εδώ και σημαίνει κάτι σαν «εγχώριος»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 321 Σχόλια »

Χαλαρά στην κάλπη

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2014

Όπως και χτες, έτσι και το σημερινό άρθρο παρακολουθεί μιαν άλλη λέξη που ακούστηκε αρκετά τη φετινή προεκλογική περίοδο, τη λέξη «χαλαρός», ή μάλλον τη φράση «χαλαρή ψήφος». Μιλώντας πρόσφατα στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του, ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς τόνισε ότι «χειρότερος εχθρός μας είναι η χαλαρή ψήφος«, ενώ και ο σώγ… εταίρος του στην συγκυβέρνηση, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, μιλώντας στους δικούς του βουλευτές, όσους απόμειναν, υποστήριξε ότι «δεν υπάρχει χαλαρή ψήφος στις ευρωεκλογές«.

Τι είναι όμως η χαλαρή ψήφος; Στην ίδια ομιλία του, ο κ. Σαμαράς προσπάθησε να δώσει έναν ορισμό: «Να θυμάστε ότι ο χειρότερος εχθρός μας είναι η χαλαρότητα. Το να μην πάνε κάποιοι να ψηφίσουν καθόλου, ή να ψηφίσουν με αίσθηση χαλαρότητας. Να εξηγήσετε την κρισιμότητα αυτής της στιγμής. Την κρισιμότητα της επόμενης μέρας. Την κρισιμότητα των επομένων μηνών». Το να μην πάει κάποιος να ψηφίσει θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί ως το άκρον άωτο της χαλαρής ψήφου, αλλά ως προς το δεύτερο σκέλος, για την «ψήφο με αίσθηση χαλαρότητας», το μόνο συμπέρασμα που βγαίνει είναι η ψήφος που δίνεται χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ο ψηφοφόρος την κρισιμότητα της στιγμής.

Από την άλλη, αν πάμε με το λεξικό, χαλαρή ψήφος πρέπει να είναι εκείνη στην οποία αφήνονται περιθώρια ανεξαρτησίας, διότι η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Κι επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά και είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 104 Σχόλια »

Βρίζοντας και πολεμώντας πάλι

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2014

Συνηθίζω κάθε χρόνο, κοντά στην 25η Μαρτίου, να ανεβάζω ένα ή περισσότερα κείμενα σχετικά με την επανάσταση του 1821. Φέτος, κάπως το αμέλησα και ήδη φτάσαμε στην παραμονή. Ας διορθώσω λοιπόν την παράλειψη, αναδημοσιεύοντας ένα παλιό άρθρο, που δημοσιεύτηκε εδώ πριν από 4 χρόνια, στο οποίο έχω προσθέσει μερικά πράγματα με την ευκαιρία της επανάληψης. (Οι προσθήκες με γαλάζιο χρώμα).

Τις προάλλες θυμήθηκα ένα παλιό άρθρο που είχα διαβάσει στα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας. Δεν το είχα κρατήσει, όμως το βρήκα στο Διαδίκτυο. Είναι της Μαρίας Ευθυμίου, επ. καθηγήτριας του τομέα Ιστορίας Πανεπ. Αθηνών. Στο τέλος συμπληρώνω κι εγώ μερικά ηρωικά αθυρόστομα και μερικά με γλωσσικό ενδιαφέρον.

Η λαλιά, η καθημερινή ομιλία του ’21, δεν είναι εύκολο να μας είναι γνωστή στη φυσικότητα της. Οι αδροί και αμόρφωτοι χωρικοί που κράτησαν στους ώμους τους τον Αγώνα δεν είχαν τρόπο να αποτυπώσουν σε χαρτί την υφή και τη ροή του λόγου τους. Τα κείμενα και οι προκηρύξεις της Επανάστασης, τα Συντάγματα και οι αποφάσεις της συντάχθηκαν από άτομα υψηλής μόρφωσης, Φαναριώτες και προύχοντες, σε μια γλώσσα αποκαθαρμένη, πλούσια και επιμελημένη. Η αλληλογραφία των οπλαρχηγών, που θα μπορούσε, από την πλευρά αυτή, να μας μεταφέρει την υφή του απλού λόγου των αμόρφωτων η ελάχιστα μορφωμένων αυτών ανθρώπων, δεν Βοηθά, συχνά, ούτε κι αυτή, καθώς τη σύνταξη των μηνυμάτων και των επιστολών τους αναλάμβαναν οι «γραμματιζούμενοι» γραμματικοί τους. Αν το πρόβλημα αυτό για την ελληνική γλώσσα είναι μεγάλο, γίνεται αξεπέραστο και πελώριο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των πολυάριθμων εκείνων αγωνιστών που ήταν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, και μάλιστα σε γλώσσες προφορικές και όχι γραπτές, όπως συνέβαινε με τους Βλάχους και τους Αρβανίτες. Σπάνια από τα κείμενα-πηγές του Αγώνα μπορούμε να αντλήσουμε έστω μνεία γι’ αυτές: έτσι π.χ., ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, τα τόσο πολύτιμα και λεπτομερή, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι»). Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κ. Μεταξάς στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σε μια ομιλία του Μάρκου Μπότσαρη προς τους συμπολεμιστές του Σουλιώτες, αρκείται να σημειώσει: «τους ελάλησεν εις την γλώσσαν των, αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού…». Το ότι οι αγωνιστές του ’21 -είτε ελληνόφωνοι είτε αλλόφωνοι είτε δίγλωσσοι- βωμολοχούσαν και έβριζαν είναι περισσότερο από βέβαιο. Οι βωμολοχίες αυτές μόνο σε λίγες περιπτώσεις καταγράφτηκαν κι έφτασαν ως εμάς· η ευπρέπεια που υποβάλλει ο γραπτός λόγος, καθώς και η επιδίωξη λόγιου λόγου που επέλεξαν οι περισσότεροι από τους αγωνιστές όταν αργότερα, μετά τον Αγώνα, έγραφαν τα απομνημονεύματα τους, δεν επέτρεψαν να γνωρίζουμε πολλά για το θέμα αυτό. Γνωρίζουμε ότι πριν από τις μάχες οι αντίπαλοι συνομιλούσαν κατ’ αρχάς ήρεμα, για να καταλήξουν -συνήθως αλβανιστί- σε ύβρεις αισχρές ο ένας για τη θρησκεία του άλλου, ύβρεις που από μόνες τους έδιναν το σύνθημα της μάχης και περιέγραφαν το μίσος και το πάθος. «Τούρκε, γαμώ την πίστη σου και το συκώτι σου», κραύγαζαν οι Έλληνες της Νάουσας, όταν κατά την εξέγερση τους έσφαζαν τους παλιούς τους φίλους Τούρκους συντοπίτες τους, όπως με φρίκη καταγράφει ο Κασομούλης στα απομνημονεύματα του. Οι «φιλοφρονήσεις», όμως, δεν λείπουν και μεταξύ συναγωνιστών και ομοφύλων: «σκατόβλαχο» αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης τον Κολοκοτρώνη, «αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ιερωμένο Παπαφλέσσα ο επίσης ιερωμένος Π. Π. Γερμανός, «κερατοκαλόγερο» ο Μακρυγιάννης έναν καλόγερο, φίλο των Κολοκοτρωναίων.

Ο Μακρυγιάννης είναι στ’ αλήθεια πολύτιμη πηγή απτού, αμέσου και πηγαίου λόγου της εποχής, Ο πληθωρικός αυτός άνθρωπος γράφει ειλικρινά και παρορμητικά τα απομνημονεύματά του με τα λίγα γράμματα που μόλις έμαθε. Δεν γνωρίζει από ψευτοσυστολές και επιτηδεύσεις, γι’ αυτό κανείς μπορεί να βρει σ’ αυτόν λαγαρές φράσεις, όπως αυτές που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την ανυποχώρητη αντίσταση που συνάντησαν οι Έλληνες εκ μέρους των αμυνόμενων Τούρκων, όταν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο του Ακροκορίνθου, ένα κάστρο που λίγο πριν, από πανικό και φόβο, παρέδωσε στους επιτιθέμενους Τούρκους ο Έλληνας υπερασπιστής του Αχιλλέας, παρ’ ότι είχε επαρκή κάλυψη από άντρες, τρόφιμα και πολεμοφόδια, «…Οι Τούρκοι μας έβαλαν εις το κανόνι οπού δεν είδαμε πούθε να κάμωμε. Δεν ήταν ο Αχιλλέας, ο φρούραρχος της Διοίκησης, οπού τ’ αφήνει εφοδιασμένο και φεύγει· είναι Τούρκος, πολεμάγει δια την πίστη του. Ο Τούρκος έτρωγε ποντίκια και μας γάμησε το κέρατο με τα κανονιά και τις μπόμπες. Ο Αχιλλέας, αρνιά και κριάρια μέσα, τ’ αφήνει όλα και πάει ναύβρη τούς συντρόφους του οπού τον διορίσαν…».

Εκείνος, όμως, από τούς αρχηγούς του ’21 που χαρακτηριζόταν περισσότερο απ’ όλους για την ανεξέλεγκτη γλώσσα του ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ορεσίβιος και αδρός, άνθρωπος που έζησε μέχρι τέλους της ζωής του τη φτηνή ειρωνεία όσων ήθελαν να θυμούνται πως ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς», βρήκε διέξοδο, για να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ’ ένα δύσκολο γι’ αυτόν κοινωνικό περιβάλλον, στον παραληρηματικό Βωμολοχικό λόγο. Η Βωμολοχία του ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του αυτό ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Ιστορία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Το τζάκι και πώς να μην το ανάβετε

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2013

69662-tzaki15Προχτές είχαμε αιθαλομίχλη στο λεκανοπέδιο Αττικής, με αποτέλεσμα τα Υπουργεία Υγείας και Περιβάλλοντος, σε κοινή τους ανακοίνωση, να απευθύνουν στους πολίτες έκκληση για περιορισμό της «άσκοπης χρήσης τζακιών» μέχρι σήμερα το πρωί. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που γίνονται παρόμοιες συστάσεις -μάλιστα, πριν από δύο μήνες είχε γραφτεί, μάλλον στα σοβαρά, ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος σχεδιάζει να επιβάλει δακτύλιο στα τζάκια, δηλαδή να καθιερώσει την εκ περιτροπής χρήση των τζακιών, όπως γίνεται δηλαδή με τα αυτοκίνητα, που μπαίνουν στον δακτύλιο του κέντρου της Αθήνας εκ περιτροπής, τη μία μέρα τα μονά και την άλλη τα ζυγά.

Φυσικά, ένα τέτοιο μέτρο για τα τζάκια θα είχε ανυπέρβλητες ίσως πρακτικές δυσκολίες για να οργανωθεί και πολύ περισσότερο στην επιτήρησή του, και ίσως γι’ αυτό δεν προχώρησε -ενώ θα έδινε και άφθονο υλικό στους επιθεωρησιογράφους και τους γελοιογράφους, όχι ότι δεν έχουν δηλαδή έτσι κι αλλιώς. Τα σπίτια με μονό αριθμό θα είχαν δικαίωμα να ανάβουν τζάκι τις μονές μέρες, και με ζυγό αριθμό τις ζυγές, ενώ κλιμάκια επιθεωρητών θα περιπολούσαν την Αθήνα για να εντοπίσουν τις παραβατικές καμινάδες  -βέβαια, κατά την περίοδο των γιορτών η αποστολή αυτή θα μπορούσε να ανατεθεί στον Άγιο Βασίλη, σε συνδυασμό με το μοίρασμα των δώρων.

Τα τζάκια λοιπόν, που από διακοσμητικό μάλλον στοιχείο έχουν αρχίσει, από τον περσινό κιόλας χειμώνα, να χρησιμοποιούνται και για τον αρχικό τους σκοπό, τη θέρμανση δηλαδή, μαζί με τις ξυλόσομπες και τις άλλες θερμαντικές συσκευές που έγιναν, ή φαίνονται πως έγιναν, οικονομικότερες ύστερα από τη βάναυση αύξηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης πέρυσι. Κι έτσι, ολοένα και περισσότερες πολυκατοικίες αποφασίζουν να μη βάλουν πετρέλαιο τον χειμώνα, κι έτσι ξανάπιασαν δουλειά τα τζάκια.

Εμείς βέβαια εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα παρατηρήσουμε ότι η λέξη «τζάκι» είναι υστεροβυζαντινό δάνειο από τα τούρκικα (ocak), που αρχικά πέρασε στην ελληνική γλώσσα ως «οτζάκιον» και «οτζάκι», και με τον καιρό, από τη συμπροφορά με το άρθρο (τ’ οτζάκι – το τζάκι) έχασε το άτονο αρκτικό της φωνήεν. Οι παλιότερες ελληνικές λέξεις είναι η πολύσημη «εστία», ή αλλιώς στια και παραστιά, γωνιά και παραγώνι, λέξεις που ακούγονται πολύ λιγότερο σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Ο Λεσσουίρος και ο Εϊδέκος, ο Ορφανίδης και ο Χουρμούζης

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2013

Κι άλλη μια φορά έχουμε αναφερθεί στον Θεόδωρο Ορφανίδη, και επειδή όσα είχα γράψει δεν αλλάζουν, αντιγράφω την αρχή εκείνου του περσινού άρθρου.

170px-Theodoros_OrphanidisΟ Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886) υπήρξε ένας από τους πρώτους βοτανολόγους του νεοελληνικού κράτους. Σπούδασε βοτανική στο Παρίσι, περιέγραψε την ελληνική χλωρίδα, ανακάλυψε κάμποσα είδη φυτών, εξέδωσε για μερικά χρόνια το περιοδικό “Γεωπονικά”, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο, όπου διετέλεσε και πρύτανης. Μάλιστα, ένα είδος φυτών έχει ονομαστεί προς τιμήν του: Orphanidesia (εδώ βλέπετε ένα λουλούδι, το Orphanidesia gaultherioides).Γεννήθηκε στη Σμύρνη, αλλά την εγκατέλειψε πολύ μικρός (μάλλον με τους διωγμούς του 1821) και η οικογένειά του ήρθε στη Σύρα και στην Τήνο, και μετά στο Ανάπλι και στην Αθήνα, όπου τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές.

Όμως ο Ορφανίδης ήταν και ποιητής, ένας από τους κορυφαίους της Α’ αθηναϊκής σχολής. Τον έχουμε αναφέρει παρεμπιπτόντως καναδυό φορές στο ιστολόγιο, επειδή είχε σε έναν ιστορικό φιλολογικό καβγά με τον Ραγκαβή, όταν ο Ραγκαβής, κριτής σε ποιητικό διαγωνισμό το 1860, βράβευσε τον Αρματωλό του Γρηγόρη Σταυρίδη και όχι τον Άγιο Μηνά του Ορφανίδη, και ο Ορφανίδης κατηγόρησε τον Ραγκαβή ότι επίτηδες βράβευσε ένα ποιητικό έκτρωμα για να εξευτελίσει τον θεσμό. Το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί ο Σταυρίδης αυτός είναι ο μετέπειτα Γκριγκόρ Παρλίτσεφ, που σήμερα θεωρείται περίπου εθνικός ποιητής της γειτονικής πΓΔΜ, αλλά αξίζει χωριστό άρθρο που δεν έχω σκοπό να το γράψω τώρα. Πάντως, κρίνοντας εκ των υστέρων, δηλαδή σήμερα, ο Αρματωλός μόνο σαν παρωδία διαβάζεται.

Ο Ορφανίδης όμως δεν έγραψε μόνο επικολυρικά, έγραψε και σατιρικά ποιήματα και κυρίως ως σατιρικός έχει μείνει. Στα σατιρικά του μάλιστα ποιήματα χρωστάει, έμμεσα, τη μετέπειτα σταδιοδρομία του. Στα νιάτα του, ενώ ήταν γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών, δημοσίευε σατιρικά ποιήματα όπου έκανε κριτική στην κυβέρνηση, και τελικά το 1844 ο Κωλέττης τον έστειλε με υποτροφία να σπουδάσει βοτανική στο Παρίσι για να μην τον έχει μέσα στα πόδια του. Μερικά από αυτά τα ποιήματα θα δούμε τώρα, που τα εξέδωσε σε συλλογή με τίτλο Μένιππος το 1836, Η σατιρική αυτή συλλογή του κόστισε την απόλυση από την υπηρεσία του και ολιγοήμερη φυλάκιση, αλλά η κατακραυγή της κοινής γνώμης ήταν τέτοια που τελικά τον επανέφεραν στη θέση του.

Στον Μένιππο, ο 19χρονος Ορφανίδης εντάσσεται καθαρά στην παράδοση του Σούτσου, στον οποίο άλλωστε αφιερώνει το «πονημάτιον τούτο» (εδώ μπορείτε να δείτε τη συλλογή), αλλά αυτό που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον είναι ότι αναφέρεται επίσης ευμενώς στον Χουρμούζη, έναν ακόμα σφοδρό επικριτή της Βαβαροκρατίας. Ο Μιλτιάδης Χουρμούζης (1804-1882), αγωνιστής της Επανάστασης στα νιάτα του, έγραψε μερικά πετυχημένα θεατρικά έργα όπου σατιρίζει μεταξύ άλλων τους Βαβαρούς, αργότερα ασχολήθηκε και με την πολιτική, και τελικά κυνηγημένος έφυγε πίσω στην Πόλη το 1856. Έμεινε έναν αιώνα και κάτι στη σκιά, ώσπου τον ανακάλυψαν στη δεκαετία του 1960 και τα έργα του άρχισαν να παίζονται από το 1974 και μετά. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Χουρμούζης και ο Ορφανίδης γνωρίζονταν. Κάτι που δεν ξέρω αν το έχει επισημάνει κανείς πρωτύτερα, είναι ότι στον «κατάλογο συνδρομητών» του βιβλίου του Χουρμούζη «Ο τυχοδιώκτης», μια κωμωδία για την οποία θα πούμε κάμποσα παρακάτω (έτσι τυπώνονταν τότε τα βιβλία, με προεγγραφη συνδρομητών, περίπου με πληθοχρηματοδότηση δηλαδή, όπως έχει αρχίσει και τώρα να γίνεται!), έναν κατάλογο που είναι καταταγμένος σε αλφαβητική σειρά με το μικρό όνομα, στο γράμμα Θ βρίσκω τον Θ. Ορφανίδη, που ασφαλώς είναι ο (18χρονος τότε) ποιητής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Θεατρικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 43 Σχόλια »

O κατάφρακτος καρπός

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2012

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή.

Σήμερα θα ασχοληθούμε με έναν από αυτούς τους κατάφρακτους καρπούς, εκείνον που φοράει τη βαρύτερην πανοπλία απ’ όλους. (Κατάφρακτοι ήταν άλλο επίλεκτο βυζαντινό σώμα, έφιπποι αυτοί). Εννοώ τα καρύδια. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι  τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 89 Σχόλια »

Πράσο το πράσινο

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Αν ρωτήσουμε ποιο λαχανικό είναι το «πιο πράσινο» απ’ όλα, μάλλον θα πάρουμε διάφορες απαντήσεις, διότι υπάρχουν πολλά λαχανικά που είναι κατεξοχήν πράσινα και άλλωστε τα λέμε «πρασινάδες»· υποψιάζομαι πως το πράσο δεν θα πάρει πολλές προτιμήσεις κι όμως το πράσο είναι το εξορισμού πράσινο φυτό, αφού η λέξη «πράσινος» από το πράσο προέρχεται.

Περιφρονημένο ή παραγνωρισμένο μπορεί να είναι, αλλά το πράσο έχει σημαντική παρουσία στη γλώσσα και στη φρασεολογία μας, όπως ξέρετε κι όπως θα δούμε παρακάτω.

Το πράσο είναι συγγενικό φυτό με το κρεμμύδι και το σκόρδο και υπάρχει στην ανατολική Μεσόγειο από τα πανάρχαια χρόνια. Η ίδια η λέξη «πράσον» εμφανίζεται πρώτη φορά στον Ιπποκράτη, αλλά ασφαλώς υπήρχε από πολύ παλιότερα αν σκεφτούμε ότι ένα παράγωγό της, η λέξη «πρασιά», υπάρχει στον Όμηρο, δυο φορές στην Οδύσσεια. Και επειδή στις πρασιές δεν θα φύτευαν μόνο πράσα αλλά κάθε λογής λαχανικά, υποψιαζόμαστε ότι η λέξη πράσον μπορεί να ήταν γενικό όνομα για όλα τα λαχανικά. Ο Dalby γράφει ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε και στα αρχαία αιγυπτιακά, δηλ. ότι η λέξη για το πράσο ήταν και εκεί γενικός όρος για όλα τα λαχανικά (στο Food in the Ancient World).

Στο πράσο χρωστάει η γλώσσα μας όχι μόνο τη λέξη «πρασιά» αλλά και τη λέξη «πράσινος» για το χρώμα, που αρχικά σήμαινε το ανοιχτό πράσινο μόνο, το πράσινο του πράσου δηλαδή, αλλά μετά επικράτησε για όλες τις αποχρώσεις. Η λέξη περνάει και στα λατινικά, prasinus, αλλά εκεί χρησιμοποιείται για να δηλώσει μόνο τη συγκεκριμένη απόχρωση· πάντως, οι prasini ήταν μία από τις τέσσερις φατρίες του ρωμαϊκού ιπποδρόμου, όπως αργότερα οι Πράσινοι στον βυζαντινό ιππόδρομο.

Να πούμε επίσης ότι η έκφραση «πράσινα άλογα» δεν προέρχεται από κάποια δήθεν αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», διότι τέτοια αρχαία φράση πουθενά δεν μαρτυρείται· αλλά το αντικείμενό μου δεν είναι η ιστορία των χρωμάτων, οπότε σταματάω εδώ και σας παραπέμπω, για τα πράσινα άλογα, σε ένα παλιότερο άρθρο μου όπου εκθέτω αναλυτικά την άποψή μου για το θέμα.

Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν πολύ το πράσο· πίστευαν μάλιστα ότι κάνει καλό στη φωνή (τα πράσα συμφέρει προς ευφωνίαν, γράφει ο Αριστοτέλης) και γι’ αυτό ο Νέρωνας μερικές μέρες είχε καθιερώσει να τρώει μόνο πράσα. Το πράσο συνεχίζει να έχει έντονη παρουσία στα βυζαντινά συγγράμματα· ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, στη δηλητηριώδη αναφορά του από την αποστολή του στην Κωνσταντινούπολη, τονίζει ότι ο αυτοκράτορας των Γραικών (ο Νικηφόρος Φωκάς) από την τσιγγουνιά του τρέφεται με σκόρδα, κρεμμύδια και πράσα και πίνει το νερό του λουτρού.

Στη φρασεολογία μας, υπάρχει η πασίγνωστη έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα», που λέγεται όταν κάποιος κλέφτης ή απατεώνας συλληφθεί επ’ αυτοφώρω. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται η έκφραση για παράνομα ζευγάρια που πιάνονται επ’ αυτοφώρω. Από την ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών γκουγκλίζοντας βλέπω να χρησιμοποιείται η έκφραση «πιάστηκε στα πράσα» για γιατρό που τον έπιασαν ενώ έπαιρνε φακελάκι, για παράνομο ζευγάρι, για διαρρήκτες σε εργοτάξιο, για ευυπόληπτους πολίτες που έπαιζαν ζάρια. Είναι έκφραση απόλυτα ζωντανή, παραχρησιμοποιημένη ίσως.

Σε διάφορους ιστότοπους μπορείτε να διαβάσετε την άποψη του μακαρίτη του Τάκη Νατσούλη, ότι η έκφραση τάχα γεννήθηκε όταν κάποιος παπα-Μελέτης έπιασε στο περβόλι του, το φυτεμένο με πράσα, έναν διαβόητο ληστή, αλλά πρόκειται για ατεκμηρίωτη εξήγηση που προσωπικά δεν την πιστεύω. Αντί να αναζητούμε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, προτείνω να σκεφτούμε ότι όποιος κλέβει λαχανικά στο περιβόλι δεν έχει μέρος να κρυφτεί όταν καταφθάσει ο δραγάτης ή ο ιδιοκτήτης, επομένως είναι σίγουρο ότι θα τον πιάσουν επ’ αυτοφώρω όπως είναι εκτεθειμένος. Πάντως, δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν έχει δίκιο ο Νατσούλης, γιατί (ακόμα) δεν έχω βρει την έκφραση σε κείμενο παλιότερο του 1835 -που δεν είναι και εύκολο έργο. Την έχω πάντως βρει σε συλλογές παροιμιών που τυπώθηκαν γύρω στο 1860.

Κι άλλες εκφράσεις υπάρχουν με τα πράσα, αλλά σπανιότερες και μισοξεχασμένες. Για παράδειγμα, σε περιγραφές παλιότερων μαχών μπορεί να βρείτε ότι «τους έκοβαν σαν τα πράσα», δηλαδή σκότωναν τους αντιπάλους εύκολα και άκοπα, ενώ ο Μακρυγιάννης γράφει κάπου ότι αν φύγει από τη μέση ο Δυσσέας (ο Ανδρούτσος) τους υπόλοιπους θα τους σκοτώσουν οι εχθροί όχι με ντουφέκια αλλά με πράσα. Κι επειδή το πράσο, όπως και όλα τα λαχανικά, είχε την τιμητική του την σαρακοστή, υπήρχε και το παροιμιακό δίστιχο: Εβγήκε η πράσα στο βουνό κι εκούνα την ουρά της, καλώς την τη Σαρακοστή με τα λαχανικά της.

Από την άλλη, όπως καταγράφει το slang.gr, πράσο λέγεται το πολύ ίσιο μαλλί, ενώ στην αργκό των πορτοφολάδων το πορτοφόλι λέγεται λάχανο, πράσο ή παντόφλα (με αυτή τη σειρά τα δίνει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη) και ο πορτοφολάς λέγεται λαχανάς ή πρασάς. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα» προήλθε ακριβώς από κάποιον πορτοφολά που τον έπιασαν με το χέρι χωμένο στο σακάκι του θύματος. Παρόλο που παρόμοια έκφραση υπάρχει στα γαλλικά, όπου λένε ότι κάποιος πιάστηκε με το χέρι μέσα στην τσάντα (la main dans le sac), δεν μου φαίνεται πιθανή εκδοχή γιατί η αργκοτική σημασία πράσο = πορτοφόλι δεν είναι τόσο γνωστή και επειδή η έκφραση βγήκε σε μια εποχή που δεν ήταν ακόμα διαδεδομένα τα πορτοφόλια.

Κι εδώ θα κλείσω το κομμάτι, απότομα, χωρίς επίλογο -σαν κάποιον που τον πιάνουν στα πράσα και τα παρατάει όλα σύξυλα και το βάζει στα πόδια!

 

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »

Η συγκινητική ποίηση της Ειρήνης Τσιλιγκιρίδη

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2011

Προτού προχωρήσετε παρακάτω, σπεύδω να διευκρινίσω: δεν ξέρω αν υπάρχει Ειρήνη Τσιλιγκιρίδη, ούτε αν γράφει ποιήματα. Αν υπάρχει (πάντως δεν γκουγκλίζεται τέτοιο ονοματεπώνυμο) της ζητώ συγνώμη που αναφέρομαι με φιλοπαίγμονα διάθεση στο όνομά της. Όμως, γιατί διάλεξα τη φράση αυτή για τίτλο του σημερινού σημειώματος, το οποίο, πρέπει να το πω, δεν είναι ιδιαίτερα σοβαρό, παρότι οι μέρες είναι μάλλον κρίσιμες και βαριές; Πάντως, δεν πρόκειται να μιλήσω για ποίηση. Τότε, τι νόημα έχει ο τίτλος; Το αφήνω για κουίζ, είμαι βέβαιος ότι θα το βρείτε………

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , | 93 Σχόλια »

Γομάρια στο βήμα

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2011

Ένας εκλεκτός φίλος του ιστολογίου με (προσ)κάλεσε να σχολιάσω τα γομάρια, τον χαρακτηρισμό που εκτόξευσε προς τους υπουργούς της κυβέρνησης προχτές ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Λάος κ. Ροντούλης. Θα έλεγα μάλιστα ότι η συζήτηση στη Βουλή μπήκε για τα καλά στα χωράφια μου, διότι μετά τον κ. Ροντούλη πήρε το λόγο και ο θιασάρχης του Λάος, ο κ. Καρατζαφέρης, ο οποίος, με το λεξικό στο χέρι, διάβασε τον ορισμό της λέξης γομάρι, ώστε να πείσει ότι γομάρι είναι το «ζώο με φορτίο», και να συνεχίσει κουτοπόνηρα: «Σαφέστατα ήταν μία φράση που θα μπορούσε να είχε παραληφθεί. Αλλά όταν έρχεται ως προϊόν μιας εξαιρετικώς ανάλγητης πολιτικής, δεν μπορεί κανείς παρά να αναγκάζεται να χρησιμοποιεί υπερβολικές εκφράσεις για να διατυπώσει το υπερβολικόν της αναλγησίας. Γιατί είναι προσβλητικό να πει κάποιος ότι είστε έμφορτοι προβλημάτων;» Δικολαβισμοί επιπέδου τρίτης γυμνασίου (και πολύ λέω).

(Παρεμπιπτόντως, το σωστό είναι «θα μπορούσε να είχε παραλΕΙφθεί», διότι παραλείπουν και δεν παραλαμβάνουν. Την ανορθογραφία βέβαια τη χρεώνουμε στα Νέα, απ’ όπου πήρα το απόσπασμα Καρατζαφέρη και την αφιερώνουμε στους διευθυντές των εφημερίδων που πίστεψαν πως το σπελτσέκερ του Γουόρντ μπορεί να αντικαταστήσει τον άνθρωπο διορθωτή· αμ δεν μπορεί!)

Με τον θίασο Καρατζαφέρη δεν θα ασχοληθώ άλλο, παρά μόνο για να παρατηρήσω πως ο θιασάρχης μοιράζει τους ρόλους σωστά. Στον επαρχιώτη κ. Ροντούλη δίνει τον ρόλο του χωριάτη, στον κ. Αϊβαλιώτη αναθέτει να μιλήσει για τη μαλακόσφαιρα. Ο καθένας στο είδος του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 94 Σχόλια »

Το είνορο του Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2011

Η Αθηνά Βογιατζόγλου, που διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και γράφει ένα βιβλίο για τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα, προδημοσίευσε την Κυριακή 27 Φεβρουαρίου, στην Αυγή, ένα απόσπασμα από το βιβλίο της (που έχει προσωρινό τίτλο Μαχητικός και αντιμοντερνιστής. Ο Γιώργος Κοτζιούλας ως ποιητής και κριτικός).  Παραθέτει εκεί ένα ποίημα του Κοτζιούλα,  που μου τράβηξε την προσοχή και θα το παρο υσιάσω κι εγώ σήμερα, διότι πέρα από την ποιητική του αξία έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον.

Ο Κοτζιούλας, γεννημένος στην Πλατανούσα Άρτας από πολύ φτωχή οικογένεια, σπούδασε στη Φιλοσοφική ενώ παράλληλα δούλευε διορθωτής και μετάφραστής σε περιοδικά. Από την ανέχεια και τη σκληρή δουλειά έπαθε φυματίωση που τον ταλαιπώρησε στην υπόλοιπη ζωή του. Το 1941 γύρισε στη γενέτειρά του. Από το 1943 συμμετείχε στην Αντίσταση, όπου ήταν η ψυχή του «θεάτρου του βουνού». Εκεί, ο φιλάσθενος διανοούμενος γνωρίστηκε με τον Άρη Βελουχιώτη και τα παλικάρια του. Με το τέλος της αντίστασης γυρνάει στην Αθήνα, όπου ξαναρχίζει τη ζωή του μαχόμενου λόγιου, αλλά πάντα νοσταλγεί τον ενάμιση χρόνο που πέρασε πλάι στον -προδομένο και νεκρό πια- Άρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λεξικογραφικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 46 Σχόλια »

Το φρούτο που δεν μου πολυαρέσει

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2010

Σε όλους αρέσουν τα φρούτα, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο –σε μένα, λιγότερο απ’ όλα αρέσει το αχλάδι. Δεν είναι ότι το αντιπαθώ, αλλά δεν θα το προτιμήσω· στα μάτια μου είναι κατώτερο απ’ όλα τ’ άλλα φρούτα στη σύγκριση, ακόμα κι από τα μούσμουλα ή τα φραγκόσυκα –βέβαια, ένας πολυταξιδεμένος φίλος μού είχε διηγηθεί ότι υπάρχει στο Βιετνάμ ένα φρούτο που βρωμάει απαίσια, οπότε αν αρχίσει να εισάγεται αυτό στα μέρη μας σίγουρα θα πάρει την τελευταία θέση, αλλά προς το παρόν, κι από τα φρούτα που ευδοκιμούν στην περιοχή μας, το αχλάδι το βάζω στην τελευταία θέση. Προσοχή, δεν ισχυρίζομαι ότι η επιλογή μου είναι σοφή –περί ορέξεως, άλλωστε, ουδείς λόγος. Και για ν’ αποδείξω ότι δεν τρέφω αισθήματα εχθρικά απέναντι στη συμπαθή οπώρα, θ’ αφιερώσω το σημερινό σημείωμα στο φρούτο που δεν μ’ αρέσει, το αχλάδι.

Το αχλάδι βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –οι αρχαίοι το έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Τη λέξη απίδι την έχουμε και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, αλλά οι περισσότεροι, σήμερα, χρησιμοποιούμε το αχλάδι, αν δεν κάνω λάθος. Ή τουλάχιστον έτσι είναι στην Αθήνα, δεν αποκλείω σε κάποιες περιοχές να το λένε απίδι. Για παράδειγμα, θυμάμαι τον παππού μου, που είχε γεννηθεί στη Μάνη, και ο οποίος δεν έλεγε αχλάδι, αλλά απίδι.

Το αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι). Τα αγριάπιδα είναι μικρά και στυφά, αν και κάποιοι τα τρώνε. Λέγονται και γκόρτσα, και γκορτσιά το δέντρο τους –σλάβικης αρχής θαρρώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »