Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μακρυγιάννης’

Δέκα λέξεις του Κασομούλη

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της επανάστασης του 2021, το ιστολόγιο δημοσιεύει, σποραδικά, άρθρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό, συνήθως λεξιλογικά -αφού εδώ λεξιλογούμε.

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Μακρυγιάννη, σήμερα θα δούμε το αντίστοιχο άρθρο με λέξεις από τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά του Νικ. Κασομούλη. Είχαμε πει δυο λόγια για το σημαντικό έργο σε ένα πρόσφατο άρθρο μας που ήταν εστιασμένο σε μια έκφραση που παραδίδει ο Κασομούλης.

Ο Κασομούλης, είχαμε πει, δεν γράφει τη γλώσσα που μιλούσε. Προσπαθεί να γράψει σε καθαρεύουσα, και φαίνεται να προσπαθεί, σε πολλά σημεία, να «εξελληνίσει» τουρκικά ή ιταλικά δάνεια, συχνά κατασκευάζοντας δικούς του, όχι πάντα πετυχημενους, όρους. Αλλά δεν είναι, ευτυχώς, συνεπής σε αυτή την καθαριστική προσπάθεια, ενώ επίσης μεταφέρει σχετικά πιστά τους διαλόγους ή τα γραπτά τεκμήρια (που βεβαια και αυτά είναι, τα περισσότερα, σε γλώσσα σιδερωμένη).

Στο σημερινό άρθρο διαλέγω 10 λέξεις από το βιβλίο του Κασομούλη -είχα ξεκινήσει για 15, όμως με έπιασε φλυαρία και το άρθρο παραμεγάλωσε κι έτσι σταμάτησα στις δέκα. Για κάθε λέξη παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται. Η παραπομπή γίνεται στην πεντάτομη έκδοση του Κασομούλη (εκδ. Βεργίνα) που έχω πρόχειρη. Είναι παρόμοια με την τρίτομη που υπάρχει στην Ανέμη, αλλά φυσικά σε άλλη σελιδοποιηση.

1. ειδίσματα

Σε συζητήσεις με Τούρκους για να γίνει ειρήνη στα Άγραφα, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης θέτει όρους (Β26):

όταν επιστρέψετε τους αιχμαλωτισμένους αθώους με τα ειδίσματά των έως εις το βελόνι….

Λέξη της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς περισσότερο, τα ειδίσματα είναι τα αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη, ρούχα. Ωστόσο, σε πολλές χρήσεις είναι ειδικώς κοσμήματα, τιμαλφή, ακόμα ειδικότερα, οι βέρες των αρραβώνων. Για παράδειγμα, στον σπαραχτικο «Πολιτισμό εις το χωρίον» του Παπαδιαμάντη, ο μπάρμπα – Στέργιος, για να βρει τα έξοδα της ταφής του παιδιού του, δίνει στον άτεγκτο ενεχυροδανειστή μερικά ειδίσματα: δύο ασημένια σκουλαρίκια κι ένα δαχτυλίδι. Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αφηγείται ότι με δική του παρέμβαση αναγκάστηκε ο Παπαφλέσσας «να δώσει πίσου τα ειδίσματα ολουνών των ανθρώπων» που είχε λεηλατήσει.

Πάλι στον Κασομούλη (Γ226) γίνεται αναφορά στη γνωστή διαμάχη για την προίκα της κόρης της Μπουμπουλίνας (και χήρας του Πάνου Κολοκοτρώνη), όπου ο νέος της σύζυγος κατηγορούσε τον Γέρο ότι «κατακρατεί τα ειδίσματά της», εδώ με τη σημασία των κοσμημάτων.

2. ιλτιζάμι

Στορνάρης και Λιακατάς από το Μεσολόγγι γράφουν στον Κασομούλη:

Είδαμεν καλά τα όσα μας γράφετε διά τους λοφέδες μας, οπού ακόμα δεν εκατορθώσεταν τίποτες, παρά σας προβάνουν να πάρετε ιλτιζάμια [προσόδους] εις την Γαστούνην. Ημείς διά ιλτιζαμτζήδες [έμποροι προσόδων] δεν είμασθον όταν έπρεπεν, όχι τώρα οπού δεν έχομεν τελείως κατάστασιν.

Ιλτιζάμι είναι η εκμίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων του κράτους σε ιδιώτες, που γινόταν συνήθως έπειτα από πλειστηριασμό. Ο δικαιούχος προκατέβαλλε στο κράτος το ποσό που υπολογιζόταν να εισπραχθεί από τη συγκεκριμένη περιοχή και στη συνέχεια εισέπραττε τους φόρους ο ίδιος ή υπενοικίαζε με τη σειρά του το δικαίωμα είσπραξής τους.

Ήταν καθιερωμένος θεσμός στο οθωμανικό κράτος, συνήθως με ετήσια διάρκεια. Από τουρκ. iltizam. Ο κάτοχος του ιλτιζαμιού λεγόταν mültezim, που πρέπει να είναι η ίδια λέξη με το μουλτεζίμι που έχουμε στο τάβλι.

Εδώ, οι καπεταναίοι διαμαρτύρονται διότι, αντί για μισθό (λοφέδες) τούς υποσχέθηκαν το ιλτιζάμι της Γαστούνης, που όμως θα έπρεπε να έχουν κεφάλαια για να το πάρουν.

3. ίρτζι

Τον Μάιο του 1827, μετά τη μάχη του Ανάλατου, ο Κασομούλης που βρίσκεται ακόμα στο στρατόπεδο στην Καστέλα έχει ζητήσει από τον Γαρδικιώτη Γρίβα, ο οποίος έχει φύγει στη Σαλαμίνα, να επιστρέψει. Ο Γρίβας απαντάει (Γ435):

Μου γράφετε, αδελφοί, διά να έλθω· αν θέλω το ίρτζι μου [την τιμήν] να σηκωθώ να έρθω.

Η επεξήγηση είναι από τον Κασομούλη.

Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλιο, οι Τούρκοι που ήταν οχυρωμένοι στο Μοναστήρι, δέχονται να παραδοθούν, «πλην να φυλαχθεί το ίρτζι των [υπόληψίς των] και να έβγουν με τα άρματά των και με τις αποσκευάς των»

Οπως έγραφα στις Λέξεις που χάνονται, ίρτζι είναι η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Τουρκικό δάνειο, από το irz, που σημαίνει «τιμή». Δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο ή νεότερο, εκτός από το Μείζον. Ωστόσο, χρησιμοποιείται πολύ σε κείμενα της εποχής του 1821, π.χ. «ή χάνομεν τα κεφάλια μας ή κάμνομεν το ίρτζι μας τεκμίλι» (την τιμή μας κλοτσοσκούφι), όπως διαβάζουμε σε επιστολή του Καραϊσκάκη στον Μαυροκορδάτο.

Όπως και στο παραπάνω απόσπασμα με τους πολιορκημένους, η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά σε κείμενα συμφωνιών παράδοσης. Π.χ. ο Τρικούπης παραδίδει τη συνθήκη παράδοσης των Τούρκων του Νιόκαστρου το 1821 οπου οι Έλληνες καραβοκύρηδες δεσμεύονται «και να έχουμε χρέος να τους πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον».

Η φράση έχει γίνει διάσημη από την ταινία Ο ατσίδας, όπου ο Βέγγος ως σερβιτόρος θυμώνει όταν ο Ηλιόπουλος χτυπάει παλαμάκια, και δικαιολογείται λέγοντας: «Είναι το ίρτζι μου». Βέβαια, στη σημερινή χρήση, εξαιτίας του αποσπάσματος με τον Βέγγο, υπάρχει μετατόπιση της σημασίας: το ίρτζι έφτασε πια να σημαίνει την παραξενιά, την ιδιοτροπία, π.χ. «συγγνώμη που επιμένω πολύ στην καθαριότητα, αλλά είναι το ίρτζι μου»

Στο 0.50 του αποσπάσματος, το ίρτζι του Θρασύβουλα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστή του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.

Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.

Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.

Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.

Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.

Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, χειρόγραφα, Μεταγραφές κειμένων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 164 Σχόλια »

Ο κατάφρακτος καρπός και πάλι

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, μην περιμένετε καινούργιο άρθρο. Ή δεν θα έβαζα τίποτα ή θα κατέφευγα στη δοκιμασμένη λύση, την επανάληψη κάποιου παλιότερου άρθρου. Προτίμησα να μη σπάσω το σερί της καθημερινής δημοσίευσης που κρατάει αδιάλειπτα από τον Γενάρη του 2014, οπότε αναδημοσιεύω σήμερα για δεύτερη φορά ένα άρθρο της σειράς των οπωρικών -το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2011 οπότε μπήκε και στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, και το ξανάβαλα το 2015. Ενσωματώνω μερικά από τα σχόλιά σας.

Το διάλεξα επειδη τώρα είναι η εποχή τους, εννοώ η εποχή των καρυδιών. Μάλιστα, μέχρι πριν από καμιά δεκαριά μέρες έβρισκα στο σουπερμάρκετ και τα χλωρά καρύδια, που μ’ αρέσουν πολύ, κι έχω ακόμα καναδυό διχτάκια στο ψυγείο.

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή. Και ο επικεφαλής αυτής της φρουράς, που αποτελεί μια ξεχωριστή οικογένεια μέσα στον κόσμο των οπωρικών, δεν είναι άλλος από το καρύδι.

Και λεξιλογικά αν το σκεφτούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.

Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »

Δεκαπέντε λέξεις του Μακρυγιάννη

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2019

Τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, που τ’ανακάλυψε και τα εξέδωσε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, είναι πιθανώς το πιο πολυδιαβασμένο και σίγουρα το περισσότερο μελετημένο αυτοβιογραφικό έργο της νεότερης ελληνικής γραμματείας. Θεωρείται πως αποτυπώνει όχι μόνο το ήθος των αγωνιστών του 21 αλλά και τη γλώσσα που μιλούσαν.

Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για το έργο αυτό που δεν έχει νόημα να προσθέσω κάτι δικό μου. Και η γλώσσα του έχει μελετηθεί εξαντλητικά. Το λεξιλόγιό του αποτέλεσε αντικείμενο μιας από τις πρώτες μελέτες με τη βοήθεια υπολογιστή -εννοώ το πολύτομο έργο των Κυριαζίδη και Καζάζη, που έναν καιρό είχε και διαδικτυακή παρουσία. Παλιά είχα φυλλομετρήσει το έργο αυτό και δεν το θυμάμαι καλά, εντύπωσή μου είναι όμως ότι εστίαζε κυρίως στην κατάρτιση του λεξιλογίου και σε ποσοτικές αναλύσεις, χωρίς να δίνει έμφαση στην ετυμολογία ή τη σημασία των λέξεων (αν κάνω λάθος διορθώστε με). Από την άλλη, υπάρχουν δεκάδες εργασίες, διατριβές και μελέτες για τη γλώσσα του Μακρυγιάννη.

Κι εγώ απο τη μεριά μου, παλιά, είχα αποδελτιώσει τις παροιμιακές φράσεις στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Κάποια στοιχεία της δουλειάς εκείνης πέρασαν στο βιβλίο μου Λόγια του αέρα.

Στο σημερινό άρθρο οι φιλοδοξίες μας είναι πιο μετρημένες. Διαλέγω 15 λέξεις από τις πρώτες σελίδες των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται.

διασαχτζής

Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Tούρκοι του κονσόλου και άλλοι Tούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.

Ο διασαχτσής ή διασαξής ή γιασαξής ήταν ένοπλος σωματοφύλακας υψηλών προσώπων επί τουρκοκρατίας, συχνά Τούρκος στρατιώτης που εκτελούσε χρέη θυρωρού και κλητήρα σε προξενεία χριστιανικών κρατών. Απο το τκ. yasakçı που προέρχεται από τη λ. yasak, απαγόρευση που έχει επίσης περάσει στα ελληνικά ως γιασάκι ή διασάκι και που της είχαμε αφιερώσει άρθρο παλιότερα διότι «ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Χαλαρά στις κάλπες

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2019

Χτες ταξίδευα, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω συνήθως στη λύση της αναδημοσίευσης κάποιου παλιότερου άρθρου -και αυτό θα κάνω και σήμερα. Κι επειδή μεθαύριο έχουμε εκλογές, αναδημοσιεύω ένα άρθρο εκλογικό ή μάλλον λεξιλοεκλογικό, που αρχικά είχε δημοσιευτεί μερικές μέρες πριν από τις εκλογές του 2014. Το έχω επικαιροποιήσει βέβαια σε σχέση με τις αναφορές στα πολιτικά πράγματα.

Μεθαύριο ψηφίζουμε, και όχι σε μία αλλά σε τρεις ή τέσσερις κάλπες: ψηφίζουμε για τις ευρωπαϊκές εκλογές και για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Και οι μεν αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν τοπικό χαρακτήρα, αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους δήμους και τις περιφέρειες, αλλά στις ευρωεκλογές συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα, που πρόκειται να αναμετρηθούν και στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.

Λένε για τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε αντιδιαστολή με τις βουλευτικές, ότι χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο». Εφόσον δεν θα αναδείξουν δηλαδή κυβερνηση της χώρας, θεωρείται ότι ο ψηφοφόρος ψηφίζει σε αυτές πιο ελεύθερα, χωρίς να σκέφτεται διλήμματα. Κι αυτό ίσως επιβεβαιώνεται αν πάμε με το λεξικό, αφού η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Πρόσφατα ο Κ. Μητσοτάκης διαφώνησε με την ιδέα της χαλαρής ψήφου και υποστήριξε ότι «σε αυτή την κάλπη δεν έχει θέση η χαλαρή ψήφος» ενώ αλλού γράφτηκε ότι «χαλαρή ψήφος σημαίνει ψήφος στον Τσίπρα». Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, δηλαδή.

Επειδή όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά αλλά είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Στρατός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Η Λουκία του Λαμερμούρ, εδώ και 180 χρόνια…

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2019

Τις προάλλες πήγα και είδα στη Λυρική Σκηνή την παράσταση της όπερας Λουτσία ντι Λαμερμούρ του Γκαετάνο Ντονιτζέτι. Η όπερα θα παιχτεί σε μερικές ακόμα παραστάσεις, οπότε σας συστήνω να πάτε να τη δείτε αν υπάρχουν εισιτήρια.

Είναι βέβαια μια από τις πολυπαιγμένες όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως και η άλλη του Ντονιτζέτι, το Ελιξίριο του έρωτα. Ο Ιταλός συνθέτης είναι ενα από τα μεγάλα ονόματα του ιταλικού μπελκάντο, μαζί με τον Ροσίνι και τον Μπελίνι, και ενέπνευσε και τον Βέρντι με τον οποίο φτάνει το είδος της όπερας στο απόγειό της.

Αν δεν ξέρετε την υπόθεση, να την πούμε στα γρήγορα: στη Σκωτία του 17ου αιώνα, η Λουτσία είναι ερωτευμένη με τον Εντγκάρντο, παρόλο που τις οικογένειές τους τις χωρίζει άσβεστο μίσος. Ο αδερφός της ο Ενρίκο κανονίζει να την παντρέψει με τον Αρτούρο. Παρουσιάζει πλαστογραφημένες επιστολές που δείχνουν τον Εντγκάρντο να υπόσχεται γάμο σε άλλην κι έτσι καταφέρνει να πείσει τη Λουτσία να υπογράψει το συμβόλαιο του γάμου με τον Αρτούρο. Την ώρα της τελετής καταφθάνει ο Εντγκάρντο που πιστεύει πως η Λουτσία τον πρόδωσε και την καταριέται. Εκείνη σκοτώνει (εκτός σκηνής) τον Αρτούρο πάνω στο νυφικό κρεβάτι έχοντας πια χάσει τα λογικά της. Μόλις το μαθαίνει ο Εντγκάρντο αυτοκτονεί. Το λιμπρέτο του Σαλβατόρε Καμαράνο είναι βασισμένο πάνω στο ιστορικό μυθιστόρημα «Η νύφη των Λάμερμουρ» του σερ Ουόλτερ Σκοτ, που τα μυθιστορήματά του είχαν μεγάλη απήχηση τότε.

(Μια παρένθεση: πολλές από τις όπερες του 19ου αιώνα βασίζονταν σε πρόσφατα λογοτεχνικά έργα. Εδώ, η Λουτσία γράφτηκε το 1835 πάνω σε ένα μυθιστόρημα του 1819 -σαν να κάνει σήμερα κάποιος όπερα πάνω σε έργο του Μουρακάμι, του Παμούκ ή του Τέρι Πράτσετ. Η Εναλλακτική Σκηνή θα ανεβάσει προσεχώς καινούργια ελληνική όπερα βασισμένη πάνω στην Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου).

Η Λουτσία είναι από τις πολυπαιγμένες όπερες του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά όχι της πρώτης δεκάδας (κατά σειράν: Τραβιάτα, Κάρμεν, Λα Μποέμ), μάλλον της πρώτης εικοσάδας. Έχει έναν μόνο γυναικείο πρωταγωνιστικό ρολο (υπάρχει και η υπηρέτρια της Λουτσίας αλλά ελάχιστα ακούγεται). Το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι η άρια της τρέλας («Il dolce suono/Ardon gli incensi/Spargi d’amaro pianto«) στην τρίτη σκηνή, που παραδοσιακά δίνει στις σοπράνες την ευκαιρία να επιδείξουν την τεχνική τους και τα φωνητικά τους προσόντα, επιδιδόμενες σε περίτεχνες καντέντσες. Όλη όμως η όπερα είναι μια πανδαισία του μπελκάντο, αν σας αρέσει βέβαια το είδος αυτό -εγω το λατρεύω.

Δεν είχα παρακολουθήσει άλλη Λουτσία ζωντανή, αν και έχω δει κάμποσες μαγνητοσκοπημένες. Η παράσταση της Λυρικής έχει μια πρωτοτυπία στη σκηνοθεσία: χωρίζει τη σκηνή σε δύο μέρη και συνήθως η όπερα παίζεται στο ένα μέρος ενώ στο άλλο παίζουν και κινούνται βουβοί. Για παράδειγμα, στην 1η σκηνή της 3ης πράξης, ενώ στο δεξιό μέρος της σκηνής βλέπουμε και ακούμε τον Ενρίκο που έχει επισκεφτεί τον Εντγκάρντο για να τον καλέσει σε μονομαχία, στο αριστερό μέρος βλέπουμε τη Λουτσία στο νυφικό κρεβάτι να σκοτώνει τον Αρτούρο. Φυσικά, το φονικό δεν δείχνεται επί σκηνής στο κανονικό ανέβασμα της όπερας, απλώς αναγγέλλεται στην επόμενη σκηνή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Ο Μεξικανός δικηγόρος

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2018

Παρά τον τίτλο του, το άρθρο δεν είναι αφιερωμένο σε κάποιον Μεξικάνο νομικό, έναν Χουάν Γκονζάλες Ρίος ας πούμε, αλλά στον καρπό της φωτογραφίας, το αβοκάντο. Γιατί το λέω Μεξικάνο και δικηγόρο, θα το δούμε παρακάτω.

Tο ιστολόγιο αγαπά τα φρούτα και κατά καιρούς δημοσιεύουμε και αναδημοσιεύουμε άρθρα για τα οπωρικά, που άλλωστε έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013).

Είναι φρούτο το αβοκάντο ή λαχανικό; Θα απαντήσουμε από τη σκοπιά του καταναλωτή, όχι του γεωπόνου. Εφόσον τρώγεται κυρίως σε σαλάτες και καρυκευμένο, θα το βάλουμε στην ίδια περίπου κατηγορία με τη ντομάτα, άρα στα λαχανικά θα το κατατάξουμε. Ωστόσο, στο βιβλίο μου που αναφέρω παραπάνω, έχω συμπεριλάβει ένα κεφάλαιο για τον ανανά και άλλα εξωτικά φρούτα, και σ’ αυτό χώρεσα και μια παραγραφούλα για το αβοκάντο. Στο σημερινό άρθρο, η παραγραφούλα μετατρέπεται σε αρθράκι.

Λοιπόν, το αβοκάντο είναι καρπός ιθαγενής του Μεξικού, και φυσικά υπάρχει σε πολλές ποικιλίες που δεν είναι όλες γνωστές στα δικά μας τα μέρη. Ακόμα και σήμερα, που η καλλιέργειά του έχει εξαπλωθεί σε όλες τις (κατάλληλες) περιοχές του κόσμου, το Μεξικό αντιπροσωπεύει το 34% της παραγωγής αβοκάντο, ενώ μεγάλη παραγωγή έχουν επίσης η Δομινικανή Δημοκρατία, το Περού, η Κολομβία αλλά και η Ινδονησία.

Στη γλώσσα Ναχουάτλ, δηλαδή τη γλώσσα των Αζτέκων, ο καρπός αυτός, που ήταν βασικός για τη διατροφή τους, ονομαζόταν ahuacatl, το οποίο, με το συμπάθιο, θα πει όρχις. Ονομάστηκε έτσι λόγω του σχήματος του καρπού και επειδή τα αβοκάντο φυτρώνουν σε ζευγάρια. Στα μεξικάνικα ισπανικά έγινε aguacate. Την αζτέκικη ονομασία τη βρίσκουμε και στη σάλτσα γουακαμόλε, που φτιάχνεται από αβοκάντο. Η αρχική της ονομασία ήταν ahuacamolli.

Το όνομα του καρπού στα καστιλιάνικα ισπανικά έγινε avocado και παρασυσχετίστηκε με τη λέξη abogado (δικηγόρος). Στα αγγλικά έγινε avocado, απ’ όπου το είπαμε κι εμείς αβοκάντο. Στα γαλλικά, ο καρπός λέγεται avocat, ακριβώς το ίδιο όπως και ο δικηγόρος! Όμως δεν τα μπερδεύουν οι Γάλλοι, κι έτσι στα σουπερμάρκετ, στα καφάσια με τα αβοκάντο, δεν θα βρείτε κανέναν δικηγόρο να πουλιέται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 190 Σχόλια »

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Τριτοσεπτεμβριανά μεζεδάκια και πάλι

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2016

Τριτοσεπτεμβριανά επειδή σήμερα είναι σημαδιακή ημερομηνία, λαέ του ιστολογίου, 3 του Σεπτέμβρη, επέτειος της επανάστασης του 1843 αλλά και της ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ το 1974 -σύμπτωση βέβαια κάθε άλλο παρά τυχαία, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου την είχε διαλέξει την ημερομηνία για τον συμβολισμό της. Και πάλι, επειδή και πριν από πέντε χρόνια είχα μεζεδάκια με αυτόν τον τίτλο -μόνο πέντε, αφού μεσολάβησαν και δύο δίσεκτα έτη.

Για τις 3 του Σεπτέμβρη 1843 δεν έχουμε γράψει στο ιστολόγιο, πριν από δυο χρόνια όμως, που είχαμε τα σαράντα (χρόνια) του ΠΑΣΟΚ είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο.

Η επέτειος του 1843 δεν νομίζω να τιμάται επίσημα. Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ θα γιορταστεί από το κόμμα, στην Πάτρα, τη γενέθλια γη των Παπανδρέου. Κάποιοι είπαν ότι θα ταίριαζε περισσότερο να γιορταστεί στην Κουμουνδούρου, αλλά ψηφοφόρους κυρίως έχει πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ από το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, όχι στελέχη. Αλλά για να μπούμε στο κλίμα της ημέρας, ας ακούσουμε ένα εμβληματικό (νομίζω πως το κλισέ δικαιολογείται εδώ) τραγούδι για τις 3 του Σεπτέμβρη, που σύνδεσε, ας πούμε, τις δύο επετείους αφού γράφτηκε για την πρώτη αλλά χρησιμοποιήθηκε από τους θιασώτες της δεύτερης.

Αλλά να προχωρήσουμε στα μεζεδάκια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Μυτιλήνη, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 259 Σχόλια »

Τα φρούτα, οι καρποί, τα πωρικά, τα γεμίσια ξανά

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου, φυσικά ξανακοιταγμένη και αισθητά επαυξημένη αλλά πάντως επανάληψη. Σας έχω προειδοποιήσει κιόλας ότι ολόκληρη τη θερινή περίοδο θα έχουμε αρκετές επαναλήψεις. Τουλάχιστον έρχεται σε ταιριαστή εποχή, μιας και ο Μαϊούνης που τελειώνει είναι η περίοδος της αποθέωσης των οπωρικών, ίσως περισσότερο και από το καθαυτό καλοκαίρι που αρχίζει.

Φυσικά, σήμερα οποιοδήποτε λεξιλογικό άρθρο φαντάζει ανεπίκαιρο αφού κυριαρχεί στην επικαιρότητα ο σεισμός του Μπρέξιτ, που ομολογώ πως δεν τον είχα προβλέψει. Έχουμε πάντως ειδικό άρθρο για να βάζετε εκεί τα σχόλιά σας.

Το ιστολόγιο έχει παρουσιάσει άρθρα αφιερωμένα σχεδόν σε όλα τα φρούτα, όμως σήμερα θα μιλήσουμε για τα φρούτα γενικώς και όχι ειδικά για κάποιο ή κάποια από αυτά.

Και λογικό είναι να ξεκινήσουμε την περιδιάβασή μας από την ίδια τη λέξη, φρούτο. Η λέξη βέβαια δεν είναι αναντάμ μπαμπαντάμ ελληνική, είναι δάνειο από τα ιταλικά, με την αρχή της στο λατινικό fructus, που σημαίνει τον καρπό αλλά και το όφελος, το έσοδο. Η λατινική λέξη πέρασε στις ρωμανικές και στις γερμανικές νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ από τα ιταλικά πέρασε και στα ελληνικά, αν και διατηρείται σε χρήση και η αυτόχθονη «οπώρα» που χρησιμοποιείται συνήθως σε λόγια σύνθετα, σαν το οπωροπωλείο ή τα οπωροκηπευτικά, αλλά έχει δώσει και τα δημοτικότερα οπωρικά ή και πωρικά.

Η οπώρα, πρέπει να πούμε, αρχικά σήμαινε στον Όμηρο την εποχή από τα τέλη Ιουλίου στα τέλη Σεπτεμβρίου (από εκεί και το φθινόπωρο που ακολουθεί), και στη συνέχεια τους καρπούς εκείνης της εποχής, παναπεί σύκα και σταφύλια κυρίως, και μετά όλους τους καρπούς. Πάντως, οι αρχαίοι για τους καρπούς όλων των δέντρων είχαν και τη λέξη ακρόδρυα, που όμως αργότερα έμεινε να εννοεί μόνο τους καρπούς που έχουν κέλυφος ξυλώδες, δηλαδή λίγο-πολύ τους ξηρούς καρπούς. Βέβαια, στον Πωρικολόγο, ένα βυζαντινό σύντομο λαϊκό σατιρικό έργο που προσωποποιεί όλα τα οπωρικά, βρίσκω να συμμετέχουν και οι ξηροί καρποί στο πανηγύρι, έστω και σαν ξεχωριστή ομάδα, όπως άλλωστε και τα ζαρζαβατικά. Να πω ότι ο Πωρικολόγος, γραμμένος τον 13ο ή τον 14ο αιώνα, δεν περιέχει τη λέξη «φρούτο» επειδή προφανώς δεν είχε ακόμα μπει στη γλώσσα μας.

Πότε όμως μπήκε στην ελληνική γλώσσα η λέξη «φρούτο»; Επειδή τα γλωσσικά ληξιαρχεία της ελληνικής δεν δουλεύουν καλά, θα δυσκολευτούμε να απαντήσουμε. Ο Μπαμπινιώτης δεν τη χρονολογεί στο λεξικό του· ως γνωστόν, χρονολογεί σχεδόν μόνο τις λέξεις που έχει συμπεριλάβει στη Συναγωγή του ο Κουμανούδης. Πάντως, τη λέξη φρούτα δεν τη βρίσκω στο TLG, ούτε και στον Δουκάγγιο (έκδοση 1678), αλλά τη βρίσκω στο Σομαβέρα (έκδοση 1709)· δεν θα τολμήσω βέβαια να συμπεράνω πως η λέξη μπήκε στη γλώσσα μας ανάμεσα στο 1678 και στο 1709 (που θα σήμαινε ότι την έφεραν στον Μοριά οι Βενετοί όταν τον κατέκτησαν το 1687)· εξίσου πιθανό είναι να υπήρχε και να μην την κατέγραψε ο Δουκάγγιος (ή να έψαξα απρόσεχτα εγώ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »

Το ψωμί ψωμάκι

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2016

Χτες το απομεσήμερο, ο φίλος μας ο Στάζιμπος μάς ειδοποίησε με σχόλιο ότι σε μια εκπομπή της ΕΡΤ, που παιζόταν εκείνη τη στιγμή, γινόταν λόγος για τη ζέα και τη χρήση της στο ψωμί, ένα θέμα που έχει απασχολήσει παλιότερα το ιστολόγιό μας. Και στην μεν εκπομπή, που μπορείτε να τη δείτε εδώ, αποκρούστηκαν ορισμένοι μύθοι για τη ζέα, όπως π.χ. για τη δήθεν απαγόρευση καλλιέργειάς της στη δεκαετία του 1920, αλλά ενισχύθηκαν κάποιοι άλλοι, όπως ότι με ψωμί ζέας τρεφόταν ο στρατός του Μεγαλέξανδρου. Ωστόσο, πάνω στη συζήτηση ο Στάζιμπος επισήμανε ότι δεν έχω γράψει άρθρο για το ψωμί.

Άρθρο έχω γράψει, αλλά στον παλιό μου ιστότοπο, το 2005, δηλαδή πολύ πριν ανοίξω το ιστολόγιο (το 2009). Για κάποιο λόγο, εκείνο το άρθρο δεν το έχω ως τώρα μεταφέρει στο ιστολόγιο, ή μάλλον μετέφερα μόνο το μισό. Οπότε σήμερα παρουσιάζω εκείνο το παλιό άρθρο, εμπλουτισμένο με μερικά ακόμα στοιχεία. Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι ένα άρθρο σαν κι αυτό, με θέμα το ψωμί, αναπόφευκτα έχει  πολύ ψωμί, όπως μου αρέσει να λέω, δηλαδή με κανέναν τρόπο δεν φιλοδοξώ να καλύψω το εκτενέστατο αυτό θέμα -και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ως σήμερα δεν είχα επιχειρήσει την αναδημοσίευση.

Όπως λέει και εκείνο το ρητό, δεν τρώμε για να ζούμε αλλά ζούμε για να τρώμε (ή το αντίστροφο). Το ρήμα «τρώω» είναι μαζί μας από την αρχαιότητα (ως «τρώγω»), αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατ’ εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν ήταν το εσθίω, που από τον επικό του τύπο έδω έχουν επιβιώσει λέξεις όπως εδώδιμος (που κάποιοι νομίζουν πως προέρχεται από το εδώ και σημαίνει κάτι σαν «εγχώριος»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 321 Σχόλια »

Χαλαρά στην κάλπη

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2014

Όπως και χτες, έτσι και το σημερινό άρθρο παρακολουθεί μιαν άλλη λέξη που ακούστηκε αρκετά τη φετινή προεκλογική περίοδο, τη λέξη «χαλαρός», ή μάλλον τη φράση «χαλαρή ψήφος». Μιλώντας πρόσφατα στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του, ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς τόνισε ότι «χειρότερος εχθρός μας είναι η χαλαρή ψήφος«, ενώ και ο σώγ… εταίρος του στην συγκυβέρνηση, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, μιλώντας στους δικούς του βουλευτές, όσους απόμειναν, υποστήριξε ότι «δεν υπάρχει χαλαρή ψήφος στις ευρωεκλογές«.

Τι είναι όμως η χαλαρή ψήφος; Στην ίδια ομιλία του, ο κ. Σαμαράς προσπάθησε να δώσει έναν ορισμό: «Να θυμάστε ότι ο χειρότερος εχθρός μας είναι η χαλαρότητα. Το να μην πάνε κάποιοι να ψηφίσουν καθόλου, ή να ψηφίσουν με αίσθηση χαλαρότητας. Να εξηγήσετε την κρισιμότητα αυτής της στιγμής. Την κρισιμότητα της επόμενης μέρας. Την κρισιμότητα των επομένων μηνών». Το να μην πάει κάποιος να ψηφίσει θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί ως το άκρον άωτο της χαλαρής ψήφου, αλλά ως προς το δεύτερο σκέλος, για την «ψήφο με αίσθηση χαλαρότητας», το μόνο συμπέρασμα που βγαίνει είναι η ψήφος που δίνεται χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ο ψηφοφόρος την κρισιμότητα της στιγμής.

Από την άλλη, αν πάμε με το λεξικό, χαλαρή ψήφος πρέπει να είναι εκείνη στην οποία αφήνονται περιθώρια ανεξαρτησίας, διότι η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Κι επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά και είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 104 Σχόλια »

Βρίζοντας και πολεμώντας πάλι

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2014

Συνηθίζω κάθε χρόνο, κοντά στην 25η Μαρτίου, να ανεβάζω ένα ή περισσότερα κείμενα σχετικά με την επανάσταση του 1821. Φέτος, κάπως το αμέλησα και ήδη φτάσαμε στην παραμονή. Ας διορθώσω λοιπόν την παράλειψη, αναδημοσιεύοντας ένα παλιό άρθρο, που δημοσιεύτηκε εδώ πριν από 4 χρόνια, στο οποίο έχω προσθέσει μερικά πράγματα με την ευκαιρία της επανάληψης. (Οι προσθήκες με γαλάζιο χρώμα).

Τις προάλλες θυμήθηκα ένα παλιό άρθρο που είχα διαβάσει στα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας. Δεν το είχα κρατήσει, όμως το βρήκα στο Διαδίκτυο. Είναι της Μαρίας Ευθυμίου, επ. καθηγήτριας του τομέα Ιστορίας Πανεπ. Αθηνών. Στο τέλος συμπληρώνω κι εγώ μερικά ηρωικά αθυρόστομα και μερικά με γλωσσικό ενδιαφέρον.

Η λαλιά, η καθημερινή ομιλία του ’21, δεν είναι εύκολο να μας είναι γνωστή στη φυσικότητα της. Οι αδροί και αμόρφωτοι χωρικοί που κράτησαν στους ώμους τους τον Αγώνα δεν είχαν τρόπο να αποτυπώσουν σε χαρτί την υφή και τη ροή του λόγου τους. Τα κείμενα και οι προκηρύξεις της Επανάστασης, τα Συντάγματα και οι αποφάσεις της συντάχθηκαν από άτομα υψηλής μόρφωσης, Φαναριώτες και προύχοντες, σε μια γλώσσα αποκαθαρμένη, πλούσια και επιμελημένη. Η αλληλογραφία των οπλαρχηγών, που θα μπορούσε, από την πλευρά αυτή, να μας μεταφέρει την υφή του απλού λόγου των αμόρφωτων η ελάχιστα μορφωμένων αυτών ανθρώπων, δεν Βοηθά, συχνά, ούτε κι αυτή, καθώς τη σύνταξη των μηνυμάτων και των επιστολών τους αναλάμβαναν οι «γραμματιζούμενοι» γραμματικοί τους. Αν το πρόβλημα αυτό για την ελληνική γλώσσα είναι μεγάλο, γίνεται αξεπέραστο και πελώριο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των πολυάριθμων εκείνων αγωνιστών που ήταν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, και μάλιστα σε γλώσσες προφορικές και όχι γραπτές, όπως συνέβαινε με τους Βλάχους και τους Αρβανίτες. Σπάνια από τα κείμενα-πηγές του Αγώνα μπορούμε να αντλήσουμε έστω μνεία γι’ αυτές: έτσι π.χ., ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, τα τόσο πολύτιμα και λεπτομερή, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι»). Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κ. Μεταξάς στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σε μια ομιλία του Μάρκου Μπότσαρη προς τους συμπολεμιστές του Σουλιώτες, αρκείται να σημειώσει: «τους ελάλησεν εις την γλώσσαν των, αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού…». Το ότι οι αγωνιστές του ’21 -είτε ελληνόφωνοι είτε αλλόφωνοι είτε δίγλωσσοι- βωμολοχούσαν και έβριζαν είναι περισσότερο από βέβαιο. Οι βωμολοχίες αυτές μόνο σε λίγες περιπτώσεις καταγράφτηκαν κι έφτασαν ως εμάς· η ευπρέπεια που υποβάλλει ο γραπτός λόγος, καθώς και η επιδίωξη λόγιου λόγου που επέλεξαν οι περισσότεροι από τους αγωνιστές όταν αργότερα, μετά τον Αγώνα, έγραφαν τα απομνημονεύματα τους, δεν επέτρεψαν να γνωρίζουμε πολλά για το θέμα αυτό. Γνωρίζουμε ότι πριν από τις μάχες οι αντίπαλοι συνομιλούσαν κατ’ αρχάς ήρεμα, για να καταλήξουν -συνήθως αλβανιστί- σε ύβρεις αισχρές ο ένας για τη θρησκεία του άλλου, ύβρεις που από μόνες τους έδιναν το σύνθημα της μάχης και περιέγραφαν το μίσος και το πάθος. «Τούρκε, γαμώ την πίστη σου και το συκώτι σου», κραύγαζαν οι Έλληνες της Νάουσας, όταν κατά την εξέγερση τους έσφαζαν τους παλιούς τους φίλους Τούρκους συντοπίτες τους, όπως με φρίκη καταγράφει ο Κασομούλης στα απομνημονεύματα του. Οι «φιλοφρονήσεις», όμως, δεν λείπουν και μεταξύ συναγωνιστών και ομοφύλων: «σκατόβλαχο» αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης τον Κολοκοτρώνη, «αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ιερωμένο Παπαφλέσσα ο επίσης ιερωμένος Π. Π. Γερμανός, «κερατοκαλόγερο» ο Μακρυγιάννης έναν καλόγερο, φίλο των Κολοκοτρωναίων.

Ο Μακρυγιάννης είναι στ’ αλήθεια πολύτιμη πηγή απτού, αμέσου και πηγαίου λόγου της εποχής, Ο πληθωρικός αυτός άνθρωπος γράφει ειλικρινά και παρορμητικά τα απομνημονεύματά του με τα λίγα γράμματα που μόλις έμαθε. Δεν γνωρίζει από ψευτοσυστολές και επιτηδεύσεις, γι’ αυτό κανείς μπορεί να βρει σ’ αυτόν λαγαρές φράσεις, όπως αυτές που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την ανυποχώρητη αντίσταση που συνάντησαν οι Έλληνες εκ μέρους των αμυνόμενων Τούρκων, όταν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο του Ακροκορίνθου, ένα κάστρο που λίγο πριν, από πανικό και φόβο, παρέδωσε στους επιτιθέμενους Τούρκους ο Έλληνας υπερασπιστής του Αχιλλέας, παρ’ ότι είχε επαρκή κάλυψη από άντρες, τρόφιμα και πολεμοφόδια, «…Οι Τούρκοι μας έβαλαν εις το κανόνι οπού δεν είδαμε πούθε να κάμωμε. Δεν ήταν ο Αχιλλέας, ο φρούραρχος της Διοίκησης, οπού τ’ αφήνει εφοδιασμένο και φεύγει· είναι Τούρκος, πολεμάγει δια την πίστη του. Ο Τούρκος έτρωγε ποντίκια και μας γάμησε το κέρατο με τα κανονιά και τις μπόμπες. Ο Αχιλλέας, αρνιά και κριάρια μέσα, τ’ αφήνει όλα και πάει ναύβρη τούς συντρόφους του οπού τον διορίσαν…».

Εκείνος, όμως, από τούς αρχηγούς του ’21 που χαρακτηριζόταν περισσότερο απ’ όλους για την ανεξέλεγκτη γλώσσα του ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ορεσίβιος και αδρός, άνθρωπος που έζησε μέχρι τέλους της ζωής του τη φτηνή ειρωνεία όσων ήθελαν να θυμούνται πως ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς», βρήκε διέξοδο, για να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ’ ένα δύσκολο γι’ αυτόν κοινωνικό περιβάλλον, στον παραληρηματικό Βωμολοχικό λόγο. Η Βωμολοχία του ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του αυτό ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Ιστορία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Το τζάκι και πώς να μην το ανάβετε

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2013

69662-tzaki15Προχτές είχαμε αιθαλομίχλη στο λεκανοπέδιο Αττικής, με αποτέλεσμα τα Υπουργεία Υγείας και Περιβάλλοντος, σε κοινή τους ανακοίνωση, να απευθύνουν στους πολίτες έκκληση για περιορισμό της «άσκοπης χρήσης τζακιών» μέχρι σήμερα το πρωί. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που γίνονται παρόμοιες συστάσεις -μάλιστα, πριν από δύο μήνες είχε γραφτεί, μάλλον στα σοβαρά, ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος σχεδιάζει να επιβάλει δακτύλιο στα τζάκια, δηλαδή να καθιερώσει την εκ περιτροπής χρήση των τζακιών, όπως γίνεται δηλαδή με τα αυτοκίνητα, που μπαίνουν στον δακτύλιο του κέντρου της Αθήνας εκ περιτροπής, τη μία μέρα τα μονά και την άλλη τα ζυγά.

Φυσικά, ένα τέτοιο μέτρο για τα τζάκια θα είχε ανυπέρβλητες ίσως πρακτικές δυσκολίες για να οργανωθεί και πολύ περισσότερο στην επιτήρησή του, και ίσως γι’ αυτό δεν προχώρησε -ενώ θα έδινε και άφθονο υλικό στους επιθεωρησιογράφους και τους γελοιογράφους, όχι ότι δεν έχουν δηλαδή έτσι κι αλλιώς. Τα σπίτια με μονό αριθμό θα είχαν δικαίωμα να ανάβουν τζάκι τις μονές μέρες, και με ζυγό αριθμό τις ζυγές, ενώ κλιμάκια επιθεωρητών θα περιπολούσαν την Αθήνα για να εντοπίσουν τις παραβατικές καμινάδες  -βέβαια, κατά την περίοδο των γιορτών η αποστολή αυτή θα μπορούσε να ανατεθεί στον Άγιο Βασίλη, σε συνδυασμό με το μοίρασμα των δώρων.

Τα τζάκια λοιπόν, που από διακοσμητικό μάλλον στοιχείο έχουν αρχίσει, από τον περσινό κιόλας χειμώνα, να χρησιμοποιούνται και για τον αρχικό τους σκοπό, τη θέρμανση δηλαδή, μαζί με τις ξυλόσομπες και τις άλλες θερμαντικές συσκευές που έγιναν, ή φαίνονται πως έγιναν, οικονομικότερες ύστερα από τη βάναυση αύξηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης πέρυσι. Κι έτσι, ολοένα και περισσότερες πολυκατοικίες αποφασίζουν να μη βάλουν πετρέλαιο τον χειμώνα, κι έτσι ξανάπιασαν δουλειά τα τζάκια.

Εμείς βέβαια εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα παρατηρήσουμε ότι η λέξη «τζάκι» είναι υστεροβυζαντινό δάνειο από τα τούρκικα (ocak), που αρχικά πέρασε στην ελληνική γλώσσα ως «οτζάκιον» και «οτζάκι», και με τον καιρό, από τη συμπροφορά με το άρθρο (τ’ οτζάκι – το τζάκι) έχασε το άτονο αρκτικό της φωνήεν. Οι παλιότερες ελληνικές λέξεις είναι η πολύσημη «εστία», ή αλλιώς στια και παραστιά, γωνιά και παραγώνι, λέξεις που ακούγονται πολύ λιγότερο σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »