Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μακρόνησος’

Ελενοκωσταντινικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2016

Μια και σήμερα είναι 21 Μαΐου, Κωνσταντίνου και Ελένης, και γιορτάζει η μισή Ελλάδα, σκέφτηκα να αφιερώσω τα σημερινά μεζεδάκια σε όσες και όσους γιορτάζουν, θυμίζοντας παράλληλα ότι έχουμε στο ιστολόγιο γράψει σχετικά άρθρα, σε προηγούμενες χρονιές, και για τον Κώστα αλλά και για την Ελένη. Οπότε, χρόνια σας πολλά κυρίες και κύριοι!

Και ξεκινάμε με ένα μακάβριο μεζεδάκι, ένα τσαπατσούλικο άρθρο για δολοφονίες γατιών στο Λονδίνο, και συγκεκριμένα στη νομανσλανδιανή συνοικία που λέγεται Croydon South London, στην οποία επικρατεί ιδιότυπο νομισματικό καθεστώς αφού άλλοτε χρησιμοποιούνται δολάρια και άλλοτε ευρώ αλλά ποτέ λίρες, και όπου οι γάτες έχουν απροσδιόριστο φύλο (ο Oreo, μια γάτα Σιάμ που βρέθηκε σε έναν κήπο επίσης αποκεφαλισμένη, φάε τη σκόνη μας Σρέντινγκερ). Όμως η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, αφού ήδη στο προοίμιο του άρθρου διαβάζουμε ότι «Oι Νew York Times ξετυλίγουν το κουφάρι των μαζικών και αποτρόπαιων δολοφονιών…» Το κουβάρι βέβαια -και αφού μιλάμε για σκοτωμένες γάτες η αβλεψία είναι καίρια.

* Η αλλαγή φύλου της εβδομάδας σε άρθρο του Έθνους για τη ζεταίμ του Φρανσουά Ολάντ, τη Ζιλί Γκαγιέ: Παρόλο που ο φίλος της Ζιλί, Οντρέ Μαρνέ, ο οποίος έχει δειπνήσει με το ζευγάρι είπε «δε νομίζω ότι μιλάνε συχνά για πολιτική» αυτό δεν απέκλεισε μια άλλη αποκάλυψη του βιβλίου, την τοποθέτηση της Μιριάμ Ελ Κομρί (που με το νομοσχέδιο της οδήγησε όλη τη χώρα της στους δρόμους) ήταν πρόταση της…Ζιλί.

Η σύνταξη κάπως κουτσαίνει, αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι «ο φίλος» της Ζιλί, Οντρέ Μαρνέ, είναι η ηθοποιός Audrey Marnay, που τη βλέπετε εδώ. Το όνομα Audrey άλλωστε είναι μόνο γυναικείο στα γαλλικά.

* Όμως γονατογραφήματα δεν γράφονται μόνο στα ελληνικά. Φίλη μού στέλνει συνέντευξη της Τζαμάλας, της νικήτριας του πρόσφατου διαγωνισμού της Γιουροβίζιον, γραμμένη σε μαργαριταρένια αγγλικά. Το πιο αστείο λάθος, όπως συχνά συμβαίνει, έτυχε στην περιγραφή μιας τραγικής στιγμής:

It seemed to me, that the tragedy has been forgotten, nobody remembers of the 10 thousand Crimean Tatar people, died in the wagons and then in Central Asia. Their soles weren’t rested. Just about half a year ago I decided to write a song about this. At first, I named it “Душі” (Ukrainian word for ‘soles’), the text is in Ukrainian, and the chorus in the Crimean Tatar language.

Ήθελε να γράψει souls (ψυχές) και έγραψε soles (σόλες, πατούσες), που ταιριάζει κατά περίεργο τρόπο στην πρόταση. Και πιο κάτω, Душі είναι βέβαια οι ψυχές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , , | 189 Σχόλια »

Του εθνικού μας ποιητού Βαρνάλη

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2014

Σήμερα είναι της Παναγίας, είπα να βάλω κάτι λογοτεχνικό. Ύστερα θυμήθηκα μιαν ιστορία που μου είχε διηγηθεί ο πατέρας μου.

Ήταν λέει στη Μακρόνησο, και γινόταν ο επίσημος γιορτασμός του Πάσχα. Και αφού έγιναν οι συνήθεις ομιλίες, πετάχτηκε κι ένας φαντάρος και είπε: Και τώρα θα σας απαγγείλω το ποίημα «Οι πόνοι της Παναγίας, του εθνικού μας ποιητού Βαρνάλη». Κι όπως επίτηδες παρατόνισε το όνομα του Βάρναλη και ευπρέπισε τον τίτλο, ακούστηκε στη Μακρόνησο το ποίημα:

Οι πόνοι της Παναγιάς

Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας.
Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.
Σπιτάκι μου — στανάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή!
Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
5 ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς,
όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
10 πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
15 και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό
από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό
περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,
ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,
20 πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.

(Εδώ η Παναγιά μιλά για το όραμα του Αγγέλου).

Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,
κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·
κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·
κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —
25 πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;

Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,
η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·
κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο
—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—
30 ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.

Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;
Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!
Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!
Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή – βραδύ,
35 πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.

…………………………………………………………….

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
40 που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
45 Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
50 που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
55 Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…
— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
60 την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ποιήματα της ελληνικής ποίησης -με μια δόση υπερβολής θα λέγαμε πως και μόνο αυτό να είχε γράψει, θα έπαιρνε μια θέση στο ελληνικό Πάνθεον. Πώς μπόρεσε -άντρας αυτός- να πιάσει τόσο καλά τα αισθήματα της μάνας -και άθεος να γράψει έτσι για τη Μάνα του Χριστού;

Το ποίημα είναι παρμένο από τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Αλλά και στην άλλη μεγάλη ποιητική σύνθεση του Βάρναλη, στο Φως που καίει, υπάρχει ένα «δίδυμο» ποίημα:

Η μάνα του Χριστού

Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

5 Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κι εγώ λαχταρήσει
10 (ήταν όνειρο κι έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι…
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…
15 νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
20 ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

25 Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ’φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θ’ άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,
30 για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
35 Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
40 τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ’ όνομά σου!

45 Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ’ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου κι οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
50 σα ρωτήσανε: «Ποιός ο Χριστός;» τί ’πες «Νά με»!
Αχ! Δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Όπως αναλύει ο Γιάννης Δάλλας στην υποδειγματική του έκδοση, το ποίημα μαρτυράει και την εξοικείωση του Βάρναλη με την εκκλησιαστικήν υμνογραφία. Για παράδειγμα, ο Δάλλας παραλληλίζει τη στροφή

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
40 τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

με το Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου: Η δάμαλις τον μόσχον / εν ξύλω κρεμασθέντα / ηλάλαξεν ορώσα και με τον ύμνο του Ρωμανού του Μελωδού «και μαστοίς σοι τοις εμοίς γάλα παρέσχον».

Αλλά ας γυρίσουμε στην ιστορία του πατέρα μου, με τον «εθνικόν ποιητήν Βαρνάλη». Καθώς δεν είναι από πρώτο χέρι, ούτε από δεύτερο, δεν εγγυώμαι ότι συνέβη, μάλιστα έχω κάποιες αμφιβολίες. Θα μπορούσε να έχει συμβεί περίπου έτσι, μπορεί όμως να είναι απλώς ένας μπεντροβάτος παρηγορητικός μύθος των ηττημένων, μια μικρή νίκη για να παρηγορήσει τη μεγάλην ήττα.

Κάτι τέτοιο άλλωστε μπορεί να συμβαίνει και για μιαν άλλη ιστορία, που μου την είχε πει ο παππούς μου, ότι, λέει, τον Απρίλη του 1952, λίγες μέρες μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη, ή ίσως το 1953 στην πρώτη επέτειο της εκτέλεσής του, κάποιος ακροατής ζήτησε από την εκπομπή του ΕΙΡ που έπαιζε επιθυμίες των ακροατών, να παιχτεί κάποιο ρέκβιεμ ή πένθιμο εμβατήριο «εις μνήμην του πολυφιλήτου Νικολάου Μπελογιάννη». Μπορεί κι αυτό να έγινε, μπορεί να ήταν ιστορία παρηγοριάς…

 

Posted in Βάρναλης, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 78 Σχόλια »

Η Βαλεντίνα κι η φασουλάδα

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2013

mpourlas9789608480742Χτες ήταν του Αγίου Βαλεντίνου, οπότε σκέφτηκα το όνομα Βαλεντίνα, και βέβαια από εκεί πήγε το μυαλό μου στο ομώνυμο τραγούδι του Γιώργου Μητσάκη, κι έτσι, με έναν άλλο συνειρμό θυμήθηκα ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ και που εδώ και καιρό ήθελα να σας το παρουσιάσω, πράγμα που πρόκειται να κάνω τώρα, μια και βρήκα αφορμή, πολύ περισσότερο που την Κυριακή που μας έρχεται, μεθαύριο εννοώ, δεν θα έχουμε φιλολογικό θέμα όπως συνήθως γίνεται, για λόγους επετειακούς που θα εξηγηθούν αύριο.

Το βιβλίο αυτό έχει τίτλο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός» και το έγραψε ο Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς, που συγκέντρωνε τις ιδιότητες του τίτλου. Ο Μπουρλάς (1918-2011) έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, σχεδόν πριν από δυο χρόνια ένα χρόνο (στις 17 Μαρτίου 2011) και έγραψε αυτή την αυτοβιογραφία το 2000. Από μικρός στο αριστερό κίνημα, δούλεψε τορναδόρος, πολέμησε στην Αλβανία, συμμετείχε στον ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Βύρων, πέρασε μετά τη Βάρκιζα όλες τις περιπέτειες των αριστερών, με εξορίες στη Μακρόνησο, στην Ικαρία και στον Άη Στράτη. Το 1951, με συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και το νεαρό κράτος του Ισραήλ, δόθηκε η δυνατότητα στους αριστερούς εβραίους εξόριστους να απελευθερωθούν και να εγκατασταθούν στο Ισραήλ. Ο Μπουρλάς εκεί δούλεψε τορναδόρος, έγινε μέλος του ΚΚ, μοίραζε την ελληνική εφημερίδα του κόμματος στα ελληνικά χωριά των παραλίων του Ισραήλ, αλλά όσο η ΕΣΣΔ προσέγγιζε τις αραβικές χώρες το κλίμα γινόταν όλο και πιο βαρύ για τους κομμουνιστές, ώσπου τελικά με τη γυναίκα του, ρωσοεβραία, έφυγε το 1967 για τη Σοβιετική Ένωση όπου δούλεψε τορναδόρος σε μια πόλη στα Ουράλια. Μετά τη συνταξιοδότησή του κατεβαίνει στο Σουχούμι, στη σημερινή Γεωργία, όπου διδάσκει ελληνικά και πιάνει επαφή με Ρωσοπόντιους. Με την αποσύνθεση της ΕΣΣΔ και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Γεωργιανούς και Αμπχάζιους η ζωή έγινε δύσκολη για τους ουδέτερους, οπότε ο Μπουρλάς κατεβαίνει στην Ελλάδα το 1990 και με χίλια βάσανα ξαναπαίρνει ελληνική ιθαγένεια το 1999. Ως το τέλος έμεινε ακμαίος και δραστήριος, μάλιστα κατέβαινε και στις δημοτικές εκλογές με το  ψηφοδέλτιο του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη (ΣΥΝ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εργατικό κίνημα, Εβραϊσμός, Εθνική αντίσταση, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 100 Σχόλια »