Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘μαλλιαροί’

Ο Κονδυλάκης και οι μαλλιαροί (Μια επιστολή του 1905)

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2020

Ανεπίκαιρο θεμα για σήμερα, αλλά δεν είμαστε υποχρεωμενοι να ακολουθούμε διαρκώς κατά πόδας την επικαιρότητα -αλλιώς, θα γράφαμε μονάχα ατάκες στο Τουίτερ.

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον θάνατο του Ιωάννη Κονδυλάκη, μόλις στα 59 του χρόνια. Μένει στην ιστορία των γραμμάτων μας με τον Πατούχα, τη συλλογή διηγημάτων «Όταν ήμουν δάσκαλος» και το στερνό του έργο «Πρώτη αγάπη» αλλά και με τους Αθλίους των Αθηνών. Όμως ο Κονδυλάκης ήταν και δημοσιογράφος, μάστορας του χρονογραφήματος, με το ψευδώνυμο Διαβάτης, και πρώτος πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ.

Από πολλούς θεωρείται ο πατέρας του όρου «μαλλιαροί» για τους δημοτικιστές. Λέγεται ότι τους χαρακτήρισε έτσι επειδή οι αδελφοί Πασαγιάννη, που έγραφαν στο πρωτοποριακό περιοδικό Τέχνη του Κ. Χατζόπουλου, το 1898, έτρεφαν πλούσια κόμη. Ο Τ. Μωραϊτίνης, σε μεταγενέστερες αναμνήσεις του, διεκδικεί για τον εαυτό του την πατρότητα, πιστώνοντας στον Κονδυλάκη τη διάδοση και καθιέρωση του όρου -ίσως βάλω κάποτε το κειμενάκι αυτό. Από την άλλη, ο Ευάγγ. Πετρούνιας θεωρεί ότι πρόκειται για δάνειο από το ιταλικό κίνημα της scapigliatura (της μαλλούρας, ας πούμε).

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου σήμερα -άλλωστε νομίζω πως έχουμε συζητήσει ξανά στο ιστολόγιο για τη γέννηση του όρου.

Ο Κονδυλάκης λοιπόν κατά πάσα πιθανότητα ήταν αυτός που έπλασε ή που διέδωσε έναν καταρχήν (αν και όχι πάντοτε) μειωτικό όρο για τους δημοτικιστές (και γενικά για τους νεωτεριστές στην τέχνη και τα γράμματα), ενώ στα χρονογραφήματά του έγραφε σε απλή καθαρεύουσα. Θα περίμενε κανείς να είναι αντίπαλος της δημοτικής -όχι όμως.

Ο Κονδυλάκης είναι περίπτωση Ροΐδη, κατά κάποιο τρόπο. Παρόλο που και στα λογοτεχνικά του έργα χρησιμοποίησε γλώσσα από απλή καθαρεύουσα έως μικτή, με εξαίρεση βέβαια τους διαλόγους, ο ίδιος υποστήριζε τη δημοτική και θεωρούσε τεχνητή γλώσσα την καθαρεύουσα. Όταν παράτησε την Αθήνα, τσακισμένος από το δημοσιογραφικό μαγκανοπήγαδο (και τις νυχτερινές χαρτοπαιξίες) και γύρισε στην Κρήτη, πρόλαβε να δώσει ένα αριστούργημα, την Πρώτη αγάπη, σε υποδειγματική κρουστή δημοτική με πολλά διαλεκτικά στοιχεία. Δυστυχώς, λίγο μετά πέθανε.

Θα δημοσιεύσω σήμερα μια επιστολή του, υπέρ της δημοτικής, αλλά γραμμένη σε καθαρεύουσα. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αθήναι του Γ. Πωπ, στις 14 Φεβρουαρίου 1905 -πριν από 115 χρόνια. Ο Πωπ είχε ξεκινήσει εκείνον τον καιρό συνεντεύξεις με λογίους για το γλωσσικό ζήτημα, και ως τότε είχε φιλοξενήσει τις γνώμες διάφορων αντιπάλων της δημοτικής. Στο φύλλο της 10ης  Φεβρουαρίου είχε συνέντευξη του Καλαποθάκη, διευθυντή του Εμπρός, και στο τέλος ανάγγελλε ότι στο επόμενο φύλλο θα ακολουθούσε συνέντευξη του Κονδυλάκη. Όμως ο Κονδυλάκης αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη και έστειλε επιστολή που δημοσιεύτηκε στο φ. της 14.2.1905.

Προηγήθηκε σύντομη εισαγωγή, στην οποία ο Γ. Πωπ ειρωνεύεται φιλικά τον Κονδυλάκη ότι μοιάζει με εκείνους τους γιατρούς που γράφουν συνταγές για άλλους αλλά δεν τις παίρνουν ποτέ οι ίδιοι. Βλέπετε σε εικόνα αριστερά τι έγραψε.

Ο Κονδυλάκης στην επιστολή του επίσης χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά την ειρωνεία -εγκωμιάζει την καθαρεύουσα παρουσιάζοντας τα μειονεκτήματά της για πλεονεκτήματα, κυριολεκτικά σφάζει με το μπαμπάκι.

Ακολουθεί η επιστολή του Κονδυλάκη. Κρατάω την ορθογραφία πλην μονοτονικού. Στο τέλος λέω δυο λόγια.

Φίλτατε,

Ό,τι έχω να είπω διά το ζήτημα της γλώσσης δεν μου φαίνεται να είνε απαραίτητον να το είπω ανακρινόμενος. Προτιμώ να το γράψω εις μίαν επιστολήν δια να είμεθα συντομώτεροι και σαφέστεροι.

Λοιπόν θέλετε την γνώμην μου; Η ωραία μας καθαρεύουσα είνε θαύμα θαυμάτων, το οποίον δυνάμεθα να επιδεικνύωμεν με υπερηφάνειαν, αφʼ ου μάλιστα δεν έχομεν τίποτε άλλο να επιδείξωμεν οι νεώτεροι Έλληνες. Είνε νεκρός, όστις αν δεν ζη, φαίνεται τουλάχιστον ότι ζη, αφʼ ου πιστεύομεν ότι ζη. Τον κρατεί εις αυτήν την ζωήν η πίστις μας, και η πίστις, ως γνωστόν, θαυματουργεί. Είνε ζωντανός νεκρός. Είδε ποτέ ο κόσμος τοιούτον τέρας από τον καιρόν του τριημέρου Λαζάρου; Λέγουν ότι και οι Άραβες και δεν ενθυμούμαι τίνες άλλοι λαοί της Ασίας, επίσης πολιτισμένοι, έχουν κατορθώσει ανάλογον γλωσσικόν θαύμα. Αμφιβάλλω όμως αν ο γλωσσικός βρυκόλαξ εκείνων έχει τας θαυμασίας αρετάς του ημετέρου. Να είνε η αρχαία και συγχρόνως η νέα γλώσσα, και πάλιν ούτε το εν ούτε το άλλο να είνε. Να μη είνε μάλιστα καθόλου γλώσσα, και όμως να έχη όλας τας αξιώσεις γλώσσης και την υπερηφάνειαν ευγενούς γλώσσης.

Διότι επί τέλους τι είνε αυτή η γλώσσα; Αν είνε η αρχαία, διατί δεν γράφομεν και δεν ομιλούμεν ως έγραφε και δεν ωμίλει ο Φίλιππος Ιωάννου; Αν είνε νέα, τότε διατί δεν έχει αυτοτέλειαν και αυθυπαρξίαν; Πού είνε το λεξικόν, πού η γραμματική και το συντακτικόν της; Πού υπάρχει τέλος πάντων; Ή υπάρχει παντού και δεν υπάρχει πουθενά, όπως το άμορφον χάος;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός, Εφημεριδογραφικά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , , , | 82 Σχόλια »

Η τιράντα της Μιράντας

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2012

Η Μιράντα και η καταιγίδα, πίνακας του Waterhouse (1916)

Πένθιμοι καιροί μας έχουν περικυκλώσει, ας βάλουμε ένα πιο ανάλαφρο θέμα σήμερα. Προτού ξεκινήσω, σπεύδω να διευκρινίσω ότι το άρθρο δεν αποτελεί υπαινιγμό για καμία συγκεκριμένη Μιράντα -μάλιστα, μόνο μία γυναίκα έχω γνωρίσει με το όνομα αυτό κι έχω χάσει εδώ και καιρό τα ίχνη της. Το όνομα είναι αφορμή για να αφηγηθώ μια παλιά ιστορία για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, που είναι άλλωστε και τα βασικά μας ενδιαφέροντα εδώ.

Το όνομα Μιράντα είναι μάλλον σπάνιο στα ελληνικά αλλά βέβαια μερικές γνωστές Μιράντες έχουμε, ας πούμε τις ηθοποιούς Μιράντα Κουνελάκη και Μιράντα Μυράτ. Το όνομα πάντως δεν είναι ντόπιο και στο eortologio.gr, που έχει όλες τις γιορτές, ακόμα και τις πιο σπάνιες, βρίσκουμε ότι «δεν γιορτάζει», δηλαδή ότι το όνομα δεν περιλαμβάνεται στο εορτολόγιο της εκκλησίας μας. Αν ξέρετε κάτι άλλο εσείς, πείτε μας. Για την προέλευσή της, βρίσκω ότι είναι το θηλυκό του λατινικού mirandus, από το mirare = θαυμάζω, δηλαδή Μιράντα είναι η θαυμαστή, η αξιοθαύμαστη.

Πότε άρχισαν ελληνίδες να ονομάζονται Μιράντες, δεν ξέρω. Πάντως, τον Γενάρη του 1899 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η τέχνη το ποίημα «Μιράντα» του Στέφανου Ραμά, κι εδώ θα σταθούμε. Αλλά πρώτα να κάνουμε τις συστάσεις.

Το περιοδικό «Η τέχνη», με εκδότη τον ποιητή Κώστα Χατζόπουλο, ήταν μάλλον βραχύβιο, αφού έκλεισε μόλις συμπλήρωσε έναν χρόνο ζωής, δώδεκα μηνιαία τεύχη από τον Νοέμβρη του 1898 έως τον Οκτώβριο του 1899. Ωστόσο, έγραψε ιστορία. Όπως είχε φιλοδοξήσει ο ιδρυτής της, η Τέχνη δεν έμοιαζε με κανένα από τα ως τότε περιοδικά. Ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που γραφόταν στη δημοτική, πριν ακόμα κι από τον Νουμά. Και ήταν καθαρά λογοτεχνικό περιοδικό, με συνεργάτες τα πιο λαμπρά ονόματα της πνευματικής ζωής. Οι συντελεστές του περιοδικού ονομάστηκαν «μαλλιαροί» και έγιναν στόχος του χλευασμού των καθαρευουσιάνων δημοσιογράφων –όμως τα δικά τους ονόματα θυμόμαστε σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Δημοτικισμός, Ομοιοκαταληξία, Ονόματα, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 172 Σχόλια »

Κακές λέξεις και χυδαίοι άνθρωποι

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2011

Για τα γομάρια του βουλευτή Ροντούλη συζητήσαμε προχτές· όμως υπάρχει και κάτι άλλο σ’ αυτή τη συζήτηση που μου κίνησε την προσοχή, που θα είναι το σημερινό μας θέμα.

Θέλοντας να δικαιολογηθεί για τον χαρακτηρισμό, ο βουλευτής τόνισε ότι «Δεν υπάρχουν κακές λέξεις, κακοί άνθρωποι υπάρχουν». Αυτό είναι βέβαια παράφραση της διάσημης ρήσης του Λορέντζου Μαβίλη, αλλά δεν είναι και σωστό. Κακές λέξεις, δηλαδή χυδαίες, ασφαλώς υπάρχουν. Κι αν πούμε ότι δεν είναι «κακιά» λέξη το γομάρι, φαντάζομαι ότι ο καθένας μπορεί να σκεφτεί στο λεφτό πολλές λέξεις για τις οποίες όλοι θα συμφωνούσαν πως είναι αναμφισβήτητα κακές ή χυδαίες.

Λέω ότι η φράση του Ροντούλη είναι παράφραση της φράσης του Μαβίλη, γιατί ο Μαβίλης είχε πει Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι (και όχι ακριβώς, δείτε παρακάτω), απόφθεγμα που έγινε δίκαια διάσημο -και, καθώς από τ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο, μια και διαπίστωσα πως δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο, σκέφτομαι σήμερα να αφιερώσω το άρθρο σε εκείνη την ομιλία, που έγινε πριν από 100 χρόνια και κάτι μήνες, στις 26 Φεβρουαρίου 1911.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 120 Σχόλια »

Ποιος Έλληνας λέει «αποδείχνω»;

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2011

Τις προάλλες, σε μια κλειστή λίστα συζητήσεων την οποία παρακολουθώ, ένας φίλος (που πολύ σπάνια σχολιάζει εδώ στο ιστολόγιο) τα έψελνε στους δημοτικιστές και στο μονοτονικό και, ανάμεσα σε άλλα, έγραψε και το εξής που το μεταφέρω αυτούσιο:

Προ ημερών διάβαζα Λάβκραφτ. Ο οποίος, όπως γράφει στις επιστολές του -θα μεταφέρω μερικές σε πρώτη ευκαιρία-, σκοπίμως και εκ πεποιθήσεως χρησιμοποιούσε παλαιά αγγλικά. Διαβάζω κάπου, λοιπόν, ότι οι τάδε «αποδείχνονταν»… Κόμπιασμα -τί είναι αυτό;-, ξανά κόμπιασμα -μπα, ο Λάβκραφτ δημοτικιστής;-, κόβεται ο ειρμός του λόγου, καταστρέφεται η ατμόσφαιρα -ο Κθούλου δημοτικιστής, να «αποδείχνει»; αντί να νιώσης δέος και φρίκη, βάζεις τα γέλια. Μόνον και μόνον επειδή οι ανώμαλοι δημοτικιστές απεφάσισαν ότι το «αποδεικνύω» είναι λόγια λέξις και γενικώς ότι η λόγια κλίσις πρέπει να καταργηθή ακόμη και από τις σύνθετες λέξεις. Αλλά ποιός Έλληνας λέγει «αποδείχνω» και όχι «αποδεικνύω»;

Σχολίασα ότι διαφωνούσα με τα υπόλοιπα που έλεγε (που δεν τα παρέθεσα εδώ), αλλά πως για το «αποδείχνονταν» θα μπορούσα να συμφωνήσω μαζί του, αν και βέβαια δεν είχα δει το κείμενο που τον ενόχλησε· σε ένα επιστημονικό κείμενο, το «αποδεικνύεται» φαίνεται πιο ταιριαστό, αλλά για λογοτεχνικό κείμενο δεν μπορούμε να αποφανθούμε χωρίς να το δούμε.

Ύστερα, αποφάσισα να ψάξω περισσότερο το θέμα, για να δω μερικά παραδείγματα όπου χρησιμοποιήθηκε ο τύπος «αποδείχνονταν» -και ομολογώ ότι δοκίμασα έκπληξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα | Με ετικέτα: , , , , | 88 Σχόλια »

Ψολόεις κατουρίσας -το χλευαστικό εγκώμιο προς Μιστριώτη

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2010

Το σημερινό σημείωμα είναι αφιερωμένο στον γλωσσαμύντορα Γ. Μιστριώτη, τον δασύτριχο αρχαϊστή καθηγητή του πανεπιστημίου που έβαλε τη σφραγίδα του στις γλωσσικές διαμάχες την αρχή του 20ού αιώνα. Για τον Μιστριώτη έχουμε ξαναγράψει στο ιστολόγιο, αλλά το θέμα δεν εξαντλείται με ένα σημείωμα.

Οι γλωσσικές αυτές διαμάχες κατά περιόδους έφτασαν σε όξυνση απίστευτη, σε σημείο να θρηνήσουμε και νεκρούς, με τα Ευαγγελικά του 1901 και τα Ορεστειακά του 1903, που και στα δύο έβαλε το χεράκι του ο Μιστριώτης, ξεσηκώνοντας διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, την πρώτη φορά για τη μετάφραση του Ευαγγελίου, και τη δεύτερη για την παράσταση της Ορέστειας σε μετάφραση (σε απλή καθαρεύουσα, όχι σε δημοτική!) –ειδικά αυτή τη δεύτερη φορά είχε και άμεσο συμφέρον, μια και ο ίδιος ανέβαζε ερασιτεχνικές παραστάσεις τραγωδιών με το πρωτότυπο, αρχαίο κείμενο.

Όμως, οι γλωσσικές αντιπαραθέσεις έδωσαν επίσης αφορμή για άφθονα πειράγματα και από τις δυο πλευρές, μια και πνεύμα διέθεταν και οι μεν και οι δε. Σήμερα, θυμόμαστε κυρίως τα πειράγματα των καθαρευουσιάνων προς τους μαλλιαρούς, ανάμεσα στα οποία γνωστότεροι είναι οι δήθεν μαλλιαρισμοί, δηλαδή οι (ψεύτικες) κατηγορίες ότι τάχα οι μαλλιαροί έλεγαν «Κεχριμπάρα» την Ηλέκτρα, «Κρυφό τσιμπούσι» τον Μυστικό δείπνο, «Κώτσο Παλιοκουβέντα» τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και άλλα πολλά ανάλογα. Βέβαια, αυτά ισορροπούν ανάμεσα στο πείραγμα και στη συκοφαντία, μια και τέτοιοι εξωφρενισμοί (που ουδέποτε ειπώθηκαν) γίνονταν πιστευτοί από τους αφελείς ή απ’ όσους ήθελαν να τους πιστέψουν.  Ωστόσο, εκ των υστέρων βγάζουν όντως γέλιο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Ευτράπελα, Πρόσφατη ιστορία, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 27 Σχόλια »

Δόξα στους μεγάλους νούδες που τις τρων στους πισινούδες

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2009

image001Στη συζήτηση για το βιβλίο του Σπύρου Μελά (στο σχόλιο 53) αναφέρθηκε κι ένας στίχος του Σουρή, ειρωνικός για τους δημοτικιστές. Ο στίχος αυτός είναι παρμένος από ένα τεύχος του Ρωμηού που είναι όλο αφιερωμένο στον Ψυχάρη και που αξίζει να διαβαστεί, και νομίζω πως το Σαββατοκύριακο προσφέρεται για εκτενή αναγνώσματα. Τυχαίνει να έχω γράψει γι’ αυτή την σύγκρουση Σουρή-δημοτικιστών, οπότε παραθέτω το παλιό μου άρθρο με ελάχιστες αλλαγές. Τους στίχους του Σουρή τους αγάπησα από μικρός (ο παππούς μου απάγγελνε από στήθους όλο το κατεβατό), αλλά πιστεύω ότι στην ουσία του θέματος δίκιο είχε ο Ψυχάρης. Όχι μόνο επί γλωσσικού’ και στην αξιολόγηση του ποιητή Σουρή, έπεσε πιο κοντά παρά οι υμνητές του ποιητή. Προειδοποίηση, πάντως: ακολουθεί σεντόνι.

Η σύγκρουση του Γ. Σουρή με τον Ψυχάρη και τους «μαλλιαρούς» στις αρχές του 20ού αιώνα

Στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, ο Γεώργιος Σουρής είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας του. Ο Ρωμηός, η εβδομαδιαία εφημερίδα του που γραφόταν όλη έμμετρη, γινόταν ανάρπαστος, η θεατρική μετάφραση των Νεφελών (που μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ) είχε σημειώσει εκπληκτική επιτυχία, και ο ποιητής απολάμβανε επαίνους και θαυμασμό από τους πνευματικούς ανθρώπους και από τον απλό κόσμο. Η λατρεία αυτή έφτασε στην υπερβολή όταν το 1906 η Βουλή των Ελλήνων πρότεινε τον Σουρή για το Βραβείο Νόμπελ. (Βέβαια, αυτό μας φαίνεται κωμικό σήμερα· ωστόσο, να σημειωθεί ότι κάποιοι από τους βραβευμένους, ονόματα δεν θα πω, της εποχής εκείνης, έχουν επίσης ξεχαστεί).

Την εικόνα της ομοψυχίας ήρθε να τη χαλάσει ένας αιρετικός –ο γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης, καθηγητής στο Παρίσι, ο άνθρωπος που είχε ταράξει τα νερά του γλωσσικού ζητήματος με το Ταξίδι μου το 1888 και που ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του δημοτικισμού, του ορμητικού κινήματος που με όργανο το Νουμά χάραζε νέους δρόμους. (Αργότερα, οι δρόμοι τους κάπως χώρισαν· ο Νουμάς κινήθηκε σε προοδευτική και σοσιαλιστική τροχιά, ενώ ο Ψυχάρης πολιτικά ήταν συντηρητικός· ήρθαν σε σύγκρουση, όσο κι αν ο σεβασμός του Νουμά προς τον Ψυχάρη έμεινε. Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια –ο Νουμάς πρωτοβγήκε το 1903– η επιρροή του Ψυχάρη ήταν απόλυτη).

Στο τεύχος 130, στις 9 Ιανουαρίου του 1905, ο Νουμάς δημοσιεύει πρωτοσέλιδη «Κριτική μελέτη» του Νουμά με τίτλο «Ο Σουρής». Τώρα που τα χρόνια έχουν περάσει, διαβάζει κανείς πως ο Ψυχάρης επιτέθηκε στον Σουρή επειδή χρησιμοποιούσε γλώσσα μικτή κι όχι ανόθευτη δημοτική, αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια, ίσως και λιγότερο. Ο Ψυχάρης κρίνει συνολικά τον Σουρή και το έργο του, και οι περισσότερες παρατηρήσεις του είναι εύστοχες. Επικρίνει τον Σουρή ότι στέκεται όχι μπροστά στον λαό αλλά πλάι του, ή πιο σωστά ότι «πηγαίνει με τον όχλο» τον οποίο αντιδιαστέλλει από τον λαό. Παραθέτει ο Ψ. τις δυο πρώτες και τις δυο τελευταίες στροφές του ποιήματος Ο Ρωμηός (ένα από τα εμβληματικά ποιήματα του Σουρή), και σχολιάζει: Τι νόστιμα, τι γελαστά που μας τα ξεεικονίζει! Τόσο γελαστά και τόσο νόστιμα που δεν το υποψιάζεται ο ίδιος πως ο Ρωμιός του το κάτω κάτω σαν το παιδί φέρνεται ή σαν το βάρβαρο ή σαν και τους δυο. Και συνεχίζει λέγοντας πως δεν είναι βέβαια ένοχος ο Σουρής για τα στραβά της Ελλάδας, αλλά τα παρουσιάζει τόσο χαρούμενα, που ο καθένας κολακεύεται από την εικόνα. Προσθέτει πως ναι μεν ο Ρωμηός γίνεται ανάρπαστος, αλλά αντέχει στο χρόνο όσο μια εφημερίδα: το φύλλο της προηγούμενης εβδομάδας έχει κιόλας ξεχαστεί την επόμενη. Παραδέχεται ότι μπορεί να είναι αλήθεια πως ο Σουρής έχει μόνο φίλους, αλλά οι φίλοι έχουν αξία μόνο όταν έχεις εχθρούς. Η καλοσύνη του Σουρή, λέει, είναι η ανεμελιά εκείνου που δεν θέλει μπελάδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , | 22 Σχόλια »