Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μανιάτικα’

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Στον Πειραιά

Posted by sarant στο 22 Οκτωβρίου, 2013

Εδώ και λίγο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Εδώ αρχίζει να γίνεται λόγος και για τον ποιητή, έστω κι αν ακόμα βρίσκεται σε παιδική ηλικία. Η προηγούμενη δεύτερη συνέχεια, βρίσκεται εδώ. Θυμίζω ότι ο Δημήτρης [Σαραντάκος] είναι ο πατέρας του παππού μου.

ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

mimis_jpeg_χχsmallΟ Πειραιάς από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν πήρε τα πρωτεία στην εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα από την Ερμούπολη, κα­τοικήθηκε από Μανιάτες, Κρητικούς, Υδραίους, Ποριώτες, Αιγινή­τες και Κουλουριώτες. Όντας έρημος σ’ όλη την Τουρκοκρατία, δεν είχε ντόπιους κατοίκους, όπως είχαν το Φάληρο και η Ελευσίνα. Οι οικιστές του άργησαν πολύ να αναμειχθούν και να αφομοιωθούν, επιμένοντας για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα να τονίζουν την ιδιαι­τερότητά τους, ζώντας σε χωριστές συνοικίες, Μανιάτικα, Κρητικά,  Υδραίικα, κρατώντας τα έθιμα τους και διατηρώντας στενούς δε­σμούς με τα χωριά τους. Και σήμερα ακόμα οι Μανιάτες του Πειραιά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναφομοίωτοι και στα Μανιάτικα, τη συνοικία τους στον δυτικό Πειραιά, νομίζει κανείς πως βρίσκεται στη Μάνη.

Ο Δημήτρης με την πολυμελή οικογένειά του δεν εγκαταστάθηκαν στα Μανιάτικα αλλά στην Πηγάδα, στον Άγιο Βασίλη, στην Πειραϊ­κή Χερσόνησο, με προτροπή του κουνιάδου του Κώστα Οικονομίδη, που υπηρετούσε δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της περιοχής. Νοί­κιασε ένα μεγάλο σπίτι στη λεωφόρο Δεξαμενής, στο ισόγειο του οποίου άνοιξε βιβλιοχαρτοπωλείο. Στους Βαλκανικούς πολέμους, που μόλις είχαν τελειώσει, δεν είχε πάρει μέρος και λόγω ηλικίας (είχε περάσει τα τριάντα πέντε) αλλά και γιατί ως πολύτεκνος είχε απαλλαγεί.

Το μαγαζί δεν πήγε και πολύ καλά. Ίσα ίσα που τα φέρναν βόλ­τα. Ο παππούς ο Μιχάλης τους έστελνε τακτικά από το χωριό λάδι, σύγγλινα, τυρί και τραχανά, που αποτελούσαν πολύ σημαντική συ­νεισφορά. Ο ίδιος δεν είχε ανάγκη της αρωγής τους. Είχε εξελιχθεί σε επισκευαστή όπλων και αγροτικών εργαλείων και αυτό του εξα­σφάλιζε κάποιο αξιόλογο εισόδημα. Ακόμα πήρε κοντά του την Τασία και τα τρία από τα μικρότερα εγγόνια του κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη βοήθεια που μπόρεσε να δώσει στο γιο του. Ο Γιάννης, ο Βενιαμίν της οικογένειας, κι οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι μείναν στον Πειραιά.

Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας βελτιώθηκε πολύ όταν, στα 1916, ο Δημήτρης διορίστηκε στην Τράπεζα Πειραιώς, πράγμα που του έδω­σε σημαντική οικονομική άνεση. Από την αρχή πήρε μεγάλο μισθό, 450 δραχμές το μήνα, ποσό μυθώδες για την εποχή, όταν ο πρώτος μισθός του τραπεζικού υπαλλήλου ήταν 60 δραχμές. Μπόρεσε να στείλει τα παιδιά του στο γυμνάσιο, αν και ο πιο μεγάλος ο Κώστας είχε ήδη πιάσει δουλειά στου Βασιλειάδη και ταυτόχρονα παρακολουθούσε μαθήματα στον Προμηθέα. Εκείνο τον καιρό τα δύο μεγαλύτερα μηχανουργεία του Πειραιά, του Βασιλειάδη και του Τζώνη, αναλάμβαναν πολύ σοβαρές κατασκευές και πλήρωναν γερό μεροκάματο. Οι εργαζόμενοι σ’ αυτά αποτελούσαν την εργατική αφρόκρε­μα του Πειραιά και σύμφωνα με ένα παλιό τραγούδι:

Ο Τζώνης βγάζει κόντηδες κι ο Βασιλειάδης λόρδους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 37 Σχόλια »