Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μανόλης Τριανταφυλλίδης’

75 τζήδες

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2021

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο την πήρα από τα μεζεδάκια του Σαββάτου. Είχαμε εκεί συζητήσει κάτι που έγραψε ο αρθρογράφος της Καθημερινής, ο Σάκης Μουμτζής, και στα σχόλια έγινε αναφορά στο πρόσωπό του. Και τότε σκέφτηκα πως οι περισσότεροι που συναντάμε σήμερα το επώνυμο «Μουμτζής» δεν ξερουμε τη σημασία του.

Ξέρουμε βέβαια ότι οι λέξεις που σχηματίζονται με το επίθημα -τζής δηλώνουν κατά κανόνα επαγγελματικά ουσιαστικά. Ξέρουμε επίσης ότι το επίθημα αυτό είναι δάνειο από τα τουρκικά, ci/cι, όπως και το αδελφάκι του, το -τσής (από το çi, çι). Βέβαια, στην ελληνική γλώσσα το επίθημα, ενώ στην αρχή μάς ήρθε ενωμένο σε τουρκικά δάνεια, πολύ γρήγορα αυτονομήθηκε και χρησιμοποιείται με λέξεις όχι τουρκικής προέλευσης, και μάλιστα το βρίσκουμε ενωμένο ακόμα και με ακρώνυμα, ενώ προσφέρει επίσης έναν εύκολο τρόπο για ευκαιριακούς σχηματισμούς.

Έτσι, ενώ π.χ. ο boyacι μας ήρθε δανεικός ως μπογιατζής, μετά στα ελληνικά φτιάξαμε τον κουλουρτζή (με ελληνικής ετυμολογίας κεφαλή), τον λατερνατζή (με δάνεια λέξη συμμορφωμένη), τον γκολτζή (με ασυμμόρφωτη δάνεια λέξη), τον πασοκτζή ή τον αεκτζή (με ακρώνυμο), τον προπατζή ή προποτζή (με συντομομορφή) ή τον εσπατζή (νεολογισμός της αργκό για τα προγράμματα ΕΣΠΑ) και άλλα αμέτρητα.

Όμοια παραγωγικό έχει φανεί και ένα άλλο τουρκικό επίθημα, το -λίκι, που επίσης παντρεύεται με κεφάλια κάθε λογής, και δίνει ποικίλες λέξεις, από το αντριλίκι και το δημοσιοϋπαλληλίκι έως το χαϊλίκι και το ατενσιοχοριλίκι.

Αλλά τα λίκια θα τα δούμε σε άλλο άρθρο, σήμερα μιλάμε για τους τζήδες.

Τζήδες είναι αμέτρητοι, και μπορούμε να φτιάξουμε (ή, να προβλέψουμε ότι θα φτιαχτούν) κι άλλοι πολλοί. Όμως στο σημερινό άρθρο, παίρνοντας έμπνευση από τον Σάκη Μουμτζή, θα ασχοληθώ με λέξεις τουρκικής ετυμολογίας που δηλώνουν επαγγελματικά ουσιαστικά, που υπάρχουν ως επώνυμα, και που συνήθως η σημασία τους δεν είναι φανερή για τον μέσο ομιλητή της γλώσσας μας.

Δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ ο Μπογιατζής (αφού η λέξη υπάρχει στη γλώσσα και όλοι ξέρουν τι σημαίνει) ούτε ο πατωματζής ή ο φορτηγατζής (αφού είναι ελληνικής ετυμολογίας ως προς την κεφαλή της λέξης και κυρίως αφού δεν υπάρχει και αντίστοιχο επώνυμο). Διότι, θα το έχετε προσέξει, τα επώνυμα που έχουν το επίθημα -τζής προέρχονται από επαγγελματικά ουσιαστικά που υπήρχαν τον καιρό της τουρκοκρατίας (πολλά από τα οποία αφορούν επαγγέλματα που έχουν χαθεί πλέον) και όχι νεότερα επαγγέλματα. Ο σημερινός φορτηγατζής έχει επώνυμο, λέγεται Παπαδόπουλος ας πούμε, κι έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα να σχηματίσει επαγγελματικό επώνυμο, όπως ο Αραμπατζής του 1780.

Από την άλλη, ο Μουμτζής παίρνει επάξια θέση στον κατάλογό μου διότι δεν είναι φανερό τι επάγγελμα έκανε, δεν έχει επιβιώσει η λέξη στα νέα ελληνικά, τουλάχιστον στην κοινή. Και όχι, δεν έφτιαχνε μούμιες. (Διαβάστε παρακάτω αν έχετε περιέργεια).

Βέβαια, εκτός από τους τζήδες υπάρχουν και οι τσήδες, και μάλιστα στα ελληνικά, σε μερικές περιπτώσεις τα δυο επιθήματα εναλλάσσονται, π.χ. Παοκτσής και Παοκτζής. Οι τσήδες πάντως είναι λιγότεροι, ενώ κάποτε το -κτσής τρέπεται σε -ξής, π.χ. Τουφεκτσής –> Τουφεξής. Ίσως σε επόμενο άρθρο να δούμε και αυτούς.

Πολλοί τζήδες και τσήδες βέβαια εξελλήνισαν τα ονόματά τους ή ωθήθηκαν να τα εξελληνίσουν ή τους τα εξελλήνισε κάποιος δάσκαλος ή πρόεδρος κοινότητας ή ενωμοτάρχης ή ληξίαρχος χωρίς να τους ρωτήσει. Έτσι εξηγούνται μερικά κάπως κωμικά καθαρευουσιάνικα επώνυμα όπως Οπλοποιός (Τουφεξής θα ήταν), αλλά βέβαια αυτό αφορά όλα τα τουρκογενή επώνυμα και όχι μόνο τους τζήδες.

Τέλος πάντων, στην αρχή είχα πει να μη συμπεριλάβω επώνυμα σε -τζής που υπάρχουν ως λέξεις και στη σημερινή γλώσσα, όπως Καφετζής ή Μπογιατζής, αλλά για λόγους πληρότητας τελικά τα συμπεριέλαβα και αυτά.

Σημειώνω επίσης ότι θα παραθέσω μόνο τον τύπο σε -τζής, παρόλο που υπάρχουν και πολλοί παράγωγοι, π.χ. Αμπατζόγλου, Αμπατζόπουλος, κτλ. Μόνο σε περιπτώσεις που ο τύπος σε -τζής είναι πολύ σπάνιος παραθέτω και παράγωγους.

Χρησιμοποίησα την εργασία του Μαν. Τριανταφυλλίδη «Τα οικογενειακά μας ονόματα» και το βιβλίο «Ελληνικά επώνυμα τουρκικής προέλευσης» του Δημ. Τομπαΐδη. Έβαλα και καναδυό που δεν τα είχαν τα βιβλία αυτά.

Σταμάτησα στους 75 τζήδες επειδή ο αριθμός ήταν στρογγυλός. Αν προσπαθούσα κι άλλο μπορεί και να πλησίαζα τους 100, ακόμα και να τους ξεπερνούσα, αλλά ίσως αυτό γίνει με τα σχόλιά σας.

Βέβαια, για να γίνει η δουλειά μας σωστά, θα πρέπει να βρούμε: επώνυμα που προέρχονται από επαγγελματικά ουσιαστικά σε -τζής, που να ξέρουμε από ποια τουρκική λέξη προέρχονται και να ξέρουμε και τη σημασία τους. Δεν αρκεί δηλαδή να αποδελτιώσουμε τον τηλεφωνικό κατάλογο αναζητώντας επώνυμα σε -τζής.

Τέλος πάντων, ορίστε οι 75 τζήδες που βρήκα:

  1. Αβτζής. Ο αβτζής ήταν ο κυνηγός και επίσης ο δεινός σκοπευτής. Στα τουρκικά avcι. Γεια σου Σιδέρη! (ιδιωτικό μήνυμα).
  2. Αλτιντζής. Από τουρκ. altιncι, ο χρυσοχόος.
  3. Αμπατζής. Από τουρκ. abacι, αυτός που έφτιαχνε ή πουλούσε αμπάδες, χοντρό μάλλινο ύφασμα.
  4. Αραϊτζής. Από τουρκ. arayιcι, που σημαίνει ερευνητής, αλλά και «αυτός που ψάχνει». Δήλωνε τον ρακοσυλλέκτη, αυτόν που έψαχνε τα πεταμένα πράγματα για να βρει χρήσιμα είδη.
  5. Αραμπατζής, από τουρκ. arabacι, o αμαξάς αλλά και ο αμαξοποιός.
  6. Αριτζής. Ο μελισσοκόμος, από τουρκ. arιcι.
  7. Βογιατζής, συχνότερα εξελληνισμένο (και σε παράγωγα), και σπανιότερα Μπογιατζής, ίσως για να διακρίνεται το επάγγελμα από το επώνυμο. Από τουρκ. boyacι.
  8. Γεμιτζής. Ο ναυτικός, ο ναύτης, από τουρκ. gemici.
  9. Γεωργαντζής. Κατά τον Τριανταφυλλίδη, από το τουρκ. yorgancι, αυτός που φτιάχνει ή πουλάει γιοργάνια, δηλαδή παπλώματα, ο παπλωματάς. Η λέξη όμως γράφεται παρετυμολογικά, σαν να προέρχεται από το Γεώργιος.
  10. Γιαγτζής (και Γιαγτζόγλου κτλ.) από τουρκ. yagcι, ο έμπορος ελαίων και λιπών, αλλά και ο λιπαντής.
  11. Γιαζιτζής, ο δημόσιος γραφέας, ο γραμματικός, από τουρκ. yazιcι.
  12. Γιαπιτζής. Ο χτίστης, από τουρκ. yapιcι. Λέμε βέβαια γιαπί εννοώντας την ημιτελή οικοδομή, αλλά στα τουρκικά έτσι λέγεται και η τελειωμένη.
  13. Γκαϊτατζής. Αυτός που παίζει γκάιντα, από τουρκ. gaydacι.
  14. Δεβετζής. Ο καμηλιέρης, από τουρκ. deveci, deve η καμήλα.
  15. Δεμερτζής, Δεμιρτζής. Ο σιδεράς, από τουρκ. demirci.
  16. Δουατζής. Ο ευχέτης, ο πιστός υπηρέτης ενός ισχυρού, από τουρκ. duacι.
  17. Εσκιτζής, ο παλιατζής, από τουρκ. eskici.
  18. Ζουρνατζής, από τουρκ. zurnacι, αυτός που παίζει τον ζουρνά.
  19. Καζαντζής, αυτός που φτιάχνει καζάνια, από τουρκ. kazancι.
  20. Καλαϊτζής, ο γανωματής, από kalaycι, (πρβλ. το καλάι).
  21. Καλιοντζής, ο ναυτικός του πολεμικού ναυτικού, από τουρκ. kalyoncu.
  22. Κανταρτζής, που ζυγίζει με το καντάρι, από τουρκ. kantarcι.
  23. Καρατζής, ο ληστής, από τουρκ. karacι.
  24. Κατιμερτζής, αυτός που φτιάχνει ή πουλάει κατιμέρι, ένα είδος γλύκισμα με φύλλο, από τουρκ. katmercι.
  25. Κατιρτζής, ο μουλαράς, από τουρκ. katιrcι.
  26. Καφετζής, ο καφετζής βεβαίως. Το τουρκικό είναι kahveci.
  27. Καφταντζής, από τουρκ. kaftancι, ο ιματιοφύλακας.
  28. Κεμεντσετζής, αυτός που παίζει τον κεμεντζέ, είδος λύρας. Από τουρκ. kemençeci.
  29. Κερεστετζής, ο έμπορος δομικής ξυλείας (κερεστέ), από τουρκ. keresteci.
  30. Κιομουρτζής, Κιουμουρτζής. Ο καρβουνιάρης, από τουρκ. kömürcü.
  31. Κουγιουμτζής, Κοεμτζής. Ο χρυσοχόος, από τουρκ. kuyumcu.
  32. Κυρατζής ή Κιρατζής. Ο αγωγιάτης, απο τουρκ. kiracι, που είναι ο μισθωτής.
  33. Λαγουμιτζής, αυτός που φτιάχνει λαγούμια. Υπάρχει και ως επώνυμο, πέρα από τον ιστορικό Λαγουμιτζή της πολιορκίας της Αθήνας που είχε άλλο επώνυμο και πήρε αυτό το παρατσούκλι από την αξιοσύνη του.
  34. Λουλετζής, από τουρκ. lüleci, ο κατασκευαστής ή πωλητής καπνοσυρίγγων, λουλάδων.
  35. Μαδεμτζής, από τουρκ. madenci, ο μεταλλωρύχος.
  36. Μεζαρτζής, ο νεκροθάφτης, από τουρκ. mezarcι.
  37. Μεϊχανετζής/Μεϊχανετζίδης, ο κάπελας, από τουρκ. meyhaneci.
  38. Μουμτζής, που μας έδωσε και αφορμή για το άρθρο, ο κηροποιός, από τουρκ. mumcu.
  39. Μπακιρτζής, ο χαλκωματάς, μπακιρτζής άλλωστε, απο τουρκ. bakιrcι.
  40. Μπαλτατζής, από τουρκ. baltacι, που μπορεί να σημαίνει τον κατασκευαστή ή έμπορο μπαλτάδων, αλλά πιο συχνά σημαίνει τον ξυλοκόπο.
  41. Μπαλτζής. Ο μελάς, ο πουλητής μελιού, από το balcι.
  42. Μπασματζής (και Βασματζής εξελληνισμένο), από το basmacι, o κατασκευαστής ή πουλητής μπασμάδων, που ήταν σταμπωτά βαμβακερά υφάσματα.
  43. Μπερντετζής/Μπερντετζόγλου, ο κατασκευαστής ή πουλητής μπερντέδων, κουρτινών, από τουρκ. perdeci.
  44. Μπιλιουρτζής, ο έμπορος ή τεχνίτης κρυστάλλινων ειδών, από το τουρκ. billûrcu.
  45. Μποζαντζής (και Ποζαντζής), αυτός που φτιάχνει ή πουλάει μποζά, ένα ποτό με βάση το κεχρί, από τουρκ. bozacι.
  46. Μποσταντζής. Ο κηπουρός, bostancι.
  47. Μπρισιμιτζής (Βρισιμιτζής, Μπιρσιμιτζής). Αυτός που πουλάει (ή φτιάχνει) μπρισίμια, δηλ. μεταξωτές κλωστές, από τουρκ. ibrişimci‎.
  48. Νταβουλτζής (και Ταβουλτζής κτλ.) Ο νταουλιέρης, από τουρκ. davulcu.
  49. Παζαρτζής, ο έμπορος σε παζάρι, από τουρκ. pazarcι.
  50. Παστιρματζής/παστουρματζής, ο έμπορος ή παρασκευαστής παστουρμά, από τουρκ. pastιrmacι.
  51. Πεστεμαλτζής (Πεστεμαλτζόγλου). Αυτός που πουλάει ή φτιάχνει πεστεμάλια, δηλ. λουτροπετσέτες. Ή ο λουτράρης του χαμάμ, που δίνει τα πεστεμάλια στον λουόμενο. Κατά τον Τριανταφυλλίδη, από το σπάνιο αυτό επώνυμο πρόκυψε με απλολογία το Πεσματζής και το συχνότερο Πεσματζόγλου. Γεια σου Στέλιο! (ιδιωτικό μήνυμα).
  52. Ρακιτζής, που φτιάχνει ή πουλάει ρακί, από τουρκ. rakιcι.
  53. Σαπουντζής, ο σαπουνάς, από τουρκ. sabuncu.
  54. Σεμερτζής, ο σαμαρτζής, από τουρκ. semerci.
  55. Σεπετζής, αυτός που φτιάχνει ή πουλάει κοφίνια, από τουρκ. sepetçi.
  56. Σερμπετζής, αυτός που πουλάει σερμπέτια, από τουρκ. serbetçi.
  57. Σιλκιτζής, αυτός που πουλάει πετσέτες, από τουρκ. silgi. (Στο λεξικό βρίσκω ότι το silgi είναι ο σπόγγος ή το πανί που σκουπίζουμε τον σχολικό μαυροπίνακα).
  58. Σιμιτζής, που φτιάχνει ή πουλάει σιμίτια, κουλούρια. Από τουρκ. simitçi.
  59. Σουβατζής, από το τουρκ. sιvacι.
  60. Σουγιουλτζής, ο υπεύθυνος για τη συντήρηση των υδραγωγών, από τουρκ. suyolcu.
  61. Ταμπουρατζής, αυτός που παίζει ταμπουρά, από τουρκ. tamburacι.
  62. Ταχμιτζής, Tαχμιντζής. Κατά τον Τριανταφυλλίδη ή από το tahminci (εκτιμητής, που όμως δεν βρίσκω τη λέξη στο λεξικό, μόνο tahmin = εκτίμηση) ή από το tahmisçi, αυτός που καβουρδίζει καφέ. Μάλλον το δεύτερο, λεω εγώ.
  63. Ταχτατζής, ο σανιδάς, από τουρκ. tahtacι.
  64. Τερετζής, αυτός που πουλάει κάρδαμο, από τουρκ. tereci.
  65. Τζαμτζής, ο τζαμάς ή ο υαλοπώλης. Από τουρκ. camcι.
  66. Τουτουντζής, ο καπνάς, κατά λέξη (μπορεί να σημαίνει είτε καπνοπώλης είτε καπνοπαραγωγός), από τουρκ. tütüncü.
  67. Τσεσμετζής, ο κρηνοποιός, από τουρκ. çeşme.
  68. Τσορμπατζής και τζορμπατζής, ο χριστιανός πρόκριτος επί τουρκοκρατίας, ο προύχοντας. Από τουρκ. çorbacι, που είχε αρχική σημασία «αυτός που φτιάχνει σούπα» (τσορβά, άλλωστε) αλλά σταδιακά πήρε στα τουρκικά άλλες σημασίες όπως ο συνταγματάρχης των γενιτσάρων.
  69. Τσοχατζής, ο έμπορος ή κατασκευαστής τσόχας, από τουρκ. çuhacι.
  70. Φουρουντζής, ο φούρναρης, από τουρκ. fιrιncι.
  71. Φουτσιτζής, ο βαρελάς, από τουρκ. fιçιcι.
  72. Χαβατζής. Στα σημερινά τουρκικά havacι είναι ο πιλότος, ο αεροπόρος, διότι hava όπως ξέρουμε είναι ο αέρας. Αλλά δεν μπορεί να προέρχεται από εκεί το επώνυμο. Όμως στο λεξικό βρίσκω ότι ο havacι ήταν, στο αγώνισμα της τοξοβολίας, ο κριτής που έλεγχε πού έπεφταν τα βέλη!
  73. Χαλβατζής. Ο χαλβατζής βέβαια, από τουρκ. halvacι / helvacι.
  74. Χαλιτζής, Χαλιτζόγλου, Χαλιτζιόγλου. Ο ταπητέμπορος ή ταπητουργός, ο χαλάς, από τουρκ. halιcι.
  75. Χαμαμτζής, ο λουτράρης, από τουρκ. hamamcι.

Posted in τούρκικα, Επώνυμα, Επαγγέλματα, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , | 294 Σχόλια »

Και πάλι για το κτίριο και την ορθογραφία του

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2019

Συμφωνα με ένα παλιό ανέκδοτο, της εποχής που ο κόσμος ακόμα φορούσε καπέλα, κάποιος φιλάργυρος είχε ένα καπέλο και το είχε κρατήσει καμιά τριανταριά χρόνια. Όταν τέλος πάντων είχε παλιώσει τόσο που ήταν αδύνατο να φορεθεί, το παίρνει απόφαση να αγοράσει καινούργιο. Πηγαίνει λοιπόν στο ίδιο κατάστημα που είχε αγοράσει και το παλιό πριν τριάντα χρόνια, και λέει: – Θα ήθελα άλλο ένα καπέλο!

Κάπως έτσι κι εδώ, αφού το σημερινό άρθρο το τιτλοφορώ «και πάλι» για το κτίριο, ενώ για την ορθογραφία της λέξης κτίριο έχουμε γράψει πριν από δέκα συναπτά έτη -οι νεότεροι μπορεί και να μην έχουν υπόψη τους το άρθρο. Αλλά δεν θα επαναλάβω το παλιό εκείνο άρθρο, απλώς θα ξαναγράψω για το ίδιο θέμα.

Έναυσμα για την επανάληψη αυτή είναι μια συζήτηση που έγινε (ή μάλλον που δεν έγινε) το περασμένο Σάββατο, στο συνέδριο της ΕΛΕΤΟ. Το συνέδριο έκλεισε, όπως είναι καθιερωμένο, με μια συζήτηση με πάνελ. Ένας από τους ομιλητές αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως στην ορθογραφία της λέξης «κτίριο» παραπονούμενος ότι ο τίτλος ενός φυλλαδίου που είχε εκδοθεί από κάποια δημοσια αρχή ήταν «Το σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου» στην πρώτη έκδοση αλλά «Το σύνδρομο του άρρωστου κτηρίου» στην πρόσφατη επανέκδοση.

Από άλλα μέλη του πάνελ δόθηκε η απάντηση ότι το κτίριο δεν μπορεί να γράφεται με ι, διότι δεν ετυμολογείται από το «κτίζω». Προέρχεται είτε από το «οικητήριο» είτε από το «ευκτήριο», οπότε πρέπει να γραφτεί με η. Με δυο λόγια, η άποψη Μπαμπινιώτη, που τη μεταφέρω για μεγαλύτερη πληρότητα εδώ:

Το ρήμα ‘κτίζω’ δεν μπορεί να δώσει παράγωγα με ανύπαρκτη κατάληξη –ριο! Δεν μπορούμε δηλαδή να έχουμε κτί-ριο. Το ‘κτίζω’ θα μπορούσε μόνο να δώσει ‘κτιστήριο’ (πρβλ. φροντίζω – φροντιστήριο) τύπος που ούτε κι αυτός μαρτυρείται να υπάρχει. Άρα η λέξη έχει διαφορετική ετυμολογική προέλευση και, επομένως, διαφορετική ορθογραφία. Παράγεται είτε από το ‘οικητήριον’ (οικώ> οικητήριο > κτήριο) είτε από το ‘ευκτήριον’ (οίκημα)· είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, η γραφή με –η (κτήριο) είναι η μόνη σωστή.

Επειδή είχε δοθεί η εντύπωση ότι η γραφή «κτίριο» είναι μια ανορθογραφία -ενώ πρόκειται για τη γραφή που υιοθετείται απο τη σχολική ορθογραφία, από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής και από τους περισσότερους μελετητές- ζήτησα τον λόγο, αλλά ο καθηγητής Θ. Τάσιος, που διεύθυνε τη συζήτηση, απέφυγε να μου τον δώσει, έχοντας πικρή πείρα από τις ατέρμονες και παθιασμένες συζητήσεις περί ορθογραφίας (ήδη από κάποιο έδρανο του βάθους είχε ακουστεί η μοιραία λέξη «ορθοπ*δικός»). Δικαίωμά του βεβαίως, αλλά έτσι δεν ακούστηκε η άλτερα παρς και δόθηκε στρεβλή εικόνα.

Ευτυχώς ομως έχω τούτο εδώ το ιστολόγιο, οπότε μπορώ να εκθέσω την άποψη που δεν μπόρεσα να πω, και μάλιστα να την εκθέσω αναλυτικά, χωρίς περιορισμό χρόνου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 119 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Μανώλη (ή τον Μανόλη)!

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2018

Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων σήμερα, γιορτάζουν οι Μανώληδες, ευκαιρία να τους αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο και να προσθέσουμε έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των ονοματολογικών μας άρθρων, το τελευταίο από τα οποία το ανεβάσαμε πριν από δυο ακριβώς εβδομάδες, όταν γιόρταζε ο Σπύρος.

Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει κι άλλα τέτοια άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και έχουμε καλύψει τα περισσότερα πολύ διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο πρόσφατα και παλιότερα στον Θωμά και στον Στέφανο.

Όπως και ο Σπύρος, έτσι και ο Μανώλης δεν είναι από τα πολύ συχνά αντρικά ονόματα. Σύμφωνα με μια έρευνα, ο Μανώλης έχει τη 17η θέση ανάμεσα στα αντρικά ελληνικά ονόματα, ενώ το θηλυκό, η Εμμανουέλα, είναι αισθητά σπανιότερο, αφού βρίσκεται στην 134η θέση των γυναικείων.

Όμως, αυτή είναι η γενική εικόνα, που ισχύει για το σύνολο της χώρας. Τοπικά, υπάρχουν παραλλαγές -και θα το ξέρετε ότι ο Μανόλης (ή Μανώλης) είναι όνομα πολύ συχνό στην Κρήτη, το συχνότερο μάλιστα, σύμφωνα με διάφορες έρευνες.

Γιατί τους Κρητικούς τούς λένε Μανώληδες; Ακριβώς αυτό το ερώτημα το είχαμε θέσει στο ιστολόγιο σε ένα άρθρο πριν από οχτώ χρόνια. Κι ενώ από τη σχετική συζήτηση είχε επιβεβαιωθεί η θέση για τη συχνότητα του ονόματος στη Μεγαλόνησο, δεν καταλήξαμε ως προς την αιτία της συχνότητας. Πάντως δυο επισημάνσεις που φαίνεται να έχουν βάση είναι οι εξής: α) Η Κρήτη ήταν πεδίο μαζικών εξισλαμισμών-εκτουρκισμών με προσφορά προνομίων. Οπότε, οι Κρητικοί που έμεναν πιστοί στη χριστιανική πίστη ήταν εύλογο να επιλέγουν ένα όνομα εμφανώς δηλωτικό όπως το Εμμανουήλ. β) Ωστόσο, όχι μονο το Εμμανουήλ, αλλά και άλλα δύο ονόματα συχνά στην Κρήτη, Μιχαήλ και Ιωσήφ, είναι εβραϊκά, προέρχονται από το ιερό βιβλίο που είναι κοινό στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, την Παλαιά Διαθήκη.

Όμως το πιάσαμε κάπως «ιν μέντιας ρες» το θέμα. Ποια η ετυμολογία του ονόματος; Ο Μανώλης έχει την επίσημη μορφή Εμμανουήλ, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εβραϊκής προέλευσης και σημαίνει «ο Θεός μαζί μας». Η πρόταση δεν έχει ρήμα, οπότε μπορεί κανείς να το θεωρήσει είτε ως ευχή είτε ως διαπίστωση. Στα εβραϊκά είναι Ιμμανουέλ, όπου το «Ελ» αντιστοιχεί στον Θεό.

Το όνομα εμφανίζεται σε προφητεία του Ησαΐα (7.14) στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί (με μόνη διαφορά το «καλέσεις» που γίνεται «καλέσουσιν») στο Κατά Ματθαίον (1.23):

ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὅνομα αὐτοῦ Ἐμμανουηλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ θεός.

Οπότε, το Εμμανουήλ («ο Θεός μαζί μας») είναι όνομα που προφητεύτηκε πως θα δώσει ο λαός του Ισραήλ στον Ιησού αναγνωρίζοντας πως είναι υιός Θεού.

Καθώς ήταν όνομα του Ιησού, οι πατέρες της Εκκλησίας το συζήτησαν και το ανέλυσαν, αλλά το όνομα δεν δινόταν σε ανθρώπους κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και, όταν δόθηκε στους ώριμους αιώνες του Βυζάντιου, δόθηκε με τη μορφή Μανουήλ. Ήταν ταμπού να δίνεται σε θνητούς όνομα Θεού. (Ωστόσο, στη γαλλική μόνο Βικιπαίδεια βρισκω έναν Εμμανουήλ που μαρτύρησε επί Διοκλητιανού -θα είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα).

Στη βάση δεδομένων των συγγραφέων του TLG, ο αρχαιότερος Μανουήλ είναι ο Μανουήλ Στραβορωμανός, που έζησε τον 11ο αιώνα, και ακολουθούν, τον 12ο αιώνα, ο Μανουήλ Καραντηνός και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός (1118-1180). Σε κάποιο σημείο των Πτωχοπροδρομικών, ο Πρόδρομος για να κολακέψει τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον αποκαλεί «Εμμανουήλ παρά σαρανταπέντε», εννοώντας την αξία των γραμμάτων ΕΜ (ή μάλλον ΜΕ) κατά τα οποία διαφέρουν τα δυο ονόματα.

Αλλά αυτά τα έχει πει καλύτερα από μένα ο Καβάφης (ναι, ο Καβάφης!) οπότε μεταφέρω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Ετυμολογικά, Καβαφικά, Ονόματα, Ρεμπέτικα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 191 Σχόλια »

Το κρυφό τσιμπούσι, ο πρώτος γλωσσικός μύθος

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2017

Οι γλωσσικοί μύθοι είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου μας, και όχι άδικα αφού το Διαδίκτυο αποτελεί, δυστυχώς, προνομιακό χώρο διάδοσης των κάθε λογής μύθων, μαζί και των γλωσσικών, στους οποίους εμείς οι Έλληνες έχουμε μιαν ευπάθεια.

Ωστόσο, ο μύθος που θα δούμε σήμερα γεννήθηκε πολλές δεκαετίες πριν από το Διαδίκτυο, κατά πάσα πιθανότητα αρκετές δεκαετίες πριν και από τον «μύθο της μίας ψήφου«, που χρονολογείται μάλλον από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το σημερινό άρθρο θα μας φέρει πιο πίσω, στις αρχές του 20ού αιώνα.

Όσοι συζητούν σήμερα για το γλωσσικό ζήτημα, δύσκολα μπορούν να συλλάβουν την οξύτητα που είχε προσλάβει στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα η γλωσσική αντιπαράθεση. Η Ελλάδα μάλιστα έχει τη θλιβερή διάκριση να έχει θρηνήσει νεκρούς ύστερα από διαδηλώσεις που είχαν ως αφορμή το γλωσσικό ζήτημα, εννοώ τα Ευαγγελικά του 1901 και τα Ορεστειακά του 1903.

Για να θυμίσω τους όρους, Ευαγγελικά είναι οι ταραχές που ξέσπασαν με αφορμή τη δημοσίευση της μετάφρασης του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη στην εφημ. Ακρόπολις, ενώ Ορεστειακά οι αντίστοιχες ταραχές όταν ανεβηκε η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση. Για να περιοριστούμε στα Ευαγγελικά, που έθεταν και το πιο σύνθετο πρόβλημα, εφόσον άγγιζαν όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη θρησκεία, πρέπει να αναφέρουμε ότι είχε προηγηθεί, με ενθάρρυνση της βασίλισσας Όλγας, μια μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τη γραμματέα της, την Ιουλία Καρόλου, σε απλή καθαρεύουσα. Η μετάφραση αυτή συνάντησε τις αντιρρήσεις της Ιεράς Συνόδου, τελικά εκδόθηκε σε 1.000 αντίτυπα το 1900 που μοιράστηκαν σε νοσοκομεία κτλ. και γενικά πέρασε απαρατήρητη.

Δεν έγινε το ίδιο με τη μετάφραση του Πάλλη, που άρχισε να δημοσιεύεται στην Ακρόπολι του πρωτοπόρου Βλάση Γαβριηλίδη -όχι μόνο επειδή ο Πάλλης χρησιμοποιούσε ανόθευτη, ψυχαρική δημοτική -«μαλλιαρή» με την ορολογία της εποχής- αλλά και διότι οι άλλες εφημεριδες βρήκαν την ευκαιρία να χτυπήσουν την ανταγωνίστριά τους κι έτσι εξαπέλυσαν εκστρατεία εναντίον του «ατοπήματος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικοί μύθοι, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 236 Σχόλια »

Τελικά, είναι εφτά τα φωνήεντα;

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2012

Ένας καινούργιος γλωσσικός μύθος διαδίδεται στο ελληνικό Διαδίκτυο τα τελευταία δύο εικοσιτετράωρα με την ταχύτητα πυρκαγιάς σε ξερόχορτα. Όπως φαίνεται,  από σκοτεινούς κύκλους εξυφαίνεται ένα ακόμα σχέδιο με στόχο την αλλοίωση της ελληνικής γλώσσας, ή τουλάχιστον έτσι «αποκαλύπτει» σε ένα άρθρο που έχει τίτλο «Η ελληνική γλώσσα πρέπει να μείνει ανέπαφη», το οποίο έσπευσαν να αναδημοσιεύσουν ένα σωρό ιστολόγια, πολλά από αυτά πολυσύχναστα. Όχημα της υποτιθέμενης αλλοίωσης είναι το καινούργιο βιβλίο γραμματικής της 5ης και 6ης Δημοτικού, που μπορείτε να το δείτε εδώ.

Ολόκληρο το άρθρο το διαβάζετε σε κάποιο από αυτά τα ιστολόγια, π.χ. εδώ, ενώ υπάρχει και μορφή του σε pdf, επαυξημένη με σχολιασμένες σελίδες του βιβλίου, αναρτημένη στον ιστότοπο του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Ανατολικής Αττικής «Αλέξανδρος Δελμούζος»

Η ανάρτηση σε εκείνο τον ιστότοπο εξηγείται διότι το άρθρο δυστυχώς γράφτηκε από δασκάλα, μέλος του συλλόγου, που εργάζεται σε δημοτικό σχολείο της Ραφήνας. Βέβαια, το Διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου κράτησε κάποιες αποστάσεις από το άρθρο, και διευκρίνισε ότι η τελευταία παράγραφος, ότι δήθεν ο σύλλογος Αλ. Δελμούζος οργανώνει ψηφοφορία για να αποσυρθεί το βιβλίο «της κυρίας Διαμαντοπούλου» έχει προστεθεί εκ των υστέρων και δεν περιέχεται στο αρχικό, γνήσιο άρθρο.

Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα του άρθρου και θα τα σχολιάσω, αλλά πρώτα να σταθώ στην υποβολιμαία προσθήκη για το «βιβλίο της κυρίας Διαμαντοπούλου». Είναι λάθος, και είναι άδικο για τους συγγραφείς, να ταυτίζονται τα βιβλία τους με έναν συγκεκριμένο υπουργό· άλλωστε, η διαδικασία συγγραφής σχολικών βιβλίων είναι τόσο μακροχρόνια που τις περισσότερες φορές άλλος υπουργός εγκρίνει τη συγγραφή του βιβλίου και άλλος βλέπει το βιβλίο να κυκλοφορεί στα σχολεία -κάτι τέτοιο είχε συμβεί και με το βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού. Οι υπουργοί έρχονται και παρέρχονται.

Λοιπόν, το άρθρο ξεκινάει ως εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικοί μύθοι | Με ετικέτα: , , , , | 991 Σχόλια »