Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μαν. Τριανταφυλλίδης’

Το γεράκι και το καπάκι

Posted by sarant στο 3 Αύγουστος, 2018

Θα ρωτήσετε, τι νόημα έχει ο τίτλος, τι συνδέει αυτά τα δυο ουσιαστικά. Να πρόκειται τάχα για ένα γεράκι, που πήρε στα νύχια του ένα καπάκι για να το μεταφέρει; Γεράκι θα ήταν αυτό ή δρόνος; Αλλά καλύτερα να το πάρει αμέσως το ποτάμι. Οι λέξεις στον τίτλο έχουν ένα προφανές κοινό στοιχείο: την κατάληξη -άκι.

Με την κατάληξη αυτή, το παραγωγικό αυτό επίθημα ας το πούμε πιο επιστημονικά, σχηματίζουμε υποκοριστικά στη γλώσσα μας -πρέπει μάλιστα να είναι το πιο… παραγωγικό από τα παραγωγικά επιθήματα που κάνουν αυτή τη δουλειά. Ωστόσο, υπάρχουν και λέξεις που τελειώνουν μεν σε -άκι αλλά δεν είναι υποκοριστικά. Κι αν προσέξετε, οι λέξεις του τίτλου ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Διάλεξα αυτές τις δυο λέξεις στον τίτλο επειδή η κάθε μία αντιπροσωπεύει μια διαφορετική κατηγορία λέξεων που τελειώνουν σε -άκι.

  1. Στη γλώσσα μας έχουμε πολλές λέξεις που προέρχονται από αρχαία ή μεσαιωνικά υποκοριστικά αλλά σήμερα δεν δηλώνουν υποκορισμό, έστω κι αν έχουν την κατάληξη -άκι. Παράδειγμα των λέξεων της κατηγορίας αυτής, βρήκα το γεράκι: προέρχεται από το αρχαίο ιέραξ, το ελληνιστικό *ιεράκιον και το μεσαιωνικό γεράκιν. Σήμερα το γεράκι δεν είναι υποκοριστικό.
  2. Υπάρχουν όμως και λέξεις που είναι ξένα δάνεια και που έχουν την κατάληξη -άκι επειδή στην ξένη γλώσσα, συνήθως τα τουρκικά, είχαν (συνήθως) κατάληξη -ak. Παράδειγμα, το καπάκι που είναι δάνειο από το τουρκικό kapak. Φυσικά, ούτε το καπάκι και οι ανάλογες λέξεις έχουν υποκοριστική σημασία.

Τις λέξεις της δεύτερης κατηγορίας τις είχαμε συζητήσει στα σχόλια ενός σχετικά πρόσφατου άρθρου μας, ενώ και τις δυο αυτές κατηγορίες «ψευδοϋποκοριστικών» τις είχαμε αναφέρει και σε ένα παλιότερο άρθρο που ήταν επικεντρωμένο στη δυσκολία σχηματισμού της γενικής πτώσης των υποκοριστικών σε -άκι, ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε.

Αλλά ας εξετάσουμε πιο αναλυτικά τις δυο αυτές κατηγορίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in τούρκικα, Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Υποκοριστικά, γενική πτώση | Με ετικέτα: , , , | 235 Σχόλια »

Πέτσινο χρηματιστήριο

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2017

Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου η εικόνα που βλέπετε αριστερά, που είναι παρμένη από το Υπόμνημα ενός σχεδίου πόλεως του Πειραιά του 19ου αιώνα και προέρχεται από το ψηφιακό αρχείο του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ. Με τα αρχιτεκτονικά εγώ δεν είμαι ειδήμονας, κι έτσι δεν ασχολήθηκα με το σχέδιο καθαυτό. Εμείς εδώ λεξιλογούμε και θα εστιαστούμε σε μία από τις λέξεις του Υπομνήματος, τη μόνη που δεν βρίσκεται σε χρήση στη σημερινή νεοελληνική γλώσσα.

Πρόκειται για τη λέξη Βύρσα, στον αριθμό 13 του Υπομνήματος. Η λέξη δεν υπάρχει στα σημερινά λεξικά, αν και μας είναι οικείο ένα σύνθετό της, η βυρσοδεψία. Βύρσα λοιπόν, στα αρχαία, είναι το γδαρμένο δέρμα ζώου, η δορά, το τομάρι· επίσης, ο ασκός κρασιού, το τουλούμι.

Ολοφάνερα όμως, ο συντάκτης του υπομνήματος δεν έχει τοποθετήσει στο σχέδιο, πλάι στην εκκλησία και στο θέατρο, ούτε δέρμα ζώου ούτε τουλούμι με κρασί. Προφανώς, η λέξη Βύρσα προσδιορίζει κάποιο δημόσιο κτίριο. Ποιο όμως;

Να το πάρει το ποτάμι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 208 Σχόλια »

Από τον Πρόδρομο στον Μποδοσάκη

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2014

Αν η ετυμολογία είναι δύσκολη ενασχόληση, η ετυμολόγηση των επωνύμων είναι δέκα φορές πιο δύσκολη, γιατί τα συγγράμματα αναφοράς είναι σχετικά λίγα, χρειάζεται έρευνα σε δυσπρόσιτες πηγές, ενώ πρέπει να έχεις το κριτήριο να ξεχωρίζεις ποιες οικογενειακές ιστορίες φωτίζουν τη διαδικασία δημιουργίας του ονόματος και ποιες αντίθετα αποτελούν επεξηγηματικό μύθο, συχνά για να αναγάγουν τις ρίζες της οικογένειας σε κάποιον βυζαντινό άρχοντα ή κάτι ανάλογο.

Πέρυσι, οι εφημερίδες του ΔΟΛ μοίραζαν, μαζί με τις κυριακάτικες εκδόσεις τους, και μια σειρά από βιβλία σχετικά με τη γλώσσα και την ετυμολογία, ένα από τα οποία ήταν και το βιβλίο του Γιάννη Τζέμου «Τα ελληνικά επώνυμα τουρκικής προέλευσης«, που είχε αρχικά εκδοθεί το 2003 και τώρα επανακυκλοφόρησε με τον τραβηχτικό υπέρτιτλο «Τα μυστικά των ονομάτων». Είχα βρει κάμποσα λάθη στο βιβλίο αυτό, αλλά δεν αξιώθηκα να κάνω μια κάπως τεκμηριωμένη κριτική και να την παρουσιάσω, μετά πέρασε ο καιρός, το παράτησα. Στο σημερινό άρθρο παίρνω αφορμή από ένα τέτοιο λάθος.

Στη σελ. 159 του βιβλίου διαβάζουμε: Μποδόσας, Μποδοσάκης, Μποντοσάκης, Μποντόσογλου, Μποντόζογλου. τουρκ. bodos η δοκός, το δοκάρι.
Παρόμοια αρχή δίνεται, στη σελ. 184, στο λήμμα Ποτόσογλου, όπως και στη σελ. 109, στο λήμμα Καραποτόσογλου. Πράγματι, όλα αυτά τα επώνυμα, στα οποία θα έπρεπε επίσης να προστεθεί τουλάχιστον το Ποτοσίδης, αλλά και το Μποντόσης, έχουν κοινή αρχή. Μόνο που δεν είναι αυτή που υποδεικνύεται στο βιβλίο.

Καταρχάς, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι υπάρχει τουρκική λέξη bodos -τουλάχιστον το λεξικό μου δεν την έχει, ούτε το ονλάιν λεξικό του Νισανιάν. Βρίσκω μόνο τη λέξη bodoslama, που είναι κάποιο τμήμα των ιστιοφόρων πλοίων, δάνειο όπως φαίνεται από το ελληνικό ποδόστημα. Αλλά ακόμα κι αν υπάρχει τέτοια λέξη, δεν είναι αυτή η προέλευση των ελληνικών επωνύμων. Για να ετυμολογήσουμε επώνυμα δεν αρκεί να πάρουμε ένα λεξικό της τουρκικής και να βρούμε ποια τουρκική λέξη μοιάζει κάπως με το ελληνικό επώνυμο -διότι αυτή τη «μέθοδο» φαίνεται ν’ ακολούθησε ο συγγραφέας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επώνυμα, Ονόματα, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 108 Σχόλια »

Δυο κείμενα του Σεφέρη για τη γλώσσα (και λίγη ελληναράδικη κοπτοραπτική)

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2014

Τις προάλλες, που συζητούσαμε την ομιλία μου για τους Μύθους και τις αλήθειες για την ελληνική γλώσσα, ένας επισκέπτης του ιστολογίου με επιτίμησε (στο σχόλιο 353) με το εξής απόσπασμα από κείμενο του Σεφέρη: «…όλα γίνονται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο, που μόνο σαν φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει». Ολοφάνερα, ο «φίλος» είχε τη γνώμη ότι η εκ μέρους μου ανασκευή των ελληναράδικων γλωσσικών μύθων συνιστά «θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας».

Το ίδιο απόσπασμα του Σεφέρη  το βρίσκουμε συχνά σε ελληνοκεντρικά-κινδυνολογικά άρθρα για τη γλώσσα, όπου πάντοτε παρατίθεται με σκοπό να ενισχυθεί η άποψη ότι η ελληνική γλώσσα απειλείται με αφελληνισμό, εξαφάνιση, και άλλα τέτοια δεινά. Για παράδειγμα, πρόπερσι που γινόταν η μεγάλη φασαρία με τη Φωνηεντιάδα, ο Μητροπολίτης Άνθιμος Αλεξανδρουπόλεως, θέλοντας να υποβάλει την ιδέα ότι η νέα γραμματική (που καταργεί δήθεν το η και το ω) έχει σκοπό να κάνει άγλωσσους τους μαθητές, επικαλέστηκε σε ένα ειρωνικό του άρθρο αυτό το απόσπασμα: Ήταν κάποτε ένας χαζός Έλληνας, Σεφέρη τον έλεγαν, που έγραφε, ο αφελής: «…γιατί όλα γίνονται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο, που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε να εξηγηθεί. Ίσως οι απωθήσεις που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων, έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε ή όχι ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνονται σα να προτιμούμε το εσπεράντο, σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας». Το ίδιο απόσπασμα παραθέτει και ένα έξαλλο άρθρο που στηλιτεύει την «απεθνοποίηση της παιδείας», το ίδιο και ο δάσκαλος από το Κιλκίς που καταγγέλλει τη «νέα τουρκοκρατία» στην οποία έχουμε περιέλθει, κι άλλα πολλά κείμενα ανάλογου ύφους και ήθους -αλλά εδώ δεν έχουμε σκοπό ν’ αναλύσουμε τις ελληναράδικες εξαλλοσύνες, περισσότερο ενδιαφέρον έχει ο Σεφέρης.

Διότι, βέβαια, το απόσπασμα του Σεφέρη, ολοφάνερα δεν μπορεί να αναφέρεται στη σημερινή εποχή και στη σημερινή κατάσταση της ελληνικής γλώσσας, για τον απλούστατο λόγο ότι ο μεγάλος ποιητής έχει αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο από το 1971, ενώ το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1946. Και από το 1946 ίσαμε σήμερα το ελληνικό γλωσσικό τοπίο έχει αλλάξει άρδην: τότε κυριαρχούσε στον δημόσιο βίο η καθαρεύουσα, σήμερα η δημοτική· τότε είχαμε εκτεταμένο αναλφαβητισμό, σήμερα όχι· τότε λίγοι ήξεραν ξένες γλώσσες, και κυριαρχούσαν ακόμα τα γαλλικά -σήμερα ξέρουν πολλοί και κυριαρχούν τα αγγλικά. Για να μην αναφέρουμε τις αλλαγές στα μέσα επικοινωνίας ή στην τεχνολογία. Δεν αποκλείεται να υπάρχει σήμερα γλωσσική παρακμή, αλλά, αν υπάρχει, δεν θα είναι ο ίδιος τύπος παρακμής με το 1946. Θέλω να πω, το να επικαλείται κανείς το άρθρο του Σεφέρη του 1946 για να στηλιτεύσει τα γκρίκλις ή την «αποεθνοποιημένη» εκπαίδευση το θεωρώ απάτη όχι πολύ διαφορετική από την απάτη με το περίφημο ψευδορητό του Ισοκράτη για τη «δημοκρατία μας που αυτοκαταστρέφεται«. 

Βέβαια, σε αντίθεση με τον ψευτοϊσοκράτη, στην περίπτωση του Σεφέρη δεν έγινε διαστρέβλωση των λόγων του -όπως όμως μας θύμισε ο αγαπητός Μιχαλιός σε σχόλιό του, έγινε επιλεκτική παράθεση, έτσι που να φαίνεται πως, όταν ο Σεφέρης λέει «ελληνόμορφο εσπεράντο» εννοεί π.χ. ελληνικά με πολλές ξένες λέξεις, ενώ, αν διαβάσουμε όλο το κείμενο του 1946 βλέπουμε ότι ο Σεφέρης επικρίνει δριμύτατα τη μη διδασκαλία της δημοτικής στην εκπαίδευση, η οποία είχε αποτέλεσμα να μιλάει ο πολύς κόσμος μια γλώσσα γεμάτη ελληνικούρες, με κακοχωνεμένες καθαρευουσιάνικες λέξεις και φράσεις -παραθέτει και συγκεκριμένα παραδείγματα στο τέλος του άρθρου του.

Οπότε, και ανεξάρτητα από την κοπτοραπτική, σκέφτηκα ότι δεν είναι κακό να ανεβάσω εδώ σήμερα το άρθρο αυτό του Σεφέρη ολόκληρο, πολύ περισσότερο που δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο. Κοντά σ’ αυτό, σκέφτηκα να ανεβάσω ένα ακόμα κείμενό του για τη γλώσσα, μια επιστολή του 1937 σε περιοδικό, που επίσης δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο, αλλά ούτε και έχει συμπεριληφθεί (απ’ όσο ξέρω) σε κάποια έκδοση έργων του Σεφέρη. [Διόρθωση: Δεν ήξερα αρκετά. Η επιστολή είχε μείνει έξω από τη δίτομη έκδοση των Δοκιμών που έχω στη βιβλιοθήκη μου, όμως συμπεριλήφθηκε στον μεταγενέστερο 3ο τόμο, σελ. 269-71]

Το πρώτο κείμενο, του 1946, δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Νέα Εστία, στο τχ. 460 (1.9.1946) που ήταν αφιερωμένο στον Αχιλλέα Τζάρτζανο, και αναδημοσιεύτηκε, με ελάχιστες αλλαγές, στις Δοκιμές του Γ. Σεφέρη (τόμ. 1, σελ. 320). Η μόνη ουσιαστική αλλαγή είναι η φράση «φαινόμενο ομαδικής ψυχοπαθολογίας» που έγινε στις Δοκιμές «φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας». Ευχαριστώ τον φίλο Γ.Τ. για την πληκτρολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Λαθροχειρίες | Με ετικέτα: , , , , , | 66 Σχόλια »

Χάσμα μέγα ηνεώγη

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2013

gavr6444… που σημαίνει «μεγάλο χάσμα ανοίχτηκε» -αυτό το περίεργο ‘ηνεώγη’ είναι παθητικός αόριστος του ανοίγω, σπανιότερος από τον τ. «ηνεώχθη», που επίσης είναι βαρύς καθαρευουσιάνικος, θέλει και μιαν ασελγή υπογεγραμμένη κάτω απ’ το ωμέγα. Μάλιστα, στην αρχαία γραμματεία μόνο το «ηνεώχθη» βρίσκουμε, όχι το «ηνεώγη», που πάντως το χρησιμοποιεί ο Βιζυηνός στο Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (Η θύρα μου ηνεώγη μετά πατάγου και πρώτος εισήλθεν ο αδελφός μου). Ίσως δεν είναι τυχαία η επιλογή του σπάνιου τύπου, μια και ο αρθρογράφος θέλει ακριβώς να τονίσει το μέγα χάσμα που είχε ανοιχτεί ανάμεσα στη γλώσσα του λαού και στη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι διανοούμενοι -τα κινέζικα, όπως τα λέει.

Ο αρθρογράφος είναι ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες δημοσιογράφους και εκδότες, ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920), που γεννήθηκε στην Πόλη και σπούδασε στη Λιψία, αλλά ευτυχώς κυνηγήθηκε από τις οθωμανικές αρχές για τα άρθρα του και κατέφυγε στην Αθήνα, όπου έφερε επανάσταση στην ελληνική δημοσιογραφία, εκδίδοντας, ανάμεσα στα άλλα, την εφημ. Ακρόπολις, από το 1883 αν δεν κάνω λάθος μέχρι τη μέρα του θανάτου του. (Στη συνέχεια η εφημερίδα έκλεισε, και ξαναβγήκε το 1929 από άλλους, που αγόρασαν τον τίτλο). Η Ακρόπολις κυκλοφορεί και σήμερα, αλλά φυτοζωεί. Μεταπολεμικά ήταν προπύργιο της συντήρησης, αλλά επί Γαβριηλίδη η Ακρόπολις ήταν φορέας προόδου και ανανέωσης, μεταξύ άλλων και στο γλωσσικό. Τουλάχιστον δυο φορές έσπασαν οι εθνικόφρονες τα γραφεία της κι ο ίδιος ο Γαβριηλίδης υπέστη διώξεις.

Το κείμενο που θα παρουσιάσω σήμερα είναι μάλλον παρμένο από ένα ή δύο κύρια άρθρα του Γαβριηλίδη γραμμένα περί το 1888. Εγώ το βρήκα στον 4ο τόμο των Απάντων του Τριανταφυλλίδη (σελ. 184), χωρίς βιβλιογραφική αναφορά και χωρίς σαφείς ενδείξεις αν πρόκειται για ένα ή δύο άρθρα. Δεν υπήρχε ολόκληρο στο Διαδίκτυο, αποσπάσματά του μόνο. Συμπλήρωσα και ένα απόσπασμα που έλειπε από τον Τριανταφυλλίδη, και που το βρήκα σε άλλη πηγή, αλλά και πάλι δεν ξέρω αν είναι πλήρες το κείμενο ή σωστά μεταφερμένο, αφού δεν έχω δει το πρωτότυπο. Πάντως, αξίζει να διαβαστεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , | 43 Σχόλια »

Τα μυστικά του στικακιού και η γενική των υποκοριστικών

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2013

Οι εφημερίδες γράφουν ότι το περίφημο στικάκι (ή φλασάκι) με τα ονόματα της λίστας Λαγκάρντ εχει παραδοθεί στα χέρια των εμπειρογνωμόνων της Αστυνομίας, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να βρουν τα μυστικά του, δηλαδή ποιος και πότε τροποποίησε τα δεδομένα του. Φαντάζομαι ότι όποιος ξέρει πέντε πράγματα από κομπιούτερ θα διαβάζει με θυμηδία τα σχετικά ρεπορτάζ, αλλά επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε δεν θα ασχοληθούμε με όλα τα μυστικά του στικακιού αλλά μόνο με ένα -ένα μυστικό γραμματικής φύσεως, δηλαδή: πώς κάνει στη γενική το στικάκι;

Όπως μου είπαν στη Λεξιλογία, ο κ. Παπακωνσταντίνου στη συνέντευξη που έδωσε, χρησιμοποίησε τον καθαρευουσιάνικο τύπο «του στικακίου», ενώ εγώ, όπως βλέπετε και στον τίτλο, προτιμώ τον κανονικό τύπο «του στικακιού», αφού δεν έχουμε λέξη της καθαρεύουσας, ούτε λόγια λέξη. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι τα υποκοριστικά σε -άκι παρουσιάζουν πρόβλημα στη γενική τους πτώση και πολλοί δυσκολευόμαστε να χρησιμοποιήσουμε τις φυσιολογικές γενικές: του γατακιού, του παιδακιού, του στικακιού. Από την άλλη, όλοι μας έχουμε πει και λέμε, χωρίς να σκοντάφτουμε, «το πορτοφόλι είναι στη δεξιά τσέπη του σακακιού μου». Οι καθαρευουσιάνικες γενικές είναι συχνές σε τοπωνύμια και οδωνύμια: πλατεία Κολωνακίου, λεωφόρος Καλαμακίου, αλλά ξέρουμε και κάνουμε τη διάκριση όταν χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις όχι σε τοπωνύμια, π.χ. «μια μύγα έκατσε στην άκρη του καλαμακιού» (παράδειγμα κλεμμένο από τη Λεξιλογία).

Καλύτερα όμως να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Στη γλώσσα μας έχουμε λέξεις σε -άκι που είναι υποκοριστικά, λέξεις σε -άκι που δεν είναι υποκοριστικά και λέξεις σε -άκι που δεν τα αισθανόμαστε για υποκοριστικά. Η πρώτη κατηγορία είναι η εύκολη: παιδάκι, καραβάκι, γατάκι. Η δεύτερη κατηγορία έχει λέξεις που είναι ξένα δάνεια, συνήθως τουρκικά και που τελειώνουν σε -άκι επειδή στα τούρκικα τελείωναν σε ak ή ανάλογα στην άλλη ξένη γλώσσα. Οι λέξεις αυτές, που θα άξιζαν ειδικό άρθρο, είναι κάμποσες: σοκάκι, καϊμάκι, τσακμάκι, κονάκι, χαντάκι, μπαμπάκι, σπανάκι.Κάποιες από αυτές τις θεωρήσαμε υποκοριστικά (χωρίς  να είναι) κι έτσι πλάσαμε, υποχωρητικά, «ακέραιες», «ασμίκρυντες» λέξεις: από το τσαρδάκι φτιάξαμε το τσαρδί (διότι πού να ξέρουμε το τουρκικό çardak, και τι ακριβώς σημαίνει) κι από το πασουμάκι (pasmak) φτιάξαμε το πασούμι. Η τρίτη κατηγορία λέξεων είναι εκείνες που κάποτε ήταν υποκοριστικά αλλά σήμερα δεν τις αισθανόμαστε έτσι. Παραδείγματα: το αυλάκι (αύλαξ), το ρυάκι (ρύαξ), το σακάκι (σάκος), το καμάκι (κάμαξ), το γεράκι (ιέραξ), το μουστάκι, το κοράκι και άλλες πολλές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Υποκοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 175 Σχόλια »