Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μετά την αποψίλωση’

829 Αποθήκη Καυσίμων, ένα φανταρίστικο διήγημα

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2017

Σήμερα είπα να βλογήσω τα γένια μου και να βάλω ένα δικό μου διήγημα, κάτι που δεν κάνω συχνά, αφού σε 8 χρόνια ιστολογικής δραστηριότητας ζήτημα είναι αν έχω ανεβάσει πέντε διηγήματά μου.

Το διήγημα που διάλεξα λέγεται «829 Αποθήκη Καυσίμων» και παρόλο που περιγράφει μία πλήρη στρατιωτική θητεία (από τις παλιές, που κρατούσαν δύο χρόνια) δεν είναι βιωματικό: δεν υπηρέτησα σε Αποθήκη Καυσίμων έξω από την Κοζάνη αλλά σε Λόχο Μεταφορών σε εντελώς άλλο σημείο. Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή (φανταρίστικων) διηγημάτων «Μετά την αποψίλωση» (Σύγχρονη Εποχή, 1987, 2η έκδοση 1989).

Τώρα που ξανακοιτάζω το διήγημα βλέπω ότι ίσως είναι φλύαρο -αλλά και η θητεία εχει αλλάξει, ιδίως έχει συντομευθεί πολύ, χώρια την επανάσταση στην επικοινωνία με κινητά και διαδίκτυο. Επίσης, μετά το 1990 η Δυτική Μακεδονία-Ήπειρος δεν είναι εντελώς αδιάφορη στρατιωτικά όπως ήταν στη δεκαετία του 80.

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει τα εξής διηγήματά μου:

Το φάντασμα στα πορτοκάλια

Οι τρεις κι εμείς

Γκάλοπ

Το Νοέμβρη, λοιπόν

ενώ κάποια από αυτά και ένα-δυο ακόμα υπάρχουν και στον παλιό μου ιστότοπο.

829 ΑΠΟΘΗΚΗ ΚΑΥΣΙΜΩΝ

 

«Ήρθανε ρε! Ήρθανε!»
«Πάλι;»
«Τώρα ήρθανε στ’ αλήθεια! Μου το ’πε ο ταχυδρόμος απ’ το επιτελικό!»
«Και προχτές, αυτός σου το ’χε πει»
«Το ’πε ρε κι ο Χριστόπουλος που ’χει θείο στο ΓΕΣ»
«Άμα το ’πε κι ο Χριστόπουλος, μπορεί»

Ο λόγος για τις μεταθέσεις μας· είχαμε πήξει πια στο κέ­ντρο να τις περιμένουμε να ’ρθούνε. Κάθε μέρα έβγαινε η φήμη πως είχε φτάσει απ’ την Αθήνα το χαρτί και κάθε μέρα έβγαινε άκυρον. Κι αυτή η αγωνία, να ξέρεις, είν’ απ’ όλες η χειρότερη: έβλεπες παιδιά τζιμάνια, δυνατά, που Χάρο ή λο­χαγό δε φοβούνταν, να τους έχουν σπάσει απ’ την αναμονή τα νεύρα και όλο αυτό να συζητάνε κι άλλο τίποτα. Και η χειρότερη κατάρα ήτανε κάτι «έγκυρες πηγές»· ο ένας είχε μέσον υπάλληλο στο ΓΕΣ, ο άλλος ταξίαρχο στη στρατολο­γία, ο τρίτος βουλευτή κι ο τέταρτος φαντάρο γραφέα —το πιο σίγουρο δηλαδή. Καταπώς τα λέγανε, όλοι τους Σαλονί­κη και στα πέριξ θα πήγαιναν, «αν και, απ’ ότι έμαθα σειρά, οι πολλές οι θέσεις είναι για Έβρο και νησιά», σα να σου ’λεγε «θα πήξεις, έρμε».

Πάντως, τώρα είχαν έρθει. Πήγε ο Στέλιος η γάτα στο 1ο Γραφείο, διέρρευσε το χαρτί μια μέρα πρωτύτερα, κι άρχισε ο κλαυθμός κι ο οδυρμός. Εγώ, αργά το πήρα χαμπάρι. Πάω τελευταίος στην ουρά των ολοφυρομένων, σπρώχνομαι, φτάνω στο χαρτί, κοιτάω, πλάι στ’ όνομά μου έγραφε «829 Α.Κ.». Οι μεταθέσεις, τώρα, γράφουν μεν τη μονάδα που σε στέλνουν, τον τόπο όμως όπου είναι η μονάδα δεν το γρά­φουν —το μαθαίνεις απ’ το φύλλο πορείας αυτό. Ρωτάω δω, ρωτάω κει, κανείς δεν ήξερε, άσε που με βρίσανε και κανα- δύο που θάρρεψαν πως παίζω με τον πόνο τους που παγαίναν Γκατζολία. Έμαθα πάντως πως τ’ αρχικά σημαίναν Αποθή­κη Καυσίμων. «Πήγαινε στο σιτιστή», με συμβούλεψε ένας πιο ήρεμος.

Είχαμε τώρα ένα σιτιστή παλιό, ο οποίος φημιζόταν ότι ήξερε τα πάντα· θες επειδή είχε πάρε-δώσε με πολλές μονά­δες, θες που ήταν από φυσικού του κουτσομπόλης, ο γερο- Θαλής (λόγω τιμής, Θαλή τον λέγανε το σιτιστή) ήτανε σω­στός κομπιούτερ: ήξερε όλες τις μονάδες, μέχρι και τις πιο κρυφές, πού είναι η καθεμιά, ποια είναι καλή και ποια βρω­μάει, πόσες σκοπιές έχει, τι καπνό φουμάρει ο διοικητής κι αν δίνει οδοιπορικά στις άδειες, τα πάντα σου λέω. «Ρε σεις», καμάρωνε καμιά φορά, «ένα κατοστάρικο την πληρο­φορία να ’παιρνα, θα ’χα τώρα Μερσεντές.» Μια και δυο λοιπόν, πάω στο Θαλή.

«Έξω απ’ την Κοζάνη είναι, νέος. Εκεί πας; Αφάσια μο­νάδα, τυχερέ. Διοικητής σωστός, φαντάροι λίγοι, μια σκο­πιά έχουνε, εσύ λοχίας, κάθε μέρα έξοδο θα έχεις.» Τότε κοντοστάθηκε, με ξανακοίταξε, με είδε που ’μαι μεγάλος στα χρόνια και με γυαλιά, και: «Ρε συ, μπας κι είσαι τίποτα χημι­κός;»

«Ναι»
«Κι Αθηναίος;»
«Ναι»
«Αμ τότε, σειρούλα, δεν είναι και τόσο καλά τα πράμα­τα. Μάλλον την πάτησες»
«Γιατί ρε;»
«Γιατί θα πάρεις απόσπαση για το κλιμάκιο στο Αντλιο­στάσιο, να γιατί»
«Ε και;»
«Ε και, όποιος λοχίας χημικός πάει εκεί, από κει απο­λύεται. Δε λέω, εκεί δεν είναι μονάδα, βιλίτσα είναι· μες τα πλατάνια και τα κρύα τα νερά, σανατόριο σκέτο· αλλά μετά­θεση μια φορά, δεν παίρνεις»
«Και πού τα ξέρεις όλ’ αυτά ρε Θαλή;»
«Πρώτον, ο παλιός τα ξέρει όλα. Δεύτερον, αυτός που είναι τώρα εκεί, που θα πας να τον αλλάξεις, σειρά μου είναι. Αυτός, μέχρι και υπουργό έβαλε μπας και φύγει και ακόμα εκεί είναι». Ύστερα, σα για να με παρηγορήσει: «Τα παρα­λέω, σειρούλα. Υφυπουργό έβαλε».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Στρατός | Με ετικέτα: | 81 Σχόλια »

Την πρώτη μέρα στο στρατό μού κόψαν τα μαλλιά μου: Στιχάκια του στρατού

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2016

Λέγοντας στιχάκια του στρατού, εννοώ την ανώνυμη στιχουργική δημιουργία που κυκλοφορεί στα στρατόπεδα, ιδίως στα κέντρα νεοσυλλέκτων, και διαδίδεται από στόμα σε στόμα και από σειρά προς σειρά. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα στιχάκια του στρατού είναι δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα, που μοιάζουν με τα δίστιχα του λαϊκού ημεροδείκτη, αλλά έχουν επίσης υπόγειες και έμμεσες συγγένειες με τα στιχάκια της φυλακής, τα δίστιχα του μπαγλαμά, και τελικά με τα δημοτικά τραγούδια.

Τουλάχιστον αυτό ίσχυε τις παλιότερες δεκαετίες, τότε που η θητεία διαρκούσε κοντά στα δυο χρόνια ή και παραπάνω. Τα νεότερα χρόνια, έχει επίσης εμφανιστεί ένα άλλο είδος στρατιωτικών δίστιχων, τα στιχάκια που ξεκινάνε με τις λέξεις «Περπατώ εις το δάσος», και που τα είχαμε παρουσιάσει αναλυτικά σε παλιότερο άρθρο.

Τα στιχάκια του στρατού έχουν τραβήξει την προσοχή των μελετητών, άλλοτε αυτοτελώς και άλλοτε στο πλαίσιο ευρύτερων εργασιών. Πρώτη πρέπει να έγραψε γι’ αυτά η Ειρήνη Σπανδωνίδη, που το 1935 σε τόμο κρητικών τραγουδιών παρουσίασε και στιχάκια κρητικών φαντάρων μαζεμένα το 1916-20. Ο Δημ. Λουκάτος έγραψε για τη «Στρατιωτική λαογραφία» στη Νέα Εστία, ενώ με τον ίδιο τίτλο δημοσίευσε μελέτη ο Ν. Κοσμάς στην Ηπειρωτική Εστία το 1954 (καταγραφή 1939). Ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος έγραψε για τα «Λαογραφικά της στρατιωτικής ζωής» στη Νέα Εστία το 1965 (αργότερα στο περιοδικό Λαογραφία). Ο Κώστας Αθανασόπουλος έβγαλε βιβλίο για τη Γλώσσα του στρατού, όπου έχει και για τα στιχάκια. Το υλικό του το έχει μαζέψει στη δεκ. 1960. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έγραψε στη Διαγώνιο και ανατύπωσε το υλικό αυτό (μαζεμένο στη δεκαετία του 1970) σε φυλλάδιο με τίτλο Στιχάκια του στρατού. Θα είναι και άλλοι που τους ξεχνάω.

Όταν πήγα φαντάρος το 1984-86 έβγαλα ένα βιβλίο, «Μετά την αποψίλωση«, με διηγήματα και άλλο υλικό, μαζί και στιχάκια του στρατού. Τα μάζεψα εγώ ο ίδιος, αλλά είχα τη βοήθεια και από φίλους ή άλλους πληροφορητές. Χάρη σε κάποιον φίλο γνώρισα και έναν φαντάρο που έγραφε ο ίδιος στιχάκια, τον Μανώλη από τη Νάξο, ένα νεαρό παιδί (εγώ πήγα φαντάρος σε σχετικά, αν και όχι πολύ, μεγάλη ηλικία, πάντως μετά τις σπουδές και την πρόσθετη αναβολή για αναζήτηση μεταπτυχιακών). Ο Μανώλης μου έδωσε το τετράδιό του και το ενσωμάτωσα στη συλλογή μου -γι’ αυτό και θα δείτε σε κάμποσα στιχάκια να αναφέρεται η Νάξος. Κι επειδή παρουσιάστηκα στη Σπάρτη, γι’ αυτό και υπάρχουν και κάποιες αναφορές στης Σπάρτης τα βουνά ή στο Ξεροκάμπι, αν και εμφανίζονται επίσης διάφορες άλλες φανταροπεριοχες της χώρας. Να σημειώσω ότι από εκείνο το βιβλίο μου έχω ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο το Μικρό φανταρίστικο λεξικό, καθώς και το διήγημα Το φάντασμα στα πορτοκάλια.

Μερικά από τα στιχάκια του στρατού της συλλογής μου είχα βάλει σε ένα παλιότερο άρθρο, αλλά όχι όλο το υλικό, οπότε δεν βλάφτει να τα δημοσιεύσω τώρα όλα να τα έχουμε συγκεντρωμένα. Παρουσιάζω λοιπόν εδώ τα 328 στιχάκια που είχα δημοσιεύσει στο βιβλίο μου. Επειδή το άρθρο έχει παραμακρύνει, παραλείπω τον πρόλογο που είχα βάλει στο βιβλίο, αλλά αφήνω τον σύντομο επίλογο.

Έχω αριθμήσει τα στιχάκια για ευκολία αναφοράς (στο βιβλίο δεν είναι αριθμημένα). Όπως θα δείτε, από ένα σημείο και μετά μπαίνουν σε αλφαβητική σειρά (περίπου). Σε 2-3 περιπτώσεις μεσολαβεί αστερίσκος ανάμεσα σε δυο δίστιχα: τούτο σημαίνει πως τα δίστιχα αυτά αποτελούν ενότητα.

Θα αναγνωρίσετε επιρροές από δημοτικά, ρεμπέτικα και νεότερα τραγούδια, από ποίηση (υπάρχει ένα αυτούσιο του Βάρναλη, που το βρήκα σε φαντάρικο τεφτεράκι με ανορθογραφίες υπεράνω πάσης υποψίας), από τα δίστιχα του λαϊκού ημεροδείκτη. Υπάρχουν βέβαια και άφθονες επαναλήψεις με παραλλαγές. Έχω βάλει κι ένα δικό μου, αλλά δεν λέω ποιο είναι.

Αν θέλετε, μπορείτε να αναφέρετε δικά σας στιχάκια που δεν τα έχει ο κατάλογος. Μπορείτε επίσης να αναφέρετε κάποιο από τον κατάλογο που σας άρεσε πολύ. Τέλος, οι νεότεροι (ας πούμε, όσοι υπηρέτησαν τη θητεία τους τούτον τον αιώνα) ας μας πουν αν ακόμα ακουγονται τέτοια 15σύλλαβα στιχάκια στα κέντρα και στις μονάδες.

  1. Του στρατού τα βάσανα αρχίζω με παράπονα
    με μάτια βουρκωμένα
    και του στρατού τα βάσανα τα γράφω ένα-ένα
  1. Ήμουν δεκαεννιά χρονώ μέσα στην πρώτη νιότη
    σαν ήρθε η διαταγή να πάω για στρατιώτης

  1. Μαύρος βαρύς ο ουρανός στις πέντε του Απρίλη
    την ώρα που στεκόμουνα απέξω από την πύλη

  1. Στο Κέντρο όταν πήγαινα για να υπηρετήσω
    ενόμιζα πως ήτανε ταβέρνα να γλεντήσω
  1. Ημέρα Τρίτη ήτανε που μπήκα μες το κέντρο
    με βάλανε και έτρεχα σαν το Θανάση Βέγγο

  1. Την πύλη σαν επέρναγα ήρθανε δυο πουλάκια
    το ένα μού λέει υπομονή και τ’ άλλο δυο χρονάκια

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 241 Σχόλια »

Μικρό φανταρίστικο λεξικό (του 1985)

Posted by sarant στο 22 Οκτωβρίου, 2015

Όταν πήγα φαντάρος, το 1984 με 1986 (εικοσιένα μηνάκια), είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με τα λογοτεχνικά, είχα βγάλει και την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων, και πήγα στο στρατό (και) για να μαζέψω υλικό -πράγματι, έγραψα το βιβλίο «Μετά την αποψίλωση«, που είχε διηγήματα αλλά και άλλο (πρωτογενές, ας πούμε) υλικό όπως στιχάκια του στρατού, γράμματα, ημερολόγια, και ενα γλωσσάρι. Το γλωσσάρι αυτό περιείχε μόνο τις λέξεις της στρατιωτικής αργκό που εμφανίζονταν στο βιβλίο, αν και στους ορισμούς παίρνω αφορμή και αναφέρω και άλλες λέξεις.

(Για την ιστορία: Εγώ είχα υπηρετήσει στο Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών (ΣΕΜ), δεκανέας, από το 1984 έως το 1986 -ειδικότερα στην 172 σειρά, στη Σπάρτη, την Κομοτηνή και την Αθήνα. Το υλικό συγκεντρώθηκε κυρίως στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως και στην πρώτη μονάδα, το 1985 το περισσότερο).

Αργότερα, με έναν ηλεφίλο που είχε παρόμοια ενδιαφέροντα, σκεφτήκαμε να φτιάξουμε συνεταιρικά ένα λεξικό της στρατιωτικής αργκό, πράγμα που έγινε -και είχαμε σχεδόν τελειώσει. Ωστόσο, ο εκδότης με τον οποίο είχε συμφωνήσει ο φίλος τελικά υπαναχώρησε, οπότε το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και έμεινε στα ηλεσυρτάρια μας -πιθανώς για πάντα, διότι η στρατιωτική αργκό αλλάζει γρήγορα.

Σκέφτηκα να παρουσιάσω εκείνο το παλιό μου γλωσσάρι, που βέβαια έχει χάσει την αξία του, ιδίως επειδή η μεγάλη μείωση της θητείας (από τους 21 μήνες στους 9) έχει καταστήσει άνευ αντικειμένου αρκετούς όρους -για καλό βέβαια. Από την άλλη, η καταγραφή του 1985 έχει την αξία της -και έχει ενδιαφέρον να δούμε πόσοι από τους όρους του γλωσσαριού μου λέγονται ακόμα. Αν και, για να βεβαιωθούμε γι’ αυτό θα πρέπει να γίνουν σχόλια από φίλους που έχουν υπηρετήσει σχετικά πρόσφατα.

Παραθέτω το γλωσσάρι μου όπως περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου, έχοντας κάνει ελάχιστες διορθώσεις, Προσθέτω επίσης δυο λινκ προς παλιότερα συναφή άρθρα του ιστολογίου.

 

άγραφη: Η άδεια που δεν περνιέται στα χαρτιά, και επομένως δεν υπολογίζεται στο συνολικό όριο. Αμοιβή εκδούλευσης ή τσατσιλικιού ή σπανιότερα ένδειξη ξηγημένου διοικητή.

άκυρον: Η έκφραση με την οποία ο αξιωματικός ακυρώνει προηγούμενο παράγγελμά του. Συχνά υποκαθιστά το (σπανίως λεγόμενο προς κατώτερο) «συγνώμη».

άλφα-άλφα: Aδικαιολoγήτως απών, εννοείται από κάποιο προσκλητήριο. Ημιεπίσημη συντομογραφία, ιδιαίτερα διαδο­μένη στα Κέντρα, π.χ. «Θα σε βγάλω άλφα-άλφα!»

άλφα-ταυ: Αμερικάνικη πλατιά ζώνη. Λέγεται έτσι επειδή κλείνει με μια αγκράφα της οποίας το ένα άκρο έχει σχήμα άλ­φα και το άλλο σχήμα ταυ. Δεν μοιράζεται —αυτή την εποχή — στους φαντάρους, αλλά πολλοί την αγοράζουν μια και θεωρεί­ται το ουκ άνευ της αμφίεσης του παλιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Ογδόνταζ, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 314 Σχόλια »

Το φάντασμα στα πορτοκάλια

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2012

Την Κυριακή βάζουμε λογοτεχνικό θέμα, αλλά επειδή λόγω διακοπών το κατάστημα δεν ανεβάζει καινούργια άρθρα αλλά ανακυκλώνει παλαιότερα, είχα την επιλογή ή να παρουσιάσω ένα παλιότερο λογοτεχνικό ή να ευλογήσω τα γένια μου και να βάλω ένα παλιό δικό μου διήγημα, που το θυμήθηκα διότι κατά σύμπτωση τις προάλλες αναδημοσιεύτηκε σε ένα άλλο ιστολόγιο. Τελικά έλυσα το δίλημμα υπέρ της δεύτερης επιλογής διότι χτες έτυχε και είδα μια ελληνική ταινία, τους Γενναίους της Σαμοθράκης, που έχει καναδυό θέματα παρόμοια με αυτά που περιγράφονται στο διήγημα.

Το διήγημα λέγεται «Το φάντασμα στα πορτοκάλια» και περιλαμβάνεται στη συλλογή (φανταρίστικων) διηγημάτων «Μετά την αποψίλωση» (Σύγχρονη Εποχή, 1987, 2η έκδοση 1989), που ίσως να έχει εξαντληθεί πια. Δυο ακόμα διηγήματα από το ίδιο βιβλίο τα έχω ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο (στο κάτω μέρος της σελίδας).

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΣΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

Ό,τι είχαμε αλλάξει τάγμα, από βασική σε ειδική, δεύτερη μέρα, δεν είχαμε καλά-καλά βγάλει τα γράσα απ’ τα μάτια μας, κι ήρθανε τα μαντάτα για το Φάντασμα. Είχαμε δηλαδή πάρει τις καινούργιες τις σκοπιές και κάναμε ανταλλαγή πείρας, κι έλεγε ο καθένας για τη σκοπιά που του ‘χε τύχει την πρώτη μέρα, πώς ήταν, τι κατατόπια έχει, αν τηνε πιάνει τ’ αγιάζι, από πού έρχεται ο εφοδεύοντας, τι ευκαιρίες έχει για λούφα, μην παν κι οι άλλοι απροετοίμαστοι. Οι και­νούργιες τώρα οι σκοπιές ήτανε σχεδόν όλες τετριμμένα πράματα, ένα φυλάκιο μικρό, ένα μεγάλο, κάτι σκοπιές στο Καψιμί νυχτερινές που τις βάλαν για να μην έχουμε πολλές εξόδους, μία στ’ αρτοποιεία μην έρθει ο Τούρκος και μας πάρει το ψωμί, μία στις τουαλέτες μην έρθει και μας χέσει, τέτοια. Όχι όμως όλες· ήτανε και δύο με μυστήρια ονόματα, Τομέας Γάμα και Γεώτρηση. Και ο μεν Τομέας Γάμα, απ’ ότι απεδείχθη, δεν ήταν παρά ένα φυλάκιο μες την ερημιά, απέναντι απ’ το στρατόπεδο και τέσσερα χιλιόμετρα πιο πέ­ρα, με κάτι αποθήκες πυρομαχικών, νέκρα σκέτη. Αλλά η Γεώτρηση, αυτή ήταν αλλιώς.

Να εξηγήσω όμως λίγο την τοπογραφία της περιοχής· λοιπόν, πρώτα ήταν η πόλη —σιγά την πόλη—, του νομού η πρωτεύουσα· στα δώδεκα χιλιόμετρα απόσταση ήτανε το στρατόπεδο· πίσω απ’ το στρατόπεδο, στα τριάμιση χιλιόμε­τρα, ήτανε το χωριό, Δροσοπηγή το λέγαν κι ήταν όντως, γε­μάτο στα νερά· στα πόδια του βουνού· αριστερά απ’ το χωριό, άρχιζαν τα περβόλια, πορτοκαλιές το πιο πολύ- τόπος μαγευτικός. Σαν είχες έξοδο ολοήμερη, απ’ το μεσημέρι, πήγαινες στην πόλη, αν πάλι είχες κουτσή, από τ’ απόγεμα, οι μερακλήδες προτιμούσαν το χωριό. Βέβαια, οι πιο πολλοί δεν ήταν μερακλήδες, ευτυχώς, και πήγαιναν κακήν κακώς στην πόλη —μεγάλοι γόητες— και καρφωνόνταν μες την παμπ με ένα βίσκι ανά χείρας να χαμογελάν ηλίθια μπας και γιαλίσουνε σε καμιά γκόμενα —όπερ αδύνατο γιατί στα μέ­ρη τα μικρά, τα στρατοκρατούμενα, τα θηλυκά έχουν ανα­πτύξει άλλου είδους αντισώματα κι άμα δεν είσαι από δόκι­μος κι απάνω —ή γιατρός— κοπέλα ντόπια δεν κυκλοφο­ράς, αυτό είναι νόμος απαράβατος —και όπως έλεγε κι ο ταγματάρχης εξ υπαξιωματικών ο Κορδορούμπης, άνθρωπος πολύπειρος, «ρε μάγκες, απ’ όσους κυκλοφόρεσαν γυναίκα μες την πόλη τούτη δω, το ενενήντα τα εκατό τη φόρεσαν την κουλούρα» —ο ίδιος, συγκατέλεγε εαυτόν στο δέκα ταεκατό των υπολοίπων, έχοντας σ’ άλλη μικρή πόλη πα­ντρευτεί. Αλλά με τις γυναίκες ξεστρατίσαμε· η ουσία είναι που, επειδή οι μερακλήδες ήταν λίγοι, η Γεώτρηση δεν είχε γίνει από πριν πλατιά γνωστή. Γιατί η Γεώτρηση ήταν μέσα στα περβόλια, στου χωριού το έβγα, ένα σπιτάκι πνιγμένο στις πορτοκαλιές και στο πρασινάδι, μ’ ένα ποταμάκι πλάι, όνειρο. Μες το σπιτάκι ήτανε τ’ αντλιοστάσιο που τροφοδοτούσε με νερό το Κέντρο μας, ήτανε και δυο παλιοί φαντά­ροι, μουσουλμάνοι, Τούρκοι που τους λέγαμε, από τον Εχίνο, που πρόσεχαν τις αντλίες και τ’ άλλα μαραφέτια, μόνιμο προσωπικό. Και πήγαιναν και κάθε βράδι τέσσεροι φα­ντάροι νέοι, σαν κι εμάς καληώρα, σκοποί εκεί, μην έρθει ο οχτρός και δηλητηριάσει τη Γεώτρηση και πάμε όλοι μας χαράμι —όπως μας έλεγε, και φαινόταν να το λέει σοβαρά, ο λοχαγός μας μια μέρα που μας ενημέρωνε για τα εκεί καθήκοντα· κι εμείς ανοίγαμε μια στοματάρα νά και φρικιούσαμε φρίκη μεγάλη που υπάρχουν τέτοιοι ανώνυμοι σα­τανικοί οχτροί και ελλοχεύουν. Μα δεν μας τα ‘πε όλα ο κύριος λοχαγός· γιατί μπορεί εχθρός να μην τόλμησε στη Γεώτρηση να ελλοχέψει, αλλ’ απ’ τη δεύτερη τη μέρα φάνη­κε το Φάντασμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Στρατός | Με ετικέτα: , | 48 Σχόλια »