Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μετέωρα’

Περαστικός απ’ τα Μετέωρα (αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)

Posted by sarant στο 1 Σεπτεμβρίου, 2019

Κυριακή και πρώτη του μηνός σήμερα οπότε έχουμε σύγκρουση λογοτεχνικής ύλης (διότι Κυριακή) και μηνολογίου (διότι πρώτη του μηνός). Συνήθως στη σύγκρουση αυτή υποχωρεί η λογοτεχνική ύλη, σήμερα όμως θα κάνουμε εξαίρεση και θα μεταθέσουμε το μηνολόγιο για αύριο. Ο λόγος είναι πως θέλω να τιμήσω μιαν επέτειο.

Στις 29 Αυγούστου 1956 είχαμε τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στα 47 του χρόνια, όταν η καρδιά του δεν άντεξε τους εξοντωτικούς ρυθμούς δουλειάς του επαγγελματία γραφιά. Ο γιος του μού στέλνει ένα άγνωστο αφήγημα του Κοτζιούλα, στο οποίο ο ποιητής αφηγείται πώς έφυγε από τη χειμαζόμενη Αθήνα τον πρωτο χειμώνα της Κατοχής, τον Νοέμβρη του 1941, για να αποφύγει τον σχεδόν βέβαιο θάνατο από πείνα. Η γενέθλια Πλατανούσα, αν και πάμφτωχη, μπορούσε να του εξασφαλίσει την επιβίωση.

Ο Κοτζιούλας δημοσίευσε το αφήγημά του το 1948 σε συνθήκες εμφυλίου. Ίσως γι’ αυτό να αναφέρει πως δεν ξαναπέρασε από την Καλαμπάκα μετά το 1941. Από τα ημερολόγιά του, που σύμφωνα με τις ενδείξεις θα εκδοθούν επιτέλους φέτος, ξέρουμε ότι μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, στη συντεταγμένη αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τα Γιάννενα, φυσικά μέσω Κατάρας, πέρασε και από την Καλαμπάκα. Εκτός αν εννοεί ότι τη δεύτερη φορά δεν έμεινε εκεί.

Τα μπακέτα για τα οποία γίνεται λόγος στο αφήγημα είναι πακέτα καπνό που έφερνε στον πατέρα του.

Γ. Κοτζιούλας, Περαστικός απ’ τα Μετέωρα, Μετέωρα*, τεύχ. 2 (1948) 62-64.

* Περιοδικό του ΕΜΟΤ (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων).

Θυμάμαι τον πρώτο χειμώνα της σκλαβιάς και της πείνας, το μαύρο χειμώνα του 41. Τότε μ’ έφερε η τύχη να περάσω κι εγώ για πρώτη φορά απ’ την Καλαμπάκα. Τότε ανέβηκα κι εγώ, προσκυνητής της περίστασης, στα φημισμένα Μετέωρα.

Σαν πουλιά που τα κυνηγάει ανεμική, έφευγαν οι άνθρωποι μπουλούκια απ’ τη ρημαγμένη πρωτεύουσα, που φτωχομάνα των επαρχιωτών ως τα χτες, είχε καταντήσει τώρα με τους Γερμανούς κολασμένο στρατόπεδο, κοιλάδα των δακρύων. Πουλούσαν ό,τι είχαν ο καθένας κι όσο όσο, κοιτάζοντας όπως μπορούσαν να βγάλουν την άδεια απ’ τους Ιταλούς για να πάρουν τα μάτια τους μια ώρα αρχύτερα και να ζητήσουν άσυλο στις πρώτες φωλιές τους, στις φτωχούλες πατρίδες που καρτερούσαν όλο στοργή τα κακότυχα παιδιά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Κατοχή, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »