Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μικροφιλολογικά’

Όπλα και εργαλεία (άρθρο του Φάνη Κακριδή)

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2018

Την περασμένη Κυριακή παρουσίασα ένα άρθρο μου που αρχικά είχε δημοσιευτεί στο πιο πρόσφατο τεύχος, το 43ο, του περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο έχω τη χαρά να συνεργαζομαι.

Είπα τότε ότι ενδέχεται να παρουσιάσω στο μέλλον και άλλα άρθρα του τεύχους αυτού. Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του Φάνη Κακριδή. Ο Κακριδής συνεργάζεται τακτικά με το περιοδικό με άρθρα που αναλύουν το πώς παρουσιάζεται ένα μοτίβο στην αρχαία γραμματεία και στη νεότερη λογοτεχνία. Το άρθρο που θα παρουσιάσω σήμερα μου άρεσε πολύ και του ζήτησα την άδεια να το παρουσιάσω εδώ.

Όπλα και εργαλεία

Αν ήταν κι ένα μονάχα να ευχηθούν οι απλοί άνθρωποι στον σημερινό κόσμο, σίγουρα θα διάλεγαν ν’ απαγορευτεί η παραγωγή όπλων. Ίσως έτσι να σταματούσαν οι πόλεμοι, και τα εργοστάσια να κατασκεύαζαν μόνο τα χρειαζούμενα για μιαν ειρηνική ζωή. Το αίτημα δεν είναι καινούριο, και είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τις παραλλαγές του, πώς διατυπώθηκε σε διάφορες εποχές, λαούς και τόπους, ιδιαίτερα στη νεότερη Ελλάδα.

1. Στον δρόμο προς το κτίριο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών οι επισκέπτες διαβάζουν χαραγμένο σε πλάκα ένα εδάφιο από το βιβλίο Ησαΐας της Παλαιάς Διαθήκης, όπου νόμος καὶ λόγος Κυρίουκρινεῖ ἀνὰ μέσον τῶν ἐθνῶν καὶ ἐλέγξει λαὸν πολύν, καὶ συγκόψουσιν τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας (τα δόρατα) αὐτῶν εἰς δρέπανα, καὶ οὐ λήμψεται ἔτι ἔθνος ἐπ’ ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν (2,4). Αν, όπως είναι πολύ πιθανό, το χωρίο ανήκει στον αρχικό πυρήνα του βιβλίου, που ο προφήτης τον έγραψε με το χέρι του 700 και παραπάνω χρόνια πριν από τον Χριστό, τότε ο Ησαΐας ήταν ο πρώτος που διατύπωσε παραστατικά τον αιώνιο πόθο των λαών να ειρηνέψουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Εργατικό κίνημα, Εθνική αντίσταση, Τραγούδια, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 708 Σχόλια »

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας (Χρονογράφημα του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2018

Κυκλοφόρησε πριν απο μερικές μέρες το 43ο τεύχος (Άνοιξη 2018) του εξαμηνιαίου περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικά εδω και μερικά χρόνια.

Όπως συνηθίζω, τις συνεργασίες μου στα Μικροφιλολογικά τις αναδημοσιεύω εδώ, στο ιστολόγιο, φυσικά αφού κυκλοφορήσει το τεύχος. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα.

Παρόλο που αρκετά από τα θέματα του περιοδικού έχουν ειδικό κυπριακό ενδιαφέρον, η ύλη του ασχολείται με ολόκληρη την ελληνική λογοτεχνία και σας συνιστώ να το αναζητήσετε -ακόμα καλύτερα, να γραφτειτε συνδρομητές, προς 15 ευρώ τον χρόνο (πρέπει να στείλετε ηλεμήνυμα στον Λευτέρη Παπαλεοντίου, που τη διεύθυνσή του τη βρίσκετε εδώ).

Δεν αποκλείεται να παρουσιάσω στο μέλλον και κάποιο άλλο από τα άρθρα του τεύχους αυτού. Προς το παρόν αναδημοσιεύω το δικό μου άρθρο, το οποίο παρουσιάζει ένα χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη αλλά και ένα πεζό ποίημα του ποιητή για το οποίο γινεται λόγος στο χρονογράφημα.

 

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας – Χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Στην αυτοβιογραφία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο ποιητής αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία ο πατέρας του, στρατιωτικός καριέρας, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών μετά την επανάσταση (ορθότερα ίσως «προνουντσιαμέντο») του 1909. Η περίοδος αυτή ήταν σύντομη· διάρκεσε λίγο περισσότερο από 4 μήνες (Αύγουστος – Δεκέμβριος 1909), καθώς ο πατέρας Λαπαθιώτης ήταν χαρακτήρας ασυμβίβαστος και οξύθυμος κι έτσι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ύστερα από μια έντονη σύγκρουση που είχε στη Βουλή με την (εχθρική προς την επανάσταση) πλειοψηφία των βουλευτών.

Γράφει λοιπόν ο Λαπαθιώτης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Πεζό ποίημα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 44 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Το μυστηριώδες Ιφ

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2017

Tο άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά Τετράδια 23, τεύχος αφιερωμένο στη μνήμη του Σάββα Παύλου, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με το τεύχος 41 (Άνοιξη 2017) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά. Με τα Μικροφιλολογικά συνεργάζομαι εδώ και αρκετά χρόνια και τις συνεργασίες μου τις δημοσιεύω συνήθως τις Κυριακές. Σήμερα κάνω μια εξαίρεση επειδή το άρθρο δεν είναι αμιγώς μικροφιλολογικό αλλά επίσης λεξικογραφικό-λαογραφικό.

mft23Ο Σάββας Παύλου (1951-2016) ήταν συνιδρυτής των Μικροφιλολογικών -από την αρχική τριάδα μένει τώρα ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου. Πέρυσι που πέθανε, είχα γράψει λίγα λόγια, ανάμεσα στα οποία για ένα χρέος που όφειλα να ξεπληρώσω -και που είναι τούτο το άρθρο.

 

Το μυστηριώδες Ιφ

Στη μνήμη του Σάββα Παύλου

Δεν εννοώ το αγγλικό If, που είναι και τίτλος του πασίγνωστου, πολυμεταφρασμένου και πολυπαραφρασμένου ποιήματος του Κίπλινγκ, ούτε το νησί Ιφ που το μάθαμε από τον Κόμη Μοντεκρίστο του Δουμά, αλλά το επιφώνημα των βλάμηδων και κουτσαβάκηδων, που, αν διεκδικεί μια θέση στη γραμματεία μας, είναι επειδή το απαθανάτισε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, βάζοντάς το στον τίτλο ενός   «κουτσαβάκικου», όπως το λέει, ποιήματός του, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1904, αφιερωμένο στον Αλέξ. Πάλλη (τεύχος 106, 25.7.1904):

ΙΦ

Έλα να φύγουμε μαζί
μωρή μαργκόλφω κοπελιά,
και μη με βάλεις σε μπελιά,
να ζει η μανούλα σου, να ζει
έλα να φύγουμε μαζί.

Για οικονομία του χώρου δεν θα παραθέσω ολόκληρο το ποίημα (ολόκληρο υπάρχει εδώ), που αποτελείται από εφτά πεντάστιχες στροφές, παρά μόνο την πέμπτη στροφή, όπου εμφανίζεται η λέξη του τίτλου:

Ιφ, κι α δεν κάμεις ράι, ναρθείς
απόψε βράδυ στο στενό,
μα το Σταβρό, που προσκυνώ,
ταχιά δε θα ξημερωθείς,
και θα χαθώ, μα θα χαθείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 183 Σχόλια »

«Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ» -δυο επιστολές για ένα ποίημα

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2016

Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες το 40ό τεύχος (Φθινόπωρο 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο έχω τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι ταχτικά εδώ και μερικά χρόνια. Το περιοδικό ασχολείται, όπως λέει ο τίτλος του, με ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λεπτομέρειες ή υποσημειώσεις: αθησαύριστα έργα, συμπληρώσεις της βιβλιογραφίας, επιστολές λογοτεχνών. Τα Μικροφιλολογικά βγάζουν δύο τεύχη το χρόνο κι έτσι με το 40ό τεύχος κλείνουν 20 χρόνια ζωής. Μαζί με το κυρίως τεύχος συνήθως κυκλοφορούν και ένα ή δύο τετράδια με έκτακτη ύλη, που έχουν εκτενέστερες δημοσιεύσεις αφιερωματικού χαρακτήρα. Έτσι, μαζί με το 40ό τεύχος των ΜΦ κυκλοφορούν και δύο «Μικροφιλολογικά τετράδια», το ένα με επιστολές Αναγνωστάκη-Σινόπουλου και το άλλο με συμπληρώματα της καβαφικής βιβλιογραφίας  από τον φίλο Λευτέρη Παπαλεοντίου.

Το νέο τεύχος έχει πολύ ενδιαφέρουσα ύλη αλλά επειδή δεν το έχω πάρει ακόμα στα χέρια μου θα περιοριστώ προς το παρόν να παρουσιάσω εδώ το δικό μου άρθρο, που έχει για αντικείμενο δυο επιστολές του αγαπημένου μου Ναπ. Λαπαθιώτη προς τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, οι οποίες φωτίζουν ένα μικροφιλολογικό ζήτημα. Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά αλλά προσθέτω κάποιους συνδέσμους και τις φωτογραφίες των χειρογράφων.

Δυο επιστολές του Ν. Λαπαθιώτη στον Γ. Μυλωνογιάννη και ένα απλό παιδί

Στο τμήμα του αρχείου Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ υπάρχουν και αρκετές επιστολές προς τον ποιητή και κριτικό Γιώργο Μυλωνογιάννη (για τον οποίο, βλ. παλιότερο άρθρο μας), με τον οποίο ο Λαπαθιώτης συνδεόταν φιλικά και συνεργαζόταν στα φιλολογικά, ιδίως στη δεκαετία του 1930.

Θα παρουσιάσω σήμερα δύο από τις επιστολές αυτές, η πρώτη από τις οποίες θέτει ένα μικροφιλολογικό πρόβλημα, στο οποίο η δεύτερη δίνει την απάντηση–που δεν έχει ως τώρα προσεχτεί.

Η πρώτη επιστολή φέρει ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1935 και είναι γραμμένη όχι στο συνηθισμένο επιστολόχαρτο που αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Λαπαθιώτης αλλά σε κόλλα διαγωνισμού Α4 με ρίγες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

Φώναξε τα παιδιά (εις μνήμην Σάββα Παύλου)

Posted by sarant στο 10 Απρίλιος, 2016

savpavΤο ιστολόγιο θέλει σήμερα να τιμήσει τη μνήμη του Σάββα Παύλου (1951-2016), που πέθανε την Τρίτη που μας πέρασε στη Λευκωσία, νικημένος από τον καρκίνο στα 65 του χρόνια. Ο Σάββας Παύλου ήταν φιλόλογος, γεννημένος στη Λευκωσία, με καταγωγή από την Κοκκινοτριμιθιά, όπου και κηδεύτηκε, γι’ αυτό και ένα του ψευδώνυμο ήταν Ερυθροτερμινθεύς. Ήταν μελετητής του Σεφέρη, έγραψε διηγήματα και ποιήματα, μελέτες και δοκίμια, επιφυλλίδες και φιλολογικά σημειώματα -βιογραφικά και εργογραφικά του στοιχεία βρίσκετε εδώ.

Δεν έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά -η Κύπρος κείται μακράν- αλλά είχαμε ηλεκτρονική γνωριμία, μια και ήταν ένας από τους εκδότες του καλού φιλολογικού περιοδικού Μικροφιλολογικά που εκδίδεται δυο φορές το χρόνο στην Λευκωσία, με το οποίο συνεργάζομαι.

Eίχαμε ανταλλάξει κάποια βιβλία, και ένα παλιότερο (σχεδόν προ πενταετίας!) άρθρο του ιστολογίου πήρε αφορμή από δικό του κείμενο. Σε πολλά δεν συμφωνούσαμε, πολιτικά ας πούμε, αλλά υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση. Πριν από 3-4 χρόνια, μού έστειλε ένα κείμενό του για ένα θέμα φιλολογικό-λαογραφικό, που, κατά σύμπτωση, το ερευνούσα κι εγώ και μου ζητούσε τη γνώμη μου. Του έστειλα κάποια στοιχεία που είχα βρει, και του πρότεινα να φτιάξουμε ένα άρθρο μαζί. Όχι, μου λέει, φτιάξε το εσύ, τα πιο πολλά εσύ τα βρήκες. Με τούτα και με κείνα, το αμέλησα (αν και δεν το ξέχασα) -και τώρα το χρωστάω. Θα φροντίσω να ξοφλήσω αυτό το χρέος.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα, «Φώναξε τα παιδιά», είναι παρμένο από την τελευταία του συλλογή διηγημάτων που έχει τον ίδιο τίτλο και κυκλοφόρησε πέρυσι. Το βιβλίο το είχα αγοράσει πριν από δυο τρεις μήνες από το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο και μάλιστα λογάριαζα μια απο αυτές τις Κυριακές να παρουσιάσω ένα άλλο διήγημά του, που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, παιχνιδιάρικο, τα «Επικίνδυνα υποκοριστικά». Ωστόσο, θα το αφήσω για μιαν άλλη φορά, διότι είναι αταίριαστο για αποχαιρετιστήριο, ενώ τούτο εδώ ταιριάζει απόλυτα -θα έλεγε κανείς πως είναι γραμμένο με αυτό τον σκοπό κατά νου.

Είναι γραμμένο επίσης, όπως μας λέει ο υπότιτλος, «με τον τρόπο του Γιώργου Ιωάννου», αφηγείται δηλαδή ιστορίες από τη ζωή του με χαλαρό αλλά υπαρκτόν ειρμό -αγαπημένος αφηγηματικός τρόπος, έχω γράψει κι εγώ έτσι.

Να πούμε ακόμα πως ο τίτλος, όπως εξηγεί άλλωστε και ο Σάββας, είναι παρμένος από στίχο του Σεφέρη:

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Όλο το ποίημα, εδώ.

Ας αποχαιρετήσουμε τον Σάββα Παύλου.

 

Φώναξε τα παιδιά

                                                         Με τον τρόπο του Γιώργου Ιωάννου

Μ’ αρέσει η νεκρώσιμος ακολουθία της ορθοδόξου ημών εκ­κλησίας. Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι όταν θάβουν τους δικούς τους, οι καθολικοί να πούμε, αν όμως λένε κάτι διαφορετικό, είμαι έτοιμος να ομόσω εναντίον του παπισμού ξανά, γιατί αυτά είναι σοβαρά πράματα. Και να δείτε τότε που θ’ ανασύ­ρω και το θέμα του «φιλιόκβε» αλλά και τόσα άλλα. Είναι και που δεν μ’ αρέσουν αυτές οι νερουλιασμένες μουσικές από εκ­κλησιαστικό όργανο, που είδα στις κηδείες των καθολικών. Στο σινεμά, εννοείται, γιατί εγώ δεν πατώ στις εκκλησίες τους. Kι ας λένε μερικοί φίλοι ότι πήγαν, είδαν κι άκουσαν, και δήθεν ότι. Έχουν κάτι το σιροπιαστό αυτές οι μουσικές τους, εμάς είναι μόνο φωνή, ψαλμωδία καίρια. Κι ύστερα, τόσοι θάφτηκαν γρήγορα-γρήγορα στους πολέμους ή στα πέλαγα σε καραβόπανο τυλιγμένοι, σε νησιά ναυαγών και σ’ ερημιές, κυνηγημένοι φυγάδες και ληστές. Όταν τους θάβουν οι δικοί μας, σκέφτομαι ότι και σ’ αυτές τις έκτακτες καταστάσεις θα λυτρώνονται, γιατί έκαναν αυτό που έπρεπε, τρεις ψαλμωδίες και στο χώμα, οι άλλοι θα νιώθουν σίγουρα λειψά, θα σκέφτονται που’ναι το όργανο να παίξει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Κύπρος | Με ετικέτα: , , , | 100 Σχόλια »

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο «Σάλπισμα» του Ναπ. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 3 Απρίλιος, 2016

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 (άνοιξη 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι ταχτικά. Παρουσιάζω σε αυτό ένα αθησαύριστο ποίημα του Ν. Λαπαθιώτη, ενός ποιητή που με το έργο του ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια. Γενικά, μου αρέσει να αναζητώ αθησαύριστα έργα και χαίρομαι πολύ όταν τα ανακαλύπτω, παρόλο που πολύ σπάνια ένα χαμένο έργο θα αλλάξει την εικόνα που έχουμε για έναν λογοτέχνη -θα προσθέσει απλώς μια ψηφίδα.

Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο μου, προσθέτοντας συνδέσμους. Επίσης, βάζω και ένα άλλο (όχι άγνωστο) ποίημα του Λαπαθιώτη, που κάνει αντίστιξη με το «Σάλπισμα» και που δεν το έβαλα στο έντυπο άρθρο επειδή υπήρχε περιορισμός χώρου. Εδώ, δόξα ο Θεός, δεν φοβόμαστε μήπως εξαντληθούν τα καναδέζικα ηλεδάση.

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο Σάλπισμα του Ναπ. Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών έχω παρουσιάσει αθησαύριστα επικαιρικά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένα την εποχή του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. («Εις τον θάνατον των υιών του Ριτσιότη Γαριβάλδη» (τχ. 29, 51-54), δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1915, και «Κατάρα» (τχ. 31, 29-32), δημοσιευμένο τον Ιούνιο του 1917). Επικαιρικό και αθησαύριστο είναι και το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα, αλλά έχει γραφτεί νωρίτερα, την εποχή των βαλκανικών πολέμων.

Ως τώρα, είναι γνωστά δύο ποιήματα του Λαπαθιώτη για τους βαλκανικούς πολέμους: τα «Stabat Mater Dolorosa» (Νουμάς, Νοέμβριος 1912) και «Οι αγύριστοι» (Ακρόπολις, 22 Ιουλίου 1913). Και τα δύο είναι αντιπολεμικά, μάλιστα το πρώτο είχε γίνει και αντικείμενο χλεύης και παρωδίας από τον συντηρητικό τύπο της εποχής του (βλ. Λαπαθιώτη Η ζωή μου, σε επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, σελ. 210-212). Και τα δυο εστιάζονται όχι σε πολεμικές δόξες αλλά στον καημό των μανάδων που θρηνούν τους νεκρούς γιους τους, ενώ και τα δυο είναι γραμμένα ύστερα από μιαν αποφασιστική καμπή του πολέμου: το πρώτο ύστερα από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ενώ το δεύτερο μετά την ανακωχή και τον τερματισμό των επιχειρήσεων στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο.

Το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα διαφέρει ριζικά: όχι απλώς δεν είναι αντιπολεμικό, αλλά μάλλον πολεμοχαρές πρέπει να χαρακτηριστεί. Αυτό άλλωστε εξαγγέλλει και ο ποιητής στους δυο πρώτους στίχους του.

Δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 4 Ιουλίου 1913, στη 2η σελίδα. Στην εδώ δημοσίευση μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία αλλά διατηρώ τη γραφή κάποιων λέξεων με αρχικό κεφαλαίο.

 

Σάλπισμα!…

Το Λυδικόν τρόπο ας κοιμήσω,
τον πλιο γερό ρυθμό να πάρω,
τα σωτικά να τρικυμίσω,
ναν τα γιομίσω από το Μίσο
της Βουλγαριάς και των Βουλγάρω.

Πέρα απ’ το πέλαο το γαλάζο
σα μπόρα την Κραυγή μου λύνω,
τον πράο το στίχο τον αλλάζω,
και μέσ’ στα τρίστρατα αλαλάζω
την παλιά Δόξα των Eλλήνω.

Εντός μου εκόχλασεν η μπόρα,
και μιαν αποθυμιάν ελύθη
μέσ’ την ψυχή μου· πώς να ημπόρα
ναν τα μεταναστήσει τώρα
όσα που τα κατάπιε η Λήθη.

Τα χρυσά χρόνια, τα χαμένα
Ώ Λαέ, καλέ και τρισμεγάλε.
Τραβώντας τα απ’ τον ύπνο –ωιμένα.
Δοσμένο ας ήτανε σε μένα,
στον Ήλιο ναν τα υψώσω πάλε!

Τη Δόξα –του κορμιού του αλκίμου
που σκέπη το ίδιο φως του εφόρειε
μελώδισέ τη, ω μουσική μου.
(Κάτου απ’ τα δάφνα κοίμου, ω κοίμου.
Τρισεύγενε Αθηναίε πανώριε…)

Ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα
χρόνια χρυσά, μέρες και μήνες.
Ελάτε, ελάτε ασημωμένα,
ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα,
Μαραθώνες και Σαλαμίνες!

Απάνου απ’ όλους θαν τις σείσω
τις Δόξες σας –κι από το νόημά τους
τα στήθια θαν τα πλημμυρίσω·
–από θυμόν παλικαρίσον
όλους ναν τους ιδώ γιομάτους.

Όλη η Φυλή, η Φυλή ν’ αντρειέψει,
να γίνει θάμπος μέσ’ τα θάμπη,
κι ιλαρό δάκρυο να μουσκέψει
τα μάτια –και να λάμψει η Σκέψη
όπου το θείο τους νόημα θα ’μπει…

Ω Πνεύμα, Δίκαιο Πνεύμα, δράμε
εσύ που τ’ άκουσες και τα ’δες,
και την ψυχήν μας όλην κάμε
μια φλόγα, ένα σπαθί, να πάμε
εκδικητές και νικητάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 117 Σχόλια »

Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό στην επέτειο του Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2016

Το ιστολόγιο κατά βάθος τηρεί τις παραδόσεις, ιδίως εκείνες που έχει θεσπίσει το ίδιο -και μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου μας είναι ότι κάθε χρόνο, στην επέτειο της γέννησης του ποιητή (31 Οκτωβρίου) όπως και στην επέτειο του θανάτου του (8 Ιανουαρίου), είτε ανήμερα είτε την πιο κοντινή Κυριακή, δημοσιεύουμε ένα λαπαθιωτικό άρθρο, συχνά ένα άρθρο στο οποίο παρουσιάζεται κάποιο αθησαύριστο κείμενο του αγαπημένου μου συγγραφέα.

Το σημερινό άρθρο τηρεί την παράδοση, αλλά με μια διαφορά. Ναι μεν παρουσιάζω και σήμερα ένα αθησαύριστο κείμενο του Λαπαθιώτη, όχι όμως (όπως συνήθως) ένα κείμενο που το έχω βρει εγώ. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζω (κοκκινίζοντας, αλλά έτσι μου πρέπει) μια μεγαλοπρεπή γκάφα που είχα κάνει σε προηγούμενο λαπαθιωτικό άρθρο μου.

Συγκεκριμένα, στο περυσινό επετειακό άρθρο είχα αναφερθεί σε μια σειρά πεζοτράγουδα που δημοσίευσε ο Λαπαθιώτης στην εφημερίδα Έθνος το 1923-24, όπου, ανάμεσα σε μεταφρασμένα από τον ίδιο πεζά διαφόρων συγγραφέων, έβαζε και μερικά δικά του πεζά ποιήματα, παρουσιάζοντάς τα τάχα ως μεταφράσεις από το γαλλικό πρωτότυπο του ανύπαρκτου συγγραφέα Montfonon, που θα πει mon faux nom δηλαδή «το πλαστό μου όνομα».

Για το τέχνασμα αυτό του Λαπαθιώτη με τον Montfonon είχε γράψει το 1964 ο Κλέων Παράσχος, σε άρθρο με αναμνήσεις από τον φίλο του τον Λαπαθιώτη: Κάποτε, στην εφημερίδα Έθνος δημοσίευε μεταφράσεις ξένων διηγημάτων. Ο συγγραφέας ενός από τα διηγήματα αυτά ήταν ο… πασίγνωστος Baron Letruc de Monfaunom, δηλαδή ο «Βαρόνος Τοκόλπο του Ψευδονόματός μου». Το διήγημα ήταν του Λαπαθιώτη και είχε επινοήσει ένα συγγραφέα, βαρόνο κιόλας, για να το περάσει για ξένο.

Διαβάζοντας την ανάμνηση του Παράσχου, είχα (προπετώς) υποθέσει ότι ο Παράσχος, γράφοντας σαράντα χρόνια αργότερα από το γεγονός, θυμάται λάθος τις λεπτομέρειες, κι έτσι έγραψα: «Ο ανύπαρκτος συγγραφέας που έπλασε ο Λαπαθιώτης δεν είχε βέβαια το εξωφρενικό όνομα Baron Letruc de Monfaunom, που το λογοπαίγνιό του κάνει μπαμ από τρία μίλια μακριά (ιδίως στη γαλλόφωνη αθηναϊκή διανόηση του μεσοπόλεμου), αλλά το πεζότερο και σεμνότερο Montfonon, χωρίς τίτλο ευγενείας».

Κούνια που με κούναγε! Ο Παράσχος θυμότανε ολόσωστα, αλλά αναφερόταν σε προηγούμενες δημοσιεύσεις του Λαπαθιώτη στο Έθνος, όχι το 1923-24 αλλά το 1919-20, όταν είχε κάνει για πρώτη φορά το ίδιο κόλπο με τον ψεύτικο Γάλλο βαρόνο-συγγραφέα.

Καλά να πάθω. Ο φίλος Τραϊανός Μάνος, σεμνότερος από εμένα, πήρε τοις μετρητοίς την ανάμνηση του Κλ. Παράσχου, έψαξε στο σώμα της εφημ. Έθνος και βρήκε τις παλαιότερες αυτές συνεργασίες του Λαπαθιώτη, και τις παρουσίασε στο τελευταίο τεύχος (τχ. 38, φθινόπωρο 2015) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας. Και βέβαια, ο Λαπαθιώτης είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Baron Letruc de Montfonon, σχεδόν όπως το θυμόταν ο Κλ. Παράσχος.

Δεν είναι και τόσο σπάνιο αυτό το είδος φιλολογικής φάρσας, να επινοεί κάποιος έναν ανύπαρκτο ξένο δημιουργό και να του χαρίζει την πατρότητα των δικών του έργων, κι ο ίδιος να εμφανίζεται απλός μεταφραστής τους. Στην Ελλάδα, πρώτος το έκανε ο Θεόδωρος Λασκαρίδης, που το 1920 «μετέφρασε» τα αντιπολεμικά διηγήματα του «διάσημου Βούλγαρου Π. Σλαβέικοφ», και λίγο αργότερα αποκάλυψε πως ήταν δικά του. Μεταπολεμικά, ο Τάσος Παππάς έκανε το ίδιο τέχνασμα, πολύ πιο διάσημο, με τα Τραγούδια του Παθανάρες -του ανύπαρκτου Παθανάρες. (Περισσότερα και για τους δύο, σε παλιό μας άρθρο -και ειδικά για τον Λασκαρίδη δείτε και το Φονικό μοιραίο βόλι, βιβλίο σε δική μου επιμέλεια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , | 35 Σχόλια »

Το πάθημα του Μποχώρη και μια ακατάγραπτη συνεργασία του Κώστα Βάρναλη με εφημερίδα

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2015

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να μελετάω τις συνεργασίες του Κώστα Βάρναλη με καθημερινές εφημερίδες, με σκοπό να εκδώσω, από τις εκδόσεις Αρχείο, τα χρονογραφήματά του, κάτι που θα αρχίσει από του χρόνου. Ψάχνοντας τις εφημερίδες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, εντόπισα σε μια βραχύβια αριστερή εφημερίδα, τη Δημοκρατική, μια στήλη τακτικού συνεργάτη που υπογραφόταν με τα αρχικά Κ.Β. Αμέσως σκέφτηκα τον Βάρναλη, αφού και το ύφος γραφής έμοιαζε -και όταν είδα ότι και η θεματολογία των επιφυλλίδων ήταν ταιριαστή με τα θέματα που αγαπούσε να θίγει ο Βάρναλης στα χρονογραφήματά του της εποχής, δεν μου έμενε πια καμιά αμφιβολία.

Για τη φιλολογική αυτή «ανακάλυψη», έγραψα ένα άρθρο, που δημοσιεύτηκε στο καλό κυπριακό περιοδικό Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι τα τελευταία χρόνια, στο τεύχος 38 (Φθινόπωρο 2015), που μόλις κυκλοφόρησε. Παραδέχομαι ότι το θέμα είναι, ακριβώς, μικροφιλολογικό, δηλαδή μια λεπτομέρεια που δεν ενδιαφέρει πολύ κόσμο, ωστόσο ο Βάρναλης είναι ένας από τους Έλληνες λογοτέχνες της εντελώς πρώτης γραμμής που έχουμε, οπότε και οι λεπτομέρειες έχουν, θαρρώ, την αξία και τη σημασία τους.

Μια ακατάγραφτη συνεργασία του Κώστα Βάρναλη

mikrofilo38Μετά την απόλυσή του από τη Μέση Εκπαίδευση το 1926, o Κώστας Βάρναλης εργάστηκε για βιοπορισμό σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες και στη συνέχεια σε εφημερίδες ως μόνιμος συνεργάτης, κυρίως με χρονογραφήματα και ιστορικά αναγνώσματα. Το δημοσιογραφικό του έργο δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, με εξαίρεση τις επιφυλλίδες και τα χρονογραφήματα αισθητικού και κριτικού χαρακτήρα, που τα έχει καταγράψει η Λουκία Μαρκεζέλι στην πολύτιμη εργασία της Συμβολή στην εργογραφία του Κώστα Βάρναλη. Αισθητικά-Κριτικά 1911-1944, αλλά και πάλι μόνο έως το 1944.

Μετά το 1944, ο Κώστας Βάρναλης συνεργάστηκε με τον Ριζοσπάστη και τον Ρίζο της Δευτέρας, έως το 1947 που έκλεισαν οι εφημερίδες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, και στη συνέχεια ως μόνιμος συνεργάτης με τις κεντροαριστερές εφημερίδες Προοδευτικός Φιλελεύθερος (1950-53) και Προοδευτική Αλλαγή (1953), ενώ από τον Αύγουστο του 1953 ξεκίνησε τακτική καθημερινή συνεργασία με την Αυγή, την εφημερίδα της Αριστεράς, έως το 1958 που μια πολύμηνη ασθένεια τον ανάγκασε να διακόψει την καθημερινή συνεργασία και να συνταξιοδοτηθεί ως δημοσιογράφος. Οι συνεργασίες αυτές είναι γνωστές και έχουν καταγραφεί π.χ. στο Αρχείο Βάρναλη, αν και τα σχετικά κείμενα πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις δεν είναι προσιτά στον σημερινό αναγνώστη· πράγματι, μόνο πρόσφατα άρχισαν να εκδίδονται δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη

(Υποσημείωση: Έτσι, έχουν εκδοθεί: Φέιγ βολάν της Κατοχής [Κατοχικά χρονογραφήματα δημοσιευμένα στην Πρωία το 1942 και το 1943, σε επιμέλεια Γ. Ζεβελάκη] (Καστανιώτης, 2007)· Γράμματα από το Παρίσι [Ανταποκρίσεις δημοσιευμένες στην Πρόοδο το 1926, σε δική μου επιμέλεια] (Αρχείο, 2013)· Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ [Ταξιδιωτικές εντυπώσεις δημοσιευμένες το 1934 στον Ελεύθερο Άνθρωπο, σε δική μου επιμέλεια] (Αρχείο, 2014)· και Άι Στράτης. Θυμήματα εξορίας [Αναμνήσεις από την εξορία, δημοσιευμένες το 1935 στον Ανεξάρτητο, σε επιμέλεια Ηρ. Κακαβάνη]. Βρίσκεται υπό έκδοση επιλογή από τα «αττικά» χρονογραφήματά του, πάλι σε δική μου επιμέλεια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Εφημεριδογραφικά, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , | 71 Σχόλια »

Ο τράγος και το κλήμα

Posted by sarant στο 26 Απρίλιος, 2015

Τις προάλλες, καθώς φυλλομετρούσα κάποια παλιά σώματα της Αυγής, κάτι ψάχνοντας, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο του Γιάνη Κορδάτου από το 1956, που διηγόταν ένα επεισόδιο από τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους -και ρίχνοντας μια ματιά, θυμήθηκα κάτι από τα δεύτερα φοιτητικά μου χρόνια: κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας σημείωμα.

Το 1984, καθώς ετοιμαζόμουν να πάω φαντάρος, έδωσα κατατακτήριες και γράφτηκα στο πρώτο έτος της Αγγλικής Φιλολογίας, με βασικό σκοπό να παίρνω φοιτητικές άδειες. Τελικά, επειδή μου άρεσαν τα βιβλία που μας έδιναν και καθώς το βρήκα μάλλον εύκολο να περνάω τα μαθήματα (δεν είναι δύσκολο, αν είναι πεντέξι χρόνια μεγαλύτερος από τους άλλους κι αν ξέρεις καλά τη γλώσσα) τη σχολή την τελείωσα, και μάλιστα με άριστα, χωρίς να παρακολουθήσω ούτε μία ώρα παραδόσεις, μόνο πηγαίνοντας στις εξετάσεις. Ή μάλλον λέω ψέματα: δυο ή τρεις φορές πήγα στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που το έκανε η Μαρία Μαντουβάλου, που την είχα διαβάσει και την εκτιμούσα.

Σε ένα από αυτά τα μαθήματα, η κουβέντα ήταν για τον Κοραή, και η καθηγήτρια πρόβαλε μια διαφάνεια ή έδειξε μια εικόνα (δεν θυμάμαι καλά) που παρουσίαζε έναν τράγο να τρώει ένα κλήμα, κι από κάτω είχε τη φράση:

Κἤν με φάγῃς ἐπὶ ῥίζαν͵ ὅμως ἔτι καρποφορήσω͵ ὅσσον ἐπισπεῖσαι σοί͵ τράγε͵ θυομένῳ

(Μπορεί το «όσον» να ήταν γραμμένο με ένα σίγμα, το δεύτερο μπαίνει για το μέτρο απ’ όσο ξέρω)

Η κ. Μαντουβάλου ρώτησε τι θα πει αυτό οπότε στην αίθουσα επικράτησε αμηχανία. Η μόνη δύσκολη λέξη είναι το «επισπείσαι», που είναι αόριστος του επισπένδω, και κοιτάζοντάς το εκείνη την ώρα μου ήρθε φώτιση ότι κάτι τέτοιο πρέπει να σημαίνει, και σήκωσα το χέρι και είπα πως το ρητό θα πει: κι αν με φας ως τη ρίζα, και πάλι θα βγάλω καρπό, για να γίνει η σπονδή, όταν θα σε θυσιάζουν τράγε. Στον συμβολισμό, ο τράγος είναι η Τουρκία και το κλήμα είναι η Ελλάδα. Αυτά έγιναν το 1986 ή το 1987.

Τις προάλλες λοιπόν, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο του Κορδάτου για ένα επεισόδιο του 1841, επί Όθωνα. Την εποχή εκείνη, το κράτος δεν ήθελε να γιορτάζεται με μεγάλη πομπή η 25η Μαρτίου, ίσως επειδή ήταν ακόμα ζωντανοί και αισθάνονταν αδικαίωτοι οι περισσότεροι αγωνιστές, οπότε πέρα από μια σεμνή τελετή στο Παλάτι δεν γινόταν άλλος γιορτασμός. Το 1841, μια ομάδα νέοι θέλησαν να γιορτάσουν πιο λαμπρά την επέτειο, κι έτσι οργάνωσαν μια γιορτή σε σπίτι, όπου, ανάμεσα στα άλλα, υπήρχε και η εικόνα του τράγου που τρώει το κλήμα και από κάτω η εξής έμμετρη λεζάντα σε στίχους του Θ. Ορφανίδη:

Κι αν με φάγης ως την ρίζαν, εγώ πάλιν θα βλαστήσω
και τους όσους θα με φάγουν, με ζωμόν μου θα ποτίσω.

(Για τον ποιητή και λαμπρό βοτανολόγο Θ. Ορφανίδη έχουμε ξαναγράψει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 64 Σχόλια »

Θα μου γράψεις, Ναρραβώθ; (Δυο ακόμα επιστολές του Β. Ζήνωνος προς τον Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2015

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 37, άνοιξη 2015).  Το άρθρο παρουσιάζει δυο επιστολές του Κύπριου ποιητή Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένες το 1911. Δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει, αλλά ο καθένας έχει τις εμμονές του.

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει δύο επιστολές του πρώτου προς τον δεύτερο, την πρώτη γραμμένη το 1910 (την έχω παρουσιάσει και στο ιστολόγιο) και τη δεύτερη τον Ιούνιο του 1911 (επίσης). Σήμερα θα παρουσιάσω τις δύο επιστολές που απομένουν ώστε να ολοκληρωθεί το σύνολο των τεσσάρων επιστολών Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΙΑ. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Η πρώτη επιστολή έχει ημερομηνία τόσο στο παλιό ημερολόγιο (που ίσχυε στην Ελλάδα) όσο και στο νέο.

Λεμεσός 13/26/10/911

Χρυσέ μου Ναπολέων

Από την ημέρα, που, υπακούοντας σε μιας ασυνήθιστης καλοσύνης το σπρώξιμο μου ’γραψες το τελευταίο διεξοδικό σου γράμμα, δε μου ’δωσες πια άλλο σημείο Ζωής. Και όμως από την ημέρα εκείνη σου ’γραψα δυο φορές εγώ, την πρώτη φορά για ν’ απαντήσω στο γράμμα σου και τη δεύτερη για να σου δώσω κάποια πληροφορία για μια εικόνα του Wilde και του Douglas. Ύστερα έπαψα να σου γράφω, όχι τόσο γιατί βαρέθηκα, μα γιατί πίστευα πως θα βρισκόσουνα στο Μόναχο — μου ’χες γράψει στο τελευταίο σου γράμμα πως εσκόπευες να πας. Προχθές όμως διαβάζοντας το «Νουμά» είδα το «Λυτρωμό» σου κι έτσι εβεβαιώθηκα πως ήσουν ακόμα στην Αθήνα και πως η τεμπελιά σου είναι η μόνη αιτία της σιωπής σου. Μα επί τέλους και η τόση τεμπελιά δε σε κουράζει; δε βαρέθηκες πια να βαριέσαι; ξύπνησε και μια στιγμή ονειροπνιγμένε μου και γράψε μου δυο λόγια για την υπνοβατικὴ ζωή σου. Θέλεις να σου γράψω και γω λίγα για τη δική μου; πρόθυμος. Τώρα που τελειώνουν τα θαλάσσια λουτρά — η μόνη καλοκαιρινή μου ενασχόλησις και ως υγιεινή και ως διασκέδασις και ως θέαμα και ως καλλιτεχνική μελέτη του γυμνού — η ζωή μου περιορίζεται σε ύπνο και φαΐ, με ελάχιστα διαλείμματα διαβάσματος και ζωγραφικής. Μα πιο πολύ ζωγραφικής παρά διαβάσματος. Και πρώτα πρώτα εζωγράφισα το πρόσωπό σου από τη φωτογραφία που εβγάλαμε μαζί. Σ’ έκανα όμως λίγο πιο λιγωμένο απ’ ό,τι πρέπει κι έβαλα κάτι πλατιούς μαύρους κύκλους που μπορούν να κάνουν έξω φρενών τον Τσοκόπουλο. Ύστερα έκανα ένα μικρό πορτρέτο τού Wilde σε λαδί φόντο από την εικόνα των «Intentions» που ’χει το ’να του χέρι στη μέση και με τ’ άλλο βαστάει το τσιγάρο του. Διαβάζοντας τον πρόλογο του εκδότου μπόρεσα να δώσω τους κατάλληλους χρωματισμούς των ματιών, της γραβάτας, των γαντιών, και του γαρύφαλλου που φορεί στη μπουτονιέρα του· δεν παρέλειψα να βάλω το νυσταγμένον αμέθυστο στην πράσινη γραβάτα του· τώρα σκέπτομαι να κάνω και την αυτοπροσωπογραφία μου αλά Ι+++++ [δυσανάγνωστο].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 46 Σχόλια »

Τεύκρος Ανθίας: Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς

Posted by sarant στο 13 Απρίλιος, 2014

Tο σημερινό άρθρο είναι συνέχεια της δημοσίευσης της προηγούμενης Κυριακής, που ήταν αφιερωμένη στον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία (1903-1968). Ο Ανθίας στα μέσα και στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ήταν ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του αλητισμού στην αθηναϊκή λογοτεχνική σκηνή. Το 1929 δημοσίευσε και την πρώτη του συλλογή, Τα σφυρίγματα του αλήτη (εδώ μερικά ποιήματά του). Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κύπρο, στρατεύτηκε στην κομμουνιστική αριστερά, συμμετείχε στην αντιαποικιακή εξέγερση του 1931, φυλακίστηκε -σύντομες βιογραφικές πληροφορίες παραθέτω στο προηγούμενο άρθρο.

Το τελευταίο τεύχος (αρ. 14) των Μικροφιλολογικών Τετραδίων, ενός παραρτήματος του καλού κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι, ήταν αφιερωμένο σε ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα του Ανθία, «Τρία χρόνια αλήτης. Απομνημονεύματα της αλήτικης ζωής μου», σε επιμέλεια Λευτέρη Παπαλεοντίου. Παίρνοντας από αυτό αφορμή, δημοσίευσα κι εγώ ένα άρθρο στο τ. 35 των Μικροφιλολογικών, με «Παραλειπόμενα για τον Τεύκρο Ανθία». Το πρώτο μέρος αυτού του άρθρου το παρουσίασα εδώ την περασμένη Κυριακή. Σήμερα συνεχίζω παρουσιάζοντας το ημιτελές αφήγημά του «Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς», ένα αθησαύριστο κείμενο του Ανθία που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στη Βραδυνή το 1929. Ο Ανθίας πράγματι είχε πειραματιστεί με τις παραισθησιογόνες ιδιότητες του αιθέρα την εποχή εκείνη. Στα Μικροφιλολογικά έβαλα ένα μικρό απόσπασμα, διότι δεν υπήρχε χώρος για περισσότερο, εδώ έχω ολόκληρο το αφήγημα, όσο δημοσιεύτηκε δηλαδή.

Οι «Εξομολογήσεις» είναι γραμμένες απρόσεχτα, για να δημοσιευτούν στην εφημερίδα. Είναι ζήτημα αν αξίζει να διασώζονται τα πάντα από τις δαγκάνες της λήθης, αλλά η δημοσίευση συμπληρώνει ένα κενό και απ’όσο ξέρω δεν έχουμε και τόσο πολλά κείμενα του είδους από την εποχή εκείνη.

Ευχαριστώ τον φίλο μας τον Λεώνικο που πληκτρολόγησε όλο σχεδόν το κείμενο (εκτός από την πρώτη συνέχεια, που την έγραψα εγώ).

Οι “Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς” είναι αφήγημα που δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Βραδυνή στα τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου 1929, σε οχτώ συνολικά συνέχειες. Στη Βραδυνή είχε δημοσιεύσει ο Ανθίας και ποιήματα από τα Σφυρίγματα του αλήτη πριν εκδοθεί η συλλογή, όπως πληροφορούμαστε από την εισαγωγή του αρχισυντάκτη της εφημερίδας.

Το περίεργο είναι ότι οι εξομολογήσεις σταματούν μες στη μέση• στο τέλος της όγδοης συνέχειας (στο φ. της 5.8.1929) σημειώνεται «Αύριο η συνέχεια», αλλά ένατη συνέχεια δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έναρξη της δημοσίευσης πραγματοποιήθηκε πρωτοσέλιδη με τυμπανοκρουσίες, αλλά σχετικά γρήγορα οι επόμενες συνέχειες υποβιβάστηκαν στο ημίφως των μέσα σελίδων, μου υποβάλλει την ιδέα ότι οι ιθύνοντες της εφημερίδας περίμεναν κάτι πιο σκανδαλιστικό από τον Ανθία και μάλλον απογοητεύτηκαν -αλλά αυτό είναι απλή εικασία μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Κύπρος, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 71 Σχόλια »

Στοιχεία για τον Τεύκρο Ανθία

Posted by sarant στο 6 Απρίλιος, 2014

ANTHIASTEYKROS_grΣτο σημερινό φιλολογικό μας σημείωμα θα παρουσιάσω τον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία. Πήρα το έναυσμα από ένα άρθρο που δημοσίευσα πρόσφατα στο καλό κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά» (τεύχος 35, άνοιξη 2014), που είχε ακριβώς τον τίτλο «Παραλειπόμενα για τον Τεύκρο Ανθία», διότι πρόσθετε στοιχεία σε μια προηγούμενη δημοσίευση του Λευτ. Παπαλεοντίου για τον ποιητή. Στην αρχή, έλεγα να παραθέσω απλώς τ0 άρθρο μου εκείνο, αλλά σκέφτηκα πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν και τόσο χρήσιμο, διότι ο Ανθίας είναι μεν πολύ γνωστός στην Κύπρο αλλά όχι και τόσο στην Ελλάδα, οπότε θα ήταν οξύμωρο να δημοσιεύονται «παραλειπόμενα» για κάποιον του οποίου πιθανόν ο αναγνώστης να αγνοεί ακόμα και την ύπαρξη.

Έτσι, αποφάσισα να παρουσιάσω ένα βιογραφικό σημείωμα του ποιητή (με στοιχεία που άντλησα κυρίως από την παρουσίαση του Κώστα Νικολαΐδη στο τομίδιο «Τεύκρος Ανθίας» των εκδόσεων Γαβριηλίδη) μαζί με συνδέσμους προς ποιήματά του, και στο τέλος να βάλω τα «Παραλειπόμενα». Και επειδή έτσι το άρθρο θα παραμακρύνει, θα δημοσιέψω μόνο ένα μέρος του και το υπόλοιπο, που έχει αυτοτέλεια, θα το κρατήσω για μιαν άλλη φορά.

O Τεύκρος Ανθίας (1903-1968) γεννήθηκε στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου, πρωτότοκος γιος του γεωργού Παύλου Χατζημηνά. Κατά την κυπριακή συνήθεια, πήρε το ονοματεπώνυμο Ανδρέας Παύλου. Σε πολύ νεαρή ηλικία αναγκάστηκε, λόγω της οικονομικής καταστροφής του πατέρα του, να βοηθήσει στον βιοπορισμό της οικογένειας: έτσι, μαζί με τον πατέρα του περιόδευε, από έξι χρονών, τα χωριά της επαρχίας απαγγέλλοντας τραγούδια στο κυπριακό ιδίωμα και πουλώντας τις ποιητάρικες φυλλάδες του.

Όπως έγραψε αργότερα:
Ανδρέας Παύλου ελέγουμουν και νυν Τεύκρος Ανθίας
ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση. Οι ποιητάρηδες ήταν μια ιδιοτυπία της κυπριακής ζωής: ήταν λαϊκοί ποιητές που γυρνούσαν τις πόλεις και τα χωριά και απάγγελναν τα ποιήματά τους, που ήταν βέβαια εκτενή και είχαν θέματα πατριωτικά, ηρωικά και άλλα, συχνά αντλημένα από την επικαιρότητα. Τα τύπωναν κιόλας σε φυλλάδες, που τις πουλούσαν. Έχουν καταγραφεί εκατοντάδες ίσως τέτοιοι ποιητάρηδες. Για παράδειγμα, ο Ανθίας τύπωσε το 1914 την πρώτη του φυλλάδα, με τίτλο Η νεοτέρα Ελλάς, όπου εξιστορεί την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους με ιδιαίτερη έμφαση στους πρόσφατους τότε βαλκανικούς πολέμους.

Στη συνέχεια, ο νεαρός ποιητάρης φοίτησε στο εμπορικό λύκειο ενώ δούλευε ως υπηρέτης («δούλος» στην κυπριακή ομιλουμένη) σε κάποιο αστικό σπίτι, ενώ το 1918 τύπωσε το φυλλάδιο Ξύπνα λαέ όπου εκδηλώνει κοινωνικές ανησυχίες. Το 1919 πρωτοχρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Τεύκρος Ανθίας και στα επόμενα χρόνια αρχίζει να δημοσιεύει τα ποιητικά του πρωτόλεια, κυρίως αισθηματικά και σατιρικά, έχοντας απομακρυνθεί πια από τις ποιητάρικες φόρμες.

Το 1923 έρχεται στην Αθήνα και αρχίζει να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της, να γράφει σε περιοδικά και να συναναστρέφεται λογοτέχνες (Βάρναλης, Βέλμος, Λαπαθιώτης, Τσουκαλάς κτλ.) Για ένα-δυο χρόνια δουλεύει δάσκαλος στη Σπάρτη, όπου μάλιστα εκδίδει ένα βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό με τίτλο «Φλόγα», αλλά τόσο στην πρώτη περίοδο (1923-24) όσο και αργότερα (1927-30) ζει χωρίς σταθερά βιοποριστικά μέσα, κάποτε και χωρίς κατάλυμα, ενώ  Γίνεται ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του αλητισμού στην Ελλάδα, πράγμα που αποτυπώνεται και στην πρώτη συλλογή του, τα Σφυρίγματα του αλήτη (1929). Ο επίλογος της συλλογής έχει ξεχωριστή θέση σε οποιαδήποτε ελληνική ποιητική ανθολογία:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Κύπρος, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, κομμουνισμός | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »

Μπάρκο Μακάο, ένα έναυσμα;

Posted by sarant στο 16 Μαρτίου, 2014

Το σημερινό φιλολογικό σημείωμα το έχω δανειστεί ολόκληρο από ένα άρθρο του Δημήτρη Καρπούζη στο κυπριακό περιοδικό Μικροφιλολογικά (τεύχος 18, φθινόπωρο 2005), επομένως στον Δ. Καρπούζη πρέπει να πάνε τα εύσημα για την ανακάλυψη και τη φιλολογική έρευνα. Ωστόσο, επειδή στο άρθρο του ο Καρπούζης, ίσως για λόγους χώρου, δεν παραθέτει το ποίημα του Μοντεσάντου, και επειδή το τεύχος των Μικροφιλολογικών είναι έτσι κι αλλιώς δυσεύρετο, ίσως δεν είναι περιττή και η σημερινή δημοσίευση.

Στο τεύχος 141 του λογοτεχνικού περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», στις 26 Αυγούστου 1939, δημοσιεύτηκε το ακόλουθο ποίημα του κεφαλονίτη ναυτικού Αλέξ. Μοντεσάντου:

BARCO: «MACAO»

Στο μαύρο μπάρκο-μπέστια, του νέγρου κάπταιν Μάδη,
που το σκαρώσαμε κρυφά, στον όρμο του Τσάι-Σις,
δίπλα στον κάβο του Χαϊνάν φορτώσαμε χασίς,
και νύχτα, δίχως πλευρικά, τραβάμε στο σκοτάδι.

Χρόνος σωστός θα πέρασε που θάχουμε σαλπάρει
και σ’ άπνοιες πέφτοντας στεγνές και πούσια στεριανά,
ώς που να καβατζάρουμε το φάρο Παρανά,
μήτε για δείγμα θάχουμε φορτίο μέσα στ’ αμπάρι.

Όλοι μέσ’ το πειρατικό, μέχρι καραβοκύρη,
την Ιστορία μας έχουμε: Κάπου, στην Ταϊτή,
του κάπταιν Μάδη τ’ άρπαξαν την όμορφη Ρουτή,
κι αν στο χασίς δεν τόριχνε, θάκανε χαρακίρι.

Λένε για το λοστρόμο μας, το βέρο Μανταρίνο,
ταέλ εκατομμύρια πως είχε στο Τσουν-Κιν
μα τον τυλίξανε άσκημα μια μέρα στο Ναν-Κιν
και με τα κλέφτικα χαρτιά, τάχασε στο καζίνο.

Ο Καϊάμα, ο τρίτος μας, πούναι σοφός βραχμάνος,
κι αστροσοφία εδίδασκεν απάνου στο Δελχί,
τώρα καπνίζει να ξεχνά μιαν άλλην εποχή,
και δεν τον γνοιάζει να  γενεί, μακάρι, Μουσουλμάνος.

Κι ακόμα λεν για το Γραικό, πως μέσα στα πορνεία
έμαθε σκόνη να ρουφά σε χρόνια εφηβικά·
κι ότι στις πλώρες τράβαγε, τόνους ναρκωτικά,
σαν να  ζητούσε ηδονική να  κάνει αυτοκτονία.

Το τσούρμο μένει ψύχραιμο στην άγρια τρικυμία,
μ’ αν βρει τυφώνα ανθρώπινο, σκληρά θ’ αντισταθεί·
κι ως ότου το καράβι μας μέσ’ στο βυθό χαθεί,
αυτοί στον πόνο, στη χαρά, κρατούν κοινά ταμεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 67 Σχόλια »