Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μικροφιλολογικά’

Το πάθημα του Μποχώρη και μια ακατάγραπτη συνεργασία του Κώστα Βάρναλη με εφημερίδα

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2015

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να μελετάω τις συνεργασίες του Κώστα Βάρναλη με καθημερινές εφημερίδες, με σκοπό να εκδώσω, από τις εκδόσεις Αρχείο, τα χρονογραφήματά του, κάτι που θα αρχίσει από του χρόνου. Ψάχνοντας τις εφημερίδες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, εντόπισα σε μια βραχύβια αριστερή εφημερίδα, τη Δημοκρατική, μια στήλη τακτικού συνεργάτη που υπογραφόταν με τα αρχικά Κ.Β. Αμέσως σκέφτηκα τον Βάρναλη, αφού και το ύφος γραφής έμοιαζε -και όταν είδα ότι και η θεματολογία των επιφυλλίδων ήταν ταιριαστή με τα θέματα που αγαπούσε να θίγει ο Βάρναλης στα χρονογραφήματά του της εποχής, δεν μου έμενε πια καμιά αμφιβολία.

Για τη φιλολογική αυτή «ανακάλυψη», έγραψα ένα άρθρο, που δημοσιεύτηκε στο καλό κυπριακό περιοδικό Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι τα τελευταία χρόνια, στο τεύχος 38 (Φθινόπωρο 2015), που μόλις κυκλοφόρησε. Παραδέχομαι ότι το θέμα είναι, ακριβώς, μικροφιλολογικό, δηλαδή μια λεπτομέρεια που δεν ενδιαφέρει πολύ κόσμο, ωστόσο ο Βάρναλης είναι ένας από τους Έλληνες λογοτέχνες της εντελώς πρώτης γραμμής που έχουμε, οπότε και οι λεπτομέρειες έχουν, θαρρώ, την αξία και τη σημασία τους.

Μια ακατάγραφτη συνεργασία του Κώστα Βάρναλη

mikrofilo38Μετά την απόλυσή του από τη Μέση Εκπαίδευση το 1926, o Κώστας Βάρναλης εργάστηκε για βιοπορισμό σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες και στη συνέχεια σε εφημερίδες ως μόνιμος συνεργάτης, κυρίως με χρονογραφήματα και ιστορικά αναγνώσματα. Το δημοσιογραφικό του έργο δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, με εξαίρεση τις επιφυλλίδες και τα χρονογραφήματα αισθητικού και κριτικού χαρακτήρα, που τα έχει καταγράψει η Λουκία Μαρκεζέλι στην πολύτιμη εργασία της Συμβολή στην εργογραφία του Κώστα Βάρναλη. Αισθητικά-Κριτικά 1911-1944, αλλά και πάλι μόνο έως το 1944.

Μετά το 1944, ο Κώστας Βάρναλης συνεργάστηκε με τον Ριζοσπάστη και τον Ρίζο της Δευτέρας, έως το 1947 που έκλεισαν οι εφημερίδες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, και στη συνέχεια ως μόνιμος συνεργάτης με τις κεντροαριστερές εφημερίδες Προοδευτικός Φιλελεύθερος (1950-53) και Προοδευτική Αλλαγή (1953), ενώ από τον Αύγουστο του 1953 ξεκίνησε τακτική καθημερινή συνεργασία με την Αυγή, την εφημερίδα της Αριστεράς, έως το 1958 που μια πολύμηνη ασθένεια τον ανάγκασε να διακόψει την καθημερινή συνεργασία και να συνταξιοδοτηθεί ως δημοσιογράφος. Οι συνεργασίες αυτές είναι γνωστές και έχουν καταγραφεί π.χ. στο Αρχείο Βάρναλη, αν και τα σχετικά κείμενα πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις δεν είναι προσιτά στον σημερινό αναγνώστη· πράγματι, μόνο πρόσφατα άρχισαν να εκδίδονται δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη

(Υποσημείωση: Έτσι, έχουν εκδοθεί: Φέιγ βολάν της Κατοχής [Κατοχικά χρονογραφήματα δημοσιευμένα στην Πρωία το 1942 και το 1943, σε επιμέλεια Γ. Ζεβελάκη] (Καστανιώτης, 2007)· Γράμματα από το Παρίσι [Ανταποκρίσεις δημοσιευμένες στην Πρόοδο το 1926, σε δική μου επιμέλεια] (Αρχείο, 2013)· Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ [Ταξιδιωτικές εντυπώσεις δημοσιευμένες το 1934 στον Ελεύθερο Άνθρωπο, σε δική μου επιμέλεια] (Αρχείο, 2014)· και Άι Στράτης. Θυμήματα εξορίας [Αναμνήσεις από την εξορία, δημοσιευμένες το 1935 στον Ανεξάρτητο, σε επιμέλεια Ηρ. Κακαβάνη]. Βρίσκεται υπό έκδοση επιλογή από τα «αττικά» χρονογραφήματά του, πάλι σε δική μου επιμέλεια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Εφημεριδογραφικά, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , | 71 Σχόλια »

Ο τράγος και το κλήμα

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2015

Τις προάλλες, καθώς φυλλομετρούσα κάποια παλιά σώματα της Αυγής, κάτι ψάχνοντας, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο του Γιάνη Κορδάτου από το 1956, που διηγόταν ένα επεισόδιο από τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους -και ρίχνοντας μια ματιά, θυμήθηκα κάτι από τα δεύτερα φοιτητικά μου χρόνια: κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας σημείωμα.

Το 1984, καθώς ετοιμαζόμουν να πάω φαντάρος, έδωσα κατατακτήριες και γράφτηκα στο πρώτο έτος της Αγγλικής Φιλολογίας, με βασικό σκοπό να παίρνω φοιτητικές άδειες. Τελικά, επειδή μου άρεσαν τα βιβλία που μας έδιναν και καθώς το βρήκα μάλλον εύκολο να περνάω τα μαθήματα (δεν είναι δύσκολο, αν είναι πεντέξι χρόνια μεγαλύτερος από τους άλλους κι αν ξέρεις καλά τη γλώσσα) τη σχολή την τελείωσα, και μάλιστα με άριστα, χωρίς να παρακολουθήσω ούτε μία ώρα παραδόσεις, μόνο πηγαίνοντας στις εξετάσεις. Ή μάλλον λέω ψέματα: δυο ή τρεις φορές πήγα στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που το έκανε η Μαρία Μαντουβάλου, που την είχα διαβάσει και την εκτιμούσα.

Σε ένα από αυτά τα μαθήματα, η κουβέντα ήταν για τον Κοραή, και η καθηγήτρια πρόβαλε μια διαφάνεια ή έδειξε μια εικόνα (δεν θυμάμαι καλά) που παρουσίαζε έναν τράγο να τρώει ένα κλήμα, κι από κάτω είχε τη φράση:

Κἤν με φάγῃς ἐπὶ ῥίζαν͵ ὅμως ἔτι καρποφορήσω͵ ὅσσον ἐπισπεῖσαι σοί͵ τράγε͵ θυομένῳ

(Μπορεί το «όσον» να ήταν γραμμένο με ένα σίγμα, το δεύτερο μπαίνει για το μέτρο απ’ όσο ξέρω)

Η κ. Μαντουβάλου ρώτησε τι θα πει αυτό οπότε στην αίθουσα επικράτησε αμηχανία. Η μόνη δύσκολη λέξη είναι το «επισπείσαι», που είναι αόριστος του επισπένδω, και κοιτάζοντάς το εκείνη την ώρα μου ήρθε φώτιση ότι κάτι τέτοιο πρέπει να σημαίνει, και σήκωσα το χέρι και είπα πως το ρητό θα πει: κι αν με φας ως τη ρίζα, και πάλι θα βγάλω καρπό, για να γίνει η σπονδή, όταν θα σε θυσιάζουν τράγε. Στον συμβολισμό, ο τράγος είναι η Τουρκία και το κλήμα είναι η Ελλάδα. Αυτά έγιναν το 1986 ή το 1987.

Τις προάλλες λοιπόν, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο του Κορδάτου για ένα επεισόδιο του 1841, επί Όθωνα. Την εποχή εκείνη, το κράτος δεν ήθελε να γιορτάζεται με μεγάλη πομπή η 25η Μαρτίου, ίσως επειδή ήταν ακόμα ζωντανοί και αισθάνονταν αδικαίωτοι οι περισσότεροι αγωνιστές, οπότε πέρα από μια σεμνή τελετή στο Παλάτι δεν γινόταν άλλος γιορτασμός. Το 1841, μια ομάδα νέοι θέλησαν να γιορτάσουν πιο λαμπρά την επέτειο, κι έτσι οργάνωσαν μια γιορτή σε σπίτι, όπου, ανάμεσα στα άλλα, υπήρχε και η εικόνα του τράγου που τρώει το κλήμα και από κάτω η εξής έμμετρη λεζάντα σε στίχους του Θ. Ορφανίδη:

Κι αν με φάγης ως την ρίζαν, εγώ πάλιν θα βλαστήσω
και τους όσους θα με φάγουν, με ζωμόν μου θα ποτίσω.

(Για τον ποιητή και λαμπρό βοτανολόγο Θ. Ορφανίδη έχουμε ξαναγράψει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 64 Σχόλια »

Θα μου γράψεις, Ναρραβώθ; (Δυο ακόμα επιστολές του Β. Ζήνωνος προς τον Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2015

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 37, άνοιξη 2015).  Το άρθρο παρουσιάζει δυο επιστολές του Κύπριου ποιητή Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένες το 1911. Δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει, αλλά ο καθένας έχει τις εμμονές του.

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει δύο επιστολές του πρώτου προς τον δεύτερο, την πρώτη γραμμένη το 1910 (την έχω παρουσιάσει και στο ιστολόγιο) και τη δεύτερη τον Ιούνιο του 1911 (επίσης). Σήμερα θα παρουσιάσω τις δύο επιστολές που απομένουν ώστε να ολοκληρωθεί το σύνολο των τεσσάρων επιστολών Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΙΑ. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Η πρώτη επιστολή έχει ημερομηνία τόσο στο παλιό ημερολόγιο (που ίσχυε στην Ελλάδα) όσο και στο νέο.

Λεμεσός 13/26/10/911

Χρυσέ μου Ναπολέων

Από την ημέρα, που, υπακούοντας σε μιας ασυνήθιστης καλοσύνης το σπρώξιμο μου ’γραψες το τελευταίο διεξοδικό σου γράμμα, δε μου ’δωσες πια άλλο σημείο Ζωής. Και όμως από την ημέρα εκείνη σου ’γραψα δυο φορές εγώ, την πρώτη φορά για ν’ απαντήσω στο γράμμα σου και τη δεύτερη για να σου δώσω κάποια πληροφορία για μια εικόνα του Wilde και του Douglas. Ύστερα έπαψα να σου γράφω, όχι τόσο γιατί βαρέθηκα, μα γιατί πίστευα πως θα βρισκόσουνα στο Μόναχο — μου ’χες γράψει στο τελευταίο σου γράμμα πως εσκόπευες να πας. Προχθές όμως διαβάζοντας το «Νουμά» είδα το «Λυτρωμό» σου κι έτσι εβεβαιώθηκα πως ήσουν ακόμα στην Αθήνα και πως η τεμπελιά σου είναι η μόνη αιτία της σιωπής σου. Μα επί τέλους και η τόση τεμπελιά δε σε κουράζει; δε βαρέθηκες πια να βαριέσαι; ξύπνησε και μια στιγμή ονειροπνιγμένε μου και γράψε μου δυο λόγια για την υπνοβατικὴ ζωή σου. Θέλεις να σου γράψω και γω λίγα για τη δική μου; πρόθυμος. Τώρα που τελειώνουν τα θαλάσσια λουτρά — η μόνη καλοκαιρινή μου ενασχόλησις και ως υγιεινή και ως διασκέδασις και ως θέαμα και ως καλλιτεχνική μελέτη του γυμνού — η ζωή μου περιορίζεται σε ύπνο και φαΐ, με ελάχιστα διαλείμματα διαβάσματος και ζωγραφικής. Μα πιο πολύ ζωγραφικής παρά διαβάσματος. Και πρώτα πρώτα εζωγράφισα το πρόσωπό σου από τη φωτογραφία που εβγάλαμε μαζί. Σ’ έκανα όμως λίγο πιο λιγωμένο απ’ ό,τι πρέπει κι έβαλα κάτι πλατιούς μαύρους κύκλους που μπορούν να κάνουν έξω φρενών τον Τσοκόπουλο. Ύστερα έκανα ένα μικρό πορτρέτο τού Wilde σε λαδί φόντο από την εικόνα των «Intentions» που ’χει το ’να του χέρι στη μέση και με τ’ άλλο βαστάει το τσιγάρο του. Διαβάζοντας τον πρόλογο του εκδότου μπόρεσα να δώσω τους κατάλληλους χρωματισμούς των ματιών, της γραβάτας, των γαντιών, και του γαρύφαλλου που φορεί στη μπουτονιέρα του· δεν παρέλειψα να βάλω το νυσταγμένον αμέθυστο στην πράσινη γραβάτα του· τώρα σκέπτομαι να κάνω και την αυτοπροσωπογραφία μου αλά Ι+++++ [δυσανάγνωστο].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 46 Σχόλια »

Τεύκρος Ανθίας: Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς

Posted by sarant στο 13 Απριλίου, 2014

Tο σημερινό άρθρο είναι συνέχεια της δημοσίευσης της προηγούμενης Κυριακής, που ήταν αφιερωμένη στον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία (1903-1968). Ο Ανθίας στα μέσα και στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ήταν ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του αλητισμού στην αθηναϊκή λογοτεχνική σκηνή. Το 1929 δημοσίευσε και την πρώτη του συλλογή, Τα σφυρίγματα του αλήτη (εδώ μερικά ποιήματά του). Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κύπρο, στρατεύτηκε στην κομμουνιστική αριστερά, συμμετείχε στην αντιαποικιακή εξέγερση του 1931, φυλακίστηκε -σύντομες βιογραφικές πληροφορίες παραθέτω στο προηγούμενο άρθρο.

Το τελευταίο τεύχος (αρ. 14) των Μικροφιλολογικών Τετραδίων, ενός παραρτήματος του καλού κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι, ήταν αφιερωμένο σε ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα του Ανθία, «Τρία χρόνια αλήτης. Απομνημονεύματα της αλήτικης ζωής μου», σε επιμέλεια Λευτέρη Παπαλεοντίου. Παίρνοντας από αυτό αφορμή, δημοσίευσα κι εγώ ένα άρθρο στο τ. 35 των Μικροφιλολογικών, με «Παραλειπόμενα για τον Τεύκρο Ανθία». Το πρώτο μέρος αυτού του άρθρου το παρουσίασα εδώ την περασμένη Κυριακή. Σήμερα συνεχίζω παρουσιάζοντας το ημιτελές αφήγημά του «Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς», ένα αθησαύριστο κείμενο του Ανθία που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στη Βραδυνή το 1929. Ο Ανθίας πράγματι είχε πειραματιστεί με τις παραισθησιογόνες ιδιότητες του αιθέρα την εποχή εκείνη. Στα Μικροφιλολογικά έβαλα ένα μικρό απόσπασμα, διότι δεν υπήρχε χώρος για περισσότερο, εδώ έχω ολόκληρο το αφήγημα, όσο δημοσιεύτηκε δηλαδή.

Οι «Εξομολογήσεις» είναι γραμμένες απρόσεχτα, για να δημοσιευτούν στην εφημερίδα. Είναι ζήτημα αν αξίζει να διασώζονται τα πάντα από τις δαγκάνες της λήθης, αλλά η δημοσίευση συμπληρώνει ένα κενό και απ’όσο ξέρω δεν έχουμε και τόσο πολλά κείμενα του είδους από την εποχή εκείνη.

Ευχαριστώ τον φίλο μας τον Λεώνικο που πληκτρολόγησε όλο σχεδόν το κείμενο (εκτός από την πρώτη συνέχεια, που την έγραψα εγώ).

Οι “Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς” είναι αφήγημα που δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Βραδυνή στα τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου 1929, σε οχτώ συνολικά συνέχειες. Στη Βραδυνή είχε δημοσιεύσει ο Ανθίας και ποιήματα από τα Σφυρίγματα του αλήτη πριν εκδοθεί η συλλογή, όπως πληροφορούμαστε από την εισαγωγή του αρχισυντάκτη της εφημερίδας.

Το περίεργο είναι ότι οι εξομολογήσεις σταματούν μες στη μέση• στο τέλος της όγδοης συνέχειας (στο φ. της 5.8.1929) σημειώνεται «Αύριο η συνέχεια», αλλά ένατη συνέχεια δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έναρξη της δημοσίευσης πραγματοποιήθηκε πρωτοσέλιδη με τυμπανοκρουσίες, αλλά σχετικά γρήγορα οι επόμενες συνέχειες υποβιβάστηκαν στο ημίφως των μέσα σελίδων, μου υποβάλλει την ιδέα ότι οι ιθύνοντες της εφημερίδας περίμεναν κάτι πιο σκανδαλιστικό από τον Ανθία και μάλλον απογοητεύτηκαν -αλλά αυτό είναι απλή εικασία μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Κύπρος, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 71 Σχόλια »

Στοιχεία για τον Τεύκρο Ανθία

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2014

ANTHIASTEYKROS_grΣτο σημερινό φιλολογικό μας σημείωμα θα παρουσιάσω τον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία. Πήρα το έναυσμα από ένα άρθρο που δημοσίευσα πρόσφατα στο καλό κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά» (τεύχος 35, άνοιξη 2014), που είχε ακριβώς τον τίτλο «Παραλειπόμενα για τον Τεύκρο Ανθία», διότι πρόσθετε στοιχεία σε μια προηγούμενη δημοσίευση του Λευτ. Παπαλεοντίου για τον ποιητή. Στην αρχή, έλεγα να παραθέσω απλώς τ0 άρθρο μου εκείνο, αλλά σκέφτηκα πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν και τόσο χρήσιμο, διότι ο Ανθίας είναι μεν πολύ γνωστός στην Κύπρο αλλά όχι και τόσο στην Ελλάδα, οπότε θα ήταν οξύμωρο να δημοσιεύονται «παραλειπόμενα» για κάποιον του οποίου πιθανόν ο αναγνώστης να αγνοεί ακόμα και την ύπαρξη.

Έτσι, αποφάσισα να παρουσιάσω ένα βιογραφικό σημείωμα του ποιητή (με στοιχεία που άντλησα κυρίως από την παρουσίαση του Κώστα Νικολαΐδη στο τομίδιο «Τεύκρος Ανθίας» των εκδόσεων Γαβριηλίδη) μαζί με συνδέσμους προς ποιήματά του, και στο τέλος να βάλω τα «Παραλειπόμενα». Και επειδή έτσι το άρθρο θα παραμακρύνει, θα δημοσιέψω μόνο ένα μέρος του και το υπόλοιπο, που έχει αυτοτέλεια, θα το κρατήσω για μιαν άλλη φορά.

O Τεύκρος Ανθίας (1903-1968) γεννήθηκε στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου, πρωτότοκος γιος του γεωργού Παύλου Χατζημηνά. Κατά την κυπριακή συνήθεια, πήρε το ονοματεπώνυμο Ανδρέας Παύλου. Σε πολύ νεαρή ηλικία αναγκάστηκε, λόγω της οικονομικής καταστροφής του πατέρα του, να βοηθήσει στον βιοπορισμό της οικογένειας: έτσι, μαζί με τον πατέρα του περιόδευε, από έξι χρονών, τα χωριά της επαρχίας απαγγέλλοντας τραγούδια στο κυπριακό ιδίωμα και πουλώντας τις ποιητάρικες φυλλάδες του.

Όπως έγραψε αργότερα:
Ανδρέας Παύλου ελέγουμουν και νυν Τεύκρος Ανθίας
ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση. Οι ποιητάρηδες ήταν μια ιδιοτυπία της κυπριακής ζωής: ήταν λαϊκοί ποιητές που γυρνούσαν τις πόλεις και τα χωριά και απάγγελναν τα ποιήματά τους, που ήταν βέβαια εκτενή και είχαν θέματα πατριωτικά, ηρωικά και άλλα, συχνά αντλημένα από την επικαιρότητα. Τα τύπωναν κιόλας σε φυλλάδες, που τις πουλούσαν. Έχουν καταγραφεί εκατοντάδες ίσως τέτοιοι ποιητάρηδες. Για παράδειγμα, ο Ανθίας τύπωσε το 1914 την πρώτη του φυλλάδα, με τίτλο Η νεοτέρα Ελλάς, όπου εξιστορεί την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους με ιδιαίτερη έμφαση στους πρόσφατους τότε βαλκανικούς πολέμους.

Στη συνέχεια, ο νεαρός ποιητάρης φοίτησε στο εμπορικό λύκειο ενώ δούλευε ως υπηρέτης («δούλος» στην κυπριακή ομιλουμένη) σε κάποιο αστικό σπίτι, ενώ το 1918 τύπωσε το φυλλάδιο Ξύπνα λαέ όπου εκδηλώνει κοινωνικές ανησυχίες. Το 1919 πρωτοχρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Τεύκρος Ανθίας και στα επόμενα χρόνια αρχίζει να δημοσιεύει τα ποιητικά του πρωτόλεια, κυρίως αισθηματικά και σατιρικά, έχοντας απομακρυνθεί πια από τις ποιητάρικες φόρμες.

Το 1923 έρχεται στην Αθήνα και αρχίζει να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της, να γράφει σε περιοδικά και να συναναστρέφεται λογοτέχνες (Βάρναλης, Βέλμος, Λαπαθιώτης, Τσουκαλάς κτλ.) Για ένα-δυο χρόνια δουλεύει δάσκαλος στη Σπάρτη, όπου μάλιστα εκδίδει ένα βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό με τίτλο «Φλόγα», αλλά τόσο στην πρώτη περίοδο (1923-24) όσο και αργότερα (1927-30) ζει χωρίς σταθερά βιοποριστικά μέσα, κάποτε και χωρίς κατάλυμα, ενώ  Γίνεται ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του αλητισμού στην Ελλάδα, πράγμα που αποτυπώνεται και στην πρώτη συλλογή του, τα Σφυρίγματα του αλήτη (1929). Ο επίλογος της συλλογής έχει ξεχωριστή θέση σε οποιαδήποτε ελληνική ποιητική ανθολογία:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Κύπρος, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, κομμουνισμός | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »

Μπάρκο Μακάο, ένα έναυσμα;

Posted by sarant στο 16 Μαρτίου, 2014

Το σημερινό φιλολογικό σημείωμα το έχω δανειστεί ολόκληρο από ένα άρθρο του Δημήτρη Καρπούζη στο κυπριακό περιοδικό Μικροφιλολογικά (τεύχος 18, φθινόπωρο 2005), επομένως στον Δ. Καρπούζη πρέπει να πάνε τα εύσημα για την ανακάλυψη και τη φιλολογική έρευνα. Ωστόσο, επειδή στο άρθρο του ο Καρπούζης, ίσως για λόγους χώρου, δεν παραθέτει το ποίημα του Μοντεσάντου, και επειδή το τεύχος των Μικροφιλολογικών είναι έτσι κι αλλιώς δυσεύρετο, ίσως δεν είναι περιττή και η σημερινή δημοσίευση.

Στο τεύχος 141 του λογοτεχνικού περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», στις 26 Αυγούστου 1939, δημοσιεύτηκε το ακόλουθο ποίημα του κεφαλονίτη ναυτικού Αλέξ. Μοντεσάντου:

BARCO: «MACAO»

Στο μαύρο μπάρκο-μπέστια, του νέγρου κάπταιν Μάδη,
που το σκαρώσαμε κρυφά, στον όρμο του Τσάι-Σις,
δίπλα στον κάβο του Χαϊνάν φορτώσαμε χασίς,
και νύχτα, δίχως πλευρικά, τραβάμε στο σκοτάδι.

Χρόνος σωστός θα πέρασε που θάχουμε σαλπάρει
και σ’ άπνοιες πέφτοντας στεγνές και πούσια στεριανά,
ώς που να καβατζάρουμε το φάρο Παρανά,
μήτε για δείγμα θάχουμε φορτίο μέσα στ’ αμπάρι.

Όλοι μέσ’ το πειρατικό, μέχρι καραβοκύρη,
την Ιστορία μας έχουμε: Κάπου, στην Ταϊτή,
του κάπταιν Μάδη τ’ άρπαξαν την όμορφη Ρουτή,
κι αν στο χασίς δεν τόριχνε, θάκανε χαρακίρι.

Λένε για το λοστρόμο μας, το βέρο Μανταρίνο,
ταέλ εκατομμύρια πως είχε στο Τσουν-Κιν
μα τον τυλίξανε άσκημα μια μέρα στο Ναν-Κιν
και με τα κλέφτικα χαρτιά, τάχασε στο καζίνο.

Ο Καϊάμα, ο τρίτος μας, πούναι σοφός βραχμάνος,
κι αστροσοφία εδίδασκεν απάνου στο Δελχί,
τώρα καπνίζει να ξεχνά μιαν άλλην εποχή,
και δεν τον γνοιάζει να  γενεί, μακάρι, Μουσουλμάνος.

Κι ακόμα λεν για το Γραικό, πως μέσα στα πορνεία
έμαθε σκόνη να ρουφά σε χρόνια εφηβικά·
κι ότι στις πλώρες τράβαγε, τόνους ναρκωτικά,
σαν να  ζητούσε ηδονική να  κάνει αυτοκτονία.

Το τσούρμο μένει ψύχραιμο στην άγρια τρικυμία,
μ’ αν βρει τυφώνα ανθρώπινο, σκληρά θ’ αντισταθεί·
κι ως ότου το καράβι μας μέσ’ στο βυθό χαθεί,
αυτοί στον πόνο, στη χαρά, κρατούν κοινά ταμεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 67 Σχόλια »

Νταντέλες, κεριά, αλιντζαύρες και βύσσινο γλυκό

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2014

Σε ένα διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη ο ήρωας είναι ένας συγγραφέας, κάπως εστέτ, που του είναι αδύνατον να γράψει αν δεν έχει ένα συγκεκριμένο κρεμ χαρτί. Μια μέρα, ενώ έχει ετοιμαστεί να γράψει, έχει στο μυαλό του καταστρώσει το διήγημα, είναι έτοιμος να το βάλει στο χαρτί, αλλά προς μεγάλη του ενόχληση ανακαλύπτει ότι το κρεμ χαρτί έχει τελειώσει, οπότε τρέχει στον χαρτοπώλη του να ανανεώσει το στοκ του. Ο χαρτοπώλης του έχει αμελήσει να παραγγείλει, δεν έχει παρά 10-20 κόλες, όμως τόσες φτάνουν. Τις παίρνει και κάνει να γυρίσει στο σπίτι του, αλλά τον πιάνει βροχή στο δρόμο, και για να μη βραχεί το πολύτιμο κρεμ χαρτί μπαίνει σε μια στοά ώσπου να περάσει η μπόρα. Κάθεται αφηρημένος σε μια καρέκλα και ξαφνικά τον πλησιάζει ένας άνθρωπος λαϊκός και αρχίζει να του λέει τα βάσανά του με μια σύνταξη που προσπαθεί να βγάλει, και του ζητάει «να τα γράψει». Ο ήρωας συνειδητοποιεί με φρίκη ότι έχει καθίσει στο τραπεζάκι ενός αιτησιογράφου, στην είσοδο ενός υπουργείου. Συγκινημένος όμως από την ιστορία και από τα βάσανα του συνομιλητή του, θυσιάζει μια-δυο κόλες από το πολύτιμο κρεμ χαρτί και γράφει την αίτηση. Το κακό είναι ότι μόλις τελειώνει παρουσιάζεται κι άλλος, εξίσου βασανισμένος, οπότε γράφει κι αυτουνού την αίτηση, και μετά μια άλλη, και τέταρτος μετά, μέχρι που του τελειώνουν οι κόλες, και το διήγημα δεν γράφεται ποτέ -όμως καμιά δεκαριά βασανισμένοι λαϊκοί άνθρωποι μπόρεσαν να εκφράσουν τα αιτήματά τους. Μάλιστα, καθώς ο ήρωας φεύγει, περίεργα ικανοποιημένος, ένας λαχειοπώλης του λέει πως είναι τυχερός που «έλειπε ο άλλος», ο κανονικός δηλαδή αιτησιογράφος που του είχε πάρει το πόστο.

Το διήγημα το μετάφερα εδώ όπως το θυμάμαι, κι επειδή πάνε δεκαετίες που το διάβασα μπορεί να πέφτω έξω σε κάποια σημεία, κι ούτε μπορώ να σας πω σε ποια συλλογή του Σαμαράκη είναι, ούτε τον τίτλο του, κι ούτε έχω τα βιβλία πρόχειρα για να ελέγξω -αλλ’  αν εσείς ξέρετε τίτλο και συλλογή, πείτε το στα σχόλια.

Ο συγγραφέας στο διήγημα του Σαμαράκη είχε την παραξενιά να μη μπορεί να γράψει αν δεν είχε μπροστά του το κρεμ χαρτί της αρεσκείας του. Ο Βάρναλης, θυμάμαι αφηγήσεις, ήθελε όταν κάθεται να γράψει το καθημερινό του χρονογράφημα να έχει πάνω στο γραφείο του πέντε-δέκα καλοξυσμένα μολύβια, για να μη χασομεράει τη στιγμή που είχε πάρει το κολάι του κειμένου -μια «παραξενιά» σαφώς πιο λογική. Σήμερα, οι περισσότεροι συγγραφείς (υποθέτω, κρίνοντας από μένα που όταν γράψω με το χέρι πάνω από δυο γραμμές παθαίνω κράμπα) γράφουν κατευθείαν στον υπολογιστή, οπότε τέτοιου είδους ιδιοτροπίες, που έχουν να κάνουν με χαρτί και με μολύβι (ή στυλό) ίσως οδεύουν προς εξαφάνιση, αν και παραμένουν σε ισχύ όλων των άλλων ειδών οι συγγραφικές παραξενιές, ανάμεσά τους και αυτές που υπαινίσσεται ο τίτλος του σημερινού μας σημειώματος. Για να μην έχετε απορία μέχρι να φτάσετε στην επεξήγηση, αλιντζαύρες είναι οι σαύρες στο κυπριακό ιδίωμα.

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 35, άνοιξη 2014). Στο ίδιο τεύχος είχα άλλη μία συνεργασία, για τον ποιητή Τεύκρο Ανθία, που θα την παρουσιάσω προσεχώς. Το άρθρο παρουσιάζει μια επιστολή του κύπριου ποιητή Β. Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (μια προηγούμενη είχα παρουσιάσει σε άλλο άρθρο, που υπάρχει εδώ), και δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει. Παρεμπιπτόντως, αν κανείς ξέρει κάτι για το επεισόδιο με τον Σικελιανό και τα 50 φράγκα του Φιλύρα, που μνημονεύεται στην επιστολή αλλά δεν μπόρεσα να το ξεδιαλύνω, πολύ θα χαρώ αν μας το πει.

neoi1910aΗ φωτογραφία αριστερά, βγαλμένη το 1910, είχε δημοσιευτεί το 2003 στο περιοδικό Ύλαντρον. Από αριστερά προς τα δεξιά: Β. Ζήνων, Ν. Λαπαθιώτης, ο γιος ενός πασίγνωστου πολιτικού (αφήνεται για κουίζ), και ένας ηθοποιός.

Κι έπειτα απ’ όλα αυτά τα προλογικά, το άρθρο μου στα Μικροφιλολογικά:

Μια ακόμα επιστολή του Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενο τεύχος των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει μια επιστολή του πρώτου προς τον δεύτερο, γραμμένη το 1910. Σήμερα θα παρουσιάσω τη δεύτερη χρονολογικά από τις τέσσερις συνολικά επιστολές Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΪΑ, σταλμένη τον Ιούνιο του 1911. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Λεμεσός 17 Iουνίου 1911

Γλυκό μου Πελελό

Με μεγάλη μου χαρά είδα στες συνεντεύξεις των λογίων στας «Αθήνας» ν’ αναγνωρίζεται κάπως τιμητικά το έργο σου και να μνημονεύεσαι από τρεις τέσσερις· όχι γιατί περίμενα βέβαια απ’ αυτούς να μάθω πως είσαι ποιητής —για ποιητή σε ξέρω γω καλύτερα από κάθε άλλον— μα γιατί έτσι επήρες τώρα το χρίσμα ας πούμε το επίσημο, «εστέφθης εις το Καπιτώλιον».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 62 Σχόλια »

Ο Αμολόητος του Βασίλη Μιχαηλίδη

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2013

michaelidesvasΟ Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) θεωρείται ο εθνικός ποιητής της Κύπρου. Έγραψε πολλά ποιήματα, εθνικά, λυρικά και σατιρικά, σε κυπριακή διάλεκτο αλλά και σε καθαρεύουσα, από τα οποία το γνωστότερο είναι το «Η 9η Ιουλίου 1821«.

Κι άλλη φορά μπορεί να βρούμε ευκαιρία να μιλήσουμε για τον Μιχαηλίδη, αλλά σήμερα, που είναι Τσικνοπέμπτη, ταιριάζει πιστεύω να αναφερθώ σε μια ιδιαίτερη πτυχή του έργου του, στα «μυλλωμένα» στιχουργήματά του. Η λέξη «μυλλωμένα» είναι κυπριακή. Μύλλα στην κυπριακή διάλεκτο είναι το λίπος, και μυλλωμένος, στην κυριολεξία, σημαίνει «αρτύσιμος». Όμως η λέξη έχει και μια μεταφορική σημασία, σημαίνει τα αθυρόστομα, τα πονηρά, τα σκαμπρόζικα στιχουργήματα. Οι Ελλαδίτες τα λέμε πιπεράτα αστεία (παλιότερα τα λέγανε και αλατισμένα), οι Κύπριοι τα λένε μυλλωμένα.

Ο Μιχαηλίδης έγραψε κάμποσα μυλλωμένα τραγούδια, ιδίως στα νιάτα του, τα οποία κυκλοφορούσαν χειρόγραφα ή προφορικά στις αντροπαρέες της Λεμεσού περί το 1880. Το πιο γνωστό από αυτά είναι ο Αμολόητος, και αυτό το ποίημα θα σας παρουσιάσω σήμερα. Επειδή, όπως είπα, διαδιδόταν προφορικά, σήμερα σώζεται σε πολλές παραλλαγές. Το καλό περιοδικό «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι, παρουσίασε πέρυσι (στη σειρά «Μικροφιλολογικά τετράδια», ο αρ. 11) ένα αφιέρωμα στα μυλλωμένα τραγούδια του Μιχαηλίδη και σε κάποιες άγνωστες ως τώρα παραλλαγές του Αμολόητου, σε επιμέλεια του Λευτέρη Παπαλεοντίου και του Κυριάκου Ιωάννου. Όλο το υλικό του σημερινού άρθρου είναι παρμένο από το αφιέρωμα των Μικροφιλολογικών Τετραδίων.

Φυσικά εμείς οι καλαμαράδες έχουμε πολλές άγνωστες λέξεις, κι επειδή το ποίημα είναι μεγαλούτσικο, για ευκολία βάζω τις εξηγήσεις στη συνέχεια του κάθε στίχου, πάντα αξιοποιώντας το γλωσσάρι των Μικροφιλολογικών. Το παχύ σ, επειδή δεν μπορώ να το βγάλω, το αποδίδω με «σι». Το παχύ ζ (στο τζ) το αγνοώ. Τις απλές μεταβολές των κυπριακών (τζαι = και, πκιάνουν = πιάνουν κτλ.) τις θεωρώ ευκόλως εννοούμενες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Κύπρος, Ποίηση, Σατιρικά, Ψηφιακό υλικό | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Όλα περνάν και πάμε…

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2012

Σαν σήμερα πριν από 124 χρόνια, στις 31 Οκτωβρίου 1888, γεννήθηκε ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης, που το έργο του το μελετάω εδώ και χρόνια. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα συνηθίζω να παρουσιάζω ένα άρθρο σχετικό με τον ποιητή, συνήθως με κάποιο αθησαύριστο ή δυσεύρετο έργο του. Το ίδιο συμβαίνει και με το σημερινό μου άρθρο, που το δημοσίευσα, κάπως εκτενέστερο, στο τεύχος Φθινοπώρου 2012 του καλού κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά.

Παιδική φωτογραφία του Λαπαθιώτη παρμένη από τεύχος του Μπουκέτου

Στο αρχείο Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ υπάρχουν τέσσερις επιστολές του Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, των ετών 1910-11, καθώς και μια επιστολή του Λαπαθιώτη προς τον Ζήνωνα του 1912, που μαρτυρούν την πολύ στενή φιλία ανάμεσα στους δύο νέους, αλλά έχουν και φιλολογικό ενδιαφέρον. Αν όμως ο Λαπαθιώτης δεν χρειάζεται συστάσεις, καλό είναι να πούμε δυο λόγια για τον φίλο του.  Ο Κύπριος λόγιος, ηθοποιός και ποιητής Βίκτωρ Ζήνων (1890-1970), ανήκε σε γνωστή καλλιτεχνική οικογένεια της Λεμεσού. Πατέρας του ήταν ο νομικός Νικόλαος Ζήνων (1838-1908), πρώην Νικόλαος Χαλήλ, γιος του Ιωάννη Νικ. Χαλήλ, κοτζάμπαση Λεμεσού, από την Τρίπολη της Συρίας. Ο Βίκτωρ Ζήνων, μαζί με τ’ αδέλφια του, υπήρξαν οι πρώτοι Κύπριοι ηθοποιοί. Έζησε στην Αθήνα πολλά από τα νεανικά του χρόνια: φοίτησε στο Βαρβάκειο γυμνάσιο και στη συνέχεια στη Νομική σχολή, την οποία ωστόσο εγκατέλειψε χωρίς να πάρει πτυχίο για να αφοσιωθεί στο θέατρο. Εκείνα τα χρόνια, συνδέθηκε στενά με τον ποιητή Ν. Λαπαθιώτη.

Στην αυτοβιογραφία του, ο Λαπαθιώτης αναφέρει ότι γνώρισε τον Βίκτωρα Ζήνωνα στο νομικό φροντιστήριο που διατηρούσε ο αδελφός του, ο Αριστείδης Ζήνων, και ότι αφού συνδέθηκαν φιλικά άρχισαν να παρακολουθούν τα μαθήματα απαγγελίας του Χρηστομάνου. Βέβαια ο Λαπαθιώτης σπάνια προσδιορίζει χρονολογίες στην αφήγησή του, ούτε και τηρεί απολύτως γραμμική σειρά στην εξιστόρηση, ενώ και η έκδοση της αυτοβιογραφίας του δεν έχει επαρκή υπομνηματισμό ώστε να μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τα γεγονότα. Ευτυχώς όμως ο Λαπαθιώτης κάνει εκτενή αναφορά στις παραστάσεις που έδωσε στην Αθήνα η Σάρα Μπερνάρ, τις οποίες Λαπαθιώτης και Ζήνων παρακολούθησαν έχοντας εξασφαλίσει εισιτήρια από τον Χρηστομάνο, και από τις εφημερίδες της εποχής βρίσκουμε ότι οι παραστάσεις αυτές έγιναν τον Νοέμβριο του 1908. Τότε ο Ζήνων ήταν ήδη στενός φίλος του Λαπαθιώτη· μάλιστα, σε άλλο σημείο της αυτοβιογραφίας, ο Λαπαθιώτης κάνει λόγο για ένα μπιλιετάκι που είχε γράψει στην Σάρα Μπερνάρ αλλά δεν μπόρεσε να της το δώσει, και που το φύλαξε ο Ζήνων. Εκτός αυτοβιογραφίας, πρώτη ένδειξη της γνωριμίας τους είναι η παρουσίαση ποιημάτων του Λαπαθιώτη από τον Ζήνωνα στην εφημερίδα Σάλπιγξ της Λεμεσού τον Δεκέμβριο του 1907. Άλλες αναφορές στον Β. Ζήνωνα δεν βρίσκουμε στην αυτοβιογραφία, όμως η φιλία τους είναι βέβαιο ότι συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια.

Στο σημερινό σημείωμα θα παρουσιάσουμε την πρώτη επιστολή του Ζήνωνος, που έχει και το μεγαλύτερο φιλολογικό ενδιαφέρον, μιας και μας δίνει ενδείξεις για αθησαύριστα ποιήματα του Λαπαθιώτη. (Ευχαριστίες οφείλω στον Λευτέρη Παπαλεοντίου που έθεσε υπόψη μου τις επιστολές και μου έδωσε πολλές πληροφορίες για τον Β. Ζήνωνος). Η επιστολή γράφτηκε από τη Λεμεσό. Ως φοιτητής ο Ζήνων θα επισκεπτόταν στις διακοπές του πανεπιστημίου τη γενέτειρά του, και τότε μόνο θα υπήρχε ανάγκη για αλληλογραφία με τον Λαπαθιώτη, αφού όταν βρίσκονταν και οι δυο στην Αθήνα έκαναν ταχτική παρέα.

Η επιστολή δεν έχει ημερομηνία, αλλά πρέπει να γράφτηκε δυο-τρεις μέρες μετά τις 14/27.8.1910, μια και ο Ζήνων γράφει ότι εσωκλείει απόκομμα της εβδομαδιαίας εφημερίδας Αλήθεια με την πρώτη συνέχεια της μετάφρασης του διηγήματος του Oscar Wilde «Ο μικρός βασιλιάς» (από τη γαλλική μετάφραση της συλλογής, με τίτλο La maison des grenades, 1902), η οποία δημοσιεύτηκε στις 27.8.1910 (με το νέο ημερολόγιο που ίσχυε στην Κύπρο), ενώ προαναγγέλλει τη δημοσίευση της επόμενης εβδομάδας. Έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 87 Σχόλια »

Η κατάρα, μια «φιλολογική εκτροχίαση» του Ν. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2012

Κυριακή σήμερα, θέμα λογοτεχνικό θα έχουμε -και επειδή την Τετάρτη που μας έρχεται, στις 21 Μαρτίου, είναι η ημέρα της ποίησης, ταιριάζει να βάλω ένα ποίημα και μάλιστα αθησαύριστο. Το άρθρο μου που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 31 του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά που μόλις κυκλοφόρησε.

Ο Λαπαθιώτης με τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού, γύρω στο 1918

Στην αυτοβιογραφία του, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης αναφέρεται, στη ρύμη του λόγου του, σε διάφορα ποιήματα ή πεζά έργα του που έχουν μείνει αθησαύριστα, χωρίς όμως να δίνει και πολλές ενδείξεις στον ερευνητή που θα ήθελε να τα αναζητήσει. Μια τέτοια περίπτωση ήταν το «Εις τον θάνατον των υιών του Ριτσιότη Γαριβάλδη», που το παρουσίασα σε προηγούμενο τεύχος των Μικροφιλολογικών (και στο ιστολόγιο). Ο Λαπαθιώτης δεν μνημονεύει  σαφώς το συγκεκριμένο ποίημα· απλώς αναφέρει ότι μέσα στον πόλεμο έγραψε άρθρα και ποιήματα υμνητικά για τη Γαλλία, χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες.

Μια κάπως σαφέστερη νύξη υπάρχει σε άλλο σημείο της αυτοβιογραφίας του, κι αυτή με οδήγησε στο αθησαύριστο ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα. Συγκεκριμένα, στις τελευταίες σελίδες του έργου (σελ. 272-3 στην έκδοση του Κέδρου), εκεί που αφηγείται τη ζωή του στην Αίγυπτο το 1917, ο Λαπαθιώτης θυμάται: «Σχετίσθηκα επίσης και με τους ελληνικούς φιλολογικούς κύκλους του Καΐρου, και μάλιστα συνέβη και τούτο το νόστιμο: Ένα περιοδικό, ο Φοίνικας, που μου είχε ζητήσει συνεργασία και του έδωκα, επειδή εν τω μεταξύ είχα δημοσιεύσει στις εκεί ελληνικές εφημερίδες κάποιο ποίημα, που έθιγε τους πολύ εύθικτους πολιτικούς αντιφρονούντας, έβαλε το πεζοτράγουδό μου στην πρώτη του σελίδα και στην τελευταία μ’ έβριζε πατόκορφα! Εκεί έγραψα και άλλα πολλά πράγματα -στίχους και πεζά- που έχουν μείνει εντελώς ανέκδοτα ως σήμερα, κι ίσως ποτέ να μη δουν το φως -ποιος ξέρει…»

Το επίμαχο τεύχος του Φοίνικα ήταν το τριπλό τεύχος 10-12 (Σεπτ.-Νοε. 1916). Ωστόσο, παρά την χρονολογική αυτή ένδειξη, το περιοδικό σίγουρα τυπώθηκε πολύ αργότερα, σαφώς μέσα στο 1917, και μάλιστα η εκτύπωση έγινε σε δόσεις, όπως συνηθιζόταν τότε. Το «πεζοτράγουδο» του Λαπαθιώτη ήταν το εναρκτήριο κείμενο του τεύχους, αν και προτιμώ να το χαρακτηρίζω «διήγημα», μεταξύ άλλων και λόγω της έκτασής του (τρεις σελίδες) όσο κι αν, πράγματι, βρίσκεται ανάμεσα στα δυο είδη. Διήγημα άλλωστε το χαρακτήρισε και η συντακτική ομάδα του περιοδικού, σε μια σημείωση στις τελευταίες σελίδες του τεύχους: «Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Ενταύθα. Το διήγημά σου αν το βλέπεις να δημοσιεύεται στον Φοίνικα είναι γιατί είχε τυπωθεί ένα μήνα πριν από τη φιλολογική εκτροχίασή σου: ο μόνος λόγος που μας αναγκάζει σήμερα να το κυκλοφορήσουμε». Αυτό είναι το βρισίδι στο οποίο αναφέρεται ο Λαπαθιώτης -όχι και τόσο πατόκορφο, θα έλεγα, αλλά γράφει 23 χρόνια μετά και από μνήμης. Πάντως, σε αδρές γραμμές, η αναφορά της αυτοβιογραφίας επιβεβαιώνεται.

Να θυμηθούμε τα περιστατικά: ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ταξίδεψε στην Αίγυπτο τα Χριστούγεννα του 1916, συνοδεύοντας τον πατέρα του, Λεωνίδα Λαπαθιώτη, στρατηγό του στρατού της Εθνικής Άμυνας· αντικείμενο της αποστολής τους ήταν να αντλήσουν οικονομική ενίσχυση και να στρατολογήσουν εθελοντές από τις ελληνικές παροικίες της Αιγύπτου. Στις αλεξανδρινές εφημερίδες της εποχής βρίσκω αρκετές αναφορές στις δραστηριότητες του στρατηγού, τις διαλέξεις που έδινε και τις συναντήσεις του με επιφανείς παράγοντες της ομογένειας, αλλά λίγες φορές μνημονεύεται ο Ναπολέοντας· βρίσκουμε ωστόσο το όνομά του στην κατάσταση των επιτυχόντων στον διαγωνισμό ανθυπολοχαγών-διερμηνέων.

Ποια ήταν όμως η πέτρα του σκανδάλου; Το έργο του Λαπαθιώτη που χαρακτηρίστηκε «φιλολογική εκτροχίαση» λάνθανε μέχρι σήμερα. Ο Τάκης Σπετσιώτης υποθέτει ότι έτσι χαρακτηρίστηκε η «έμμετρη υπεράσπιση των Γάλλων και της Αντάντ», υπονοώντας το γαλλόφιλο σονέτο Κραυγή!, αλλά δεν έχει δίκιο. Είχα την τύχη να ανακαλύψω το… σώμα του εγκλήματος στην αλεξανδρινή εφημερίδα Ταχυδρόμος-Ομόνοια, στο φύλλο της 2 Ιουνίου 1917. Πρόκειται για ένα ποίημα που δημοσιεύεται στη δεύτερη σελίδα, αλλά σε περίοπτη θέση και με παχιά, ημίμαυρα τυπογραφικά στοιχεία. Προτάσσεται η εξής εισαγωγή (μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 39 Σχόλια »

Δίπλα στην Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2011

Την Κυριακή βάζω συνήθως θέμα λογοτεχνικό, έτσι και σήμερα λοιπόν· το σημερινό θέμα είναι μικροφιλολογικό και το έχω δανειστεί από το βιβλίο του κύπριου λογίου Σάββα Παύλου «Μικροφιλολογικά και άλλα». Εγώ πρόσθεσα κάποιο υλικό και σχόλια, αλλά η βασική ιδέα είναι του Σ. Παύλου. Να πω ότι ο Σ.Π. είναι από τα ιδρυτικά μέλη και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του πολύ καλού κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, στο οποίο έχω δημοσιεύσει μερικά… μικροφιλολογικά.

Η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977), ποιήτρια και πεζογράφος, γεννήθηκε στην Πρέβεζα και μεγάλωσε στη Λευκάδα και στην Αθήνα. Από μια αδικία της φιλολογικής ιστορίας, έχει μείνει κυρίως γνωστή όχι από το έργο της αλλά από έναν στίχο του Καρυωτάκη, ο οποίος, στο ποίημα «Σταδιοδρομία» φαντάζεται τ’ όνομά του να φιγουράρει τυπωμένο πλάι στο όνομα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου:

Tη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

«Oι στίχοι παρέχουν ελπίδες»
θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Kλεαρέτη Δίπλα-Mαλάμου»
και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου.

(…)

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη, τα Ελεγεία και σάτιρες, προδημοσιεύτηκε όμως λίγους μήνες πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου, στην εφημερίδα Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος, μια βραχύβια αλλά ποιοτική κυριακάτικη εφημερίδα (σαν περιοδικό) που έβγαινε το 1927 από τον οργανισμό Λαμπράκη. Είχε εκλεκτή φιλολογική ύλη με συνεργασίες των γνωστότερων Ελλήνων λογοτεχνών της εποχής. Εκεί λοιπόν, στις 20 Νοεμβρίου 1927, ο Καρυωτάκης δημοσίευσε δύο ποιήματά της μελλοντικής του συλλογής, αναγγέλλοντας ταυτόχρονα την έκδοσή της. Κατά σύμπτωση, και τα δυο ποιήματα ήταν σαρκαστικά προς δύο ομοτέχνους του: τον Μιλτιάδη Μαλακάση το δεύτερο, την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου το πρώτο.

Όπως παρατηρεί και ο Παύλου, ο σαρκασμός προς τον Μαλακάση είναι δηκτικότερος, προς την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου πιο ήπιος. Από την άλλη, ο Καρυωτάκης κρίνει σκόπιμο να βάλει απολογητική υποσημείωση στην οποία διευκρινίζει: «Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό έργο«. Για την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, καμιά υποσημείωση, καμιά αναγνώριση στο έργο της. Να σημειώσω εδώ ότι η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου ήταν επίσης συνεργάτρια της Κυριακής. Τον Ιούλιο του 1927 είχε δημοσιεύσει ένα δικό της διήγημα, ενώ στο προηγούμενο τεύχος από τη δημοσίευση του Καρυωτάκη υπήρχε ένα διήγημα του Ταγκόρ σε δική της μετάφραση. Ο Μαλακάσης, βέβαια, ήταν γενικά αναγνωρισμένος ποιητής, τιμημένος με αριστεία, κόντευε τα εξήντα.

Ο Μαλακάσης πάντως, παρά τη διευκρίνιση, πληγώθηκε από το ποίημα. Ο Καρυωτάκης ίσως να μετάνιωσε· δεν αρκέστηκε στην υποσημείωση, αλλά δυο μέρες μετά τη δημοσίευση έστειλε μια σύντομη επιστολή στον Μαλακάση, όπου χαρακτήρισε «μια τρέλα» το ποίημά του, τρέλα στην οποία τον παρέσυραν «κυρίως οι δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας»

Τα ίδια του τα είπε και διά ζώσης σε μια συνάντησή τους τον Μάη του 1928. Στις αναμνήσεις κάποιου άλλου λογίου [αυτό το προσθέτω εγώ, αλλά δεν θυμάμαι περισσότερες λεπτομέρειες] διάβασα ότι όταν επισκέφτηκε, γύρω στο 1940, τον γηραιό πια Μαλακάση, εκείνος έσπευσε με πρώτη ευκαιρία να του δείξει την επιστολή του Καρυωτάκη και να τον πληροφορήσει ότι ο Καρυωτάκης είχε μετανιώσει για την «τρέλα» του.

Δίνω τον λόγο στον Σάββα Παύλου:

Πρέπει να αναλογιστούμε όλοι μας την πίκρα της ευγενούς δέσποινας, ποιήτριας και πεζογράφου Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου από την Πρέβεζα, όταν την γνωρίζανε σε κάποιον και παρατηρούσε κάποτε το σπίθισμα, λίγο πειρακτικό, στη ματιά του, σημάδι πως ήξερε, θυμήθηκε και, μόλις ακούστηκε το όνομα της, ο στίχος «και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομα μου» ταίριαξε αμέσως στο μυαλό του.

Πρέπει να αναλογιστούμε όλοι μας τη μοναξιά της ευγενούς δέσποινας, ποιήτριας και πεζογράφου Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου (1897-1977), όταν συνειδητοποίησε (αλήθεια, πότε; στη δεκαετία του ’50, του ’70 ή απ’ τα χρόνια του ’30;) πως η αναγγελία του θανάτου της στις εφημερίδες (γι’  αυτό, λοιπόν, όλο και ανέβαλλε;) θα προκαλούσε το ερώτημα στους πολλούς: «Ποια είναι (ή, μάλλον, ήταν) αυτή;», και οι επαΐοντες θα έσπευδαν, περιχαρείς για την απόδειξη των γνώσεων τους, να πληροφορήσουν πως «είν’ αυτή που…» αναφέροντας απλώς τους δύο (ευκολομνημόνευτους, άλλωστε) στίχους του Κώστα Καρυωτάκη.

Όμως, κάποτε η μοίρα παίζει σκληρά παιγνίδια. Πέντε μήνες μετά τη δημοσίευση της «Σταδιοδρομίας», ο Καρυωτάκης μετατίθεται στην Πρέβεζα, τη γενέτειρα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου, εκεί όπου στις 21 Ιουλίου θα ρίξει τον εκκωφαντικό πυροβολισμό του. Δικαιοσύνη, θα έλεγε κάποιος φίλος σεφερικός.

Όμως, πανεπιστημιακοί και άλλοι διοργανώνουν συνέδρια στην Πρέβεζα για τον Καρυωτάκη, ο δήμαρχος και οι αρχές τούς δεξιώνονται, η πόλη τιμά όχι την ποιήτρια που ανέθρεψε, αλλά τον ποιητή που σκότωσε.

Μένω πεισματικός και πάλιν. Η Λευκωσία σβήνει τα φώτα της σιγά σιγά. Αρχίζω κι απόψε να τακτοποιώ τη συντροφιά -ως-το-πρωί, να καλώ φίλους που ανωφέλετα κατέληξαν, την Κλεαρέτη χωρίς γενέτειρα, τα τραγούδια που άδοξα κατέπεσαν.

Και, κάποτε, κάποιος θα βρει αυτό το χαρτί, θ’ αναλογιστεί ποιος τό ‘γραψε: Ποιος; Χαμένος κι αυτός για τα χαμένα.

Εγώ μια σχολαστική διόρθωση έχω μόνο να κάνω, ή μάλλον μια σχολαστική συμπλήρωση: ίσως η Πρέβεζα δεν τίμησε την ποιήτρια που γέννησε, την τίμησε όμως η Λευκάδα που την ανέθρεψε. Στο Μποσκέτο, το πάρκο κοντά στο λιμάνι, θα βρείτε την προτομή της ανάμεσα σε άλλες προτομές λευκαδιτών λογοτεχνών, μοναδική γυναικεία παρουσία πλάι στον Βαλαωρίτη, τον Σικελιανό, και τον Λευκάδιο Χερν, τον λευκαδίτη που έγινε εθνικός ποιητής της Ιαπωνίας με τ’ όνομα Γιακούμο Κοϊζούμι.

Μερικά ποιήματα της Κλεαρέτης Δίπλα-Μαλάμου έχω στην παλιά μου σελίδα (εδώ το γράμμα Δ, ψάξτε με αλφαβητική σειρά στη σελίδα).

Να προσθέσω ένα ακόμα, δημοσιευμένο στον Νουμά το 1914:

Πνέμα του ολέθρου πέρασε, συντρόφι του πολέμου
και ρήμαξε τον τόπο.
Με τη γοργάδα επέρασε του κεραυνού.
Και του τρανού του ανασασμού η παγωνιά η χαλάστρα,
θανάτου αφήκε μούδιασμα στη γύρω πλατωσιά.

Στ’ αποκαΐδια των σπιτιών και στους σωρούς τη στάχτη
παραπονιάρικοι καημοί πνιχτά μοιρολογάνε.
Των πατημένων χωραφιών τα νιοβγαλμένα φύτρα,
βραχνάς τα δέρνει ασήκωτος, το φονικό ποδάρι.
Σωροί-σωροί τα πτώματα κι η ματωμένη λάσπη…
Στο κρύο και στην ερημιά, σα φίδι η ανατριχίλα
σιωπηλά γλιστράει.
Κι ένα κεφάλι απόμερα, μ’ ολάνοιχτα τα μάτια
κοιτάζοντας ψηλά,
έτσι βουβό κι ασάλευτο, λες πως αναθυμιέται
του ρημαγμένου σπιτικού την πονοπνίχτρα γλύκα,
στο τζάκι τη φωτιά….

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 98 Σχόλια »

Τρία στιγμιότυπα από την προσέγγιση του Λαπαθιώτη με το κομμουνιστικό κίνημα

Posted by sarant στο 11 Απριλίου, 2010

Το περιοδικό μικροΦιλολογικά βγαίνει στη Λευκωσία δυο φορές το χρόνο και ασχολείται, όπως και ο τίτλος του υπονοεί, με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες της ιστορίας της λογοτεχνίας μας, δίνοντας βέβαια έμφαση σε θέματα κυπριακού ενδιαφέροντος. Κάθε τόσο βγάζουν επίσης ειδικά αφιερωματικά τεύχη, τα Μικροφιλολογικά Τετράδια. Ένα τέτοιο πρόσφατο τεύχος ήταν αφιερωμένο στα σατιρικά στιχουργήματα του Λαπαθιώτη, ο οποίος, να θυμίσω, είχε κυπριακή καταγωγή -ο εκ πατρός παππούς του ήταν Κύπριος αν και ο πατέρας του είχε γεννηθεί στην Ελλάδα.

Το τεύχος αυτό είχε εξαντληθεί στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία, οπότε… έβαλα μέσον. Χάρη σε φίλους του ιστολογίου, βρήκα τη διεύθυνση του Λευτέρη Παπαλεοντίου που είναι ο υπεύθυνος έκδοσης, και τον παρακάλεσα να μου το στείλει. Χάρη στην ανταλλαγή των ηλεμηνυμάτων γνωριστήκαμε και έτσι έγραψα κι εγώ δυο «μικροφιλολογικά», λαπαθιωτικού ενδιαφέροντος, που δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 27 των μικροΦιλολογικών (άνοιξη 2010). Παρουσιάζω εδώ το ένα από αυτά τα σημειώματα, που βασίζεται ενμέρει σε προηγούμενο άρθρο μου, που είχε δημοσιευτεί παλιότερα στην Αυγή και αναδημοσιευτεί εδώ.

Στην πρόσφατη παρουσίαση σατιρικών στίχων του Ν. Λαπαθιώτη (επιμ. Λ. Παπαλεοντίου, Μικροφιλολογικά τετράδια αρ. 7, Λευκωσία 2009), γίνεται λόγος και για την ανοικτή επιστολή του Λαπαθιώτη προς τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη (6 Αυγ. 1927). Ωστόσο, οι επαφές του Λαπαθιώτη με το αριστερό και το κομμουνιστικό κίνημα, και ειδικότερα με τον Ριζοσπάστη, είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Θα αναφερθώ σε τρεις από αυτές που δεν είναι και τόσο γνωστές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 7 Σχόλια »