Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μιχάλης Κοπιδάκης’

Ο Σηφαλιός πάει Μέγαρο

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2018

Το σημερινό θέμα το ξεσηκώνω φρέσκο φρέσκο από μια ανάρτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Κανονικά, θα το έβαζα στο συρτάρι μέχρι που να βρω την έντυπη πηγή (που αναφέρεται πιο κάτω) και να ελέγξω αν είναι ακριβής η αναπαραγωγή του κειμένου και αν υπάρχουν άλλες πληροφορίες, όμως φοβούμαι μην το ξεχάσω εντελώς -και θα’ναι κρίμα.

Πρόκειται για ένα γουστόζικο κρητικό ανέκδοτο, αφηγημένο σε ανόθευτη κρητική διάλεκτο -και προφανώς συνειδητά καμωμένο έτσι που ν’ αποφεύγονται οι τύποι της κοινής και να προτιμούνται οι διαλεκτικοί.

Στην ανάρτηση αναφέρεται ότι το ανέκδοτο είναι παρμένο από ανακοίνωση του Μιχάλη Κοπιδάκη με τίτλο «Kenning στην κρητική διάλεκτο», συνεισφορά στο Συνέδριο με θέμα «Ο λαϊκός αινιγματικός λόγος στην Κρήτη: Τα αινίγματα—(α)νιώματα», στη μνήμη της Μαρίας Λιουδάκη, Ιεράπετρα, 7, 8 και 9 Οκτωβρίου 2011 (τόμος με τα πρακτικά του Συνεδρίου εκδόθηκε το 2016 από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας). Ο Κοπιδάκης αναφέρει: «Ο φίλος και πονετικός ασκληπιάδης Νίκος Μαρκάκης από τον Κρασούνα Μυλοποτάμου είχε την καλοσύνη να μου αναδιηγηθεί το ακόλουθο ανέκδοτο με ομοδιηγηματικό αφηγητή τον γκαλονόμο Σηφαλιό»

Ωστόσο, κατά τη συζήτηση, η φίλη γλωσσολόγος Μαριάννα Κατσογιάννου ανέφερε ότι το ίδιο ανέκδοτο (αν και με κάποιες διαφορές) το διηγιόταν η γλωσσολόγος Ειρήνη Φιλιππάκη, που είχε γίνει διάσημη στις παρέες των γλωσσολόγων γι’ αυτό το ανέκδοτο, που το διηγιόταν με την κρητική της προφορά.

Θα μου πείτε, στα ανέκδοτα δεν χωρεί πατρότητα. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μού φαίνεται πως αποτελεί προσωπική δημιουργία. Θα το δείτε κι εσείς.

Προσθήκη: Ο φίλος μου ο Λεωνίδας από τα Χανιά με πληροφορεί ότι το ανέκδοτο υπάρχει από παλιά, το ξέρει από… τον προηγούμενον αιώνα και έχει κάπως διαφορετικά. Ο Σηφαλιός παρουσιάζεται στο καφενείο του χωριού φορώντας ένα ροζ γουνάκι. Τον ρωτάνε πώς και τι, και αρχίζει να τους εξιστορεί ότι πήγε στην Αθήνα, κόσμος και κακό, αυτοκίνητα, το ένα, το άλλο, και τελικά λέει ότι τον πήγε ο ξάδερφος στη Λυρική (το ανέκδοτο είναι παλιότερο από το Μέγαρο) και αφού περιγράψει πώς ήταν η παράσταση, λέει ότι στο τέλος ήταν ένα μέρος που ο καθένας έλεγε ένα νούμερο κι έπαιρνε άλλος ομπρέλα, άλλος παλτό, πήγε κι ο Σηφαλιός και πήρε αυτό το γουνάκι.

Άλλος φίλος, γλωσσολόγος, επιβεβαιώνει ότι η Ειρήνη Φιλιππάκη συνήθιζε να διηγείται αριστοτεχνικά το ανέκδοτο, που όλοι το ήξεραν ως «το γουνάκι» αλλά μου λέει ότι στη βερσιόν της Φιλιππάκη υπάρχουν ελάχιστα κρητικά ιδιωματικά στοιχεία, αυτά που είναι γνωστά σε όλους (ίντα, τση, απέ κτλ) και όχι άγνωστες λέξεις όπως της δικής μας βερσιόν. Οπότε, υποθέτω πως κάποιος πήρε το ήδη γνωστό ανέκδοτο και το μετάτρεψε σε ιδιωματικό.

Το ανέκδοτο αφηγείται πώς πήγε ο Σηφαλιός να παρακολουθήσει παράσταση όπερας στο Μέγαρο Μουσικής. Όπως είπα, η σύντομη αφήγηση είναι κατάφορτη με κρητικές διαλεκτικές λέξεις. Με τα βοηθήματα που έχω προσπάθησα να εξηγήσω όλες τις λέξεις του κειμένου, αλλά αν κάπου δεν τα κατάφερα θα ζητήσω τη βοήθεια τη δική σας, κυρίως των Κρητικών και των παρεπιδημούντων στη λεβεντογέννα.

Στο τέλος δίνω και μια μετάφραση στην κοινή.

«Στην Αθήνα ήμουνε και ανέλωσέ με μιαν αργατινή ο αξάδερφός μου ο Ζαχάρης να πάμε, λέει, στο Μέγαρο, που μαζώντουνε καθ’ αργά αθρώποι μπεγεντισμένοι να κάμουνε σεΐρι. Έ, επήγαμε. Μπαίνομε, κόσμος αρίφνητος, μια βαβουρανιά, ένα καλαμπαλίκι, κυράδες με τα βέλα και τα καπέλα, μεγαλουσάνοι, τσίμουροι, κοπελολόι, τση Σταυροπροσκύνησης εγίνουντονε. Ας είναι. Εκάτσαμε και μια κοπανιά σκοτίδι κι επόεις σηκώνεται ο μπερντές και φανερώνεται ένας μαυροφορεμένος κι εκράθειε ένα βιτσαλάκι. Εκαληνώρισέ μας ο άθρωπος, ήκαμε ένα τεμενά και ξεπροβαίνει μια πατουλιά (πού στο διάολο ήτανε χωσμένοι και επαρακατσεύανε;) και εντακάρανε να φωνιάζουνε. Ο μαυροφορεμένος, σηκώνει ο καϋμέχαρος το βιτσαλάκι, κάνει το νόημα «κεδιά!», μα όσο ανεβοκατέβαζε αυτός το βιτσαλάκι, τοσονά εφωνιάζανε σαν τσι Πανασιθιανούς γαυγιώτες όντε μονοπαντήζουνε. Εχοροπήδα ο μαυροκακομοίρης, αυτοί το χαβά ντως. Προβαίνει από τη ζερβή μπάντα κι ένα χοντρός, μωρέ, ανιχί ο Καράς απού ‘χε το κασαπιό στο Μεϊντάνι, κι ήκραζε κι αυτός σαν τον κούκλη. Έρχεται και μια θρομύλα ανεμαλιασμένη σαν τη Ζωνιανή, εφώνιαζε κι αυτή, διαόλους είχε στην κοιλιά δε γ-κατέχω, οικογενειακά είχανε, ποιος κατέχει, έ, ετρώγουντονε σαν τα λιμοπρόγονα. Επέρασε ώρα, ήπιασέ με μια κεφαλόκριση, εγύριζε ο κόσμος σαν το σφοντύλι, επακοιμήθηκα. Όντε εφεύγαμε, με ρωτά μια κοπελιά (από τα σουσούμια τση την ήβγαλα Χανιώτισσα) «τον αριθμό σας, κύριε» και τση κάνω «Δεκοχτώ». Δίδει μου ετουτονέ το γαμπαδάκι, που το φορώ εδά, κι ετσά δεν επήγε ολότελα στράφνι η βραδιά…».

Οι ιδιωματικές λέξεις του κειμένου με τη σειρά που εμφανίζονται:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Ευτράπελα, Κρήτη, Μεταμπλόγκειν, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , | 203 Σχόλια »