Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Μιχάλης Σαραντάκος’

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Στην Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου – Ι

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή πέμπτη και είναι η πρώτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1948, στην Αθήνα και ο παππούς μου πιάνει δουλειά στο γνωστό εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, ένα θέμα που θα μας απασχολήσει και στην επόμενη συνέχεια.

mimis_jpeg_χχsmallΟ ποιητής έπιασε δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου το καλοκαίρι του 48. Από την αρχή τα πήγε πολύ καλά με το αφεντικό της επιχείρησης κι αυτό φάνηκε σ’ όλους περίεργο, γιατί ο Ιωάννης Δ. Πασσάς ήταν δύσκολος άνθρωπος. Αυτοδημιούργητος και χωρίς σπουδαία μέσα ή γνωριμίες στην αρχή της καριέρας του, πάλεψε σκληρά για να επιβιώσει. Η άνοδος του στην κοινωνική κλίμακα δεν απάλυνε καθόλου τον δύστροπο χαρακτήρα του. Οπως κάθε πολύ πλούσιος, ήταν καχύποπτος και φανταζόταν πως όποιος τον πλησίαζε αποσκοπούσε να του αποσπάσει πολλά ή λίγα λεφτά. Στους κύκλους των δημοσιογράφων και των εκδοτών είχε κύρος και αντιπάθειες. Κύρος για τα λεφτά και τις πετυχημένες εκδόσεις του, αντιπάθειες για το κακότροπο του χαρακτήρα του και τη σκληρότητα των συναλλαγών του. Οπως οι περισσότεροι αυτοδημιούργητοι, το ευχαριστιόταν να στραπατσάρει όσους «καθώς πρέπει» τύχαινε να πέσουν στην ανάγκη του, δεν πάει να ‘τανε καθηγητές Πανεπιστημίου ή βουλευτές ή και υπουργοί ακόμα και το έκανε με τον πιο απρεπή και προκλητικό τρόπο. Τις σχέσεις του με τους εκπρόσωπους του καλού κόσμου και ιδίως της ακαδημαϊκής πτέρυγας, χαρακτήριζε η αθυροστομία των λόγων και η χοντράδα των τρόπων του.

Παιδί ακόμα «ροβόλησε από το χωριό του για να ξεκλειδώσει το φούρνο» για να θυμηθώ τη διατύπωση του κυρίου Θεόδωρου. Μοναχό του εφόδιο τα γράμματα του Σχολαρχείου που φαίνεται πως τότε, στη δεκαετία του ’10, ήταν πολύ καλό σχολείο. Ο Πασσάς πάντως στο σχολαρχείο έμαθε πολύ καλή ορθογραφία και γραμματική της καθαρεύουσας και της αρχαίας και του άρεσε να διαβάζει στο πρωτότυπο τον Ξενοφώντα και το Θουκυδίδη. Επιασε δουλειά ως διορθωτής στην «Ακρόπολη» του Βλάση Γαβριηλίδη, αλλά δεν έμεινε για πολύ στο χαμηλότερο αυτό σκαλί της δημοσιογραφικής κλίμακας ούτε άλλωστε και στην εφημερίδα, όπου οι πληρωμές του προσωπικού ήταν άταχτες και απροσδιόριστου ύψους. Πήγε στο «Εμπρός» κι αργότερα στη «Νέα Ημέρα» η οποία τον έστειλε πολεμικόν ανταποκριτή στο μέτωπο της Μικρασίας. Κατά την περίοδο της παντοδυναμίας του Βενιζέλου, έβγαλε δική του εφημερίδα που χτυπούσε πολύ τσουχτερά το Λαϊκό Κόμμα. Μετά το κίνημα του 35 η εφημερίδα του απαγορεύτηκε κι ο ίδιος έφυγε στη Γαλλία. Γύρισε λίγο αργότερα μεταμορφωμένος σε διαπρύσιο υποστηριχτή της μοναρχίας, όπως άλλωστε είχε γίνει κι ο ίδιος ο Βενιζέλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Εγκατάσταση στο… Ντάντσιχ

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή δεύτερη και είναι η τριτη του 9ου κεφαλαίου. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1946 και ο ποιητής αποφυλακίζεται ώσπου να δικαστεί και αποφασίζει να μετοικήσει στην Αθήνα -οπότε η δράση μεταφέρεται εκεί.

Ο τίτλος του σημερινού αποσπάσματος είναι ελαφρώς παραπλανητικός, αλλά μού άρεσε. Όπως και το προηγούμενο απόσπασμα, και το σημερινό αφηγείται στην αρχή ιστορίες της Κατοχής, τις περιπέτειες του Γιώργου και του Μιχάλη Σαραντάκου, αδελφών του ποιητή.

mimis_jpeg_χχsmallΟ Γιώργος [αδελφός του ποιητή] είχε αποσπαστεί από τους Γερμανούς, που είχαν φυ­σικά επιτάξει τη Συρματουργία του Αγγελόπουλου, ως διευθυντής σε ένα μικρό εργοστάσιο μεταλλικών κουμπιών στον Πειραιά, που το είχαν επίσης επιτάξει. Τώρα το εργοστάσιο αυτό έφτιαχνε επάργυ­ρα και επίχρυσα κουμπιά για τις στολές των Γερμανών αξιωματικών. Σε πολύ σύντομο διάστημα ο Γιώργος με μερικούς άλλους εαμίτες εργάτες οργάνωσαν στο ΕΑΜ το σύνολο των απασχολούμενων στο εργοστάσιο και άρχισαν να αφαιρούν, για λογαριασμό της Οργάνω­σης, τα δύο τρίτα του μεταλλικού χρυσού και αργύρου που τους έδι­ναν οι Γερμανοί για ανόδια (τα ηλεκτρόδια της ανόδου, που αποτελούνται από το μέταλλο με το οποίο γίνεται η επιμετάλλωση). Ο Γιώργος, εμπειρότατος γαλβανοτέχνης, είχε βρει τρόπο να νοθεύει το χρυσό και τον άργυρο χωρίς να προδίδεται η νοθεία από την εμφάνιση των κουμπιών, παρά μόνο με χημική ανάλυση, η οποία όμως ως τότε δε γινόταν.

Όπως ήταν όμως φυσικό τελικά οι Γερμανοί μυρίστηκαν τη νοθεία και τότε η Οργάνωση του εργοστασίου, έγκαιρα ειδοποιημένη, έβα­λε φωτιά στο κτίριο που κάηκε ως τα θεμέλια. Ύστερα από αυτό, το φθινόπωρο του ’43, ο Γιώργος έφυγε οικογενειακώς από την Αθήνα και πήγε στη Μάνη, όπου αναδείχτηκε ηγέτης της τοπικής οργάνω­σης του ΕΑΜ, στη θέση του δολοφονημένου Κλέαρχου Κουρούνη. Σημειωτέον ότι ο πατέρας τους είχε εκλεγεί πρόεδρος του τοπικού Λαϊκού Δικαστηρίου, μόλο που δεν είχε οργανωθεί στο ΕΑΜ και γενικώς ήταν μάλλον συντηρητικών πολιτικών αρχών. Όταν τις πρώ­τες μέρες της Κατοχής οι Ιταλοί ήρθαν στη Γέρμα, ζήτησαν από τους κατοίκους να παραδώσουν τα όπλα που είχαν, για τα οποία ήταν άριστα πληροφορημένοι από κάποιο τομάρι. Ο Δημήτρης ο Σαραντάκος παράδωσε τα προκατακλυσμιαία εμπροσθογεμή και τα κυνηγε­τικά δίκανα, αλλά τα πολεμικά όπλα τα πασάλειψε με γράσο, τα τύ­λιξε σε λαδόχαρτα και λινάτσες και τα ’κρύψε σε μιαν αλεπότρυπα στον Λόγγο. Όταν κατέβηκε ο Γιώργος, του ’δείξε την κρυψώνα και τα όπλα παραδόθηκαν στον ΕΛΑΣ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μάνη | Με ετικέτα: , , , | 40 Σχόλια »